Η συμβολή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στην απελευθέρωση της Καλαμάτας 23 Μαρ 1821

του Σταύρου Γ. Καπετανάκη

Στα ιστορικά δημοσιεύματα σπανίζει η αμεροληψία. Tα κείμενα είναι συνήθως διαποτισμένα από ένα βαθμό εύνοιας ή δυσμένειας του συγγραφέα προς τους πρωταγωνιστές, είτε πρόκειται περί λαών ή προσώπων. Η καταγωγή, οι πεποιθήσεις, οι προτιμήσεις και άλλοι συναφείς παράγοντες επηρεάζουν τον ιστορικό και εκτρέπουν τη γραφή του από την αντικειμενικότητα. Ιδιαίτερα όταν ο ιστοριογράφος κυριαρχείται από έντονα συναισθήματα συμπάθειας ή αντιπάθειας, παρασυρόμενος από αυτά, μεροληπτεί καλυμμένα ή απροκάλυπτα.

Παράδειγμα προκλητικής παραποίησης της ιστορικής αλήθειας αποτελεί η περιγραφή από το Νικ. Σπηλιάδη1 της απελευθέρωσης της Καλαμάτας στις 23 Μαρτίου 1821. Έστω κι αν το ιστορικό έργο του στο σύνολό του θεωρείται αξιόλογο, το σημείο αυτό είναι μία από τις πολλές περιπτώσεις που μεροληπτεί ασύστολα υπέρ του Θ. Κολοκοτρώνη, τον οποίο έφτασε να παρουσιάζει πρωταγωνιστή και στην απελευθέρωση της Καλαμάτας. Ο Ν. Σπηλιάδης εκφράζει σε κάθε δυνατή περίπτωση τη δυσμένειά του για τους Μανιάτες. Δυστυχώς η ανακρίβεια αυτή, όπως και άλλες, επαναλαμβάνονται και από μεταγενέστερους συγγραφείς, ιδίως όταν το έργο τους έχει μεγάλη έκταση και αναγκάζονται στην αβασάνιστη αντιγραφή. Συνέχεια

Ντρέδες

Ήταν 24 του Μάρτη το έτος 1821,όλα ήταν κανονισμένα ώστε να αρχίσει η επανάσταση στις 25 αλλά κάποιοι δεν μπορούσαν να περιμένουν και με το σύνθημα «Τούρκος μην μείνει στο Μοριά μηδέ στον κόσμο όλο¨ ξεκίνησαν για την Αρκαδιά……..αυτοί ήταν οι ιστορικοί Ντρέδες

 Η προσωνυμία ΝΤΡΕΔΕΣ έγινε ένδοξη και γνωστή σε όλο το Μοριά και έξω απ’ αυτόν στα πικρά χρόνια της Τουρκοκρατίας αλλά και στα ένδοξα της Ελληνικής Επανάστασης. Οι Ντρέδες ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στις αρχές του 15ου αιώνα στα βουνά ΝΔ του όρους Τετράζιo και χτίσανε τα χωριά Σουλιμά, Ψάρι, Κούβελα , Βλάκα (Χρυσοχώρι), Γκλιάτα, Κλέσουρα κ.α. και όλα μαζί ονομάστηκαν Σουλιμοχώρια(όλα χωριά του σημερινού Δήμου Δωρίου πλην του Γκλιάτα που ανήκει στο Δήμο Ανδανίας). Συνέχεια

Λάμπρος Σταθόπουλος ή Γλογοβίτης

 ένας άγνωστος αγωνιστής του ’21

Αγρότης που άφησε το καρποφόρο αλέτρι του για να αδράξει το υπερήφανο καρυοφίλι, με το ξέσπασμα της Επαναστάσεως. Αγωνίζεται για μια ελεύθερη Ελλάδα χωρίς αγάδες και τίθεται επικεφαλής σώματος 30 συγχωριανών του. Το χωριό Γλόγοβα (σήμερα Δρακοβούνι) Γορτυνίας του νομού Αρκαδίας, σύσσωμο συμμετέχει στον Απελευθερωτικό Αγώνα. Ο Λάμπρος και οι συμπολεμιστές του λαμβάνουν μέρος στις νικηφόρες μάχες Βαλτετσίου, Τρικόρφων, Δερβενακίων, πολιορκίας Αθηνών και στον πόλεμο κατά του Ιμπραήμ, και όπως βεβαιώνουν ενυπογράφως οι Νικηταράς, Γ.Κολοκοτρώνης, Δ.Πλαπούτας, Καν.Δεληγιάννης και Ν.Πετιμεζάς «πολέμησε με διακεκριμένη γενναιότητα, φερόμενος πάντοτε με ευπρέπεια στους ανωτέρους του αρχηγούς…». Συνέχεια

Ibrahim Pasha (1789 – 10 Νοε 1848)

Με αναμφίβολες στρατιωτικές και πολιτικές ικανότητες, ο Ιμπραήμ πασάς αποτελεί έναν από τους καλύτερους στρατηγούς στην ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ευτυχώς – για την Ελλάδα – αναχαιτίστηκε δύο φορές, από επέμβαση των ευρωπαϊκών δυνάμεων, που φοβήθηκαν τις επιτυχίες του.

Γεννήθηκε το 1789 στην Καβάλα. Η Ελληνίδα μητέρα του, ξαναπα­ντρεύτηκε τον ανερχόμενο Αλ­βανό πασά, Μωχάμετ Άλι, που αμέσως ανέλαβε να μεγαλώσει τον ανήλικο γιο της σα δικό της παιδί. Τον έκανε μου­σουλμάνο και τον ονόμασε Ιμπραήμ.

Το 1805 και όσο ο Μωχάμετ Άλι αγωνι­ζόταν για να επικρατήσει στην Αίγυ­πτο, ο Ιμπραήμ ήταν «φιλοξενούμε­νος» του Σουλτάνου. Αμέσως μετά του επετράπη να γυρίσει στην Αίγυπτο και όταν ο οίκος των Σαούντ επαναστά­τησε στην Αραβία, ο Ιμπραήμ ανέλα­βε τα ηνία της Αιγύπτου, αφού ο πατέ­ρας του κινήθηκε κατά των Αράβων. Συνέχεια

Παλαιών Πατρών Γερμανός Επίσκοπος

Γεννήθηκε στη Δημητσάνα το 1771 και το κατά κόσμον όνομά του ήταν Γεώργιος
Κόζιας. Συμπατριώτης με τον μετέπειτα πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριο
τον Ε’, τον ακολούθησε στη Σμύρνη και κατόπιν στην Πόλη ως αρχιδιάκονος. Το
1806 εξελέγη μητροπολίτης Πατρών, όπου διακρίθηκε για τις ικανότητές του. Το
1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και άρχισε να δραστηριοποιείται για την
προετοιμασία του Αγώνα. Στις 13 Μαρτίου 1821 ευλόγησε το λάβαρο της
επαναστάσεως στη μονή της Αγίας Λαύρας και στις 25 (ή κατά μερικούς ιστορικούς
στις 24) του ίδιου μήνα το ύψωσε στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου των Πατρών,
κηρύσσοντας την επανάσταση. Συμμετείχε στις επιχειρήσεις στην περιφέρειά του,
καθώς και σε ταξίδια στο εξωτερικό για την ανεύρεση βοήθειας και εξασφάλιση
υποστήριξης για τον Αγώνα. Στη διάρκεια των εμφυλίων διαμαχών προσπάθησε να
παίξει συμβιβαστικό ρόλο, παρ’ όλ’ αυτά συνελήφθη και φυλακίστηκε από την
κυβερνητική παράταξη (Κωλέττης). Πέθανε στις 31 Μαΐου 1826 και ετάφη με τιμές
στο Ναύπλιο.

Δικαίος Γρηγόριος (Παπαφλέσσας)

Γεννήθηκε το 1788 στην Πολιανή Μεσσηνίας. Ακολούθησε τον δρόμο του ιερωμένου,  ωστόσο ο φλογερός χαρακτήρας του και το θυελλώδες ταμπεραμέντο του δεν  δαμάστηκαν απ’ αυτό. Μυήθηκε ως Φιλικός στην Κωνσταντινούπολη και το Νοέμβριο  του 1820 κατέβηκε στην Ελλάδα, προερχόμενος από συνέδριο των Φιλικών στη  Βεσσαραβία, ως κομιστής εντολής από τον Υψηλάντη να επισπευθούν όσο γίνεται οι  προετοιμασίες και η κήρυξη της επανάστασης για να συμπέσουν με τη δική του  εισβολή στη Μολδοβλαχία. Στην Ελλάδα, στη σύσκεψη της Βοστίτσας (26/1/1821), ο  Παπαφλέσσας αντιμετώπισε τη δυσπιστία και τη διστακτικότητα των Πελοποννησίων  προκρίτων, που συνέστησαν αναμονή και ψυχραιμία. Τα γεγονότα τον δικαίωσαν. Με  την έναρξη της επανάστασης ο Παπαφλέσσας, με τη χαρακτηριστική ορμητικότητα  και ενεργητικότητα που τον διέκρινε, διέσχισε το Μοριά από άκρη σε άκρη πολλές  φορές, πήρε μέρος σε αναρίθμητες μάχες, στρατολόγησε, κήρυξε, εμψύχωσε και  ξεσήκωσε τους ελληνικούς πληθυσμούς, προσφέροντας πολύτιμες υπηρεσίες στον  Αγώνα. Το 1825, όντας υπουργός Εσωτερικών στην κυβέρνηση Κουντουριώτη,  εισηγήθηκε την αποφυλάκιση του Κολοκοτρώνη και τη χορήγηση γενικής αμνηστίας
εν όψει του κινδύνου του Ιμπραήμ που είχε αποβιβαστεί στην Πελοπόννησο. Όμως  οι εισηγήσεις του δεν εισακούστηκαν, και αποφάσισε να αντιμετωπίσει ο ίδιος  τον Ιμπραήμ, ελπίζοντας ότι θα κατόρθωνε να συγκεντρώσει γύρω στους 10000  άνδρες. Όμως δεν κατάφερε να μαζέψει πάνω από 2000 Έλληνες, και μ’ αυτούς  στρατοπέδευσε στο Μανιάκι. Όταν ο Ιμπραήμ κνήθηκε κατά των θέσεων των Ελλήνων  στις 19/5/1825, οι περισσότεροι από τους άνδρες του τον εγκατέλειψαν και ο
Παπαφλέσσας έπεσε ηρωϊκά μαχόμενος με όχι περισσότερους από 600 συντρόφους του.

Δυοβουνιώτης Ιωάννης

Γεννήθηκε το 1762 στο χωριό Δυό Βουνά της Οίτης, απ’ όπου πήρε και το προσωνύμιο Δυοβουνιώτης (το πραγματικό του όνομα ήταν Ξιέκης). Ορφανός από
γονείς από την ηλικία των 13, έγινε βοσκός και στη συνέχεια εντάχθηκε στο σώμα
του Ανδρούτσου, του οποίου αργότερα έγινε πρωτοπαλλήκαρο. Διακριθείς,
σχημάτισε με την πάροδο του χρόνου δικό του σώμα και αρματολίκι, αλλά
αναγκάστηκε να φύγει από τη Στερεά και να καταφύγει στα Επτάνησα όταν ο Αλή
Πασάς άρχισε να επεκτείνεται προς τη νοτιοανατολική Ελλάδα. Επιστρέφοντας,
ανέλαβε εκ νέου το αρματολίκι του και μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1820. Με
την κήρυξη της επανάστασης, παρά το προχωρημένο της ηλικίας του, συμμετείχε
ενεργά στις πρώτες συγκρούσεις στη Στερεά, στην Αλαμάνα και στα Βασιλικά.
Βαθμηδόν αποσύρθηκε από τις επιχειρήσεις και αντικαταστάθηκε από τον γιό του
Γεώργιο. Πέθανε το 1831.

Πανουργιάς

Το κανονικό όνομα της οικογένειάς του ήταν Ξηροδημήτρης. Την ονομασία του την
οφείλει σε λάθος του νονού του, που όντας μεθυσμένος την ώρα της βάφτισης,
νόμισε ότι βάφτιζε κορίτσι και το ονόμασε Πανούργια (Πανωραία). Την πρώτη του
πολεμική πείρα την απέκτησε στο σώμα του Ανδρούτσου, ενώ από το 1813 ήταν
αρματολός στην περιοχή των Σαλώνων (Άμφισσα). Το 1817 συνελήφθη από τον Αλή
Πασά και μόνο η παρέμβαση του Ανδρούτσου τον έσωσε από την εκτέλεση. Το 1820
δραπέτευσε από την εποπτεία του Αλή και κατέβηκε στην Άμφισσα, όπου ανέλαβε το
αρματολίκι. Όντας ήδη μυημένος στη Φιλική Εταιρεία, οργάνωσε με μυστικότητα
την κήρυξη της επανάστασης στην περιοχή του (27 Μαρτίου 1821) και στις 10
Απριλίου είχε καταλάβει την πόλη και το φρούριό της. Έλαβε μέρος στις μάχες
κατά του Ομέρ Βρυώνη και διακρίθηκε στη μάχη των Βασιλικών. Στη συνέχεια
αποσύρθηκε σταδιακά λόγω του προχωρημένου της ηλικίας του και αντικαταστάθηκε από τον γιό του Νάκο. Πέθανε το 1834.

Ανδρούτσος Οδυσσέας

Γεννήθηκε στην Ιθάκη το 1790, γιός γνωστού αρματολού. Το 1806 κλήθηκε στην  αυλή του Αλή Πασά που ήταν φίλος με τον πατέρα του και το 1819 διορίστηκε από  αυτόν αρχηγός όλων των αρματολών της Ανατολικής Στερεάς. Εκμεταλλευόμενος  άριστα τη θέση του, προετοίμασε υπογείως την επανάσταση, σώζοντας τις ζωές  πολλών σημαντικών Ελλήνων που είχαν πέσει στα χέρια του Αλή Πασά (μεταξύ αυτών  ο Διάκος και ο Πανουργιάς) και καταφέρνοντας να ενώσει τους ερίζοντες  οπλαρχηγούς της Στερεάς. Με την έναρξη της Επανάστασης, επέφερε σημαντικό  πλήγμα στα σχέδια των Τούρκων με τη γενναία αντίσταση που πρόβαλε στο Χάνι της  Γραβιάς (8/5/1821) με μόλις 117 άνδρες απέναντι στη στρατιά του Ομέρ Βρυώνη. Η  επιτυχημένη του άμυνα ματαίωσε τη σχεδιαζόμενη εισβολή του τελευταίου στην  Πελοπόννησο, που θα μπορούσε να είχε αποδειχθεί καταστροφική εκείνη τη χρονική  στιγμή. Συνέχεια

Γκούρας Ιωάννης

Γεννήθηκε το 1791 στον Παρνασσό. Σε ηλικία 17 ετών εντάχθηκε σε κλέφτικη ομάδα
του Πανουργιά, με τον οποίο ήταν και συγγενής, και το 1818 γνώρισε τον
Ανδρούτσο. Με την έναρξη της Επανάστασης βρισκόταν με τον Πανουργιά στα Σάλωνα
και αργότερα με τον Ανδρούτσο. Είχε αποφασιστική συμβολή στο Χάνι της Γραβιάς
και στα Βλαχοχώρια, αλλά η μάχη που ανέδειξε τα ηγετικά του χαρίσματα και τις
πολεμικές του ικανότητες ήταν αυτή στα Βασιλικά, η οποία κερδήθηκε από τους
Έλληνες πρακτικά χάρη σ’ αυτόν. Κατόπιν τούτου, ο Άρειος Πάγος προσπάθησε να
εκμεταλλευτεί το γόητρο του Γκούρα για να απαλλαγεί από τον Ανδρούτσο,
διορίζοντάς τον αρχηγό των στρατευμάτων της Ανατολικής Στερεάς.
Ο Γκούρας όμως δεν αποδέχθηκε κάτι τέτοιο και ακολούθησε τον Ανδρούτσο στην
Αθήνα, όπου ορίστηκε φρούραρχος της Ακρόπολης, μια θέση που διατήρησε ως το
θάνατό του. Από αυτή τη θέση ενεπλάκη στις εμφύλιες διαμάχες από την αντίπαλη
παράταξη από αυτή του Ανδρούτσου, τόσο μάλιστα είχε διαποτιστεί από τις ιδέες
και τις απόψεις των κυβερνητικών και του Κωλέττη, που ήταν αυτός ο οποίος
παρέσυρε και φυλάκισε τελικά τον Ανδρούτσο. Ως φρούραρχος της Ακρόπολης
αποδείχθηκε ικανότατος, αποκρούοντας επιτυχώς όλες τις εχθρικές προσπάθειες
για κατάληψή της, και ήταν στις επάλξεις του φρουρίου του που φονεύθηκε στις
30 Σεπτεμβρίου 1826.

Μπότσαρης Νότης

Γιος του Σουλιώτη πολέμαρχου Γεωργίου Μπότσαρη, γεννήθηκε το 1759. Το 1801 αιχμαλωτίστηκε από τον Αλή Πασά και κρατήθηκε αιχμάλωτος στο φρούριο της Κλεισούρας. Κατάφερε όμως ν΄αποδράσει και μετά απ’ αυτό ο Αλής του έδωσε χάρη και προσπάθησε να τον χρησιμοποιήσει σαν διάμεσο προσέγγισης με τους Σουλιώτες
για να τους παρασύρει. Αλλά ο Μπότσαρης, αντιλαμβανόμενος τις δόλιες προθέσεις
του Αλή έφυγε στην Κέρκυρα, απ’όπου επέστρεψε όταν ο κίνδυνος του Αλή κόντευε
πια να εκλείψει και ανακηρύχθηκε αρχηγός των Σουλιωτών. Συνέβαλε στην άμυνα
του Σουλίου και κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του Κιουταχή κατά του
Μεσολογγίου είχε αναλάβει την άμυνα του Αιτωλικού. Όταν αυτό έπεσε, κλείστηκε
στο Μεσολόγγι όπου και έμεινε μέχρι την έξοδο, όπου μάλιστα ηγήθηκε της μιας
από τις τρεις ελληνικές φάλαγγες. Αργότερα τραυματίστηκε σοβαρά στη μάχη του
Διστόμου και απείχε έκτοτε απο τις επιχειρήσεις. Επί Όθωνα ανκηρύχθηκε
υποστράτηγος. Πέθανε το 1841.

Οικονόμου Αντώνιος

Υδραίος, πλοίαρχος το επάγγελμα, ο Οικονόμου ήταν φλογερός πατριώτης  και είχε από νωρίς μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία.  Με το ξέσπασμα της  Επανάστασης στην Πελοπόννησο, και βλέποντας τους τοπικούς προκρίτους διστακτικούς και άβουλους, πήρε την πρωτοβουλία και άρχισε μόνος του να υποκινεί και να εξεγείρει τους κατοίκους της Ύδρας. Πέτυχε δε να ανακηρυχθεί από τους οπαδούς του διοικητής και έτσι κατέλυσε την τοπική αρχή και κήρυξε την Επανάσταση στην Ύδρα (16/4/1821). Οι πρόκριτοι αναγκάστηκαν να τον αναγνωρίσουν και συμμετείχαν πλέον ενεργά στην Επανάσταση, προσφέροντας υπερπολύτιμη και άκρως απαραίτητη βοήθεια σε χρήματα και πλοία. Αλλά τον Οικονόμου δεν επρόκειτο να τον ανεχθούν για πολύ. Σύντομα κατάφεραν να τον ανατρέψουν και να τον εκδιώξουν στην Πελοπόννησο, όπου αργότερα τον εξόντωσαν, χωρίς ωστόσο να πάψουν να συμμετέχουν στον αγώνα. Ο Αντώνιος Οικονόμου έπεσε θύμα των εσωτερικών διαμαχών της πατρίδας του, αλλά οι υπηρεσίες που πρόσφερε με την είσοδο της Ύδρας στον αγώνα ήταν ανεκτίμητες.

Τζαβέλλας Κίτσος

Γιος του Φώτου και εγγονός του Λάμπρου Τζαβέλλα, γνωστών Σουλιωτών πολεμάρχων,
γεννήθηκε το 1801 και μεγάλωσε στα Επτάνησα, όπου είχε καταφύγει η οικογένειά
του. Με την κήρυξη της Επανάστασης ήρθε στην Ελλάδα και διακρίθηκε στην
υπεράσπιση του πολιορκημένου Μεσολογγίου (12/1822), στη μάχη του Καρπενησίου
(8/1822) και στη μάχη της Άμπλιανης (7/ 1824). Έλαβε μέρος στον εμφύλιο πόλεμο
με την κυβερνητική παράταξη. Διέπρεψε κατά τη δεύτερη πολιορκία του
Μεσολογγίου, όταν υπερασπίστηκε με υπεράνθρωπο ηρωισμό την Κλείσοβα
(25/3/1826). Διακρίθηκε αργότερα και στις μάχες της Αράχωβας και του Φαλήρου.
Επί Καποδίστρια  διορίστηκε χιλίαρχος, ενώ διατέλεσε και υπασπιστής του Όθωνα.
Επί πρωθυπουργίας Κωλέττη διατέλεσε γερουσιαστής και υπουργός Στρατιωτικών,
ενώ ανέλαβε και πρωθυπουργικά καθήκοντα για ένα σύντομο χρονικό διάστημα μετά
το θάνατο του Κωλέττη (1848). Πέθανε το 1855.

Μπότσαρης Μάρκος

Γιός του Κίτσου Μπότσαρη της περίφημης φάρας των Μποτσαραίων, γεννήθηκε στην
Ήπειρο και μεγάλωσε στην εξορία στην Κέρκυρα, όπως και τόσοι άλλοι Σουλιώτες.
Σε νεαρή ηλικία υπηρέτησε σαν υπαξιωματικός στο Γαλλικό τάγμα των Επτανήσων,
όπου ο πατέρας του είχε το βαθμό του ταγματάρχη. Εκεί έλαβε στρατιωτική
εκπαίδευση και βελτίωσε τη μόρφωσή του. Η δολοφονία του πατέρα του κατ’ εντολή
του Αλή Πασά τον γέμισε με πόνο, που έγινε ακόμα  βαθύτερος όταν υποχρεώθηκε
να υπηρετήσει σαν αξιωματικός στην αυλή του τελευταίου, όπως τόσοι άλλοι
άλλωστε Έλληνες οπλαρχηγοί. Αλλά ο Μάρκος κατάφερε να μείνει αλώβητος και
ακέραιος από τη διάβρωση που έφθειρε τόσους άλλους που πέρασαν από το ίδιο
πόστο. Με την έναρξη της Επανάστασης έσπευσε να προσφέρει τις υπηρεσίες του,
και διακρίθηκε σε πλείστες όσες περιπτώσεις τόσο για τις εξαιρετικές
στρατιωτικές του ικανότητες, όσο και για την ακεραιότητα του χαρακτήρα του.
Ενδεικτικό είναι  ότι χάριν της ομοψυχίας και της ενότητας συγχώρησε το
δολοφόνο του πατέρα του Έλληνα οπλαρχηγό Μπακόλα, και το ότι το Μεσολόγγι
σώθηκε στην πρώτη πολιορκία κυρίως χάρη στις προσπάθειές του. Βρήκε ένδοξο
θάνατο στη μάχη στις επιχειρήσεις κατά των Τούρκων στην περιοχή του
Καρπενησίου (10/8/1822).

Μιαούλης Ανδρέας

Γεννήθηκε το 1769 στην Ύδρα, ενώ η καταγωγή της οικογένειάς του ήταν από την
Εύβοια. Σε νεαρή ηλικία κατάφερε να αναδειχθεί πλοίαρχος και μετά από μια
επιτυχημένη πορεία στις ναυτιλιακές του επιχειρήσεις ναυπήγησε στη Βενετία
ιδιόκτητο σκάφος οπλισμένο με 20 πυροβόλα. Με αυτό διέσπασε πολλές φορές τον
αγγλικό αποκλεισμό αρκετών λιμανιών της Μεσογείου, διεξάγοντας επικερδές
εμπόριο. Από το 1816 παρέμεινε στην Ύδρα αρκούμενος σε εμπορικές
δραστηριότητες. Με την είσοδο της Ύδρας στην Επανάσταση πολέμησε στην αρχή ως
πλοίαρχος, στη συνέχεια ως διοικητής μοίρας του υδραίικου στόλου, και από το
1822 ως διοικητής του στόλου του νησιού. Αυτό δεν σήμαινε και γενική αρχηγία
των ελληνικών ναυτικών δυνάμεων, ωστόσο όποτε βρέθηκαν από κοινού σε δράση
ναυτικές δυνάμεις και από τα άλλα νησιά μαζί με τις δικές του, ο Μιαούλης είχε
άτυπα και σιωπηρά την αρχηγία.
Συμμετείχε σε αμέτρητες ναυτικές επιχειρήσεις και ναυμαχίες, στις οποίες
επέδειξε εξαιρετικές ικανότητες και θάρρος, μη διστάζοντας να θέσει τον ίδιο
και τη ναυαρχίδα του σε κίνδυνο και χρησιμοποιώντας κατά τον καλύτερο δυνατό
τρόπο τις συνήθως υποδεέστερες αριθμητικά δυνάμεις του. Ενδεικτικό του
χαρακτήρα του είναι ότι όταν η ελληνική κυβέρνηση διόρισε αρχηγό στόλου τον
Κόχραν, ο Μιαούλης παρέμεινε ως απλός πλοίαρχος. Επί Όθωνα υπηρέτησε σε
διάφορες υψηλές διοικητικές θέσεις. Πέθανε το 1835 και η σορός του θάφτηκε
δίπλα στην είσοδο του λιμανιού του Πειραιά.

Σαχτούρης Γεώργιος

Γεννήθηκε στην Ύδρα το 1783. Με την έναρξη της Επανάστασης ήταν πλοίαρχος του
πλοίου ‘Αθηνά’, αλλά χάρη στις προφανείς ναυτικές του ικανότητες σύντομα
ορίστηκε διοικητής μοίρας του υδραίικου στόλου. Από αυτή τη θέση σε όλη τη
διάρκεια των εχθροπραξιών συμμετείχε ενεργά και έπαιξε αποφασιστικό ρόλο σε
πολλές ναυμαχίες, όπως στη Σάμο το καλοκαίρι του 1824 και στον Καφηρέα το Μάιο
του 1825. Με  την ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους παρέμεινε σε
ναυτική υπηρεσία, διατέλεσε δε και διοικητής του ναυστάθμου στον Πόρο. Πέθανε
στην Ύδρα το 1841.

Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα

Γεννήθηκε το 1771 στην Κωνσταντινούπολη, όπου η μητέρα της είχε πάει να
επισκεφθεί τον φυλακισμένο για συμμετοχή στα Ορλωφικά πατέρα της. Το 1788
παντρεύτηκε τον Δ. Γιάννουζα, πλοίαρχο, με τον οποίο απέκτησε πέντε παιδιά.
Τέσσερα χρόνια μετά το θάνατό του ξαναπαντρεύτηκε, τον επίσης  Σπετσιώτη
πλοίαρχο Δ. Μπούμπουλη, απ’όπου πήρε και το επίθετο Μπουμπουλίνα. Μετά το
θάνατο και του δεύτερου συζύγου της από Αλγερινούς πειρατές το 1811, οι
τουρκικές αρχές αποπειράθηκαν να δημεύσουν την περιουσία της. Η Μπουμπουλίνα
αναγκάστηκε να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη προκειμένου να προσπαθήσει να
μεταβάλλει την εις βάρος της απόφαση. Εκεί μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και με
την επιστροφή της στις Σπέτσες άρχισε τις ετοιμασίες για την Επανάσταση, στις
οποίες συμπεριλαμβάνονταν η ναυπήγηση μιας φρεγάτας  (του ‘Αγαμέμνονα’) και
τριών μικρότερων πλοίων. Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης διακρίθηκε με τη
συμμετοχή της σε πολλές επιχειρήσεις, έχασε μάλιστα τον ένα της γιο σε μάχη.
Μεγάλη ήταν επίσης η οικονομική της συνεισφορά από την προσωπική της
περιουσία. Σκοτώθηκε άδοξα τον Μάιο του 1825 κατά τη διάρκεια εντονότατης
ενδοοικογενειακής διαμάχης.

Αποστόλης Νικόλαος

Γεννήθηκε στα Ψαρά το 1770. Ως νεαρός συμμετείχε στις επιχειρήσεις του Λάμπρου
Κατσώνη και κατόπιν ακολούθησε το ναυτικό επάγγελμα. Το 1818 στην Οδησσό
μυήθηκε στη Φιλική Εταρεία και επιστρέφοντας μόνιμα το 1820 στα Ψαρά ανέλαβε
την εκεί προπαρασκευή και ετοιμασία της Επανάστασης. Με την έναρξή της
διορίστηκε ναύαρχος των ναυτικών δυνάμεων του νησιού, αξίωμα που διατήρησε και
μετά την καταστροφή της πατρίδας του από τους Τούρκους. Από τη θέση αυτή έλαβε
μέρος και διακρίθηκε σε πολλές ναυμαχίες, όπως στην Κω, την Αλικαρνασσό και
τον κόλπο του Γέροντα. Πέθανε το 1827 στην Αίγινα από πνευμονία.

Παπανικολής Δημήτριος

Γεννήθηκε στα Ψαρά το 1790. Ακολούθησε το ναυτικό επάγγελμα. Όταν ξέσπασε η
Επανάσταση ήταν ήδη έμπειρος ναυτικός και συμμετείχε με ενθουσιασμό από την
πρώτη στιγμή. Όταν πρωτοσυζητήθηκε η χρήση πυρπολικών για να αντιμετωπιστούν
τα μεγάλα πλοία του τουρκικού στόλου, ο Παπανικολής ζήτησε να επιχειρήσει
αυτός την πρώτη προσπάθεια. Όντως έτσι έγινε, και με πλήρωμα επιλεγμένο από
τον ίδιο και με το φως της ημέρας πυρπόλησε μέσα στο λιμάνι της Ερεσσού ένα
τουρκικό δίκροτο 74 πυροβόλων. Με την απίστευτη αυτή επιτυχία του απέδειξε την
αξία του πυρπολικού ως ναυτικού πολεμικού μέσου, και από τότε αυτό
χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον από τους Έλληνες. Ο ίδιος ήταν πάντα στην πρώτη
γραμμή, παίρνοντας μέρος στις ναυτικές επιχειρήσεις στο Καστελλόριζο, στα
Ψαρά, στο Γέροντα, στη Ζέα, στην Καστέλλα, στη Χίο και πολλές άλλες,
διακρινόμενος πάντα για την αυτοθυσία και το θάρρος του. Μετά τη λήξη των
εχθροπραξιών παρέμεινε στις τάξεις του Ναυτικού, διατέλεσε δε και βουλευτής.
Πέθανε το 1855.

Καποδίστριας Ιωάννης

Γεννήθηκε το 1776 στην Κέρκυρα. Σπούδασε ιατρική στην Πάντοβα της Ιταλίας και
επιστρέφοντας στην Κέρκυρα άρχισε να αναμιγνύεται στην πολιτική. Το 1807
οργάνωσε αποτελεσματικά την άμυνα της Λευκάδας απέναντι στην απειλή του Αλή
πασά. Μετά την κατάληψη των Επτανήσων από τους Γάλλους πήγε στη Ρωσία όπου
ανέλαβε μια θέση στο υπουργείο Εξωτερικών. Χάρη στις ικανότητές του κατάφερε
σύντομα να οριστεί σύμβουλος του τσάρου και το 1814 τοποθετήθηκε πρεσβευτής
της Ρωσίας στην Ελβετία. Από αυτή τη θέση έκανε σημαντικές γνωριμίες και
φιλίες στο χώρο της ευρωπαϊκής διπλωματίας. Αργότερα διορίστηκε συνυπουργός
των Εξωτερικών με αρμοδιότητα στα ζητήματα της Ανατολής, και λόγω της
εμπειρίας και της θέσης του ήταν αντίθετος με την κήρυξη της Επανάστασης τη
συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Παρ’όλ’ αυτά όταν ξέσπασε τελικά η Επανάσταση τη
βοήθησε όπως μπορούσε, κυρίως οικονομικά, ενώ απομακρύνθηκε από τη θέση του
και έζησε στη Γενεύη για να μη βλάψει η πιθανή χειροτέρευση των προσωπικών του
σχέσεων με τον Τσάρο την Επανάσταση. Ανέλαβε τη διακυβέρνηση της Ελλάδας μετά
από απόφαση της εθνοσυνέλευσης της Τροιζήνας (1827) και κατάφερε σε ελάχιστο
χρονικό διάστημα να διαμορφώσει και να στήσει σε σωστές βάσεις το νεαρό
ελληνικό κράτος σε όλους τους τομείς. Δολοφονήθηκε στις 9 Οκτωβρίου 1831 στο
Ναύπλιο από τον Κωνσταντίνο και το Γεώργιο Μαυρομιχάλη.