Η Αλωση της Κωνσταντινούπολης (13 Απρ 1204)


Οι επιχειρήσεις εποικισμού της Δύσης στην Ανατολή, με το ένα ή το άλλο πρόσχημα, δεν είναι σύγχρονο φαινόμενο. Η ηλικία του χάνεται στα βάθη του ιστορικού χρόνου, ενώ χαρακτηριστική έκφρασή του ήταν η μεσαιωνική περίοδος με το πνεύμα της σταυροφορίας να μένει ζωντανό καθ’ όλη τη διάρκεια του 12ου αιώνα. Ουδείς ωστόσο μπορεί να αμφισβητήσει τον θρησκευτικό χαρακτήρα του κινήματος, τουλάχιστον στις απαρχές του, σε μια εποχή που τα ζητήματα της πίστης ήταν κυρίαρχα.
Από όλα τα προσκυνήματα, τα πιο σημαντικά ήταν αυτά που οδηγούσαν τους πιστούς στην Ιερουσαλήμ, όπου βρίσκεται ο τάφος του Ιησού Χριστού. Κύριοι της Παλαιστίνης οι Αραβες φάνηκαν σε γενικές γραμμές ανεκτικοί απέναντι στους προσκυνητές, αλλά η κατάκτηση των Αγίων Τόπων από τους Σελτζούκους Τούρκους προκάλεσε στη Δύση ψυχικό κλονισμό. Ενώ λοιπόν το προσκύνημα μετατρεπόταν σε μικρή ένοπλη εκστρατεία, άρχισε να σφυρηλατείται η ιδέα ενός «ιερού πολέμου» εναντίον των μουσουλμάνων. Και άλλοι παράγοντες ωστόσο μετέτρεψαν το απλό προσκύνημα σε κατάκτηση: κίνητρα οικονομικά, όπως η έλλειψη γαιών που αντιμετώπιζαν οι νορμανδοί ιππότες· κίνητρα ψυχολογικά, όπως η αγάπη για την περιπέτεια που εξέφραζε το ρομαντικό ιπποτικό ιδεώδες, καθώς και η ευκαιρία απόκτησης λαφύρων· και βεβαίως κίνητρα πολιτικής φύσης που σχετίστηκαν με την έκκληση για βοήθεια των βυζαντινών αυτοκρατόρων οι οποίοι απειλούνταν από τη νέα προώθηση του Ισλάμ.
Τον Νοέμβριο του 1095 στη διάρκεια μιας συνόδου που συνήλθε στο Κλερμόν ο πάπας Ουρβανός Β’ ανήγγειλε την πρόθεσή του να οργανώσει την ανάκτηση των Αγίων Τόπων από τους απίστους. Η δυτική «εποποιία» στα εδάφη του Ισλάμ συμπεριέλαβε μεταξύ άλλων φρικτούς διωγμούς και αδυσώπητες λεηλασίες. Η μεγαλύτερη πολιτιστική επαφή μεταξύ της βυζαντινής και της μουσουλμανικής Ανατολής, καθώς επίσης και της λατινικής Δύσης, συγκαταλέχθηκε πάντως στα πλεονεκτήματα της κίνησης. Οσο για θεαματικές νίκες, αυτές σημειώθηκαν μόνο κατά τη διάρκεια της Α’ Σταυροφορίας (με την κατάληψη της Ιερουσαλήμ τον Ιούλιο του 1099) και σε μικρότερο βαθμό κατά την Γ’ Σταυροφορία.

Η ιδέα της Δ’ Σταυροφορίας

Τον Φεβρουάριο του 1198 ο Ιννοκέντιος Γ’ ανέβηκε στον παπικό θρόνο. Η ιδέα μιας νέας σταυροφορίας τού ήταν πολύ προσφιλής. Με την κατάλληλη οργάνωση μια σταυροφορία θα μπορούσε να ενώσει τον χριστιανικό κόσμο υπό την ηγεσία του Ποντίφικα. Τον Νοέμβριο του 1199 ο κόμης Τιβάλδος της Καμπανίας οργάνωσε στο κάστρο του στο Εκρύ μια κονταρομαχία. Σε μια έκρηξη ενθουσιασμού η συντροφιά των προσκεκλημένων του προσχώρησε στο κίνημα. Ανάμεσά τους βρισκόταν ο Γοδεφρείδος Βιλλαρδουίνος, από τους ελάχιστους που ακολούθησαν τη σταυροφορία ως το πικρό της τέλος. Η αφήγησή του παραμένει, παρ’ όλες τις ασάφειες και τις αντιφάσεις, μια από τις σημαντικότερες πηγές της εποχής.
Τον Φεβρουάριο του 1200 προσχώρησαν στο κίνημα ο κόμης της Φλάνδρας και της Αννωνίας Βαλδουίνος και ο αδελφός του Ερρίκος. Και τον Απρίλιο του 1201 ο Βιλλαρδουίνος υπέγραψε για λογαριασμό των σταυροφόρων μια συμφωνία με τον Ερρίκο Δάνδολο, δόγη της Βενετικής Δημοκρατίας, μεγάλης ναυτικής δύναμης της εποχής που απολάμβανε προνόμια σε πολλά από τα λιμάνια του τότε γνωστού κόσμου. Η συμφωνία ήταν η εξής: για το ποσό των 94.000 αργυρών μάρκων η Βενετία συμφώνησε να προμηθεύσει πλοία και τρόφιμα για 4.500 ιππότες με τα άλογά τους, 9.000 ιπποκόμους και 20.000 οπλίτες. Τη συμφωνία επικύρωσε ο Πάπας.
Ο στόλος θα ήταν έτοιμος να σαλπάρει από τη Βενετία στις 29 Ιουνίου του 1202 και «για την αγάπη του Θεού» ο δόγης υποσχέθηκε να τον ενισχύσει με 50 γαλέρες, με τον όρο ότι η Βενετία θα έπαιρνε τις μισές από τις μελλοντικές κατακτήσεις των σταυροφόρων. Ο Βονιφάτιος μαρκήσιος του Μομφερρά, ο οποίος είχε οικογενειακούς δεσμούς με τον βυζαντινό θρόνο, κλήθηκε στη Σουασόν για να αποδεχθεί την αρχηγία της Δ’ Σταυροφορίας, με μια ετοιμότητα που φανέρωσε ότι η πρόσκληση δεν ήταν εντελώς απρόβλεπτη. Τόσο αυτός όσο και ο δόγης Δάνδολος ενδιαφέρονταν για το Βυζάντιο τουλάχιστον όσο ενδιαφέρονταν και για τους Αγίους Τόπους.

Η βυζαντινή παρακμή

Παραδομένο στην παρακμή και στην αναρχία το Βυζάντιο έχει πλέον καταστεί στόχος κάθε είδους βλέψεων. «Ο μεσαιωνικός ελληνισμός έπνεε τα λοίσθια και με την κορύφωση της παραλυσίας εκείνης η πιο ελαφριά πνοή του ανέμου ήταν αρκετή να φέρει την πτώση του κράτους», σύμφωνα με τα γραφόμενα του ιστορικού Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου. Ορισμένοι από τους αυτοκράτορες της ένδοξης δυναστείας των Κομνηνών, που είχε ολοκληρώσει τον κύκλο της, δεν διευκόλυναν τη διέλευση των σταυροφόρων από τις ακτές του Βοσπόρου με αποτέλεσμα εκείνοι να τους κρατούν κακία. Και η δυναστεία των Αγγέλων που τη διαδέχθηκε έμοιαζε ανίκανη να προστατεύσει την πάλαι ποτέ κραταιά αυτοκρατορία από εχθρούς που την περικύκλωναν από παντού.
Ο δόγης ήταν πεπεισμένος ότι ο μόνος τρόπος να προστατευθούν τα συμφέροντα της δημοκρατίας ήταν να υπαχθεί η Βυζαντινή Αυτοκρατορία σε βενετικό έλεγχο. Και ο Βονιφάτιος ήταν ιδιαίτερα δυσαρεστημένος που τα αδέλφια του, ο Κορράδος, γαμπρός του Ισαάκιου Β’ Αγγέλου, και ο Ραϊνέριος, γαμπρός του Μανουήλ Α’ Κομνηνού, είχαν πέσει θύματα της χαρακτηριστικής – κατά τους Δυτικούς – κακοπιστίας των Ελλήνων. Μια ευκαιρία για εκδίκηση ή έστω ικανοποίηση θα του ήταν ιδιαίτερα ευπρόσδεκτη.
Συγκεντρωμένοι στη Βενετία για να επιβιβαστούν σε πλοία οι σταυροφόροι αναγκάστηκαν να δεχθούν να καταλάβουν για λογαριασμό της ναυτικής δημοκρατίας την πόλη Ζάρα, κτήση του βασιλιά της Ουγγαρίας στις Δαλματικές ακτές, διότι τους έλειπαν τα οικονομικά μέσα προκειμένου να πληρώσουν τους Βενετούς. Το γεγονός σηματοδότησε την πρώτη εκτροπή των σταυροφόρων προς όφελος της κοσμικής εξουσίας, πράγμα που επιβεβαίωσε στον πάπα Ιννοκέντιο Γ’ ότι ο έλεγχος της σταυροφορίας τού είχε ξεφύγει. Το αποτέλεσμα ήταν να αφορίσει όλους όσοι είχαν παραβεί τις εντολές του.

Η πρόταση του Αλεξίου

Στη Ζάρα έφθασε ο γιος του Ισαάκιου Β’ Αγγέλου – ο οποίος στο μεταξύ είχε ανατραπεί από τον αδελφό του Αλέξιο Γ’ Αγγελο -, ο νεαρός Αλέξιος. Ο γιος του Ισαάκιου ζήτησε από τους σταυροφόρους να κάνουν μια παράκαμψη στην Κωνσταντινούπολη για να αποκαταστήσουν τον πατέρα του στον θρόνο. Ο δόγης συγκατατέθηκε στο αίτημα παρασύροντας στην περιπέτεια τους βαρόνους της Δύσης, οι οποίοι δελεάστηκαν από τα σημαντικά ποσά που τους υποσχέθηκε ο Αλέξιος. Ο τελευταίος μάλιστα δεν δίστασε να υποσχεθεί την άνευ όρων ένωση της Δυτικής και της Ανατολικής Εκκλησίας. Οσο για τον Πάπα, δεν έκανε καμία ουσιαστική ενέργεια για να ανατρέψει την επιχείρηση εναντίον της Κωνσταντινούπολης· αντ’ αυτού άφησε να πράγματα να εξελιχθούν μόνα τους.
Στις 23 Ιουνίου 1203 οι σταυροφόροι αντίκρισαν την Κωνσταντινούπολη και θαμπώθηκαν από το μεγαλείο της πόλης που απλωνόταν μπροστά στα μάτια τους. Τον Ιούλιο ξεκίνησαν την πολιορκία της βυζαντινής πρωτεύουσας, ο αυτοκράτορας της οποίας Αλέξιος Γ’ Αγγελος λιποψύχησε και έφυγε. Ο Αλέξιος Δ’ Αγγελος και ο γέρος και τυφλός πατέρας του Ισαάκιος Β’ Αγγελος στέφθηκαν συναυτοκράτορες. Ωστόσο από τα θησαυροφυλάκια της Κωνσταντινούπολης δεν ήταν δυνατόν να εκπληρωθούν οι οικονομικές υποσχέσεις που είχαν δοθεί. Το γεγονός όμως ότι ο Αλέξιος Δ’ έλιωσε εκκλησιαστικά σκεύη για να εξοφλήσει τα χρέη του ήταν χωρίς σημασία μπροστά στην ανήκουστη μομφή ότι προσπάθησε να αναγκάσει τον λαό του να δεχθεί το ρωμαιοκαθολικό δόγμα.
Η συνωμοσία που συνυφάνθηκε για να γλιτώσει τη βυζαντινή Εκκλησία και τον λαό από τους προδότες ανέδειξε τον πρωτοβεστιάριο Αλέξιο Ε’ Μούρτζουφλο ως τον νέο αυτοκράτορα, ο οποίος έβγαλε από τη μέση τον Αλέξιο Δ’ και τον Ισαάκιο Β’. Φρόντισε επίσης να ανακοινώσει την πρόθεσή του να αποκηρύξει όλα τα άρθρα της συμφωνίας που είχε συνάψει ο προκάτοχός του με τους Λατίνους και να απαλλάξει την Κωνσταντινούπολη από τους σταυροφόρους. Από μια άποψη αυτό διευκόλυνε τους Λατίνους. Δεν είχαν πλέον καμία ηθική υποχρέωση απέναντι στους Ελληνες τώρα που έλειψαν από τη μέση ο Αλέξιος και ο πατέρας του. Η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης και η κατάκτηση του Βυζαντίου έγιναν ο στόχος της Δ’ Σταυροφορίας. Και ο Δυτικός κλήρος τούς διαβεβαίωσε ότι θα ήταν ένας πόλεμος δίκαιος που σκοπό θα είχε να εκδικηθεί τη δολοφονία του Αλεξίου Δ’ και να υποτάξει τη βυζαντινή Εκκλησία και αυτοκρατορία στη Ρώμη.
Αφού πήραν την απόφασή τους οι σταυροφόροι άρχισαν να προεξοφλούν την έκβαση του πολέμου και να κάνουν σχέδια για τη μοιρασιά. Η συνθήκη που υπέγραψαν έξω από τα τείχη της Πόλης, στο Πέραν, για την τύχη του κράτους προέβλεπε ότι τα λάφυρα θα μοιράζονταν στα τέσσερα, από τα οποία τρία τέταρτα θα δίνονταν στους Βενετούς και το ένα τέταρτο στους Φράγκους. Συγχρόνως με τη διανομή του κράτους εξύφαιναν και τον τρόπο κατάληψής του.

Η επίθεση των σταυροφόρων

Η επίθεση αποφασίστηκε να γίνει μόνο από τη θάλασσα, και ειδικά από το Φανάρι, ενάντια στα τείχη που απλώνονταν σε όλη την παραλιακή γραμμή του Κερατίου Κόλπου. Η πρώτη προσπάθεια έγινε την αυγή της 9ης Απριλίου 1204. Ο στρατός, που την προηγούμενη ημέρα είχε επιβιβαστεί στον στόλο, πλησίασε τα τείχη και άρχισε να τα χτυπάει με πολιορκητικές μηχανές και να ρίχνει στους υπερασπιστές τους βέλη και δόρατα. Η αντίσταση των Βυζαντινών ήταν γενναία, καθώς ο έχων το γενικό πρόσταγμα Αλέξιος Ε’ Μούρτζουφλος είχε στο μεταξύ οχυρώσει τα τείχη της Πόλης, είχε χτίσει πύργους και τα είχε διασφαλίσει με διπλή τάφρο, ενώ εμψύχωνε διαρκώς τους αμυνομένους. Ο ίδιος, που είχε στήσει το αρχηγείο του σε έναν λόφο για να εποπτεύει από εκεί τον στόλο, πολέμησε γενναία και γύρω στο μεσημέρι ύστερα από πολύωρη άγρια μάχη σε όλο το μήκος των τειχών οι σταυροφόροι αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν με βαριές απώλειες και χάνοντας πολλές πολιορκητικές μηχανές.
Η αποτυχία τους κατέπληξε τους πάντες. Αλλά ο κλήρος, οι βαρόνοι και περισσότερο ο απτόητος Δάνδολος τους εμψύχωσαν και στις 12 Απριλίου έκαναν καινούργια έφοδο από το ίδιο μέρος διπλασιάζοντας τον αριθμό των πλοίων τους ώστε να αυξήσουν και τον αριθμό των επιτιθέμενων στρατευμάτων. Οι Ελληνες αντιστάθηκαν πάλι γενναία και ο Αλέξιος Ε’ πίστεψε ότι η νίκη ήταν με το μέρος τους, όταν κατά το μεσημέρι φύσηξε βόρειος άνεμος και έσπρωξε τις εχθρικές γαλέρες προς τα τείχη. Δύο από αυτές, η «Προσκυνήτρια» και ο «Παράδεισος», ενωμένες με αλυσίδες προσήγγισαν έναν πύργο στο Πετρί και έριξαν τις σκάλες τους. Από τη γέφυρα που δημιουργήθηκε όρμησε ένας Βενετός που ήθελε να κερδίσει το έπαθλο των χιλίων χρυσών το οποίο είχε τάξει ο Δάνδολος σε όποιον πατούσε πρώτος στα τείχη της Κωνσταντινούπολης.
Ο γενναίος όμως Βενετός κατακρεουργήθηκε από τη φρουρά του πύργου. Αμέσως μετά εφόρμησαν δύο Γάλλοι, ο Ανδρέας Ντυραμπουάζ και ο Ιωάννης Σουαζί, της ακολουθίας του επισκόπου Νευελών, κυβερνήτη της «Προσκυνήτριας». Ο πρώτος κέρδισε το έπαθλο μπαίνοντας στον πύργο και απωθώντας τους αμυνομένους. Λίγο μετά μπήκε και ο δεύτερος, και ο πύργος κυριεύθηκε. Από την εναέρια γέφυρα που ένωνε τον πύργο με τις δύο γαλέρες όρμησαν τα στίφη των εχθρών. Σύντομα οι Φράγκοι κατέλαβαν τέσσερις πύργους. Μέσω των καταληφθέντων πύργων οι Φράγκοι άρχισαν να μπαίνουν έφιπποι στην Πόλη. Σύμφωνα με την «Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας» του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ, «ο πρώτος που μπήκε στην πόλη ήταν ο Αλεώμ, αδερφός του ιστορικού της σταυροφορίας, Ροβέρτου του Κλαρί, ο οποίος κάτω από τα πυκνά πυρά των υπερασπιστών της πόλης κατάφερε να παραβιάσει μια δευτερεύουσα πύλη». Η φρουρά έντρομη τράπηκε σε φυγή και ο Αλέξιος Ε’ κλείστηκε στο παλάτι του Βουκολέοντος.

Η φυγή των Βυζαντινών

Η βιαιότητα των δυτικών ιπποτών, που έδιναν επιτέλους διέξοδο στην ενδόμυχη ζήλια για τους «επίορκους και προδοτικούς» Ελληνες, είχε αποτέλεσμα μια σκόπιμη και μονιμότερη καταστροφή
Ο Βονιφάτιος με τον Βαλδουίνο και τον αδελφό του Ερρίκο στάθμευσαν σε διάφορα σημεία της πόλης για να συνεχίσουν την επόμενη ημέρα τον αγώνα και οι Φράγκοι παρέμειναν συντεταγμένοι για νέα μάχη φοβούμενοι μήπως οι Ελληνες ορμήσουν πάνω τους από τα παλάτια και τις εκκλησίες όπου είχαν καταφύγει. Μάταια ο Αλέξιος Ε’ προσπάθησε να συγκεντρώσει τους φυγάδες. Ούτε οι παρακλήσεις ούτε οι απειλές τούς έπειθαν να αντισταθούν. Τότε ο βασιλιάς αποφάσισε να φύγει. Παίρνοντας τη γυναίκα του Αλεξίου Γ’ Ευφροσύνη και την κόρη της Ευδοκία, που την αγαπούσε πάρα πολύ, βγήκε από τη χρυσή πύλη και έφυγε από τη θάλασσα εγκαταλείποντας την πόλη εκείνη που καιγόταν μπροστά στα μάτια του.
Τη φωτιά είχαν ανάψει μερικοί λατίνοι στρατιώτες φοβούμενοι μήπως αιφνιδιαστούν στο σκοτάδι, αλλά ξέφυγε από τον έλεγχό τους. Η φωτιά διήρκεσε 24 ώρες και η καταστροφή ήταν ολοκληρωτική. Ο λατίνος, αυτόπτης μάρτυς της σταυροφορίας Βιλλαρδουίνος λέει ότι στην πυρκαϊά πυρπολήθηκαν περισσότερα σπίτια από όσα υπήρχαν στις τρεις μεγαλύτερες πόλεις της Γαλλίας.
Ενώ η φωτιά μαινόταν, κάποιοι που δεν είχαν χάσει τις ελπίδες τους για σωτηρία συγκεντρώθηκαν στην Αγία Σοφία και προσπάθησαν να εκλέξουν νέον αυτοκράτορα. Η ετοιμοθάνατη βασιλεία δόθηκε στον Θεόδωρο Λάσκαρι, ο οποίος είχε διακριθεί στην άμυνα της πόλης, όπως αναφέρουν ελληνικές πηγές, ή στον αδελφό του Κωνσταντίνο, όπως υποστήριξε σε άρθρο του (Λειψία, 1952) ο Β. Σινόγκοβιτς. Ηταν όμως πολύ αργά για να αναδιοργανωθεί η άμυνα. Ούτε καν η περιώνυμη αυτοκρατορική φρουρά των Βαράγγων δεν ήταν διατεθειμένη να παρατείνει τον αγώνα. Ο Κωνσταντίνος, ο Θεόδωρος και η γυναίκα του ενώθηκαν με ένα πλήθος προσφύγων που ήταν συγκεντρωμένο στο λιμάνι του παλατιού και επιβιβάστηκαν σε πλοίο που τους μετέφερε στην απέναντι όχθη του Βοσπόρου. Από εκεί ο Θεόδωρος Λάσκαρις πέρασε στη Μικρά Ασία και επεχείρησε την άμυνα που θα ίδρυε το ένδοξο βασίλειο της Νίκαιας, το οποίο αξίωσε ρόλο συνεχιστή της βυζαντινής κληρονομιάς.
Οι βάσεις για μια υγιή διοίκηση και στιβαρή άμυνα είχαν μπει. Από εκεί, 57 χρόνια αργότερα ο Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος, ιδρυτής της ομώνυμης δυναστείας που κυβέρνησε το βυζαντινό κράτος ως τη δεύτερη άλωση το 1453, θα ανακτούσε την Κωνσταντινούπολη. Η Κωνσταντινούπολη όμως, καθώς και η υπόλοιπη αυτοκρατορία, ποτέ δεν μπόρεσε να συνέλθει εντελώς από τα πλήγματα που υπέστη στα χέρια των σταυροφόρων.

Η άλωση της Πόλης

Το πρωί της 13ης Απριλίου 1204 τα υπολείμματα του στρατού, ο κλήρος και ο λαός παραδόθηκαν στον Βονιφάτιο τον Μομφερατικό. Η φοβερή λεηλασία της Πόλης έμελλε να χαρακτηρίσει τις επόμενες ημέρες ως τις πιο απαίσιες της Ιστορίας. Η Ιστορία διδάσκει ότι σε τέτοιες στιγμές απόλυτου χάους ένας από τους μεγαλύτερους ηττημένους είναι ο πολιτισμός. Ολες οι διαταγές που είχαν δοθεί για τη διάθεση των λαφύρων και την αποφυγή ακροτήτων ξεχάστηκαν. Και η μεγάλη πόλη που επί 900 χρόνια από την ίδρυσή της είχε παραμείνει απόρθητη, συγκεντρώνοντας τους θησαυρούς όλου του κόσμου και διασώζοντας τα μεγαλύτερα κειμήλια της αρχαίας τέχνης και της αρχαίας σοφίας, για τέσσερις ολόκληρες ημέρες γνώρισε την απόλυτη καταστροφή και βία.
Η βιαιότητα των Δυτικών ιπποτών, που έδιναν επιτέλους διέξοδο στην ενδόμυχη ζήλια για τους «επίορκους και προδοτικούς» Ελληνες, είχε αποτέλεσμα μια σκόπιμη και μονιμότερη καταστροφή. Ο αριθμός των σφαγιασθέντων πιθανώς δεν ξεπερνά τις 2.000, αλλά η ασέλγεια και η διαρπαγή ήταν σε ημερησία διάταξη. Σπίτια, μοναστήρια και εκκλησίες λεηλατήθηκαν. Δισκοπότηρα απογυμνωμένα από τα πετράδια τους έγιναν κρασοπότηρα, εικόνες μετατράπηκαν σε τάβλες παιχνιδιών. Καλόγριες βιάστηκαν μέσα στα μοναστήρια τους, τα οποία λεηλατήθηκαν. Στην Αγία Σοφία οι στρατιώτες ξέσχισαν το πέπλο του ιερού και κατέστρεψαν τα χρυσά σκαλίσματα του βωμού και του άμβωνα. Μια πόρνη κάθησε στον θρόνο του πατριάρχη τραγουδώντας πρόστυχα γαλλικά τραγούδια.

Ο αυτόπτης μάρτυς Νικήτας Χωνιάτης συγκρίνει την αγριότητα αυτών των «προδρόμων του αντίχριστου» στην Κωνσταντινούπολη με τη συγκρατημένη στάση των Σαρακηνών στην Ιερουσαλήμ, οι οποίοι είχαν σεβαστεί τον ναό του Παναγίου Τάφου και δεν είχαν θίξει ούτε τους ίδιους τους χριστιανούς ούτε τις περιουσίες τους. Η αίσθηση της εθνικής συμφοράς ευθύνεται ίσως για κάποια υπερβολή που χαρακτηρίζει τις περιγραφές των Ελλήνων. Αλλά ο Χωνιάτης δίνει έναν σοβαρό και, σε μερικές περιπτώσεις, επαληθεύσιμο κατάλογο από ελληνικά αγάλματα και έργα τέχνης που καταστράφηκαν εκείνες τις φοβερές ημέρες. Αλλωστε ο πιο φοβερός απολογισμός δεν έρχεται από ελληνική πένα αλλά από τον ίδιο τον Πάπα Ιννοκέντιο Γ’, ο οποίος έσπευσε να καταδικάσει εκείνο που ίσως είχε προβλέψει μα αποδείχθηκε ανίκανος να εμποδίσει: «Οι υπερασπισταί του Χριστού (…) δεν εφείσθησαν ούτε της θρησκείας, ούτε ηλικίας, ούτε φύλου. Διέπραξαν αναφανδόν μοιχείας παρανόμους, επιμειξίας, αίσχη. Αι μητέρες, αι παρθένοι και εκείναι έτι αι οποίαι είχον αφοσιωθεί εις τον Θεόν, παρεδόθησαν εις τας επαισχύντους βιαιότητας των στρατιωτών».
Με τον τρόπο αυτόν εκπληρώθηκε το προαιώνιο όνειρο της Δύσης να κατακτήσει την Κωνσταντινούπολη και να υποτάξει τους χριστιανούς της Ανατολής στην Εκκλησία της Ρώμης. «Μπορεί να κατέστρεψαν το ελληνικό κράτος, όχι όμως και το ελληνικό έθνος. Ο μεσαιωνικός ελληνισμός κατέρρευσε στην αρχή του 13ου αιώνα, αλλά συγχρόνως ανέτειλε ο νεότερος ελληνισμός», σύμφωνα με τον ιστορικό Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο. Η συνείδηση του ελληνισμού ενισχύθηκε τόσο ώστε όλοι οι κατοπινοί ιστορικοί και λόγιοι – ο Χαλκοκονδύλης, ο Γεμιστός, ο Φραντζής – ονομάζουν τους κατοίκους Ελληνες και όχι Ρωμαίους. Ο μεσαιωνικός ελληνισμός έδυσε με την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους. Γιατί, αν και εξακολουθεί να υπάρχει για ένα διάστημα, πρωταγωνιστής στην ιστορία μας μετά την άλωση του 1204 είναι όχι ο μεσαιωνικός αλλά ο νεότερος ελληνισμός.

ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΖΕΝΑΚΟΣ, ΤΟ ΒΗΜΑ , 04-05-2003 Κωδικός άρθρου: B13852Y081

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s