Βαλκανικοί Πόλεμοι (1912-1913)


Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912-13 χωρίζονται στον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο (1912-13) και στο Β’ Βαλκανικό Πόλεμο (1913). Ο πρώτος διεξάχτηκε κατά της Τουρκίας από τη συμμαχία των Κρα­τών Ελλάδας, Βουλγαρίας, Σερβίας, Μαυροβουνίου και ο δεύτερος κατά της Βουλγαρίας από τη συμμαχία Ελλάδας και Σερβίας.

Περί το τέλος του 19. και τις αρχές του 20. αιώνα, η καταρρέουσα Τουρκική Αυτοκρατορία κατείχε στη Βαλκανική Χερσόνησο εκτεταμένες και ζωτικές περιοχές, όπως το Νόβι Παζάρ, την Ήπειρο, τη Μακεδονία και τη Θράκη, τις οποίες κατοικούσαν χριστιανικοί πληθυσμοί. Η Ελλάδα και τα άλλα Βαλκανικά Κράτη είχαν βλέψεις προς τις περιοχές αυτές, τόσο για την απελευθέρωση συμπαγών ομοεθνών πληθυσμών τους – οι οποίοι εξα­κολουθούσαν να στενάζουν υπό το βαρύτατο τουρκικό ζυγό, όσο και για την εδαφική τους επέκταση. Στις βλέψεις αυτές, που αναθερμάνθηκαν α­μέσως μετά το κίνημα των Νεοτούρκων το 1908, αποδίδονται τα αίτια του πολέμου που επακολούθησε κατά τα έτη 1912-1913.

Ειδικότερα, η Βουλγαρία απέβλεπε στη δημιουργία της Μεγάλης Βουλγαρίας της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου του 1878, που είχε στο με­ταξύ ακυρωθεί, επιζητώντας την επέκτασή της σε περιοχές μη κατοικούμενες από βουλγαρικούς πληθυσμούς. Η Σερβία φιλοδοξούσε να επεκταθεί προς την Αδριατική και το Αιγαίο. Η Ελλάδα οραματιζόταν την απελευθέ­ρωση της Ηπείρου, Μακεδονίας και των νήσων του Αιγαίου. Όμως, απ’ όλα αυτά τα Κράτη, η Ελλάδα διέθετε τους περισσότερους και επικρατέστε­ρους ιστορικούς και εθνολογικούς τίτλους για τη στήριξη των βλέψεών της.

Το 1908, εκδηλώθηκε στην Τουρκία το κίνημα των Νεοτούρκων. Οι αρ­χές του κινήματος και οι μεταρρυθμίσεις που εξαγγέλθηκαν έγιναν δεκτές με ενθουσιασμό από μέρους του χριστιανικού πληθυσμού, ο οποίος έδωσε πίστη στις υποσχέσεις για Ελευθερία, Δικαιοσύνη και Ισότητα. Όμως, οι πλάνες αυτές γρήγορα διαλύθηκαν και οι πάντες αντιλήφθηκαν ότι, υπό τη νέα κατάσταση, μόνο για τους Τούρκους υπήρχε θέση. Οι μειονότητες, και κυρίως η ελληνική, τέθηκαν και πάλι σε διωγμό, με κίνδυνο την εξαφάνισή τους και τον ενταφιασμό όλων των βλέψεων των Χριστιανικών Κρατών.

Οι Συμμαχίες των Βαλκανικών Κρατών

Τα Βαλκανικά Κράτη, διαβλέποντας το θανάσιμο κίνδυνο των εθνι­κών τους βλέψεων, αποφάσισαν να παραμερίσουν τις διαφορές τους και να συνενωθούν για κοινό αγώνα. Γι’ αυτόν το σκοπό, η διπλωματία ανέπτυξε όλη της τη δραστηριότητα.

Την 29-2-1912, η Σερβία και η Βουλγαρία υπέγραψαν συνθήκη φιλίας και συμμαχίας. Με μυστική προσθήκη στη συνθήκη αυτήν, καθοριζόταν ότι όλα τα εδάφη, που θα προέρχονταν από κοινές ενέργειες, θα τελούσαν υπό τη συγκυριαρχία των δύο συμμάχων και, μέσα σε 3 μήνες από την υπο­γραφή της Ειρήνης, θα προέβαιναν σε οριστική διανομή τους. Επίσης, η Σερβία αναγνώριζε δικαιώματα στη Βουλγαρία για τα εδάφη ανατολικά του Στρυμόνα ποταμού και τη Ροδόπης, ενώ η Βουλγαρία δικαιώματα στη Σερ­βία για τα εδάφη βόρεια και δυτικά του Σκάρδου. Τα μεταξύ Σκάρδου και Ροδόπης εδάφη υπάχτηκαν για διανομή μεταξύ τους στη διαιτησία του Τσάρου της Ρωσίας. Την 29-4-1912, υπογράφηκε και στρατιωτική συμφω­νία.

Στις 16-5-1912, υπογράφηκε συνθήκη αμυντικής συμμαχίας μεταξύ Ελ­λάδας και Βουλγαρίας, χωρίς να γίνεται αναφορά σε διανομή εδαφών. Επί­σης, στις 22-9-1912 υπογράφηκε και στρατιωτική σύμβαση, αφού ορίστηκε η εκατέρωθεν συμβολή σε 300 χιλ. Βουλγάρους και 120 χιλ. Έλληνες, κα­θώς και η συμβολή του Ελληνικού Στόλου.

Με τη Σερβία, η Ελλάδα δε συνήψε συνθήκη. Το Μαυροβούνιο υπέγρα­ψε συνθήκη με τη Σερβία, για τον τρόπο ρυθμίσεως των επιχειρήσεων, προς αποφυγή συγχύσεως σε περίπτωση ταυτόχρονης καταλήψεως εδα­φών.

Με τις συνθήκες αυτές, τα Βαλκανικά Κράτη συνενώθηκαν κατά της Τουρκίας, με σκοπό να επιτύχουν τις εθνικές τους βλέψεις. Το καθένα απ’ αυτά είχε τις δικές του βλέψεις, οι οποίες σε πολλά σημεία συγκρούονταν. Ιδίως οι βλέψεις των Βουλγάρων έθιγαν σοβαρότατα συμφέροντα των Ελ­λήνων και Σέρβων.

Οι Αφορμές και η Έκρηξη του Πολέμου

Το Θέρος του 1912, η κατάσταση στα Βαλκάνια επιδεινώθηκε. Η αλβανική επανάσταση, οι σφαγές στα Κότσανα και οι σκληρές πιέσεις των Τούρκων κατά των χριστιανικών πληθυσμών, καθώς και οι προκλήσεις της Τουρκίας κατά των Βαλκανικών Κρατών (κατασχέσεις πολεμικού υλικού στα Σκόπια και τη Θεσσαλονίκη και εμπορικών ελληνικών πλοίων στην Κων­σταντινούπολη, προσβολή της ελληνικής σημαίας του ατμοπλοίου «Ρούμε­λη» στο Βαθύ της Σάμου από τουρκικά στρατεύματα) δημιουργούσαν προμηνύματα της επικείμενης συρράξεως.

Στις 16-9-1912, η Τουρκία κήρυξε επιστράτευση και την επόμενη τα Χριστιανικά Κράτη απάντησαν, επίσης, με επιστράτευση. Οι Μ. Δυνάμεις της Ευρώπης, επιθυμώντας να προλάβουν τη σύρραξη αυτήν, αλλά και τις γενικότερες επιπτώσεις της (ενδεχόμενη ευρωπαϊκή σύρραξη), απεύθυναν στις 27-9-1912 κοινή διακοίνωση προς τα χριστιανικά Βαλκανικά Κράτη, με την οποία αποδοκίμαζαν κάθε διατάραξη της Ειρήνης. Επίσης, σημείωναν, κατηγορηματικά, ότι αναγνωρίζοντας το απαραβίαστο της Οθωμανικής Αυ­τοκρατορίας, δε θα δέχονταν παραβίαση του υφιστάμενου εδαφικού καθε­στώτος σε οποιαδήποτε έκβαση ενδεχόμενου πολέμου. Παράλληλα, με άλ­λη διακοίνωση τους προς την Τουρκία, σημείωναν ότι θα συζητούσαν μαζί της τις επιβαλλόμενες από τη Βερολίνειο Συνθήκη διοικητικές μεταρρυ­θμίσεις.

Τα συμμαχικά Βαλκανικά Κράτη απάντησαν στις Μ. Δυνάμεις ότι από τις 20-9-1912 ζήτησαν από την Τουρκία να εφαρμόσει αμέσως τις προβλεπόμενες μεταρρυθμίσεις. Επειδή όμως η Τουρκία, όχι μόνο απαξίωσε να α­παντήσει στα συμμαχικά Κράτη, αλλά στις 3-10-1912 ανακάλεσε και τους πρεσβευτές της από Αθήνα, Βελιγράδι και Σόφια, στις 5-10-1912, κήρυξαν τον πόλεμο εναντίον της.

Στρατιωτική Κατάσταση της Βουλγαρίας.

Ο βουλγαρικός Στρατός βρισκόταν σε πολύ καλό μαχητικό ε­πίπεδο. Ο οπλισμός του (τυφέκια Μάουζερ, πεδινά πυροβόλα Σνάιδερ 1908, ορειβατικά και οβιδοβόλα 12 εκ) ήταν σύγχρονος. Επιστρατεύθηκαν 11 με­ραρχίες (κάθε μεραρχία διπλάσια σε δύναμη της ελληνικής), μια μεραρχία και μια ταξιαρχία Ιππικού και 80 τάγματα εθνοφρουράς.

Οι παραπάνω δυνάμεις κατανεμήθηκαν σε 3 στρατιές, μια ομάδα (μια μεραρχία πεζικού, μια ταξιαρχία Ιππικού) και μια ανεξάρτητη μεραρχία. Αν­τιστράτηγος ήταν τυπικά ο βασιλιάς Φερδινάνδος με βοηθό τον πραγματι­κό αρχιστράτηγο Στρατηγό Σαβώφ και επιτελάρχη το Στρατηγό Φίτσεφ. Η συγκέντρωση και ανάπτυξη των δυνάμεων αυτών έγινε κατά μήκος της βόρειας μεθορίου της Θράκης-στις κοιλάδες του Έβρου και του παραπό­ταμου του Τούνζα, μια μεραρχία (η 7η) στη Μακεδονία (κοιλάδα του Στρυμόνα) και η Ομάδα (μια μεραρχία πεζικού-μια ταξιαρχία Ιππικού) στη Δυτι­κή Θράκη (κοιλάδα Άρδα ποταμού).

Στρατιωτική Κατάσταση της Σερβίας.

Ο Σέρβικός Στρατός βρισκόταν σε εξαίρετο μαχητικό επίπεδο. Ο οπλισμός του ήταν όμοιος με εκείνο του βουλγαρικού Στρατού. Επιστρα­τεύτηκαν 10 μεραρχίες (δύναμη κάθε μεραρχίας λίγο μεγαλύτερη της Ελ­ληνικής), δυο ανεξάρτητες ταξιαρχίες Πεζικού και μια μεραρχία Ιππικού.  Οι παραπάνω δυνάμεις κατανεμήθηκαν σε 4 στρατιές. Αρχιστράτηγος ήταν ο βασιλίας Πέτρος με βοηθό τον πραγματικό αρχιστράτηγο Στρατηγό Βοεβόδα Πούτνιν. Οι 3 στρατιές συγκεντρώθηκαν στην άνω κοιλάδα του Μοράβα ποταμού και η τέταρτη προς το Νόβι Παζάρ.

Στρατιωτική Κατάσταση του Μαυροβουνίου.

Ο Στρατός του Μαυροβουνίου έφτανε τις 4 μεραρχίες. Ήταν στρατός ορεσίβιων και άριστων πολεμιστών, όμως η οργάνωση και ο εξοπλι­σμός του βρίσκονταν σε κακή κατάσταση.

Στρατιωτική Κατάσταση της Ελλάδας.

Ο ελληνικός Στρατός, αναδιοργανωμένος, εκπαιδευμένος και πολύ καλά εξοπλισμένος με σύγχρονο οπλισμό (τυφέκια Μάνλιχερ, πολυ­βόλα Σβάρτς Λόζε, πυροβόλα Σνάιδερ), βρισκόταν σε εξαίρετο μαχητικό ε­πίπεδο. Επιστρατεύτηκαν 8 μεραρχίες, 2 ανεξάρτητα αποσπάσματα, μια τα­ξιαρχία Ιππικού και ορισμένα εθελοντικά τμήματα.

Ο όγκος του στρατού, από 7 μεραρχίες, μια ταξιαρχία Ιππικού και 2 α­ποσπάσματα Ευζώνων, συγκεντρώθηκε στη Θεσσαλία, υπό την αρχιστρατη­γία του Διαδόχου Κωνσταντίνου και με επιτελάρχη τον Υποστράτηγο Δαγκλή (Στρατιά Θεσσαλίας). Δύναμη περίπου μεραρχίας συγκεντρώθηκε στην περιοχή Άρτας υπό τον Αντιστράτηγο Σαπουτζάκη, με επιτελάρχη τον Αντισυνταγματάρχη Ιωάννου (Στρατιά Ηπείρου).

Ο ελληνικός Στόλος, που εκσυγχρονίστηκε με νέες μονάδες, περιλάμ­βανε 4 θωρηκτά με ναυαρχίδα το θρυλικό «Αβέρωφ», 15 αντιτορπιλικά, 1 υ­ποβρύχιο, 5 τορπιλοβόλα και πολλά βοηθητικά σκάφη. Ο στόλος, από την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων, κυριάρχησε στο Αιγαίο, απέκλεισε τον τουρκικό στη θάλασσα του Μαρμαρά και απαγόρευσε τη μεταφορά δυ­νάμεων από την Ασιατική στην Ευρωπαϊκή Τουρκία.

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί, ότι τα σκληρά διδάγματα του ατυχούς πο­λέμου του 1897 χρησίμευσαν ως μάθημα. Οι Έλληνες αντιλήφθηκαν ότι για την επιτυχή διεξαγωγή ενός πολέμου δεν αρκούν μόνο οι άκαιροι πατριω­τισμοί, αλλά χρειάζεται συστηματική και επίμονη προσπάθεια για την προπαρασκευή των Ένοπλων Δυνάμεων του Έθνους. Και η προσπάθεια αυτή έγινε πράξη κατά τα έτη 1906-1912 (κυβερνήσεις Θεοτόκη και Βενιζέλου), με μεγάλες αγορές οπλισμού, συνεχείς βελτιώσεις της οργανωτικής δομής και διαρθρώσεως του στρατού και με εντατική και σύγχρονη εκπαίδευση εκστρατείας και πεδίου μάχης.

Στρατιωτική Κατάσταση της Τουρκίας.

Η Τουρκική Αυτοκρατορία, με πληθυσμό τότε 24 εκατομμύρια (6 εκατ. στην Ευρωπαϊκή Τουρκία), θα μπορούσε να συγκροτήσει ισχυρότα­το στρατό. Όμως, το σχέδιο αναδιοργανώσεως του τουρκικού Στρατού (προβλεπόταν δύναμη 1.500.000 ανδρών -100 μεραρχίες), που καταρτίστη­κε από τη Γερμανική Στρατιωτική Αποστολή το 1910, δεν είχε υλοποιηθεί μέχρι το 1912. Κατόπιν αυτού κινητοποιήθηκαν 31 αξιόμαχες μεραρχίες Πεζικού και μια μεραρχία Ιππικού. Ο οπλισμός τους ήταν τυφέκια Μάουζερ, πολυβόλα Μαξίμ, πυροβόλα πεδινά Κρουπ και οβιδοβόλα.

Οι δυνάμεις αυτές κατανεμήθηκαν σε 2 στρατιές. Η στρατιά Θράκης (200.000 άνδρες), που συγκεντρώθηκε στη γενική περιοχή Αδριανούπολη – Σαράντα Εκκλησιές – Μπαμπά Εσκή – Διδυμότειχο υπό τον Αβδουλάχ πα­σά και η στρατιά Μακεδονίας (150.000 άνδρες) υπό τον Αλή Ριζά – πασά, έ­χοντας τον όγκο της στην περιοχή μεταξύ Σκοπιών – Βελεσσών.

Ο παρακάτω πίνακας παρέχει συγκριτικά στοιχεία:

Κράτη Πεζικό Πυροβόλα Ιππικό
Ελλάδα 100.000 180 1000
Μαυροβούνιο 35.000 130
Σερβία 220.000 500 3000
Βουλγαρία 300.000 720 5000
Σύμμαχοι 655.000 1530 9000
Τούρκοι 350.000 850 6000

 Τα Σχέδια των Επιχειρήσεων

Κοινό σχέδιο επιχειρήσεων των συμμάχων στρατών δεν υπήρχε, λόγω της αντιθέσεως των βλέψεων και των μεταξύ τους επιδιώξεων. Κατόπιν αυ­τού, οι στρατοί των Βαλκανικών Κρατών θα ενεργήσουν ανεξάρτητα μετα­ξύ τους. Όμως, παρά την έλλειψη αυτήν, οι επιχειρήσεις τους θα υποβοηθηθούν από το γεγονός ότι όλοι τους ενεργούν εναντίον κοινού εχθρού από όλες τις συγκλίνουσες προς αυτόν γενικές κατευθύνσεις.

Ειδικότερα, οι Βούλγαροι θα επιτεθούν προς τη Θράκη, στη γενική κα­τεύθυνση προς την Αδριανούπολη, εναντίον της στρατιάς του Αβδουλάχ- πασά.

Οι Σέρβοι θα επιτεθούν από τα βόρεια προς τα νότια με κατεύθυνση τα Σκόπια και το Μοναστήρι, εναντίον της στρατιάς του Αλή Ριζά πασά, υποβηθούμενοι από τους Μαυροβούνιους από τα δυτικά.

Οι Έλληνες θα επιτεθούν από τα νότια, προς τη Μακεδονία (Θεσσαλο­νίκη και Μοναστήρι) και προς την Ήπειρο, κατά των νώτων της στρατιάς του Αλή Ριζά πασά, υποβοηθώντας αισθητά τους Σέρβους. Επίσης, υπο­βοηθώντας τους Βουλγάρους, τόσον από την ξηρά, όσο και από τη θάλασ­σα, με το στόλο τους, που κυριαρχούσε στο Αιγαίο.

Το γενικό σχέδιο των Τούρκων πρόβλεπε τα εξής: Η στρατιά Θράκης θα αμυνόταν στην περιοχή της, καλύπτοντας την Κωνσταντινούπολη. Η στρατιά Μακεδονίας επρόκειτο και αυτή να αμυνθεί, πλην όμως την τελευ­ταία στιγμή διατάχτηκε να επιτεθεί, ενεργώντας κατά εσωτερικές γραμμές, για την παρεμπόδιση της συνενώσεως των σερβικών στρατιών. Ταυ­τόχρονα ο έναντι των Ελλήνων Χασάν Ταξίν Πασάς, θα αμυνόταν στην «οχυρωμένη τοποθεσία Σαρανταπόρου[1]» που είχε οργανωθεί με τις οδη­γίες της Γερμανικής Στρατιωτικής αποστολής απαγορεύοντας την προς Κοζάνη – Μοναστήρι και Κοζάνη – Θεσσαλονίκη προέλαση του ελληνικού Στρατού. Αμυντική, επίσης, αποστολή είχε και ο τουρκικός Στρατός της Η­πείρου, υπό τον Εσσάτ Πασά.

Όπως διαφαίνεται από τα σχέδια επιχειρήσεων, το Θέατρο πολέμου θα περιλάβει ολόκληρο το γεωγραφικό χώρο της τότε Ευρωπαϊκής Τουρκίας. Μέσα στο χώρο αυτό, θα δημιουργηθούν τρία χαρακτηριστικά Θέατρα Επι­χειρήσεων, δηλαδή της Θράκης, της Βόρειας Μακεδονίας και Αλβανίας και της Θεσσαλίας – Μακεδονίας (νότιας – κεντρικής – δυτικής) και Ηπείρου.

Απώλειες Ελληνικού Στρατού

Οι απώλειες του ελληνικού Στρατού στους δύο Βαλκανικούς Πολέ­μους έφτασαν τις 50.535 άνδρες:

  • Α’ Βαλκανικός Πόλεμος. Νεκροί αξιωματικοί 139, οπλίτες 1.688. Τραυματίες, αξιωματικοί 261, οπλίτες 9.034, παγόπληκτοι (κυρίως στο μέ­τωπο Ηπείρου) 58Q.
  • Β’ Βαλκανικός Πόλεμος. Νεκροί αξιωματικοί 196, οπλίτες 2.397. Τραυματίες αξιωματικοί 429, οπλίτες 18.872.

Εξάλλου, από τον Ελληνικό Στρατό κατά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο πιάστηκαν 69.189 αιχμάλωτοι, από τους οποίους 1.501 αξιωματικοί. Επίσης, τα λάφυρα του έφτασαν τα 325 πυροβόλα, 81 πολυβόλα, 100.000 τυφέκια και παντοειδές υλικό. Κατά το Β’ Βαλκανικό Πόλεμο, πιάστηκαν 5.330 αιχμάλωτοι και τα λάφυρα του ήταν 84 πυροβόλα, 9 πολυβόλα, 17.900 τυφέκια και άφθονο πολεμικό υλικό, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΔΙΣ/ΓΕΣ.

[1]       Κατά το Γερμανό οργανωτή του Τουρκικού Στρατού, Στρατηγό φον Ντερ Γκόλτς, η Τοποθεσία Σαρανταπόρου θα ήταν ο Τάφος των Ελλήνων. Κατ’ αυτής, η Στρατιά Θεσ­σαλίας, την 9 Οκτ., εφάρμοσε τον εξής επιθετικό ελιγμό: Μετωπική επίθεση με 3 με­ραρχίες κατά της στενωπού Σαρανταπόρου.Διπλή υπερκέραση προς τη Σέρβια με μια μεραρχία από τα δυτικά και απόσπασμα 2 ταγμάτων από τα ανατολικά. Ευρύτερη υπερ­κέραση από Δεσκάτη προς Λαζαράδες – Σέρβια και Κοζάνη, με μια μεραρχία, απόσπα­σμα 2 ταγμάτων και την ταξιαρχία ιππικού. Εφεδρεία μια μεραρχία.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s