Η Καταστροφή του ιταλικού στόλου στον Τάραντα (11 Νοε. 1940)


Το σημαντικότερο επίτευγμα της αγγλικής ναυτικής αεροπορίας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο

Καθηγητής Βασίλειος Φίλιας, ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ τ.91-92 (2011)

Η στρατιωτικο-πολιτική κατάστα­ση (Σεπτέμβριος 1939 – Νοέμβριος 1940)

Την έκρηξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέ­μου μετά την εισβολή της Χιτλερικής Γερμανίας στην Πολωνία (1 Σεπτεμ­βρίου 1939) ακολούθησε μια σειρά αλλεπάλληλων ηττών των δυτικών συμμάχων, που όχι μόνο οδήγησαν όλες σχεδόν τις χώρες της δυτικής, κεντρικής και βόρειας Ευρώπης στη γερμανική κατοχή, αλλά και εμπέδω­σαν την αντίληψη για το αήττητο της χιτλερικής πολεμικής μηχανής. Συγ­κεκριμένα τον Απρίλιο του 1940 η Γερμανία εισέβαλε στη Δανία και συνέτριψε στρατιωτικά τη Νορβηγία παρά την επιχείρηση ενίσχυσης και διάσωσης, που οργανώθηκε εσπευ­σμένα από τους Άγγλους, οι οποίοι υπέστησαν δεινή ήττα στο Νάρβικ και αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν με σοβαρότατες απώλειες σε πολεμικά σκάφη επιφανείας.

Ακολούθησε η στρατιωτική εξουθέ­νωση της Γαλλίας, η κατάληψη των Κάτω Χωρών και η ίδρυση του υποτε­λούς «κράτους» του Βισύ στη νό­τιο Γαλλία, που συνοδεύτηκε από τις μαζικές αερο­πορικές επιθέ­σεις της Λούφτβαφε στην Αγ­γλία, προοίμιο της εισβολής στη χώρα αυτή στη βάση του σχεδίου «Λέων της Θα­λάσσης» (See- lOwe).

Η Ιταλία ελά­χιστες μέρες πριν τη συνθηκολόγηση της Γαλλίας κηρύσσει πόλεμο εναντίον της Αγγλίας και εναντίον της Γαλλίας, ενώ στρατεύματά της εισβάλουν στο γαλλικό Νότο.

Ο Μουσολίνι θεωρεί πλέον βέβαιο ότι ο πόλεμος θα είναι υπόθεση λίγων μηνών και δεν θέλει μόνο η Γερμανία να καρπωθεί τη λεία. Ακριβώς γι’αυτό και ενισχύει τις δυνάμεις του στη Λιβύη, που βρίσκεται υπό ιταλικό έλεγχο ήδη από το 1910, με στόχο την εισβολή στην Αίγυπτο και κατα­λαμβάνει την Αλβανία με στόχο την επίθεση κατά της Ελλάδας.

Πρωταρχικά οι φιλοδοξίες του ιτα­λού δικτάτορα στρέφονται στον έλεγ­χο της Μεσογείου, την οποία βλέπει ως ιταλική θάλασσα (mare nostrum).

Η πολεμική ισχύς των αντιπάλων δυνάμεων (1939-1940) στη μεσογειακή αναμέτρηση

Από τις αρχές του 1940 σημειώνεται μια σοβαρότατη άνοδος της ιταλικής ναυτικής ισχύος, ενώ οι αγγλικές ναυ­τικές δυνάμεις στη Μεσόγειο τους αντίστοιχους μήνες εμφανίζουν σο­βαρά κενά και ελλείψεις.

Με την καθέλκυση δύο θωρηκτών 35000 τόνων, του Littorio και του Vittorio Veneto και την αναμενόμενη συμπλήρωση της κατασκευής άλλων δύο της ίδιας κλάσης, η Ιταλία εξα­σφαλίζει από πλευράς εκτοπίσματος την ναυτική υπεροπλία στη Μεσόγειο.

Ο αγγλικός στόλος της Μεσογείου αντίθετα είχε υποστεί σοβαρές αφαι­μάξεις: πρώτον, λόγω της αποτυχούσης νορβηγικής επιχείρησης όπου μεταξύ άλλων χάθηκε και το αερο­πλανοφόρο Glorious, του οποίου -όπως θα εκτεθεί στα επόμενα- η ιστορία εμπλέκεται στην εξέλιξη γεγονότων, που οδήγησαν στον Τάραντα, δεύτερον, διότι η αυτοβύθιση ή ο παροπλισμός των γαλλικών πολεμι­κών πλοίων μετά τη συνθηκολόγηση της Γαλλίας υποχρέωσε το αγγλικό πολεμικό ναυτικό να αναλάβει όλο το βάρος της ναυτικής αντιμετώπισης των Γερμανών στον Ατλαντικό και τη Βόρειο Θάλασσα και τρίτον, έπρεπε να αντιμετωπιστεί ο μεγάλος κίνδυ­νος από τις καταδρομικές επιχειρή­σεις του γερμανικού θωρηκτού τσέ­πης «Admiral Graf Spee» από τον Ινδι­κό Ωκεανό ως τις θάλασσες της Νοτί­ου Αμερικής. Ακριβώς γι’αυτό και μόνο αφού αντιμετωπίστηκε η γερμα­νική ναυτική απειλή με την βύθιση του «Bismarck» και την αυτοβύθιση του «Graf Spee» στις εκβολές του Rio de la Platta στην Ουρουγουάη, ο επικε­φαλής του αγγλικού στόλου της Μεσογείου ναύαρχος Κάνινγκαμ (Cunningham) μπόρεσε να εξασφαλί­σει σοβαρές ενισχύσεις σε σκάφη επιφανείας και ειδικότερα και ιδιαίτε­ρα την υπαγωγή στις δυνάμεις του των νεότευκτων αεροπλανοφόρων Illustrious και Eagle.

Με τα δύο αυτά αεροπλανοφόρα ο αγγλικός στόλος της Μεσογείου απέ­κτησε τη δυνατότητα να καταφέρει πλήγματα κατά των ελλιμενισμένων πολεμικών πλοίων του αντιπάλου, μια δυνατότητα που οι Ιταλοί δεν είχαν, διότι δεν διέθεταν τέτοιου είδους σκάφη.

Ήδη από το τέλος της δεκαετίας του ’20 η Βρετανοί, οι Αμερικανοί και οι Ιάπωνες είχαν αντιληφθεί την σημασία του αεροπλανοφόρου, που σε μεγάλο βαθμό θα παραμέριζε και θα αχρήστευε τον ρόλο των βαρέων σκαφών επιφανείας, των θωρηκτών. Οι Ιταλοί, απεδείχθει εκ των πραγμάτων, δεν το είχαν αντιληφθεί, γεγονός που απέβη μοιραίο σε βάρος τους. Πέραν τούτου, αρνητικό σε βάρος των Ιταλών ήταν το γεγονός ότι στην Ίταλο-Γερμανική διάσκεψη στο Frid- richshaven το 1939 δεν είχαν προσδιορισθεί κοινοί άξο­νες στρατιωτικής και ναυτικής συνερ­γασίας και αλληλοβοήθειας σε περί­πτωση πολέμου.

Τέλος, αρνητικό σε βάρος των Ιτα­λών ήταν ότι με την κήρυξη του Έλληνο-Ιταλικού πολέμου η βάση της Σούδας στην Κρήτη, τα ελληνικά αεροδρόμια και τα ναυτικά ορμητή­ρια στα Επτάνησα τέθηκαν στην διά­θεση των αγγλικών ναυτικών και αεροπορικών δυνάμεων.

Σχεδιασμός και διάταξη δυνάμεων

Η Αγγλική πλευρά

Κρίσιμο στη διαμόρφωση των σχε­δίων της ηγεσίας του αγγλικού ναυτι­κού ήταν η έγκαιρη συνειδητοποίηση της ιταλικής ναυτικής απειλής ιδιαίτε­ρα μετά την κατάληψη της Αβησσυ­νίας από τα ιταλικά στρατεύματα και την ραγδαία ενίσχυση των ιταλικών δυνάμεων στη Λιβύη, που είχαν τεθεί υπό τη διοίκηση του στρατάρχου Γκρατσιάνι (Graziani). Η μελέτη των δεδομένων της επο­χής αποδεικνύει ότι οι Βρετανοί ναυ­τικοί ηγέτες δεν είχαν τις αυταπάτες ενός Τσάμπερλαιν ό­σον αφορά τον «κατευνα­σμό» και την ειρηνική επί­λυση των δια­φορών με τον Γερμανο-Ιτα- λικό Άξονα.

Ακριβώς γι’αυτό ήδη από το 1935 άρχισαν να καταρτίζουν σχέδια για την εξουδετέρωση της ιταλικής ναυτι­κής απειλής σε περίπτωση πολέμου. Στη λογική των σχεδίων αυτών κυ­ριάρχησε η αντίληψη ότι ήταν προτι­μότερη και δυνατή η καταστροφή του ιταλικού στόλου στο ορμητήριό του -βασικά στον Τάραντα, που ήταν ο κύριος πολεμικός ναύσταθμος- και το ενδεχόμενο της συντριβής του σε μια ναυμαχία ανοιχτής θαλάσσης εξετά­στηκε επιβοηθητικά.

Στη βάση αυτή μετατοπίστηκε το κέντρο βάρους για την πραγματοποί­ηση του αποφασιστικού πλήγματος από τα πλοία επιφανείας στη ναυτική αεροπορία και ιδιαίτερα στα τορ­πιλοπλάνα, που θα απογειώνο­νταν από αεροπλανοφόρα.

Ο χώρος ζύμωσης, δοκιμών και πειραματισμών ήταν το αεροπλα­νοφόρο Glorious όπου εμπειρότα­τοι αξιωματικοί -ναυτικοί και ιπτά­μενοι του ναυτικού- με επικεφα­λής τον αρχιπλοίαρχο-κυβερνήτη Λύστερ (Lyster) εξέτασαν όλες τις δυνατότητες και ενδεχόμενα.

Κρίσιμα ήταν δύο σκέλη: αφε­νός η δυνατότητα της διεξαγωγής της επιχείρησης κατά τη νύχτα ώστε να ελαχιστοποιηθεί η αποτελεσματικότητα της ιταλικής αεράμυνας, αφετέρου η δυνατότητα να πληγεί καίρια ο ελλιμενισμένος στον Τάραντα κύριος όγκος του ιταλι­κού πολεμικού ναυτικού από τορπί­λες. Και ως προς τα δύο αυτά σκέλη η απάντηση ήταν θετική. Τα διαθέσι­μα τορπιλοπλάνα τύπου Swordfish (Ξιφίας) ήταν απολύτως κατάλληλα και τα πληρώματα τους άριστα εκπαι­δευμένα.

Δεν συνέβαινε το ίδιο με τα αερο­σκάφη αναγνωρίσεως, που ήταν βρα­δυκίνητα και πεπαλαιωμένα, εύκολη λεία των ιταλικών καταδιωκτικών ένα μειονέκτημα όμως, που σύντομα ξε- περάστηκε όταν έφτασαν τα ανα­γνωριστικά αεροσκάφη αμερικανικής προελεύσεως τύπου «Μέρυλαντ».

Ακόμα σοβαρότερο ήταν το πρό­βλημα της ιταλικής αεροπορικής υπε­ροπλίας, που επέτρεπε στους Ιτα­λούς να βομβαρδίζουν συνεχώς σχε­δόν ανενόχλητοι την κομβική για τους Άγγλους Μάλτα και να εποπτεύουν αποτελεσματικά από αέρος με ορμη­τήριο τις βάσεις τους τόσο στη Νότιο Ιταλία, τη Σικελία και τη Σαρδηνία, όσο και στα Δωδεκάνησα ολόκληρη την ανατολική Μεσόγειο. Όμως και ως προς αυτό η κατάσταση άλλαξε δρα­στικά με τη χρησιμοποίηση του άγνω­στου ως τότε για τους Ίταλο-Γερμανούς ραντάρ.

Τέλος πρόβλημα παρουσίαζε το γεγονός ότι στην περίοδο αυτή η ανά­λυση των αεροφωτογραφιών βρισκό­ταν ακόμα στα σπάργανα με αποτέλε­σμα οι Άγγλοι να διαπιστώσουν την ύπαρξη αμυντικού φράγματος αερο­στάτων, πέραν των δικτύων θαλάσ­σης για την προστασία από τορπίλες, σχεδόν στις παραμονές της επίθεσης κατά του Τάραντα.

Όμως το σοβαρότερο από όλα τα προβλήματα, που έπρεπε να επιλυ­θούν ήταν η εξασφάλιση της αποφυ­γής πρόσκρουσης των εκτοξευόμε­νων τορπιλών στον βούρκο του πυθ­μένα κατά την είσοδο στα ρηχά νερά του ναύσταθμου. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με την τυποποιημένη μέθο­δο άφεσης των τορπιλών, η ρίψη γινόταν σε βύθιση σε ύψος150 ποδών (περίπου 50 μέτρα) από την επιφά­νεια της θάλασσας, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα την αρχική βύθιση της τορπίλης στα 100 περίπου πόδια (περίπου 30 μέτρα), ενώ το θαλάσσιο βάθος του ναύσταθμου στον Τάραντα δεν ξεπερνούσε τα 40 πόδια (12 περί­που μέτρα). Προκειμένου να ξεπεραστεί αυτό το πρόβλημα οι Βρετανοί άλλαξαν τον τρόπο εξαπόλυσης των τορπιλών, μειώνοντας το ύψος άφε­σης στα 50-70 πόδια (15-20 μέτρα) με μικρή βύθιση, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι αυτό σήμαινε πολλαπλα­σιασμό των ενδεχόμενων απωλειών σε αεροσκάφη. Οι σχετικές δοκιμές έγιναν με τις τότε χρησιμοποιούμενες από την αεροπορική δύναμη του Βρε­τανικού Βασιλικού Ναυτικού (Fleet Air Arm) τορπίλες τύπου Mk XII με πολε­μική κεφαλή 176 κιλών και υπήρξαν επιτυχείς. Επιπλέον, είναι γνωστό ότι οι Βρετανοί εφάρμοσαν τροποποιήσεις στις τορπίλες που χρησιμοποιήθηκαν κατά την συγκεκριμένη επίθε­ση, ωστόσο αυτές παραμένουν αδιευ­κρίνιστες λόγω της μη τήρησης γραπτών αρχείων κατά την διάρκεια της προετοιμασίας.

Η Ιταλική πλευρά

Ο Ιταλός ναύαρχος Ντομένικο Καβα- νιάρι (Domenico Cavaniari), επικεφα­λής του ιταλικού επιτελείου ναυτικού, δεν συμμεριζόταν από καμία άποψη την αισιοδοξία του Ντούτσε για τις προοπτικές εξέλιξης των ναυτικών επιχειρήσεων στη Μεσόγειο.

Σε ένα εξαιρετικά προσεκτικό υπό­μνημα είχε επισημάνει ότι:

  1. Το αγγλικό ναυτικό όχι μόνο υπε­ρείχε ποιοτικά έναντι του ιταλικού, αλλά είχε και δυνατότητες αναπλήρωσης των όποιων απωλειών με ταχύτητα και σε κλίμακα που το ιταλι­κό δεν είχε.
  2. Οι Βρετανοί σύντομα θα άλλαζαν τις μεσογειακές διαύλους ανεφοδια­σμού τους τόσο στην ξηρά όσο και στη θάλασσα ώστε να ελαχιστοποιή­σουν τις απώλειές τους σε εμπορικά σκάφη και εφόδια.

Η διαθέσιμη ιταλική αεροπορική δύναμη δεν ήταν τόσο ισχυρή ώστε να παράσχει την αναγκαία επαρκή κάλυ­ψη σε περί­πτωση συγκ­ρούσεων στην ανοιχτή θά­λασσα, κάτι που θα υπο­χρέωνε το ιτα­λικό πολεμικό ναυτικό στην υιοθέτηση αμυντικής τακτικής. Ιδιαίτερα όσον αφορά στο τελευταίο αυτό σημείο, είναι διαπι­στωμένο ότι ο ιταλικός στόλος είχε αποφύγει συστηματικά την όποια αναμέτρηση στην ανοιχτή θάλασσα από την αρχή της εισόδου της Ιταλίας στον πόλεμο. Αυτή είναι η μία πλευρά του ζητήματος, η άλλη αναφέρεται στο ότι λόγω της εσπευσμένης εισό­δου στον πόλεμο, η Ιταλία δεν είχε ολοκληρώσει τις απαραίτητες προπαρασκευές σε τρόπο ώστε – το οποίο και ιδιαίτερα ενδιαφέρει στην εξετα­ζόμενη επιχείρηση – π.χ. δεν υπήρχε επάρκεια ανθυποβρυχιακών δικτύων στους βασικούς πολεμικούς λιμένες της χώρας και ο ρυθμός αντικατάστα­σης των αεροστάτων προστασίας στις περιπτώσεις βλαβών τους λόγω αντίξοων καιρικών συνθηκών ήταν βραδύτατος.

Το πλέον όμως αρνητικό για τους Ιταλούς στοιχείο είναι ότι η θριαμβολογική μεγαλοστομία του Μουσολίνι δημιούργησε ψευδαισθήσεις ΣΕ ΚΑτώτερους και ανώτερους -λιγότερο σε ανώτατους- αξιωματικούς με απο­τέλεσμα έναν ιδιαίτερα επικίνδυνο εφησυχασμό. Εξίσου επικίνδυνο απο­δείχθηκε για τους Ιταλούς το γεγονός ότι έστρεψαν το κύριο βάρος των προσπαθειών τους στην προετοιμα­σία της εισβολής των στρατευμάτων τους από τη Λιβύη στην Αίγυπτο και από την Αλβανία στην Ελλάδα με αποτέλεσμα να παραμελήσουν κρίσι­μα σημεία της αμυντικής οργάνωσης του ιταλικού εθνικού χώρου.

Το τελικό στάδιο πριν την επίθεση

Μετά από τρεις αναβολές, που κρίθηκαν αναγκαίες για τεχνικούς και τακτικούς λόγους ως ημερομηνία για την επίθεση ορίστηκε η νύχτα της 11ης προς την 12η Νοεμβρίου.

Στην επιχείρηση έλαβαν τελικά μέρος είκοσι-ένα τορπιλοπλάνα Swordfish από τα είκοσι-τέσσερα τα οποία είχαν αρχικά προβλεφθεί λόγω ζημιών που είχαν προκληθεί στα υπό­λοιπα τρία. Όλα τα αεροσκάφη θα ξεκινούσαν από το αεροπλανοφόρο Illustrious διότι το αεροπλανοφόρο Eagle είχε υποστεί σοβαρές βλάβες λόγω πυρκαγιάς.

Ως θέση ελλιμενισμού του Illustrious επελέγη μια θέση έξω από το απώτατο ακρωτήριο της Κεφαλλη­νίας από την οποία ο λιμένας του Τάραντα απέχει 170 χιλιόμετρα. Η κίνηση του αεροπλανοφόρου με τα πλοία συνοδείας από την Αλεξάνδ­ρεια προς την προεπιλεγείσα θέση πραγματοποιήθηκε με πλήρη επιτυ­χία και χωρίς να εντοπισθεί ο τελικός προορισμός της μοίρας, παρά το γεγονός ότι ιταλικά αναγνωριστικά αεροπλάνα είχαν παρακολουθήσει και αναφέρει την έξοδο και κίνηση των αγγλικών πολεμικών πλοίων σε διάφορα σημεία της διαδρομής τους.

Όλα ήταν πλέον έτοιμα για τη διε­ξαγωγή της επιχείρησης η οποία πήρε το κωδικό όνομα «Κρίση» (Judgement), με στόχο την θέση εκτός μάχης του ιταλικού στόλου.

Από Ιταλικής πλευράς, πέραν των αδυναμιών που ήδη σημειώθηκαν, υπήρξε μια διάχυτη χαλάρωση της επαγρύπνησης και μια σύγχυση όσον αφορά την μεταβίβαση των διαταγών, που οδηγούσε σε ανεπίτρεπτες καθυ­στερήσεις ενεργοποίησης των προ- σχεδιασμένων αμυντικών μηχανι­σμών. Φαίνεται ότι το κλίμα αυτό οφειλόταν στο ότι η ιταλική ναυτική ηγεσία δεν περίμενε σε καμιά περί­πτωση ότι θα επιχειρείτο τέτοιας κλί­μακας επίθεση στον σημαντικότερο πολεμικό ναύσταθμο της χώρας και αντίθετα κυκλοφορούσε εντονότατα η φήμη, ότι η συγκέντρωση του στό­λου στον Τάραντα απέβλεπε στη διε­ξαγωγή επιθετικής ενέργειας με στόχο την κατάληψη της Κέρκυρας.

Διεξαγωγή της επιχείρησης

Στις 20 και 35’ το βράδυ της 11ης Νοεμβρίου απονηώθηκε από το Illustrious το πρώτο κύμα αποτελούμενο από έξι αεροσκάφη οπλισμένα με τορπίλες και έξι οπλισμένα με βόμ­βες, που έφτασε πάνω από τον Τάραντα στις 22 και 50’. Σύντομα, δόθηκε η διαταγή από τον επικεφαλής να εκτοξευτούν φωτοβολίδες με την προκαθορισμένη σειρά και τα αερο­σκάφη που έφεραν τορπίλες κατέβη­καν με ανατολική κατεύθυνση, από τα 7000 πόδια στα 750 πόδια και από εκεί με συνεχή βύθιση μέχρι το προ­καθορισμένο ύψος άφεσης, όπου άρχισε η εξαπόλυση των τορπιλών, την ώρα που τα αεροσκάφη που έφε­ραν βόμβες προσέβαλαν στόχους στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν δεξαμενές καυσίμων.

Το αξιοπερίεργο και ανεξήγητο είναι ότι οι Ιταλοί ενώ αντέδρασαν με πυκνότατο φράγμα αντιαεροπορικών πυρών δεν χρησιμοποίησαν παρά ελάχιστα τους προβολείς. Αν τους είχαν χρησιμοποιήσει είναι ζήτημα αν κάποιο από τα τορπιλοπλάνα θα είχε επιτύχει το στόχο και κανένα δεν θα είχε διαφύγει την κατάρριψη.

Ακόμα και η αντίδραση των αντιαε­ροπορικών συστοιχιών των ιταλικών πολεμικών πλοίων υπήρξε ισχνή και ανεπαρκής.

Το δεύτερο κύμα επίθεσης με ανά­λογη σύνθεση με το πρώτο απονηώ­θηκε στις 21 και 45’ και έφτασε πάνω από τον Τάραντα στον προκαθορι­σμένο χρόνο με κατεύθυνση από τα βόρεια πλήττοντας ανελέητα τα ιταλι­κά πολεμικά που είχαν μείνει αλώβη­τα από την επίθεση του πρώτου κύμα­τος. Τα αποτελέσματα της επιχείρη­σης ήταν κυριολεκτικά θεαματικά:

Το άνθος του ιταλικού πολεμικού ναυτικού επλήγη θανάσιμα (Conte di Cavour, Andrea Doria, Littorio, Caio Duilio), άλλα σκάφη υπέστησαν λιγό- τερο ή περισσότερο σοβαρές ζημιές, οι εγκαταστάσεις του ναυστάθμου έπαθαν σοβαρότατες ζημιές, δύο ιτα­λικά αεροσκάφη καταστράφηκαν στο έδαφος και πολυάριθμο προσωπικό φονεύθηκε ή τραυματίστηκε σοβαρά.

Αντίθετα, οι βρετανικές απώλειες υπήρξαν μηδαμινές. Δύο αεροσκάφη κατερρίφθησαν από την ιταλική αερά­μυνα, με μόνο το πλήρωμα το ενός να βρίσκει το θάνατο κατά την πτώση του αεροσκάφους του.

Συμπεράσματα

Με την ιταλική πανωλεθρία στον Τάραντα οι Άγγλοι εδραίωσαν της ναυτική τους υπεροχή στη Μεσόγειο για όλη τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμί­ου Πολέμου. Μια υπεροχή η οποία ουδέποτε κλονίστηκε παρά τα βαρύ­τατα πλήγματα, που κατάφερε η γερ­μανική πολεμική αεροπορία κατά του αγγλικού στόλου στη διάρκεια και με­τά την κατάληψη της ηπειρωτικής Ελλάδας και της Κρήτης από τους Γερμανούς.

Από το άλλο μέρος, ο βαρύτατα ακρωτηριασμένος ιταλικός στόλος δεν μπόρεσε να οργανώσει καμιά υπολογίσιμη ναυτική επιχείρηση μέχρι και τη συνθηκολόγηση της Ιτα­λίας το καλοκαίρι του 1943.

Στον Τάραντα οι Ιταλοί απέτυχαν να αμυνθούν αποτελεσματικά για όλους τους λόγους που αναφέρθη­καν στα προηγηθέντα. Ιδιαίτερα η αδυναμία εμπλοκής της ιταλικής αεροπορίας διώξεως υπήρξε μοιραία για τους Ιταλούς.

Ο αγγλικός αιφνιδιασμός, που δεν μπορούσε να γίνει χωρίς ως ένα βαθμό παράτολμη αποφασιστικότη­τα, στέφθηκε από απόλυτη επιτυχία, η οποία σαφέστατα δεν θα ήταν τόσο μεγάλη αν οι Ιταλοί δεν είχαν συγκε­ντρώσει τον κυρίως όγκο του στόλου τους σε ένα λιμάνι. Παρομοιάζεται από πολλούς η αγγλική επιχείρηση στον Τάραντα με εκείνη των Ιαπώνων στο Περλ Χάρμπορ. Επιφανειακά μόνο, ωστόσο, οι επιχειρήσεις αυτές ομοιάζουν:

  • πρώτον, διότι η επιχείρηση στον Τάραντα έγινε νύχτα, ενώ στο Περλ Χάρμπορ ημέρα,
  • δεύτερον, διότι οι Άγγλοι στον Τάραντα χρησιμοποίησαν μόλις  αεροσκάφη, ενώ οι Ιάπωνες επιτέθη­καν με περισσότερα από 350 αερο­σκάφη για την είσοδο των ΗΠΑ στον πόλεμο, τόσο σε επίπεδο λαού και κοινής γνώ­μης, όσο και σε επίπεδο Μ.Μ.Ε. και σημαντικών ηγετικών ομά­δων της αμερι­κανικής κοινω­νίας.
  • τρίτον διότι οι τεχνικές λύσεις που εφαρμόστηκαν σε ότι αφορά τις τορ­πίλες ήταν διαφορετικές,
  • τέταρτον, και σημαντικότερο από όλα, διότι είναι πλέον ιστορικά πολύ αμφίβολο αν η αμερικανική ηγεσία πράγματι αιφνιδιάστηκε στο Περλ Χάρμπορ, όπως αναμφισβήτητα η ιταλική στον Τάραντα. Υπάρχουν σοβα­ρότατα συγκλίνοντα στοιχεία ότι η «αμέλεια» στην έγκαιρη αντιμετώπιση της ιαπωνικής επίθεσης στο Περλ Χάρμπορ ήταν εσκεμμένη για να καμ­φθούν οι εντονότατες αντιδράσεις

 Βιβλιογραφία

  1. «Η επιδρομή στον Τάραντα», Γιάν­νης Τερνιώτης, Περιοδικό «Αερο­πορική Ιστορία», τ.19, Οκτ-Νοε 2002.
  2. «Fleet Air Arm», Σωτήρης Βουρλιώτης, Περιοδικό «Αεροπορική Ιστο­ρία», τ.32, Δεκ 04-Ιαν 05.
  3. «Battle of Taranto”, Wikipedia.
  4. «Aerial Torpedoes», Wikepedia
  5. «The Aerospace Encyclopedia of Air Warfare, Vol.1», Daniel J. March & John Heathcott, Aerospace Publishing, London, 1997
  6. «Taranto», Don Newton & A. Cecil Hampshire, William Kimber & Co. Publishing, London, 1959.
  7. «The Rand McNally Encyclopedia of Military Aircraft 1914-1980», Enzo Angelucci, Crown Publishing, New York, 1983.
  8. «RAF Swordfishes», Andrew Thomas, AIR Enthusiast magazine, No,78, Nov-Dec 1998.
  9. «Swordfish, an amiable anachronism», Captain Eric Brown, Air International Magazine, March 1979.
Advertisements