Α΄ Βαλκανικός πόλεμος


Οι Βουλγαροτουρκικές Επιχειρήσεις:  Ανατολική Θράκη

Ο γενικός ελιγμός των Βουλγάρων απέβλεπε στην καθήλωση των Τούρκων κατά μήκος του μετώπου Αδριανούπολη – Σαράντα Εκκλησιές και την απ’ ανατολών υπερκέραση δια της οροσειράς Στράτζα Ντάγ προς Κωνσταντινούπολη.

Κατόπιν αυτού, η 2 Στρατιά (Στρατηγός -Ιβανώφ), στις 5 Οκτωβρίου 1912, εισέβαλε στη Θράκη και προχώρησε προς την Ανδριανούπολη μέσω των κοιλάδων του Έβρου και του Τούνζα. Η 3η Στρατιά (Στρατηγός Δημήτριεφ), στις 8 Οκτωβρίου, πέρασε τη μεθόριο και κατευθύνθηκε προς τις Σαράντα Εκκλησιές. Η 1η Στρατιά (Στρατηγός Κοντίτσεφ), παρεμβλήθηκε μεταξύ των δύο άλλων, και επιτέθηκε κατά του μετώπου Αδριανούπολη – Σαράντα Εκκλησιές.

Ο τουρκικός Στρατός, αφού δεν κατόρθωσε να αντιμετωπίσει τη βουλ­γαρική ενέργεια στις Σαράντα Εκκλησιές και μετά την προώθηση των Βουλγάρων προς το δεξιό του πλευρό, φοβούμενος την αποκοπή των συγ­κοινωνιών προς τη Κωνσταντινούπολη, αποφάσισε να εγκαταλείψει το σύν­δεσμο με το φρούριο της Αδριανουπόλεως και να συμπτυχτεί στη γραμμή Καραγάτς Ντερέ, από το Μπουνάρ Χισάρ μέχρι το Λουλέ Μπουργάς.

Δυτική Θράκη

Η 2η Βουλγαρική Μεραρχία, ενεργώντας από τις 5 Οκτωβρίου 1912 στην άνω κοιλάδα του Άρδα ποταμού, πέτυχε να αποκόψει την υπο­χώρηση των εκεί περιορισμένων τουρκικών δυνάμεων και να τις υποχρεώ­σει σε παράδοση.

Μακεδονία.

Η Βουλγαρική 7η Μεραρχία (Στρατηγός Θεοδωρώφ), στις 5 Ο­κτωβρίου 1912, κινήθηκε από Κιουστενδήλ προς το Σιμιτλή, όπου βρέθηκε προ τουρκικής δυνάμεως, την οποία εξανάγκασε σε υποχώρηση. Στις 13 Ο­κτωβρίου, συνέχισε προς τα νότια και αφού αντιμετώπισε περιορισμένη τουρκική αντίσταση στη διάβαση Σιδηροκάστρου, προέλασε προς τις Σέρ­ρες. Στις 26 Οκτωβρίου, πέρασε τη γέφυρα του Στρυμωνικού και ταχέως κατευθυνόταν προς τη Θεσσαλονίκη. Όπως κατέδειξαν τα γεγονότα που επακολούθησαν, σκοπός της ήταν να εισέλθει στη Θεσσαλονίκη τουλάχι­στον ταυτόχρονα με τον ελληνικό Στρατό και να διεκδικήσει συγκυριαρχία.

Οι Σερβοτουρκικές Επιχειρήσεις

α. Βόρεια Μακεδονία

Από τις 7 Οκτωβρίου 1912, Οι Σέρβοι ενεργούν επιθετικά με τις 1η και 2η Στρατιές τους κατά του τουρκικού Στρατού της περιοχής Σκο­πιών – Βελεσσών και με την 3η Στρατιά τους προς την Πριστίνα, κατά του τουρκικού Στρατού της περιοχής του Κοσυφοπεδίου. Το αρχικό σχέδιο των Τούρκων πρόβλεπε άμυνα, πλην όμως διατάχτηκε η ανάληψη επιθετικού αγώνα κατά της Σερβικής 1ης Στρατιάς.

Στις 11 Οκτωβρίου, διεξάχτηκε η μάχη βόρεια του Κουμάνοβου, όπου οι Σέρβπο πέτυχαν περίλαμπρη νίκη. Στις 13 Οκτωβρίου, κατέλαβαν τα Σκόπια χωρίς αντίσταση. Από 20 – 25 Οκτωβρίου, έλαβε χώρα η μάχη του Περλεπέ, όπου οι Σέρβοι υποχρέωσαν τις τουρκικές δυνάμεις σε υποχώρη­ση. Ακολούθησε από 1-5 Νοεμβρίου η μάχη στο Μοναστήρι, κατά την οποία οι Τούρκοι υποχρεώθηκαν να συνθηκολογήσουν.

Αλβανία

Κατά τους τελευταίους μήνες του 1912, οι 3η και 4η Στρατιές των Σέρβων ανέλαβαν κοινές επιχειρήσεις κατά των Τούρκων, κατά μήκος των ακτών της Αδριατικής και έφτασαν μέχρι το Δυρράχιο. Επίσης, εκκα­θάρισαν το εσωτερικό της Αλβανίας στις περιοχές Τιράνων και Ελβασάν. Το Μάρτιο του 1913, προωθήθηκαν στην περιοχή του Βερατίου.

Οι Μαυροβουνιοτουρκικές Επιχειρήσεις.

Οι Μαυροβούνιοι, σε συνεργασία με την 4η Στρατιά των Σέρβων, εκκαθάρισαν από τους Τούρκους την περιοχή του Νόβι-Παζάρ. Επίσης, η κατάληψη της Σκόδρας επιτεύχτηκε από το στρατό του Μαυροβουνίου. Η περίσχεσή της άρχισε τον Οκτώβριο του 1912 και η παράδοσή της από τους αμυνόμενους Τούρκους έγινε στις 9 Απριλίου 1913.

Οι Ελληνοτουρκικές Επιχειρήσεις (Θεσσαλία – Μακεδονία – Ήπειρος).

Θεσσαλία – Μακεδονία

Η Στρατιά Θεσσαλίας (7 μεραρχίες, 1 Ταξιαρχία Ιππικού, 2 αποσπάσματα Ευζώνων), στις 5 Οκτωβρίου 1912, εισέβαλε στο τουρκοκρατού­μενο ελληνικό έδαφος και αφού απώθησε τις προωθημένες τουρκικές δυ­νάμεις στην Ελασσόνα, προέλασε προς το Σαραντάπορο, όπου ήταν αμυν­τικά εγκαταστημένες 2 τουρκικές μεραρχίες.

  • Μάχη Σαρανταπόρου (9-10 Οκτωβρίου). Στις 9 Οκτωβρίου, η Στρατιά ε­πιτίθεται στη γενική κατεύθυνση προς Σαραντάπορο-Σέρβια. Οι Τούρκοι, μετά από σκληρή αντίσταση και τη σοβαρότατη απειλή αποκοπής των νώ­των τους, που δημιουργήθηκε στο δυτικό πλευρό, τη νύχτα 9/10, συμπτύσσονται εσπευσμένα από την τοποθεσία Σαρανταπόρου, αφού εγκατέλειψαν όλο το τροχήλατο υλικό τους. Η Στρατιά, καταδιώκοντας τους Τούρκους, κατέλαβε τα Σέρβια, όπου οι κύριες δυνάμεις της συγκεντρώθηκαν στις 12 Οκτωβρίου, ενώ η 5η Μεραρχία και η Ταξιαρχία Ιππικού την Κοζάνη.
  • Μάχη Γιαννιτσών – Κατάληψη Θεσσαλονίκης (19-27 Οκτωβρίου).
    Στις 16 Οκτωβρίου, η Στρατιά Θεσσαλίας, αφού καλύφτηκε προς την Πτολεμαΐδα με την νη Μεραρχία και προς τα Γρεβενά και Καστοριά με το απόσπα­σμα Γεννάδη, πέρασε το Βέρμιο όρος. Συνεχίζοντας την κίνησή της προς τη Θεσσαλονίκη, συνάπτει στις 19-20 Οκτωβρίου την εκ συναντήσεως μά­χη των Γιαννιτσών κατά ισχυρών τουρκικών δυνάμεων που μεταφέρθηκαν εκεί εσπευσμένα από την κοιλάδα του Στρυμόνα ποταμού. Οι Τούρκοι ηττήθηκαν κατά κράτος και υποχώρησαν προς τη Θεσσαλονίκη. Στις 26 Οκτωβρίου, ο Χασάν Ταξίν-Πασάς με το στρατό του (25.000 άνδρες, 1.000 αξιωματικοί και παντοειδές υλικό) παραδόθηκε στον Έλλη­να Αρχιστράτηγο. Στις 27 Οκτωβρίου, η Στρατιά Θεσσαλίας εισήλθε στη Θεσσαλονίκη. Κατά τον ίδιο χρόνο, η 7η Βουλγαρική Μεραρχία, που κινήθηκε εσπευσμένα από τις Σέρρες προς τη Θεσσαλονίκη, επιχείρησε να εισέλθει και αυτή στην πόλη, αλλά της απαγορεύθηκε αυτό. Τελικά, ο Έλλη­νας Αρχιστράτηγος και η Κυβέρνηση του επέτρεψαν την είσοδο στην πόλη μόνο 2 ταγμάτων για προσωρινή διαμονή (δόλια όμως εισήλθαν περίπου Βούλγαροι, οι οποίοι αργότερα μεταφέρθηκαν με ελληνικά εμπορι­κά πλοία στην Αλεξανδρούπολη. Δύο τάγματα, που παρέμειναν σ’ αυτήν, τον Ιούνιο 1913, αιχμαλωτίστηκαν).
  • Επιχειρήσεις προς Πτολεμαΐδα – Αμύνταιο – Βεύη. Όταν η Στρατιά Θεσσαλίας ενεργούσε προς Γιαννιτσά – Θεσσαλονίκη, καλυπτόταν στο αρι­στερό πλευρό της και τα νώτα της από την νη Μεραρχία. Η Μεραρχία αυτή προχώρησε προς την Πτολεμαΐδα και εκείθεν, ύστερα από αγώνα, έφτασε μέχρι τη Βεύη. Εκεί δέχτηκε τουρκική επίθεση και, κατόπιν υποχωρήσεως, εγκαταστάθηκε αμυντικά περί το Αμύνταιο.
  • Στην περιοχή Αμυνταίου, τη χαραυγή της 24 Οκτωβρίου, η 5η Μεραρ­χία υπέστη αιφνιδιασμό από τολμηρή ενέργεια μικρού τουρκικού τμήματος (δυνάμεως Λόχου συν 4 πολυβόλα, υπό το ριψοκίνδυνο Υπολοχαγό Εσσάτ, ο οποίος ενέργησε δια του χωρίου Ροδόνας κατά του αριστερού πλευρού της Μεραρχίας), με αποτέλεσμα τη διάλυσή της και τη φυγή της προς την Κοζάνη. Ευτυχώς, οι Τούρκοι δε συνέχισαν νότια του Αμυνταίου και περιο­ρίστηκαν στα τοπικά οφέλη.

Επιχειρήσεις προς Δυτική Μακεδονία – Κορυτσά.

Μετά την κατάληψη της Θεσσαλονίκης, η Στρατιά Θεσσαλίας άφησε Τμήμα Στρατιάς (3 μεραρ­χίες, απόσπασμα Κωνσταντινοπούλου, Σύνταγμα Ιππικού) υπό το Στρατηγό Καλλάρη στην περιοχή Θεσσαλονίκης, και με τις υπόλοιπες δυνάμεις της (3 μεραρχίες, Σύνταγμα Ιππικού) κατευθύνθηκε (μέσω Έδεσσας – Άρνισσας) προς τη Δυτική Μακεδονία. Μέσα από μικροσυμπλοκές στην περιοχή Κέλλης, οι ελληνικές δυνάμεις κατέλαβαν τη Φλώρινα και την Καστοριά.

Στη συνέχεια, ύστερα από αγώνα στο Σμαρδέσι και τη Μπίγλιστα, τα ελληνικά Τμήματα, στις 7 Δεκεμβρίου 1912, απελευθέρωσαν την Κορυτσά και προχώρησαν μέχρι το Λεσκοβίκι. Οι Τούρκοι της περιοχής αυτής απο­σύρθηκαν προς τα Ιωάννινα.

Ήπειρος

Αποστολή του Στρατού Ηπείρου ήταν η απελευθέρωση των Ιωαννίνων. Η εκεί Στρατιά Ηπείρου, αφού εξόρμησε από την περιοχή της Άρτας, στις 5 Οκτωβρίου 1912, απελευθερώνει, στις 20 Οκτωβρίου, την Πρέβεζα, τη ο­ποία έκτοτε χρησιμοποιεί ως βάση ανεφοδιασμού. Στη συνέχεια και μέχρι τις 29 Νοεμβρίου καταλαμβάνει αρχικά τη θέση Πέντε Πηγάδια και, κατό­πιν, τα Πεστά και εξαναγκάζει τους Τούρκους να καταφύγουν εντός των ο­χυρωμένων θέσεων της γενικής τοποθεσίας άμυνας του υψιπέδου Ιωαννίνων. Διαδοχικές επιθέσεις της Στρατιάς Ηπείρου από 1-3 Δεκεμβρίου 1912 και από 7-10 Ιανουαρίου 1913, για την άλωση του φρουρίου Μπιζανίου και την απελευθέρωση των Ιωαννίνων, απέβησαν άκαρπες.

Στις 10 Ιανουαρίου 1913, έφτασε στην Ήπειρο ο Διάδοχος Κωνσταντί­νος με το Επιτελείο του και ανέλαβε τη διοίκηση της Στρατιάς Ηπείρου, η οποία αποτελέστηκε από 4 μεραρχίες πεζικού και ένα σύνταγμα Ιππικού. Στη συνέχεια, με αιφνιδιαστική επίθεση από τα δυτικά στις 19 Φεβρουά­ριου και ύστερα από τολμηρή βαθιά εισχώρηση, κατορθώθηκε η απελευθέ­ρωση των Ιωαννίνων και η παράδοση του Εσσάτ πασά με ολόκληρη τη στρατιά του και πλέον των 100 πυροβόλων, στις 21 Φεβρουάριου.

Μετά την απελευθέρωση των Ιωαννίνων διατάχτηκε η μεταφορά των ε­κεί ελληνικών δυνάμεων στην περιοχή Θεσσαλονίκης. Στην Ήπειρο παρέ­μεινε η Ν/ΙΙΙη Μεραρχία, στην οποία ανατέθηκε η αποστολή της εκκαθαρίσεως της Βόρειας Ηπείρου.

Ναυτικές Επιχειρήσεις
Ο ελληνικός Στόλος, υπό το Ναύαρχο Κουντουριώτη, από την έναρξη του πολέμου, έθεσε υπό τον έλεγχό του ολόκληρο το Αιγαίο. Έ­χοντας ως ορμητήριο τη νήσο Λήμνο, υποχρέωσε τον τουρκικό Στόλο να περιοριστεί στη θάλασσα του Μαρμαρά. Με τη βοήθεια και του στρατού, σχεδόν χωρίς μάχη, πέτυχε την απελευθέρωση των νήσων του Αιγαίου, με εξαίρεση τις νήσους Χίο και Λέσβο, στις οποίες διεξήχτηκαν σκληροί αγώ­νες.

Με τον έλεγχο του Αιγαίου από τον ελληνικό Στόλο, παρεμποδίστηκε η μεταφορά τουρκικών στρατευμάτων στα θέατρα επιχειρήσεων Μακεδο­νίας και Θράκης από τη Μικρά Ασία. Επίσης, πλοία του ελληνικού Στόλου συνεργάστηκαν στον Αμβρακικό κόλπο με τη Στρατιά Ηπείρου για την απελευθέρωση της Πρέβεζας.

Σε δύο απόπειρες του τουρκικού Στόλου, στις 3 Δεκεμβρίου 1912 και στις 5 Ιανουαρίου 1913, να περάσει στο Αιγαίο, δόθηκαν οι ναυμαχίες της Έλλης και της Λήμνου, αντίστοιχα. Κατ’ αυτές, ο τουρκικός Στόλος υπο­χρεώθηκε να εγκαταλείψει εσπευσμένα τον αγώνα, με την κάλυψη των πα­ράκτιων πυροβολείων των Δαρδανελλίων, έχοντας υποστεί και σοβαρές ζη­μιές. Έκτοτε, ο ελληνικός Στόλος σταθεροποίησε τον έλεγχο και την κυ­ριαρχία του στο Αιγαίο, ενώ ο τουρκικός παρέμεινε κλεισμένος στη θάλασ­σα του Μαρμαρά και δεν τόλμησε να εξέλθει από τα στενά των Δαρδανελλίων.

Η Συνθήκη του Λονδίνου (17 Μαΐου 1913).

Στις 17 Μαΐου 1913, μετά από μακρές διαπραγματεύσεις, υπογράφηκε στο Λονδίνο η Συνθήκη ειρήνης. Βάσει της Συνθήκης αυτής, η Ευρω­παϊκή Τουρκία περιοριζόταν στην Ανατολική Θράκη μέχρι της γραμμής Αί­νου – Μήδειας, έχοντας απολέσει συγχρόνως και τα νησιά του Αιγαίου, καθώς και την Κρήτη. Δημιουργήθηκε όμως από τις Μεγάλες Δυνάμεις (με ε­πιμονή της Αυστρουγγαρίας) η αυτόνομη Αλβανία, η οποία περιέλαβε και τη Βόρεια Ήπειρο, που, παρά την αναμφισβήτητη ελληνικότητά της, αφαιρέθηκε από την Ελλάδα.

Διαπιστώσεις και Συμπεράσματα

Η Τουρκία δεν είχε την αναγκαία στρατιωτική προπαρασκευή για την αντιμετώπιση των αντιπάλων της στρατών των Βαλκανικών Κρατών. Ει­δικότερα, ο στρατός των 350 χιλ. ήταν αρκετά περιορισμένος για την ταυ­τόχρονη διεξαγωγή πολεμικών επιχειρήσεων σε 3 Θέατρα Επιχειρήσεων. Ε­πίσης, η διασπορά του στρατού αυτού σε μεγάλες περιοχές της Βαλκανι­κής αύξησε τις αριθμητικές και οργανωτικές αδυναμίες του και τον κατέ­στησε ανίκανο, με εξαίρεση την Ανατολική Θράκη, για αποτελεσματική υ­περάσπιση των ζωτικών περιοχών, ως είναι οι περιοχές Σκοπίων – Βελεσσών – Μοναστηριού, Θεσσαλονίκης – Σερρών, Ανατολικής Θράκης και Ιωαννίνων. Πάντως, αν ο Τουρκικός Στρατός είχε υλοποιήσει το σχέδιο της Γερ­μανικής Αποστολής του 1910, περί αναδιοργανώσεως του από 31 μεραρ­χίες που επιστράτευσε σε 100 μεραρχίες που προβλεπόταν, τότε δυνατό να ήταν άλλη η εξέλιξη του πολέμου.

Τα συμμαχικά Βαλκανικά Κράτη κινητοποίησαν περίπου 650 χιλ. στρατό, έναντι 350 χιλ. Τούρκων. Η υπεροχή αυτή, 2 προς 1 περίπου, ήταν μικρή για επιθετικές επιχειρήσεις. Όμως, την απαιτούμενη πρόσθετη υπεροχή έδω­σε στα Βαλκανικά Κράτη το υψηλό ηθικό και η καλλίτερη οργάνωση των στρατών τους.

Η έλλειψη κοινού σχεδίου διεξαγωγής των στρατιωτικών επιχειρήσεων από πλευράς συμμάχων στρατών οφειλόταν στις αντίθετες εδαφικές βλέ­ψεις τους. Όμως, παρά την έλλειψη αυτή, τα επιμέρους σχέδιά τους απο­δείχτηκαν επιτυχή.

Η απόφαση της Ελληνικής Κυβερνήσεως (Πρωθυπουργός Βενιζέλος Ελευθέριος), μετά τη διάσπαση Σαρανταπόρου και την κατάληψη Κοζάνης, να στραφεί η Ελληνική Στρατιά ταχέως προς τη Θεσσαλονίκη – λόγω της καθόδου προς αυτήν ισχυρής βουλγαρικής δυνάμεως, και όχι προς Φλώρινα-Μοναστήρι, αποδείχτηκε ορθότατη. Η συμμόρφωση, επίσης, προς αυτήν της στρατιωτικής ηγεσίας (Διαδόχου Κωνσταντίνου), παρά τις αρχικές επι­φυλάξεις της, και η ταχεία υλοποίηση της υπόψη αποφάσεως, διέσωσαν τη Θεσσαλονίκη από βουλγαρική κατάληψη και δημιούργησαν τις απαραίτη­τες προϋποθέσεις, ώστε να υπάρχει ο αναγκαίος εδαφικός χώρος και η α­παραίτητη βάση ανεφοδιασμού, για τις μεγάλες νίκες του στρατού προς Κιλκίς και Λαχανά, κατά το Β’ Βαλκανικό Πόλεμο, το 1913.

 Κύριο χαρακτηριστικό του επιθετικού ελιγμού, που εφαρμόστηκε κατά τις μάχες Σαρανταπόρου, Γιαννιτσών, Μπιζανίου – Ιωαννίνων από τον Ελλη­νικό στρατό[1], Κουμανόβου, Περλεπέ, Μοναστηριού, από το Σερβικό Στρα­τό και Σαράντα Εκκλησιών, Λουλέ Μπουργάς από το βουλγαρικό Στρατό, ήταν η παραβίαση των τουρκικών αμυντικών τοποθεσιών με «Υπερκέραση» και σε συνδυασμό πάντοτε με ταυτόχρονη μετωπική επίθεση, για την αγκίστρωση δυνάμεων.

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί η αποφασιστική συμβολή στον πόλεμο του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού. Η κυριαρχία του στο Αιγαίο απέτρεψε τις μεταφορές ενισχύσεων της Τουρκίας από τη Μ. Ασία προς τη Μακεδονία και Θράκη και η συνδρομή του αυτή υπήρξε πολύτιμη για όλους τους συμ­μάχους στρατούς του Α’ Βαλκανικού Πολέμου.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s