Είναι αξιόπιστος ο Ηρόδοτος;


Το έργο του Ηροδότου στο μεγαλύτερο μέρος βασίζεται σε προσωπική έρευνα («ιστορίη»), κατά την οποία ο ιστορικός άντλησε πληροφορίες από διάφορες γραπτές και προφορικές πηγές. Στις γραπτές πηγές κατατάσσονται οι επιγραφές σε αναθήματα, τα επιγράμματα σε αναμνηστικά μνημεία και οι χρησμοί, πού τους παραθέτει με ιδιαίτερη φροντίδα.
Επίσημα έγγραφα, με τη σημερινή έννοια της λέξεως, δεν φαίνεται να χρησιμοποίησε πολλά. Ενδείξεις μόνο υπάρχουν εδώ και εκεί. Είναι πιθανόν π.χ. οι πληροφορίες για τη διαίρεση του περσικού κράτους σε σατραπείες και σε φορολογικά διαμερίσματα να προέρχωνται από επίσημους καταλόγους. Συνέχεια

Λεύκιος Αιμίλιος Παύλος (περίπου 229 – 160 π.Χ.)


Ο Λεύκιος Αιμίλιος Παύλος ανήκε σε παλαιότατη και σημαίνουσα αριστοκρατική οικογένεια της Ρώμης. Ο πατέρας του, που έφερε το ίδιο όνομα και είχε διατελέσει ύπατος, έπεσε μαχόμενος κατά των Καρχηδονίων στη μάχη των Καννών το 216 π.Χ. Ο ίδιος ο Αιμίλιος Παύλος άρχισε τη σταδιοδρομία του από τα κατώτερα αξιώματα της ρωμαϊκής πολιτείας για να ανεβεί, ύστερα από σχετικά σύντομο διάλειμμα κατά το οποίο αναγκάστηκε να μείνει μακριά από τη δημόσια ζωή, στα υπέρτατα και να αναδειχθεί δύο φορές ύπατος. Κατά τη δεύτερη υπατεία του, το 168 π.Χ., κατήγαγε τη μεγαλύτερη επιτυχία της ζωής του: νίκησε τον μακεδονικό στρατό στην Πύδνα και συνέλαβε αιχμάλωτο τον Περσέα, ο οποίος επέπρωτο να είναι ο τελευταίος βασιλιάς της άλλοτε κραταιάς Μακεδονίας. Σε αυτή τη νίκη του οφείλει ο Αιμίλιος Παύλος και την επωνυμία του «Μακεδονικός». Αξιομνημόνευτους επίσης σταθμούς στη σταδιοδρομία του Αιμιλίου Παύλου αποτελούν οι εκστρατείες του εναντίον φύλων εχθρικών προς τη Ρώμη τόσο στην Ιβηρική Χερσόνησο το 191-189 π.Χ. όσο και στη γειτονική της Λιγουρία το 181 π.Χ. Συνέχεια

Πέρσες και Ελληνες


ΑΙΤΙΑ ΚΑΙ ΑΦΟΡΜΕΣ ΤΩΝ ΠΕΡΣΙΚΩΝ ΠΟΛΕΜΩΝ

Πολιτική και Στρατιωτική Κατάσταση των Περσών

Κατά τις αρχές του 5 αιώνα, το απέραντο και αχανές Περσικό Κράτος εκτεινόταν από τα παράλια της Μικρός Ασίας μέχρι τον Ινδό ποταμό και από τον Εύξεινο Πόντο και την Κασπία Θάλασσα μέχρι την Αίγυπτο και τον Περσι­κό Κόλπο. Επρόκειτο περί Αυτοκρατορίας, η οποία αποτελούνταν από λαούς διάφορων εθνικοτήτων, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και οι Έλληνες της Μικράς Ασίας.

Την Περσική Αυτοκρατορία δημιούργησαν κυρίως οι ηγεμόνες Κύρος, Καμβύσης και Δαρείος, με συνεχείς ένοπλες συγκρούσεις. Επί των ημερών του Δαρείου, το Περσικό Κράτος έφτασε στη μεγαλύτερη ακμή του και θεω­ρούνταν ως το ισχυρότερο και μεγαλύτερο του τότε γνωστού κόσμου. Πολί­τευμα της χώρας ήταν η απόλυτη Μοναρχία και ο «Μέγας Βασιλεύς», Δα­ρείος, είχε δικαιώματα ζωής και θανάτου επί του μωσαϊκού των υποτελών λαών του.

Οι Πέρσες ασκούνταν στη στρατιωτική τέχνη από νεαρότατη ηλικία. Κα­τά τον Ηρόδοτο, οι Πέρσες «Παιδεύουσι τους παίδας από πενταέτεος αρξάμενοι μέχρι εικοσαέτεος τρία μούνα, ιππεύειν και τοξεύειν και αληθίζεσθαι». Πάντως, η στρατεύσιμη ηλικία τους άρχιζε από το 17ο έτος και ήταν δυνατό να φτάσει μέχρι το 52ο έτος. Ολόκληρη η Αυτοκρατορία υποδιαιρούταν σε Ε­παρχίες (Σατραπείες), οι οποίες, ανά δύο ή τρεις σχημάτιζαν τις Περιφέρειες. Επικεφαλής αυτών τοποθετούνταν Στρατηγοί (Κόρανοι). Συνέχεια

Μακεδονικό κράτος και ο Φίλιππος Β’


Μακεδονία και Μακεδόνες

Ανέκαθεν η Μακεδονία αποτελούσε τη Βόρεια Ελλάδα. Χώρα ευ­ρύχωρη, εκτεινόταν μεταξύ του Στρυμόνα ποταμού και της Ιλλυρίας και τη χώριζε από τη Νότια Ελλάδα ο Όλυμπος. Οι Μακεδόνες, λαός της ίδιας καταγωγής με τους λοιπούς Έλληνες, είχαν την ίδια Θρησκεία, τα ίδια ήθη και έθιμα, την ίδια γλώσσα και γενικά αισθητή ελληνική συνείδηση. Πρωτεύουσά τους αρχικά ήταν οι Αιγές (ση­μερινή Βεργίνα) και αργότερα η Πέλλα. Το πολιτειακό καθεστώς τους ήταν Ολιγαρχικό και υπό Βασιλιά. Συνέχεια

Οι Αυτοκράτορες του Βυζαντίου


Κωνσταντίνος Α’ ο Μέγας 324-337
Κωνστάντιος Β’ 333-361
Ιουλιανός ο φιλόσοφος 361-363
Ιοβιανός 363-364
Ουαελιντινιανός 364-375
Ουάλης 364-378
Θεοδόσιος Α’ ο Μέγας 379-395
Αρκάδιος 395-408
Θεοδόσιος Β’ 408-450
Μαρκιανός 450-457
Λέων Α’ 457-474
Λέων Β’ 474
Ζήνων 474-491
Αναστάσιος Α’ 491-518
Ιουστίνος Α’ 518-527
Ιουστινιανός 527-565
Ιουστίνος Β’ 565-578
Τιβέριος Β’ 578-582
Μαυρίκιος 582-602
Φωκάς 602-610
Ηράκλειος 610-641
Ηρακλεωνάς και Κων/νος Γ’ 641
Κώνστας Β’ 641-668
Κωνσταντίνος Δ’ ο Πωγωνάτος 668-685
Ιουστινιανός Β’ ο Ρινότμητος 685-695
Λεόντιος 695-698
Τιβέριος Γ’ ο Αψίμαρος 698-705
Ιουστινιανός Β’ (πάλι) 705-711
Φιλιππικός Βαρδάνης 711-713
Αναστάσιος Β’ (Αρτέμιος) 713-719
Θεοδόσιος Γ’ ο Αδραμμυττηνός 716-717
Λέων Γ’ ο Ίσαυρος 717-740
Κωνσταντίνος Ε’ 740-775
Λέων Δ’ 775-780
Κωνσταντίνος ΣΤ’ 780-797
Ειρήνη η Αθηναία 797-802
Νικηφόρος Α’ 802-811
Σταυράκιος 811 811
Μιχαήλ Α’ ο Ραγκαβές 811-813
Λέων Ε’ ο Αρμένιος 813-820
Μιχαήλ Β’ 820-829
Θεόφιλος 829-842
Μιχαήλ Γ’ 842-867
Βασίλειος Α’ 867-886
Λέων ΣΤ’ ο Σοφός 886-912
Αλέξανδρος 912-913
Κωνσταντίνος Ζ’ ο Πορφυρογέννητος 913-959
Ρωμανός Α’ Λεκαπηνός, συμβασιλεύς 919-944
Ρωμανός Β’ 959-963
Νικηφόρος Β’ Φωκάς 963-969
Ιωάννης Τσιμισκής 969-976
Βασίλειος Β’ Βουλγαροκτόνος 976-1025
Κωνσταντίνος Η’ 1025-1028
Ρωμανός Γ’ Αργυρός 1028-1034
Μιχαήλ Δ’ Παφλαγών 1034-1041
Μιχαήλ Ε’ Καλαφάτης 1041-1042
Κωνσταντίνος Θ’ ο Μονομάχος 1042-1054
Θεοδώρα 1054-1056
Μιχαήλ ΣΤ’ ο Στρατιωτικός 1056-1057
Ισαάκιος Α’ Κομνηνός 1057-1059
Κωνσταντίνος Ι’ Δούκας 1059-1067
Ρωμανός Δ’ Διογένης 1067-1071
Μιχαήλ Ζ’ Δούκας 1071-1078
Νικηφόρος Γ’ Βοτανειάτης 1078-1081
Αλέξιος Α’ Κομνηνός 1081-1118
Ιωάννης Β’ Κομνηνός 1118-1143
Μανουήλ Α’ Κομνηνός 1143-1180
Αλέξιος Β’ Κομνηνός 1180-1183
Ανδρόνικος Α’ Κομνηνός 1183-1185
Ισαάκιος Β’ Άγγελος 1185-1195
Αλέξιος Γ’ Άγγελος 1195-1203
Αλέξιος Δ’ 1203-1204
Αλέξιος Ε’ Μούρτζουφλος 1024
Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος 1261-1282
Ανδρόνικος Β’ Παλαιολόγος 1282-1283
Μιχαήλ Θ’ Παλαιλόγος 1283-1328
Ανδρόνικος Γ’ Παλαιολόγος 1328-1341
Ιωάννης Ε’ Παλαιολόγος 1341-1391
Ανδρόνικος Δ’ Παλαιολόγος 1376-1379
Ιωάννης Ζ’ Παλαιολόγος 1379-1402
Μανουήλ Β’ Παλαιολόγος 1402-1425
Ιωάννης Η’ Παλαιολόγος 1425-1449
Κωνσταντίνος ΙΑ’ Παλαιολόγος 1449-1453

Περσεύς (212 -165 ή 162 π.Χ.)


Πρωτότοκος γιος του Φιλίππου Ε’ και της Πολυκράτειας, τελευταίος εκπρόσωπος της δυναστείας των Αντιγονιδών και τελευταίος βασιλιάς της Μακεδονίας, ανέβηκε στον θρόνο το 179 π.Χ., μετά τον θάνατο του πατέρα του. Προηγουμένως είχε απαλλαγεί από τον νεότερο αδελφό του Δημήτριο, με τον οποίο τον χώριζε βαθιά αντιζηλία.

Στον μακροχρόνιο ανταγωνισμό της Μακεδονίας με τη Ρώμη ο Δημήτριος τηρούσε φιλορωμαϊκή στάση και έκανε ό,τι μπορούσε για να βλάψει τον αδελφό του – ο οποίος συμμεριζόταν το μίσος του πατέρα του για τους Ρωμαίους – με το να διαδίδει ότι ο Περσεύς δεν ήταν γνήσιο τέκνο του βασιλιά αλλά νόθος. Οι Ρωμαίοι με την ευμενή στάση τους απέναντι στον Δημήτριο υποδαύλιζαν την αντίθεση ανάμεσα στους δύο αδελφούς καρπούμενοι τις πολιτικές ωφέλειες που συνεπαγόταν για αυτούς η διχόνοια στη βασιλική αυλή της Μακεδονίας. Ο Φίλιππος, έχοντας καταστήσει σαφές ότι διάδοχός του θα ήταν ο Περσεύς, κατέβαλλε προσπάθειες να συμφιλιώσει τους γιους του, αλλά εις μάτην. Ο Περσεύς από την πλευρά του σκευωρούσε κατά του αδελφού του προσπαθώντας να πείσει τον πατέρα του ότι ο Δημήτριος εποφθαλμιούσε τη διαδοχή. Ύστερα από τριών χρόνων προσπάθειες ο Περσεύς κατόρθωσε να γίνουν πιστευτές από τον πατέρα του οι κατηγορίες του και το 181 π.Χ. ο Φίλιππος διέταξε τη θανάτωση του Δημητρίου. Συνέχεια

Ματζικερτ 1071


ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ , 3ο τεύχος , Απριλ 2006,Άγγελος Ν. Δαλασσηνός

«Πίστη!…Τι είναι πίστη;

Είναι εκείνο που σε κάνει να ξεχωρίζεις από τους πολλούς.

Είναι εκείνο που δεν σε αφήνει να ησυχάσεις, εκείνο που σου κλείνει τα αυτιά στο τραγούδι των σειρήνων που σε καλούν να υποταχθείς, να βαδίσεις σύμφωνα με τους πολλούς,να συγκατανεύσεις σε όσα δεν θεωρείς δίκαια και σωστά,να ακολουθήσεις τη φορά του ανέμου». Κώστας Κυριαζής, «Ρωμανός Δ΄ Διογένης»

Ήταν Πρωτοχρονιά του 1068 όταν ο 45χρονος Ρωμανός Διογένης εστέφθη Aυτοκράτωρ Ρωμαίων, ονειροπολώντας να αναβιώσει τη δόξα και τη χαμένη δύναμη της Aυτοκρατορίας, σχεδιάζοντας να απαλλάξει τα Θέματα της Μικράς Ασίας από τις επιδρομές των Σελτζούκων Τούρκων, χωρίς να διαθέτει τα αξιόμαχα φουσάτα των προηγούμενων Στρατηγών-Αυτοκρατόρων ή την υποστήριξη των πολιτικών της Βασιλεύουσας, οι οποίοι διέκοψαν απρόθυμα την ηθική και υλική καταστροφή του στρατού και του κράτους για να τον εκθρονίσουν. Συνέχεια

Η Στάση του Νίκα (11 Ιαν 532 μ.Χ)


Η Κωνσταντινούπολη το 532 μ.Χ. είχε πληθυσμό που ξεπερνούσε τις 300.000, αλλά οι αντινομίες στη ζωή ολόκληρης της Αυτοκρατορίας αντανακλούσαν την αγωνιώδη προσπάθεια της κοινωνίας να επιβιώσει. Οι ταξικές αντιθέσεις ήταν εξόφθαλμες στην πρωτεύουσα- «Ο κόσμος που έρχεται για ποικίλους λόγους στην Κωνσταντινούπολη δεν έχει συνήθως χρήματα για να στεγαστεί», λέει ο πα­νηγυριστής των κτισμάτων του Ιουστινιανού, Προκόπιος, ενώ αντίθετα οι πλούσιοι χτίζουν αληθινά ανάκτορα, όχι από ανάγκη, «αλλ’ ες ύβριν και τρυφήν όρον ουκ έχουσαν». Συνέχεια