Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα

Γεννήθηκε το 1771 στην Κωνσταντινούπολη, όπου η μητέρα της είχε πάει να
επισκεφθεί τον φυλακισμένο για συμμετοχή στα Ορλωφικά πατέρα της. Το 1788
παντρεύτηκε τον Δ. Γιάννουζα, πλοίαρχο, με τον οποίο απέκτησε πέντε παιδιά.
Τέσσερα χρόνια μετά το θάνατό του ξαναπαντρεύτηκε, τον επίσης  Σπετσιώτη
πλοίαρχο Δ. Μπούμπουλη, απ’όπου πήρε και το επίθετο Μπουμπουλίνα. Μετά το
θάνατο και του δεύτερου συζύγου της από Αλγερινούς πειρατές το 1811, οι
τουρκικές αρχές αποπειράθηκαν να δημεύσουν την περιουσία της. Η Μπουμπουλίνα
αναγκάστηκε να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη προκειμένου να προσπαθήσει να
μεταβάλλει την εις βάρος της απόφαση. Εκεί μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και με
την επιστροφή της στις Σπέτσες άρχισε τις ετοιμασίες για την Επανάσταση, στις
οποίες συμπεριλαμβάνονταν η ναυπήγηση μιας φρεγάτας  (του ‘Αγαμέμνονα’) και
τριών μικρότερων πλοίων. Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης διακρίθηκε με τη
συμμετοχή της σε πολλές επιχειρήσεις, έχασε μάλιστα τον ένα της γιο σε μάχη.
Μεγάλη ήταν επίσης η οικονομική της συνεισφορά από την προσωπική της
περιουσία. Σκοτώθηκε άδοξα τον Μάιο του 1825 κατά τη διάρκεια εντονότατης
ενδοοικογενειακής διαμάχης.

Αποστόλης Νικόλαος

Γεννήθηκε στα Ψαρά το 1770. Ως νεαρός συμμετείχε στις επιχειρήσεις του Λάμπρου
Κατσώνη και κατόπιν ακολούθησε το ναυτικό επάγγελμα. Το 1818 στην Οδησσό
μυήθηκε στη Φιλική Εταρεία και επιστρέφοντας μόνιμα το 1820 στα Ψαρά ανέλαβε
την εκεί προπαρασκευή και ετοιμασία της Επανάστασης. Με την έναρξή της
διορίστηκε ναύαρχος των ναυτικών δυνάμεων του νησιού, αξίωμα που διατήρησε και
μετά την καταστροφή της πατρίδας του από τους Τούρκους. Από τη θέση αυτή έλαβε
μέρος και διακρίθηκε σε πολλές ναυμαχίες, όπως στην Κω, την Αλικαρνασσό και
τον κόλπο του Γέροντα. Πέθανε το 1827 στην Αίγινα από πνευμονία.

Παπανικολής Δημήτριος

Γεννήθηκε στα Ψαρά το 1790. Ακολούθησε το ναυτικό επάγγελμα. Όταν ξέσπασε η
Επανάσταση ήταν ήδη έμπειρος ναυτικός και συμμετείχε με ενθουσιασμό από την
πρώτη στιγμή. Όταν πρωτοσυζητήθηκε η χρήση πυρπολικών για να αντιμετωπιστούν
τα μεγάλα πλοία του τουρκικού στόλου, ο Παπανικολής ζήτησε να επιχειρήσει
αυτός την πρώτη προσπάθεια. Όντως έτσι έγινε, και με πλήρωμα επιλεγμένο από
τον ίδιο και με το φως της ημέρας πυρπόλησε μέσα στο λιμάνι της Ερεσσού ένα
τουρκικό δίκροτο 74 πυροβόλων. Με την απίστευτη αυτή επιτυχία του απέδειξε την
αξία του πυρπολικού ως ναυτικού πολεμικού μέσου, και από τότε αυτό
χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον από τους Έλληνες. Ο ίδιος ήταν πάντα στην πρώτη
γραμμή, παίρνοντας μέρος στις ναυτικές επιχειρήσεις στο Καστελλόριζο, στα
Ψαρά, στο Γέροντα, στη Ζέα, στην Καστέλλα, στη Χίο και πολλές άλλες,
διακρινόμενος πάντα για την αυτοθυσία και το θάρρος του. Μετά τη λήξη των
εχθροπραξιών παρέμεινε στις τάξεις του Ναυτικού, διατέλεσε δε και βουλευτής.
Πέθανε το 1855.

Καποδίστριας Ιωάννης

Γεννήθηκε το 1776 στην Κέρκυρα. Σπούδασε ιατρική στην Πάντοβα της Ιταλίας και
επιστρέφοντας στην Κέρκυρα άρχισε να αναμιγνύεται στην πολιτική. Το 1807
οργάνωσε αποτελεσματικά την άμυνα της Λευκάδας απέναντι στην απειλή του Αλή
πασά. Μετά την κατάληψη των Επτανήσων από τους Γάλλους πήγε στη Ρωσία όπου
ανέλαβε μια θέση στο υπουργείο Εξωτερικών. Χάρη στις ικανότητές του κατάφερε
σύντομα να οριστεί σύμβουλος του τσάρου και το 1814 τοποθετήθηκε πρεσβευτής
της Ρωσίας στην Ελβετία. Από αυτή τη θέση έκανε σημαντικές γνωριμίες και
φιλίες στο χώρο της ευρωπαϊκής διπλωματίας. Αργότερα διορίστηκε συνυπουργός
των Εξωτερικών με αρμοδιότητα στα ζητήματα της Ανατολής, και λόγω της
εμπειρίας και της θέσης του ήταν αντίθετος με την κήρυξη της Επανάστασης τη
συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Παρ’όλ’ αυτά όταν ξέσπασε τελικά η Επανάσταση τη
βοήθησε όπως μπορούσε, κυρίως οικονομικά, ενώ απομακρύνθηκε από τη θέση του
και έζησε στη Γενεύη για να μη βλάψει η πιθανή χειροτέρευση των προσωπικών του
σχέσεων με τον Τσάρο την Επανάσταση. Ανέλαβε τη διακυβέρνηση της Ελλάδας μετά
από απόφαση της εθνοσυνέλευσης της Τροιζήνας (1827) και κατάφερε σε ελάχιστο
χρονικό διάστημα να διαμορφώσει και να στήσει σε σωστές βάσεις το νεαρό
ελληνικό κράτος σε όλους τους τομείς. Δολοφονήθηκε στις 9 Οκτωβρίου 1831 στο
Ναύπλιο από τον Κωνσταντίνο και το Γεώργιο Μαυρομιχάλη.

Διάκος Αθανάσιος (Γραμματικός)

Γεννήθηκε στη Δωρίδα το 1788. Από μικρός είχε κλίση στα θρησκευτικά πράγματα  και ακολούθησε το δρόμο του ιερωμένου από τα 17 του (από εκεί προέρχεται και  το όνομα ‘Διάκος’, με το οποίο έγινε ευρύτερα γνωστός). Κατά τη διάρκεια όμως  της ιερατικής του θητείας σκότωσε έναν Τούρκο επίσημο ο οποίος τον είχε προσβάλλει και αναγκάστηκε να βγει στο βουνό και να γίνει κλέφτης. Στη
συνέχεια χρημάτισε σωματοφύλακας του Αλή Πασά, ο οποίος είχε διακρίνει τις  ικανότητές του, και κατόπιν έγινε αρματολός στη Λειβαδιά στη θέση του  Ανδρούτσου, που είχε αναγκαστεί να φύγει στα Επτάνησα. Συνέχεια

Μαυρομιχάλης Κυριακούλης

Αδελφός του Πετρόμπεη. Δραστήριος και κατεξοχήν ικανός στα στρατιωτικά, ήταν
στο πλευρό του αδελφού του από την αρχή, όταν έφεραν την εσωτερική ειρήνη στη
Μάνη, και συμμετείχε ενεργά στις περισσότερες επιχειρήσεις στην Πελοπόννησο
όταν άρχισε η Επανάσταση. Διακρίθηκε ιδιαίτερα  στο Βαλτέτσι, όπου μαζί με τον
ανιψιό του Ηλία και λίγους Μανιάτες κράτησαν τη θέση τους όλη τη μέρα απέναντι
σε σειρά τουρκικών επιθέσεων, μέχρι που έφτασε βοήθεια. Στη συνέχεια συνόδεψε
τον Ηλία στην Αθήνα και στη μοιραία εκστρατεία στην Εύβοια, όπου δεν μπόρεσε
να τον σώσει στα Στύρα. Το 1822 διατάχθηκε από τον Μαυροκορδάτο να λύσει την
πολιορκία του Σουλίου και αποβιβάστηκε με 500 Μανιάτες στη θέση Φανάρι της
Ηπείρου. Εκεί δέχθηκε αιφνιδιαστική επίθεση από 3000 Τούρκους υπό τον
Μουσταφάμπεη, τον οποίο είχε αντιμετωπίσει και παλιότερα στο Βαλτέτσι. Στην
πολύωρη και αιματηρή μάχη που ακολούθησε (4/7/1822) οι δύο παλιοί εχθροί
έχασαν τη ζωή τους.

Μαυρομιχάλης Ηλίας

Ήταν γιός του Πετρόμπεη και ως εκπρόσωπος αυτού έλαβε μέρος σε πολλές μάχες στην Πελοπόννησο όπου και διακρίθηκε, ειδικά στη μάχη του Βαλτετσίου. Σύμφωνα με τον Κολοκοτρώνη ήταν γενναιότατος και ικανότατος στα στρατιωτικά. Κατόπιν
αποσπάστηκε στην Αθήνα, όπου οργάνωσε την πολιορκία της Ακρόπολης. Μετά απ’ αυτό η διοίκηση τον έστειλε στην Εύβοια, όπου μη γνωρίζοντας καθόλου τον τόπο και τις ιδιαιτερότητές του, γρήγορα βρέθηκε απομονωμένος από τους ντόπιους
οπλαρχηγούς να αντιμετωπίζει μόνος του τις υπέρτερες δυνάμεις των Τούρκων στα Στύρα. Αρνούμενος να υποχωρήσει για να σώσει τον εαυτό του, κλείστηκε σ’ έναν μύλο με μια φούχτα άνδρες απ΄όπου αντέταξε λυσσασμένη άμυνα κατά των Τούρκων
για αρκετές ώρες (12/1/1822). Όταν τελικά αυτός και οι λιγοστοί ήρωες που τον συντρόφευαν υπέκυψαν και ένας Τούρκος στρατιώτης πήγε περιχαρής το κεφάλι του ως τρόπαιο στον πασά που τους είχε πολιορκήσει, αυτός δακρυσμένος φίλησε το
κομμένο κεφάλι, συντετριμμένος που αναγκάστηκε να σκοτώσει έναν τόσο γενναίο άνδρα, όπως ήταν τα λόγια του, και διέταξε να θαφτεί με τιμές.

Μαυρομιχάλης Πετρόμπεης

Γεννήθηκε το 1765. Το 1800, με το θάνατο του πατέρα του, ανέλαβε τα ηνία της
οικογένειας και κατάφερε να την ενώσει και πάλι. Αφού ορίστηκε Μπέης της
Μάνης, άρχισε να δραστηριοποείται για την προετοιμασία της επανάστασης.
Διστακτικός στην αρχή, πείσθηκε τελικά να συμμετάσχει με όλες του τις δυνάμεις
και εισήλθε μαζί με τον Κολοκοτρώνη στην Καλαμάτα στις 23/3/1821. Λόγω της
ηλικίας και της θέσης του, δεν συμμετείχε ενεργά σε στρατιωτικές επιχειρήσεις,
αλλά ειχε επιτελική και διοικητική θέση. Ανήκε στους μετριοπαθείς και πάντα
προσπαθούσε να ηρεμεί τα πνεύματα, στάση που συνέχισε και μετά τον ερχομό του
Καποδίστρια. Υπήρχαν ωστόσο αγεφύρωτες διαφορές μεταξύ της νέας Κυβέρνησης και
των Μανιατών, που ένοιωθαν την υπερηφάνεια τους θιγμένη. Η προσπάθεια του
Πετρόμπεη να τους υπερασπίσει και να αντιδράσει στα μέτρα της Κυβέρνησης
έφεραν τον περιορισμό του στο Ναύπλιο, απ’ όπου απέδρασε, συνελήφθη και αυτή
τη φορά φυλακίστηκε. Η ταπεινωτική συμπεριφορά της Κυβέρνησης απέναντί του
εξόργισε την οικογένειά του, με αποτέλεσμα τη δολοφονία του Καποδίστρια από
τον αδελφό του Κωνσταντίνο και τον γιό του Γεώργιο. Έτσι ο Πετρόμπεης βρέθηκε
στην τραγική θέση ως πατέρας να παρακολουθήσει την εκτέλεση του γιού του. Παρ’
όλ’ αυτά, δεν σταμάτησε τις προσπάθειες να κατευνάσει τα πνεύματα και  να
σταματήσει τις εμφύλιες διαμάχες, πριν και μετά την αποφυλάκισή του (1832).
Αποκαταστάθηκε πλήρως από τον Όθωνα και πέθανε το 1848.

Κολοκοτρώνης Θεόδωρος

Γεννήθηκε στις 3/4/1770 στα βουνά της Μεσσηνίας (πιθανότατα στο Ραμαβούνι), όπου είχε καταφύγει η μητέρα του μετά τη δολοφονία του άντρα της. Σε ηλικία 17 ετών έγινε οπλαρχηγός. Ανέπτυξε σημαντική δραστηριότητα στην Πελοπόννησο και  ως αρματολός και ως κλέφτης, γεγονός που του έδωσε την ευκαιρία να αποκτήσει βαθιά γνώση της γεωμορφολογίας του τόπου, αλλά παράλληλα τον ανάγκασε να καταφύγει στη Ζάκυνθο καταδιωγμένος από τους Τούρκους. Ανέπτυξε και από κει  σημαντική δράση, οργανώνοντας μέχρι και θαλάσσιες επιδρομές στο Αιγαίο στα πλαίσια του ρωσοτουρκικού πολέμου. Όταν τα Επτάνησα πέρασαν από τη ρωσική στη βρεταννική κατοχή (1809), εντάχθηκε στα ελληνικά τάγματα του βρεταννικού  στρατού με το βαθμό του λοχαγού, και η απόδοσή του στις μάχες εναντίων των Γάλλων ήταν τέτοια, ώστε προήχθη στο βαθμό του ταγματάρχη. Συνέχεια

Πλαπούτας Δημήτριος

Ήταν γιος του γνωστού κλέφτη Κόλια Πλαπούτα. Τον Μάρτιο του 1821 ύψωσε τη
σημαία της επανάστασης στη Γορτυνία και πολιόρκησε την Καρύταινα. Έλαβε μέρος
στη μάχη του Βαλτετσίου, στην πολιορκία της Τριπολιτσάς, στις μάχες κατά του
Δράμαλη και σε πάρα πολλές άλλες μάχες  στην Πελοπόννησο αλλά και εκτός αυτής.
Κατά τη διάρκεια των εμφυλίων διαμαχών ήταν στο μεγαλύτερο διάστημα στην
πλευρά του Κολοκοτρώνη και μαζί του κατηγορήθηκε μεταπολεμικά ότι ετοίμαζε
στάση κατά του καθεστώτος (1833). Του δόθηκε χάρη από τον Όθωνα και
αποκαταστάθηκε το 1835, ενώ αργότερα διατέλεσε και γερουσιαστής.

Σταματελόπουλος Νικήτας (Νικηταράς)

Γεννήθηκε στο χωριό Αναστασίτσα κοντά στην Καλαμάτα. Από μικρός εξοικειώθηκε με τη χρήση των όπλων και την πολεμική ζωή. Σε ηλικία 18 ετών κατετάγη στα ρωσικά τάγματα των Επτανήσων και συμμετείχε σε πολεμικές επιχειρήσεις στην
Ιταλία. Επέστρεψε στη Ζάκυνθο, όπου βρισκόταν και ο θείος του Θ. Κολοκοτρώνης, και παρέμεινε εκεί μέχρι τη μετάβασή του στην Πελοπόννησο στα πλαίσια της προετοιμασίας της επανάστασης (ήταν ήδη απο καιρού μυημένος στη Φιλική
Εταρεία). Με την έναρξη της επανάστασης, έμεινε πάντα στο πλευρό του θείου του, τον οποίο θαύμαζε και αγαπούσε, ως πιστός αξιωματικός του. Συμμετείχε σε αναρίθμητες μάχες, εκ των οποίων σε μερικές η συμβολή του ήταν αποφασιστικής
σημασίας και έκρινε την τελική έκβαση (όπως π.χ. στα Δολιανά και στα Δερβενάκια). Εκτός όμως από τις προφανείς στρατιωτικές του αρετές, παροιμιώδεις ήταν η ανιδιοτέλεια, η ταπεινοφροσύνη και η μη φιλαργυρία του.
Κατά τη διάρκεια των εμφυλίων διαμαχών υπέστη διώξεις που οφείλονταν κυρίως στην αφοσίωση και την πίστη του στον Κολοκοτρώνη. Ο Νικηταράς παρέμεινε μέχρι τέλους μια από τις πιο αγνές μορφές του Αγώνα, ξεχωρίζοντας με το ήθος και τη
στάση του.

Δράμαλης

Ονομάστηκε έτσι από την πόλη της καταγωγής του, τη Δράμα. Διακρίθηκε από νεαρή ηλικία και με την έναρξη των εχθροπραξιών ήταν πασάς της Λάρισας.Κατάφερε νωρίς να καταπνίξει τις επαναστατικές κινήσεις εν τη γενέσει τους στα Άγραφα,
τη Μαγνησία και άλλες περιοχές. Πήρε μέρος στον πόλεμο κατά του Αλή Πασά και μετά το θάνατο του Χουρσίτ ανέλαβε τη θέση του και την ευθύνη της διεξαγωγής της εισβολής στην Πελοπόννησο. Αρχικά είχε επιτυχίες, αλλά υπέστη συντριπτική
ήττα από τον Κολοκοτρώνη στα Δερβενάκια (Ιούλιος 1822) και υποχώρησε στην Κόρινθο, όπου και πέθανε τον Οκτώβριο του ίδιου έτους.

Ομέρ Βρυώνης

Ο Ομέρ Βρυώνης είχε αλβανική καταγωγή. Μετά από θητεία στην Αίγυπτο και δίπλα στον Αλή Πασά, στου οποίου την εξόντωση αργότερα συμμετείχε, ορίστηκε μαζί με τον Κιοσέ Μεχμέτ πασά υπεύθυνος για την εκκαθάριση των επαναστατικών εστιών
στη Στερεά. Σημείωσε κάποιες επιτυχίες, όπως η κατάληψη της Λειβαδιάς και η λύση της πολιορκίας των Αθηνών από τους Έλληνες, αλλά οι πολλές επιμέρους ήττες του, και η ειδικά αυτή στα Βασιλικά, οδήγησαν στη ματαίωση περαιτέρω
επιχειρήσεων. Την επόμενη χρονιά εκστράτευσε ξανά στη Δυτική Ελλάδα, αλλά και αυτή η προσπάθεια έληξε άδοξα στο Μεσολόγγι, όπως και η επόμενη στην Αιτωλία λίγο αργότερα. Μετά από όλα αυτά ο Ομέρ Βρυώνης ανακλήθηκε στη Θεσσαλονίκη σε διοικητική θέση και δεν ξαναεμφανίστηκε στα πεδία των μαχών κατά τη διάρκεια της επανάστασης.

Χουρσίτ πασάς

Ο Χουρσίτ είχε καταγωγή από τον Καύκασο και κατά ορισμένους ιστορικούς
προερχόταν από χριστιανική οικογένεια. Λόγω των ικανοτήτων του αναρριχήθηκε
γρήγορα στις τάξεις του οθωμανικού στρατού και όταν άρχισε η ελληνική
επανάσταση είχε ήδη στο ενεργητικό του δράση στην Παλαιστίνη και στην Αίγυπτο,
καθώς και την αιματηρή καταστολή της εξέγερσης στη Σερβία. Όντας πασάς της
Πελοποννήσου, διορίστηκε παρ’ όλ’ αυτά υπεύθυνος για την εξόντωση της απειλής
του Αλή πασά. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η οικογένειά του να αιχμαλωτιστεί στην
Τριπολιτσά, ενώ ο ίδιος βρισκόταν στα Γιάννενα σε επιχειρήσεις κατά του Αλή,
και έτσι αναγκάστηκε να πληρώσει λύτρα για να τους  εξαγοράσει. Η επιτυχία του
ωστόσο κατά του Αλή Πασά έμελλε να αποδειχθεί μοιραία γι’ αυτόν, καθώς έγινε
αφορμή να εγερθούν εναντίον του υποψίες και φθόνος από τους αυλικούς της
Πύλης. Εκλήθη σε απολογία ενώ βρισκόταν στη Λάρισα ετοιμάζοντας την εκστρατεία
του στην Πελοπόννησο κατά των επαναστατημένων Ελλήνων. Αντιλαμβανόμενος ότι
αυτή η κλήση ήταν ουσιαστικά η θανατική του καταδίκη, προτίμησε την αυτοκτονία (1822).

Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’

Γεννήθηκε στη Δημητσάνα το 1749 ως Γεώργιος Αγγελόπουλος. Ανερχόμενος στην ιεραρχία, εξελέγη μητροπολίτης Σμύρνης, θέση την οποία κράτησε μέχρι το 1797, οπότε και εξελέγη πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, διακριθείς για την
δραστηριότητα και τις ικανότητές του. Κατά τη διάρκεια της πατριαρχίας του απομακρύνθηκε δύο φορές από τους Τούρκους, και πάλι όμως επέστρεψε και άσκησε με μεγάλο ζήλο και αφοσίωση τα καθήκοντά του. Με το ξέσπασμα της επανάστασης,
παρ’ ότι γνώριζε ότι θα αποτελούσε τον πρώτο στόχο των Τούρκων στην Πόλη για αντίποινα και εκφοβισμό, καθώς και το ότι οι επαφές του με επαναστατικούς κύκλους και τη Φιλική Εταιρεία ήταν γνωστές, παρέμεινε ακλόνητος στη θέση του.
Στις 10 Απριλίου 1821 συνελήφθη, προπηλακίστηκε και απαγχονίστηκε, υπομένοντας τα πάντα με στωϊκότητα και ψυχραιμία. Το πτώμα του, που είχε ριχτεί στη θάλασσα από τους εκτελεστές του, περισυνελέγη από ελληνικό πλοίο και η σορός
του ετάφη στην Οδησσό. Σήμερα είναι Άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας και δικαίως θεωρείται ότι με τη στάση του εμψύχωσε και τόνωσε το φρόνημα των Ελλήνων τις πρώτες κρίσιμες ώρες του Αγώνα.