Μάχη των Πλαταιών (479 π.Χ)


Τα προ της Μάχης Γεγονότα

Ταυτόχρονα με τη μάχη στις Θερμοπύλες έλαβε χώρα και η ναυμα­χία του Αρτεμισίου, στην είσοδο του βόρειου Ευβοϊκού κόλπου, μεταξύ του περσικού και ελληνικού Στόλου, χωρίς αποφασιστικό αποτέλεσμα. Ό­ταν έμαθαν οι αρχηγοί των ελληνικών πλοίων την εξέλιξη της μάχης των Θερμοπυλών και τη βαθιά διείσδυση του περσικού Στρατού στη Στερεά Ελ­λάδα, απέπλευσαν προς τη Σαλαμίνα. Εκεί τους ακολούθησε και ο Περσι­κός στόλος, που κατέπλευσε στο Φάληρο.

Στο μεταξύ, ο περσικός Στρατός προχώρησε ακάθεκτος προς την Αττι­κή και Αθήνα, τις οποίες κατέλαβε και κατέκαυσε, χωρίς να εξαιρέσει ούτε την Ακρόπολη. Όμως, βρήκε την πόλη έρημη κατοίκων, χάρη στην έγκαιρη απομάκρυνσή τους, πολλοί από τους οποίους κατέφυγαν στα πλοία.

Στη συνέχεια και κατά το ίδιο έτος (480 π.Χ), έλαβε χώρα η ναυμαχία της Σαλαμίνας, την οποία από ελληνικής πλευράς σχεδίασε ο Θεμιστοκλής, και την παρακολούθησε και ο Ξέρξης από το όρος Αιγάλεω. Το αποτέλεσμα ήταν νίκη περιφανής των Ελλήνων, παρά τις ασύγκριτα υπέρτερες δυνά­μεις των Περσών. Η συντριπτική ήττα του περσικού Στόλου ανάγκασε τον Ξέρξη να φύγει στην Ασία, αφήνοντας όμως στην Ελλάδα το Μαρδόνιο με ισχυρό στρατό, για τη συνέχιση του πολέμου.

Οι Θέσεις και η Κατάσταση των Αντιπάλων

Το 479 π.Χ, ο Στρατός του Μαρδόνιου, αποτελούμενος από επίλεκτους άνδρες, αφού διαχείμασε και αναπαύτηκε στη Θεσσα­λία, εισέβαλε στη Βοιωτία και κινήθηκε προς την Αθήνα, την οποία και πάλι είχαν εγκαταλείψει οι κάτοικοί της. Όμως δεν παρέμεινε σ’ αυτή. Ο Μαρδόνιος αποχώρησε και οδήγησε το στρατό του στη Βοιωτία, όπου μπορού­σε να κινείται το ιππικό του. Εκεί εγκατέστησε και οχύρωσε στρατόπεδο πλησίον του Ασωπού ποταμού στα σύνορα των Πλαταιών. Αυτό είχε στα νώτα του την πόλη των Θηβών, όπου ήταν το κέντρο της βαρβαρικής επιμελητείας.

Όλα τα γεγονότα μαρτυρούσαν ότι τώρα ο μεγαλύτερος των κινδύνων απειλούσε και πάλι την Ελλάδα. Και υπό την άτεγκτη αυτή πίεση των πραγ­μάτων, ο Ελληνισμός θα ύψωνε, για μια ακόμη φορά, το ανάστημά του. Υ­πήρξε επίσης ευτύχημα για την Ελλάδα ότι αρχηγός των σπαρτιατικών τμη­μάτων, που έσπευσαν για βοήθεια των λοιπών ελληνικών δυνάμεων, ήταν ο αντάξιος Παυσανίας, ο εκλεκτός στρατιώτης, ο εφάμιλλος του συγγενούς του Λεωνίδα.

Η Ελληνική Στρατιά συγκροτήθηκε, κατά τον Ηρόδοτο, από 107.500 άν­δρες περίπου (38.000 οπλίτες συν 69.500 ψιλούς), με αρχιστράτηγο τον Παυσανία. Ήταν η λαμπρότερη στρατιά που κατόρθωσε να παρατάξει η Ελ­λάδα μέχρι την εποχή εκείνη, με μοναδικό μειονέκτημα την έλλειψη Ιππι­κού. Αφού κινήθηκε από την περιοχή Ελευσίνας, κατευθύνθηκε προς τη Βοιωτία και στρατοπέδευσε νοτιοανατολικά των Ερυθρών (Κριεκούκι). Και ενώ οι Πέρσες διατηρούσαν τις θέσεις τους στην πεδιάδα, οι Έλληνες στηρίζονταν στους πρόποδες του Κιθαιρώνα, προσβλέποντας στις πλαγιές του για ενδεχόμενη υποχώρηση. Στις Θέσεις αυτές παρέμειναν οι αντίπαλοι α­δρανείς επί 10 ημέρες.

Οι Πρώτες Συγκρούσεις και η Κυρίως Μάχη

Πρώτοι άρχισαν τις εχθροπραξίες οι Πέρσες με το ιππικό τους, επι­κεφαλής του οποίου ήταν ο Μεσίστιος. Οι Έλληνες αντιλήφθηκαν έγκαιρα την εχθρική επίθεση, συμπτύχτηκαν ταχέως από την αρχική τους θέση προς τις σημερινές Ερυθρές (Κριεκούκι). Ο Μεσίστιος περιέπεσε στο λά­θος να συνεχίσει την επίθεσή του σε ανώμαλο έδαφος, προς την αρχική θέση των Ελλήνων, προς την οποία παρασύρθηκε από τους Μεγαρείς, οι ο­ποίοι είχαν παραμείνει ως οπισθοφυλακή.

Με επέμβαση και 300 Αθηναίων για την ενίσχυση των Μεγαρέων, οι Πέρσες αντιμετωπίστηκαν με επιτυχία και αναγκάστηκαν να συμπτυχτούν προς τις αρχικές τους θέσεις, αφού φονεύθηκε ο Μεσίστιος. Ο θάνατος του Μεσίστιου, ικανού ηγέτη, προκάλεσε εκρήξεις πένθους στο βαρβαρικό στρατόπεδο και πτώση του ηθικού.

Ο Παυσανίας ενθαρρύνθηκε από αυτήν την επιτυχία και εγκατέλειψε την ορεινή θέση, στην οποία μάλιστα υπήρχε και έλλειψη επαρκούς νερού και μετέφερε τη διάταξή του από τις σημερινές Ερυθρές στην πεδιάδα των Πλαταιών, έναντι του Ασωπού ποταμού, έχοντας στα δεξιά του τη Γαργαφία κρήνη. Απέναντι της διατάξεώς του μετακίνησε και ο Μαρδόνιος τη δι­κή του, όπου τα δύο αντίπαλα στρατεύματα διαχωρίζονταν από τον Ασωπό ποταμό.

Επί 10 ημέρες, οι αντίπαλοι παρέμειναν αδρανείς. Στο μεταξύ ο Μαρδόνιος έστειλε την όγδοη ημέρα ισχυρό τμήμα ιππικού στη θέση Δρυός Κε­φαλές, έθεσε υπό τον έλεγχό του τα στενά του Κιθαιρώνα και απέκλεισε τα ελληνικά τμήματα στη Βοιωτία. Παράλληλα, διέταξε προπαρασκευή του στρατού του, για ανάληψη επιθέσεως από την ενδέκατη ημέρα.

Ο Παυσανίας εξάλλου, στερούμενος νερού και τροφίμων, λόγω κατα­στροφής της Γαργαφίας Κρήνης και αποκλεισμού της διαβάσεως Κιθαιρώ­να από το περσικό Ιππικό, αποφάσισε να εγκατασταθεί σε ευνοϊκότερη θέ­ση στο χώρο βόρεια των Πλαταιών. Ο χώρος αυτός, αποκαλούμενος Νήσος Ωρερόης, περικλειόταν από τους βραχίονες του Ωερόης ποταμού, είχε στενότερο μέτωπο και η ύδρευση γινόταν από τον πίσω βραχίονα.

Κατά τη νύχτα της 10ης/11ης ημέρας, τα ελληνικά τμήματα του κέν­τρου (Κορίνθιοι, Μεγαρείς κτλ) συμπτύχτηκαν, αλλά αντί να κατευθυνθούν προς τη θέση που είχε από πριν επιλεγεί (μεταξύ βραχιόνων Ωερόης ποταμού), κινήθηκαν προς τις Πλαταιές, όπου και στρατοπέδευσαν. Ο Παυσανίας, πιστεύοντας ότι το κέντρο συμπτύχτηκε στην προκαθορισμένη θέση, διέταξε τη δεξιά πτέρυγα (Σπαρτιάτες) να κατευθυνθεί στην ίδια θέση, ενώ συγχρόνως κινήθηκαν προς αυτήν και οι Αθηναίοι.

Όταν ο Μαρδόνιος έμαθε τη μετακίνηση των Ελλήνων, την εξέλαβε ως γενική υποχώρηση και, μετά το πρώτο φως της ημέρας, επιτέθηκε με το ιπ­πικό και το στρατό του κατά των απομονωμένων Σπαρτιατών στη θέση Αργιόπιο (Τζέφκα), κοντά στο Ιερό της Δήμητρας. Για την αντιμετώπιση της καταστάσεως, ο Παυσανίας ζήτησε τη βοήθεια των Αθηναίων, οι οποίοι ό­μως είχαν εμπλακεί σε μάχη εναντίον των μηδιζόντων Ελλήνων.

Μόνοι τους οι Σπαρτιάτες και οι Τεγεάτες αντιτάχθηκαν στο Μαρδόνιο. Ακολούθησε πεισματώδης μάχη, σε 2 διαδοχικές φάσεις, κατά την ο­ποία φονεύθηκε και ο Μαρδόνιος από το Σπαρτιάτη Αείμνηστο. Ο περσικός Στρατός κάμφτηκε, μετά το θάνατο του αρχηγού του, και διωκόμενος από τους Σπαρτιάτες, κατέφυγε στο οχυρωμένο στρατόπεδό του. Εκεί (3η φάση), ύστερα από αγώνα κυρίως των Σπαρτιατών, Τεγεατών, Αθηναίων και μερικώς και των άλλων Ελλήνων, η καταστροφή των Περσών ήταν σχεδόν ολοκληρωτική. Κατά τον Ηρόδοτο, διασώθηκαν περίπου 3.000, πλην των πεζών και ιππέων του Αρτάβαζου.

Στις Πλαταιές οι Έλληνες ανέγειραν βωμό, στον οποίο έγραψαν το ε­πίγραμμα: «Τόνδε ποθ’ Έλληνες Νίκης Κράτει έργω Άρηος Πέρσας εξελέσαντες ελευθέρα Ελλάδι κοινόν ιδρύσαντο Διός βωμόν Ελευθερίου».

Διαπιστώσεις και Συμπεράσματα

Από καθαρώς στρατιωτική πλευρά, η μάχη των Πλαταιών μπορεί να χαρακτηριστεί ως η πρώτη μάχη της αρχαιότητας, κατά την οποία εισάγεται στο χώρο της Πολεμικής Τέχνης, από τους Έλληνες κυρίως, η Τακτική των Ελιγμών, για την αποφυγή κυκλώσεως και για τη διάσπαση κλοιού και αποτροπή πανωλεθρίας, λόγω της υπό των βαρβάρων αποκοπής της υδρεύσεως και των συγκοινωνιών.

Νεωτερισμό στη μέχρι τότε τακτική αποτελεί, επίσης, η ανάληψη από τους Έλληνες μετά το τέλος της 2ης φάσεως, της πρωτοβουλίας των επιχειρήσεων και η καταδίωξη του εχθρού, καθώς και η τελική συντριβή του στο οχυρωμένο στρατόπεδό του.

Τέλος, η μάχη των Πλαταιών κατέληξε στη νίκη των ελληνικών όπλων, χάρη στην ενότητα και τον ηρωισμό των τότε συμμαχικών δυνάμεων, ειδι­κότερα των Αθηναίων και Σπαρτιατών, οι οποίοι υπήρξαν και οι πρωταγωνι­στές της.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s