Μάχη των Αρδενών (16 Δεκ 1944 – 16 Ιαν 1945)


Η  ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΑΝΤΕΠΙΘΕΣΗ  ΤΩΝ  ΑΡΔΕΝΩΝ
Τα Γεγονότα προ της Γερμανικής Αντεπιθέσεως των Αρδενών

Στις  6 Ιουνίου 1944, όπως είναι γνωστό, οι συμμαχικές δυνάμεις (2η Βρετανική Στρατιά και 1η Αμερικανική Στρατιά) αποβιβάσθηκαν στη Νορμανδία και δημιούργησαν προγεφύρωμα, το οποίο διηυρύναν μετά από σκληρούς  και αιματηρούς  αγώνες και στις 25 Αυγούστου κατέλαβαν το Παρίσι.

Μέχρι τη διάβαση  του Σηκουάνα, από τις συμμαχικές δυνάμεις, οι γερμανοί απώλεσαν περίπου μισό εκατομμύριο άνδρες, από τους οποίους οι 210.000 συνελήφθησαν αιχμάλωτοι.  Το μεγαλύτερο όμως επίτευγμα των Συμμάχων ήταν η φθορά των Τ/Θ γερμανικών δυνάμεων.  Περίπου 2.200 γερμανικά άρματα και πυροβόλα εφόδου καταστράφηκαν κατά τις μάχες της Νορμανδίας και μέχρι τη  διάβαση του Σηκουάνα. Ετσι, οι Γερμανοί δεν είχαν πια  τη δυνατότητα να κρατηθούν στη γραμμή του Σηκουάνα και μέχρι τις 4 Σεπτεμβρίου οι σύμμαχοι είχαν διαβεί το Μεύση ποταμό και είχαν καταλάβει τις Βρυξέλες και την Αμβέρσα.

Η προέλαση όμως των Συμμάχων σε τόσο μεγάλο βάθος αύξησε αντίστοιχα και τις γραμμές ανεφοδιασμού τους, με αποτέλεσμα πολλές φορές να ανακόπτεται, λόγω σοβαρών ανεφοδιαστικών δυσχερειών.

Οι Προθέσεις των Συμμάχων και η Στρατηγική τους.

  1. Ο κύριος σκοπός της στρατηγικής του διασυμμαχικού αρχιστρατήγου, στρατηγού Αϊζενχάουερ, απέβλεπε στην κατάληψη της γραμμής του Ρήνου. Παράλληλα όμως, υποστήριζε την άποψη, ότι οι επιχειρήσεις έπρεπε να συνεχισθούν χωρίς διακοπή, για να μην παρασχεθεί στους Γερμανούς απαραίτητος χρόνος, ώστε να οργανώσουν αποτελεσματική άμυνα.
  2. Ο Βρετανός στρατάρχης Μοντγκόμερυ είχε ζητήσει συνάντηση με τον Αϊζενχάουερ και τον Μπράντλεϋ (Διοικητή Αμερικανικής 12ης Ομάδος Στρατιών) παρουσία και των Επιτελαρχών τους.  Η συνάντηση έγινε στις 7 Δεκεμβρίου στο Μάαστριχτ της Ολλανδίας και αρχικά αποφασίσθηκε η εκκαθάριση της Κάτω Ρηνανίας με συγκλίνουσες επιθέσεις από το Ρόερ και το ΄Αρνχεμ μόλις ο Μπράντλεϋ θα καταλάμβανε τα φράγματα του Ρόερ, με πιθανή ημερομηνία για την εκτόξευση των επιθέσεων, τη 12η Ιανουαρίου.  Ο Μοντγκόμερυ πρότεινε για το θέμα αυτό, να διατηρηθούν ανέπαφες οι δυνάμεις τους μέχρι την παραπάνω ημερομηνία και να μην αναλάβουν μεγάλης κλίμακας επιθετικές επιχειρήσεις.  Ο Αϊζενχάουερ όμως, δεν συμφώνησε με την πρόταση αυτή, ισχυριζόμενος ότι δεν έπρεπε να παραμείνουν αδρανείς, γιατί οι Γερμανοί θα βελτίωναν την αμυντική τους διάταξη και θα εκπαίδευαν τα στρατεύματά τους.  Κατόπιν τούτου, εξουσιοδότησε τον Πάττον (Διοικητή της Αμερικανικής 3ης Στρατιάς) να ενεργήσει και άλλη προσπάθεια για κατάληψη του Σάαρ πριν από τα Χριστούγεννα.

ΣΧΕΔΙΑΓΡΑΜΜΑ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ 085 ΑΡΔΕΝΕΣ-1Οι Συμμαχικές Εκτιμήσεις για τις Γερμανικές Δυνατότητες.

  1. Κανένας από αυτούς που συμμετείχαν στη σύσκεψη του Μάαστριχτ δεν πίστευε ότι οι Γερμανοί θα έκαναν απόπειρα οποιασδήποτε αντεπιθέσεως μεγάλης κλίμακας.  Ολοι είχαν τη γνώμη ότι ο εχθρός λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών θα προσπαθούσε να ισχυροποιήσει το μέτωπό του.  Το πρόβλημα των συμμάχων ήταν η προσπάθεια εξαναγκασμού των Γερμανών στο να εμπλέξουν στη μάχη τις στρατηγικές Τ/Θ εφεδρείες τους.  Ηταν ήδη γνωστό ότι οι τέσσερις μεραρχίες της 6ης Τ/Θ Στρατιάς των SS είχαν επανεξοπλισθεί ανατολικά του Ρήνου και ότι τέσσερις ή πέντε επιπλέον μεραρχίες είχαν αποσυρθεί για ανασυγκρότηση.  Μέχρι τις 15 Δεκεμβρίου, παραμονή ακριβώς της επιθέσεως των Γερμανών στις Αρδένες και σε χρόνο που οι γερμανικές δυνάμεις είχαν λάβει επιθετική διάταξη, οι εκτιμήσεις των συμμάχων ήταν ότι πιθανόν να εκτοξεύσουν οι Γερμανοί  μικρής κλίμακας επίθεση, με σκοπό την ενίσχυση του ηθικού τους ή να καταλάβουν το Ααχεν για προσφορά πρωτοχρονιάτικου δώρου στο Χίτλερ.
  2. Υπήρχαν όμως αρκετές ενδείξεις και πολλοί ψίθυροι για προπαρασκευή μεγάλης γερμανικής επιθέσεως για ανακατάληψη της Αμβέρσας, όπως :
    1. Εχθρικό έγγραφο που περιήλθε στα χέρια των Συμμάχων αποκάλυπτε ότι ο ίδιος ο Χίτλερ είχε διατάξει τη συγκρότηση ειδικής μονάδας, την οποία θα χρησιμοποιούσαν στα μετόπισθεν των συμμαχικών γραμμών.  Οι άνδρες της θα έφεραν αμερικανικές στολές, θα χρησιμοποιούσαν αμερικανικά υλικά και θα μιλούσαν την αμερικανική διάλεκτο.
    2. Στις 5 Δεκεμβρίου διαπιστώθηκε ότι πέντε γερμανικές μεραρχίες αναχώρησαν από την Ολλανδία, για άγνωστη κατεύθυνση.
    3. Το Στρατηγείο της Γερμανικής 15ης Στρατιάς εκτοπίσθηκε στον τομέα του Ρόερ και αντικατέστησε την 5η Τ/Θ Στρατιά που μετακινήθηκε στο Κόμπλεντζ.
    4. Μεταξύ Κόμπλεντζ και Λουξεμβούργου εντοπίσθηκαν τρεις από τις μεραρχίες που ανασυγκροτήθηκαν και ορισμένες από επιστράτευση, μεραρχίες πεζικού,  έφθασαν στον τομέα του Αιφελ, δηλαδή στην προέκταση των Αρδενών στη Γερμανία.
    5. Τις πρώτες μέρες του Δεκεμβρίου είχαν χαθεί τα ίχνη της 6ης Τ/Θ Στρατιάς και ήταν άγνωστο που είχε μετακινηθεί.

Αν και τα παραπάνω αποτελούσαν σαφείς ενδείξεις επερχόμενης επιθέσεως, οι συμμαχικές υπηρεσίες  εξακολουθούσαν να πιστεύουν ότι δεν θα εκτοξευόταν αυτή προτού οι Αμερικανοί διαβούν τον ποταμό Ρόερ, γιατί :

  1. Οι σύμμαχοι βρισκόντουσαν στην επίθεση για τόσο πολύ χρόνο, ώστε δεν μπορούσαν να φαντασθούν ότι ο εχθρός θα έπαιρνε και πάλι την πρωτοβουλία.
  2. Εφόσον εξακολουθούσαν τη δική τους επίθεση, είχαν πεισθεί ότι ο εχθρός δεν μπορούσε να ανταποδώσει το χτύπημα αποτελεσματικά.
  3. Υπολόγιζαν ότι αν ο εχθρός επιχειρούσε αντεπίθεση, αυτή θα ήταν περιορισμένη και θα υπήρχε μια άμεση απάντηση προς την Κολωνία και τα βιομηχανικά κέντρα του Ρουρ.
  4. Ολες αυτές οι σκέψεις αποδείχθηκαν λανθασμένες.  Αποδείχθηκε ότι ο Ρούντστεντ δεν είχε καμιά ανάμιξη στην τελευταία αντεπίθεση και όχι μόνο διαφώνησε, αλλά και  «ένιψε τας χείρας του» γι΄αυτή, αφήνοντας στους υφισταμένους του τη διεξαγωγή της, περιορίζοντας το στρατηγείο του να παίξει το ρόλο του γραφείου διεκπεραιώσεως των διαταγών του Χίτλερ.

Η πρόβλεψη και η απόφαση της αντεπιθέσεως των Αρδενών ήταν προσωπική ιδέα του Χίτλερ την οποία συνέλαβε στις αρχές Οκτωβρίου και σχεδιάσθηκε από την Ανώτατη Διοίκηση της Βέρμαχτ (Επιτελείο του Χίτλερ), με προοπτική να αρχίσει η εκτέλεσή της στα μέσα Δεκεμβρίου και παρά τη διαφωνία του Φούντσυεντ, απαγόρευσε κάθε αλλαγή ή τροποποίηση του δικού του σχεδίου.

 Περιγραφή  του Πεδίου  της Μάχης

Το έδαφος της περιοχής των Αρδενών, παρουσιάζει τα παρακάτω χαρακτηριστικά :

  • Εδαφικές εξάρσεις ύψους μεταξύ 400 και 700 μέτρων που διακόπτονται από πυκνό δίκτυο υδάτινων ρείθρων.
  • Πυκνά δασωμένα τμήματα εδάφους που δυσχεραίνουν την κίνηση και παρατήρηση.
  • Αρκετά δρομολόγια, πλην όμως ελάχιστα από αυτά είναι καλά και διέρχονται μέσα από πολλές στενωπούς και διασταυρώνονται επίσης με πολλούς χειμάρρους.
  • Κοιλάδες εξαιρετικά στενές που δεν προσφέρονται για ελιγμούς μηχανοκινήτων σχηματισμών.
  • Οι καλύτεροι οδικοί άξονες έχουν νοτιοδυτική  κατεύθυνση, οι γερμανοί όμως που επιθυμούσαν να κατευθυνθούν δυτικά και βορειοδυτικά θα ήταν υποχρεωμένοι να προελάσουν αντίθετα προς αυτούς και να χρησιμοποιήσουν δευτερεύουσες οδούς που ακολουθούν τις ελικοειδείς κοιλάδες των ποταμών ή να αγωνίζονται από χωριό σε χωριό και μέσα στα δάση.  Μετά από αυτό η όλη επιχείρηση θα μετατρεπόταν σε μια μάχη για τις οδούς και για τους οδικούς κόμβους.

Είναι γεγονός ότι το 1940 ο γερμανικός στρατός, κάτω από τον ίδιο στρατάρχη Ρούντστεντ, μέσω Αρδενών, είχε εισβάλει στη Γαλλία και κατά συνέπεια, η διαμόρφωση και οι δυσκολίες του εδάφους ήταν γνωστές στη γερμανική διοίκηση.  Και τότε όπως και τώρα, ισχυροί λόγοι την είχαν υποχρεώσει στην εκλογή του δύσκολου αυτού εδάφους, για την εξαπόλυση της επιθέσεώς της.  Τότε,  γιατί :

  • Νότια των Αρδενών, η γραμμή Μαζινώ κάλυπτε σταθερά το γαλλικό έδαφος και η μετωπική διάρρηξή της θα απαιτούσε πολλές δυνάμεις.
  • Βόρεια των Αρδενών, ισχυρές Γαλλοβρετανικές δυνάμεις και ο Βελγικός στρατός ανέμεναν πίσω από το Μεύση.

Δυνάμεις και Διάταξη Γερμανών

Κατά την περίοδο αυτή οι Γερμανοί είχαν κατορθώσει να συγκεντρώσουν στο Δυτικό Μέτωπο μια δύναμη 70 περίπου Μεραρχιών από τις οποίες 15 Τ/Θ.  Από τις Τ/Θ Μεραρχίες μόνον οι οκτώ διέθεταν άρματα τελευταίου τύπου  «Πάνθηρ» και  «Τίγρης».  Παρά όμως  τη φαινομενική υπεροχή απέναντι στους συμμάχους σε αριθμό Μεραρχιών, στην πραγματικότητα υστερούσαν σημαντικά από αυτές, τόσο από άποψη παρατακτής δυνάμεως ανδρών, με το δεδομένο ότι οι Μεραρχίες τους ήταν μικρότερης δυνάμεως, όσο και από πλευράς αρμάτων και λοιπών μέσων και εφοδίων.

Από τις δυνάμεις αυτές ο Στρατάρχης Φον Ρούντστεντ είχε συγκεντρώσει για την επίθεση στις Αρδένες 36 Μεραρχίες από τις οποίες 10 Τ/Θ.  Οι υπόλοιπες γερμανικές Μεραρχίες ήταν αναπτυγμένες σε αμυντικές αποστολές, δεξιά και αριστερά του μετώπου επιθέσεως, βόρεια μέχρι τις εκβολές του Μάας ποταμού και νότια κατά μήκος του Σάαρ και του Ρήνου μέχρι τα Ελβετικά σύνορα.

Οι Μεραρχίες αυτές αποτέλεσαν τη Β’ Ομάδα Στρατιών, Στρατάρχης Μόντελ (ΜΟDEL), που τάχθηκε στο μέτωπο των Αρδενών, σύμφωνα με την ακόλουθη διάταξη:

  • Την 6η Τ/Θ Στρατιά των SS , Στρατηγός Ντήτριχ (DIETRICH), αξιωματικός της απόλυτης εμπιστοσύνης του Χίτλερ, στο βόρειο τομέα των Αρδενών και αποτελούμενη από 4 Τ/Θ Μεραρχίες (1η, 2η, 9η και 12η), 4 Μεραρχίες Πεζικού (12η, 272η, 277η και 326η) και την 3η Μεραρχία Αλεξιπτωτιστών.
  • Την 5η Τ/Θ Στρατιά, Στρατηγός Μαντώυφελ (MΑNTEUFFEL), στον κεντρικό τομέα των Αρδενών και αποτελούμενη από 3 Τ/Θ Μεραρχίες (116η, 2η και Τ/Θ LHEP) και 4 Μεραρχίες Πεζικού (18η, 26η, 62 και 560η).
  • Από τις δύο πλευρές της κύριας αρματικής προσπάθειας (ζώνες ενεργείας 6ης και 5ης Τ/Θ Στρατιών) η 15η Στρατιά στη βόρεια και η 7η Στρατιά (Στρατηγός Μπραντενμιέγκερ) στη νότια πλευρά.
  • Εκτός από τις παραπάνω δυνάμεις, μία ειδική Τ/Θ Ταξιαρχία, Σχης Σκορτσένυ (SKORZENY), οι άνδρες της οποίας θα φορούσαν αμερικανικές στολές και θα επέβαιναν σε οχήματα και άρματα αμερικανικής κατασκευής, στα μετόπισθεν των συμμαχικών γραμμών, με στόχο τις γέφυρες του Μεύση.

Δυνάμεις και Διάταξη Συμμάχων

Με την έναρξη της γερμανικής επιθέσεως στις 16 Δεκεμβρίου 1944, οι Σύμμαχοι διέθεταν στο Δυτικό Μέτωπο συνολικά 63 Μεραρχίες, από τις οποίες 17 Τ/Θ.  Από αυτές 40 ήταν Αμερικανικές, 15 Βρετανοκαναδικές και 8 Γαλλικές. Οι δυνάμεις αυτές είχαν κατανεμηθεί και διαταχθεί από το Βορρά προς το Νότο όπως παρακάτω :

  • 21η Ομάδα Στρατιών, Στρατάρχης Μοντγκόμερυ, σύνολο 15 Μεραρχίες από τις οποίες 5 Τ/Θ.  Είχε καταλάβει το βόρειο τμήμα του μετώπου και ήταν αναπτυγμένη από τις εκβολές του Μεύση μέχρι 20 περίπου μίλια νοτιοδυτικά της συμβολής του με το Ρουρ.  Η γραμμή του μετώπου ακολουθούσε τη δυτική όχθη του Μεύση, αφήνοντας γερμανικό προγεφύρωμα 10 μιλίων περίπου δυτικά του Ρουρ.  Αυτή περιλάμβανε :
    • Την 1η Καναδική Στρατιά, Στρατηγός Κρίραρ (CRERER), σύνολο 6 Μεραρχίες από τις οποίες 2 Τ/Θ.
    • Τη 2η Βρεττανική Στρατιά, Στρατηγός Ντέμσεϋ (DEMPSEY), σύνολο 9 Μεραρχίες από τις οποίες 3 Τ/Θ.
  • 12η Ομάδα Στρατιών, Στρατηγός Μπράντλεϋ, σύνολο 31 Μεραρχίες από τις οποίες 8 Τ/Θ.  ΄Ηταν αναπτυγμένη αμέσως νότια της 21ης Ομάδας Στρατιών και το από 230 μίλια μέτωπό της ακολουθούσε αρχικά τη δυτική όχθη του Ρουρ, αφήνοντας ένα προγεφύρωμα στους Γερμανούς ανατολικά του ΄Ααχεν και στη συνέχεια τη δυτική όχθη του Σάαρ μέχρι και πέραν του Σααρμπούκεν, στο μέσον της αποστάσεως του από το Ρήνο.  Αυτή περιλάμβανε:
    • Την 9η Αμερικανική Στρατιά, Στρατηγός Σίμπσον (SIMPSON), σύνολο 7 Μεραρχίες από τις οποίες 2 Τ/Θ.  Είχε συγκεντρώσει τις Μεραρχίες της σε ένα στενό μέτωπο, εύρους μόλις 18 μιλίων, αμέσως ανατολικά του Μάαστριχτ.
    • Την 1η Αμερικανική Στρατιά, Στρατηγός Χότζες (HODGES), σύνολο 14 Μεραρχίες από τις οποίες 3 Τ/Θ.  Κατείχε θέσεις στο κέντρο του μετώπου της 12ης Ομάδας Στρατιών και είχε την ευθύνη ζώνης 115 μιλίων, τα δύο τρίτα της οποίας εκτείνονταν κατά μήκος των δασομένων Αρδενών και είχαν ανατεθεί στο αμερικάνικο VIII ΣΣ, Στρατηγός Μίντλετον (MIDDLETON), δυνάμεως 4 Μεραρχιών από τις οποίες μία Τ/Θ (από Βορρά προς Νότο : 106η, 4η, 28η ΜΠ και 9η Τ/Θ).
    • Την 3η Αμερικανική Στρατιά, Στρατηγός Πάττον (ΠΑΤΤΟΝ), σύνολο 10 Μεραρχίες από τις οποίες 3 Τ/Θ.  Αυτή είχε αναπτύξει τις Μεραρχίες της σε μέτωπο 100 μιλίων, από το Μοζέλα (στα σύνορα του Λουξεμβούργου) μέχρι το άκρο δεξιό της 12ης Ομάδας Στρατιών.
  • 6η Ομάδα Στρατιών, Στρατηγός Ντέβερς (DEVERS), σύνολο 17 Μεραρχίες από τις οποίες οι 4 Τ/Θ.  Αυτή κατείχε το νότιο τομέα του μετώπου από Στρασβούργο και, αφού άφηνε το μεγάλο επιμήκη θύλακο πλησίον του Κολμάρ, δυτικά του Ρήνου, στους Γερμανούς, έκλεινε στα Ελβετικά σύνορα, που στήριξε το δεξιό της και περιλάμβανε :
    • Την 7η Αμερικανική Στρατιά, Στρατηγός Πατς (PATCH), σύνολο 7 Μεραρχίες από τις οποίες οι 2 Τ/Θ.
    • Την 1η Γαλλική Στρατιά, Στρατηγός Ντε Τασινύ (DE  TASSIGNY),  σύνολο 8 Μεραρχίες από τις οποίες οι 2 Τ/Θ.

Κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων του Φθινοπώρου η συμμαχική αεροπορική υπεροχή, στο στρατηγικό και στον τακτικό τομέα, γινόταν ολοένα μεγαλύτερη και η αεροπορική υποστήριξη των χερσαίων δυνάμεων των Συμμάχων επιδρούσε σημαντικά στην ευνοϊκή εξέλιξη των επιχειρήσεων.  ΄Οσο οι συμμαχικές Στρατιές πλησίαζαν τη γερμανική μεθόριο είχε μελετηθεί η χρησιμοποίηση μιας τεράστιας αεροπορικής δυνάμεως, που αριθμούσε ένα σύνολο από 15.000 περίπου αεροσκάφη (5.000 καταδιωκτικά, 6.000 ελαφρά, μέσα και βαριά βομβαρδιστικά και 4.000 αναγνωριστικά, μεταφορικά και λοιπών τύπων), η οποία αποτελούσε την τακτική αεροπορική δύναμη των συμμαχικών δυνάμεων του Δυτικού Μετώπου.  Διοικητής της αεροπορικής αυτής δυνάμεως ήταν ο βρετανός Στρατάρχης Αεροπορίας Τέντερ (TENTER).

Σχέδια και Αποστολές Γερμανών

Το Σεπτέμβριο του 1944, ο Χίτλερ, ενόψει της διπλής θανάσιμης απειλής κατά της χώρας του, τόσο στο Ανατολικό Μέτωπο, που οι Ρώσοι προπαρασκεύαζαν τη διάβαση του Βιστούλα, όσο και στο Δυτικό, μετά τη θεαματική προέλαση των Συμμάχων προς το Ρήνο, αναζητούσε μια ευκαιρία για να επιτεθεί κάπου, ώστε :

  1. Να πετύχει κέρδος χρόνου, με την ελπίδα ότι οι διαρκώς τελειοποιούμενες γερμανικές εφευρέσεις νέων όπλων θα του έδιναν την τελική νίκη επί των Συμμάχων.
  2. Να διατηρήσει το ηθικό του στρατού και του λαού του που συνεχώς έπεφτε, με μια εντυπωσιακή νίκη σε οποιοδήποτε μέτωπο.

Στο Ανατολικό Μέτωπο κατά την περίοδο αυτή, κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο, λόγω της συντριπτικής υπεροχής των Σοβιετικών δυνάμεων, που είχαν ενισχυθεί και από την Αμερική με παντοειδές υλικό.  Κατά συνέπεια ως μόνη λύση απέμενε η εκτόξευση στον κατάλληλο χρόνο και τομέα του Δυτικού Μετώπου μιας ισχυρής επιθέσεως με ευρύ στρατηγικό αντικειμενικό σκοπό. Μετά από αυτό, το επιτελείο του Χίτλερ εκπόνησε το παρακάτω σχέδιο, το οποίο γενικά προέβλεπε :

  1. Σε πρώτη φάση οι γερμανικές δυνάμεις που θα μετείχαν στην επιχείρηση και ιδίως οι Τ/Θ, θα ενεργούσαν σε δύο άξονες (Μαλμεντύ-ποταμός Μεύσης προς Αμβέρσα και Βιαντέν-Μπαστόν-Ναμούρ προς Βρυξέλες) θα πετύχαιναν τη διάσπαση του συμμαχικού μετώπου στις Αρδένες, θα ενεργούσαν για κατάληψη των γεφυρών, μεταξύ Ναμούρ και Λιέγης, του Μεύση και θα εξασφάλιζαν προγεφυρώματα δυτικά τούτου.
  2. Σε δεύτερη φάση, θα συνέχιζαν την προέλασή τους βορειοδυτικά και θα καταλάμβαναν την Αμβέρσα και τις Βρυξέλες, δηλαδή την περιοχή της κύριας βάσεως ανεφοδιασμού των Συμμάχων στο Βόρειο Τομέα του μετώπου, για να τους εξαναγκάσουν  να εκκενώσουν την ηπειρωτική Ευρώπη.
  3. Δύο δευτερεύουσες ενέργειες δεξιά και αριστερά του κύριου μετώπου επιθέσεως, δηλαδή:
    1. Την πρώτη στο άκρο δεξιό, με επιδίωξη την από Βορρά παράκαμψη της Λιέγης και την κατάληψη του Μάαστριχτ.
    2. Την δεύτερη στο άκρο αριστερό, προκειμένου να διατηρήσει ανοικτό το νότιο χείλος του ρήγματος, από τη συμβολή Μοζάλα-Σάαρ μέχρι την πόλη Ντινάν, και να καλύψει το αριστερό πλευρό της κύριας ενέργειας.
  4. Την υποστήριξη της επιθέσεως με ειδικές ομάδες δολιοφθορέων (Ταξιαρχία Σκορτσένυ), είτε με ρίψη τους έγκαιρα πίσω από τις συμμαχικές γραμμές με αλεξίπτωτα, είτε με κίνηση πάνω σε αμερικανικά τζιπ τα οποία θα προπορεύονταν των αρμάτων.

Με το παραπάνω γενικό σχέδιο υπολογιζόταν ότι το συμμαχικό μέτωπο θα διαχωριζόταν ανεπανόρθωτα και ενώ οι συμμαχικές δυνάμεις που βρίσκονταν νότια του ρήγματος θα εξαναγκάζονταν σε μια βαθειά σύμπτυξη προς τα δυτικά, ο όγκος των δυνάμεων που βρίσκονταν βόρεια του ρήγματος θα κινδύνευε να κυκλωθεί και να εξουδετερωθεί.  Εκτός τούτου υπολογιζόταν ότι σημαντικές ποσότητες καυσίμων και άλλου πολεμικού υλικού των Συμμάχων θα ερχόταν ανέπαφο, στα χέρια τους, ώστε να ενισχυθεί η πιθανότητα μιας επιτυχημένης γι’ αυτούς παρατάσεως του πολέμου.

ΣΧΕΔΙΑΓΡΑΜΜΑ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ 086 ΑΡΔΕΝΕΣ-2

Αποστολές

Για την υλοποίηση του υπόψη σχεδίου δόθηκαν οι παρακάτω γενικές αποστολές:.

  • Η 6η Τ/Θ Στρατιά στο Βόρειο Τομέα των Αρδενών θα ενεργούσε και θα καταλάμβανε το Μονσχάου και το Μπούτκεμπαχ και θα διάνοιγε την οδό προς Εουπεν και Βερβιέρ.  Μέσα από το ρήγμα που θα δημιουργόταν, θα εισχωρούσαν 2 Τ/Θ Μεραρχίες και θα κατευθύνονταν προς Μαλμεντύ και Στάβελοτ, ενώ άλλες δυνάμεις θα κάλυπταν την κίνηση από Βορρά.  Δυτικά του Στάβελοτ η ειδική Ταξιαρχία Σκορτσένυ θα κατευθυνόταν προς τις γέφυρες του Μεύση.
  • Η 5η Τ/Θ Στρατιά θα ενεργούσε στον κεντρικό τομέα των Αρδενών και θα προσπαθούσε να καταλάβει τους σπουδαίους οδικούς κόμβους Σαιντ Βιθ και Μπαστόν.  Στη συνέχεια διαμέσου του Χουφαλάιζ θα κατευθύνονταν προς βορειοδυτικά, με απώτερο σκοπό το Μεύση διαμέσου Ναμούρ και Ντυνάν.
  • Η 7η Στρατιά στο Νότιο Τομέα θα περνούσε τον ποταμό Ουρ μεταξύ Βιαντέν και Εχτερνάχ και θα εγκαθιστούσε σταθερή πλαγιοφυλακή βόρεια του Λουξεμβούργου και της Αρλόν, ενώ η ενέργεια της 15ης Στρατιάς με την οποία προβλεπόταν να καλυφθεί η κυρία επίθεση από Βορρά, προς την κατεύθυνση του Μάαστριχτ, εγκαταλήφθηκε, αφήνοντας τους Συμμάχους ελεύθερους να μεταφέρουν εφεδρείες από Βορρά.
ΣΧΕΔΙΑΓΡΑΜΜΑ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ 087 ΑΡΔΕΝΕΣ-3

Αποστολές

Σχέδια και Αποστολές Συμμάχων

Οπως έχει αναφερθεί, όλες οι αρχικές εκτιμήσεις που γίνονταν προ της μάχης των Αρδενών, κατέληγαν στο συμπέρασμα ότι οι Γερμανοί δεν μπορούσαν να εκτοξεύσουν μια ισχυρή αντεπίθεση με αντικειμενικούς σκοπούς σε μεγάλο βάθος και ότι μόνο τοπικές και περιορισμένες αντεπιθέσεις θα μπορούσαν να επιχειρήσουν.  Οπως ήταν επόμενο οι Σύμμαχοι, όχι μόνο αμυντικό σχέδιο δεν εκπόνησαν, αλλά αντίθετα σκόπευαν να συνεχίσουν τις επιθετικές τους επιχειρήσεις και δόθηκε εντολή στην 1η Αμερικανική Στρατιά να προπαρεσκευασθεί για επίθεση κατά των φραγμάτων του Ρόερ και στην 3η για παρόμοια ενέργεια κατά του Σάαρ.  Τον τομέα των Αρδενών, τον οποίο θεωρούσαν ως παθητικό έδαφος, κάλυψαν σχεδόν ολόκληρο μόνο με το 8ου ΣΣ, το οποίο υποχρεώθηκε να διαθέσει τις δυνάμεις του σε πολύ αραιή διάταξη πράγμα το οποίο συντέλεσε στην ταχεία διάσπαση του μετώπου του.

Διεξαγωγή  της  Μάχης

Στις 0530 της 16 Δεκεμβρίου, 2.000 γερμανικά πυροβόλα άρχισαν να βομβαρδίζουν τις αμερικανικές θέσεις.  Με την κάλυψη του πυρός και της ομίχλης, εξόρμησε το πεζικό και πίσω από αυτό 5 Τ/Θ Μεραρχίες, έτοιμες να εκμεταλλευθούν κάθε ρήγμα.

Κατά τη διάρκεια της 16 Δεκεμβρίου, δύο ρήγματα είχαν σχηματισθεί στο μέτωπο του 8ου Aμερικανικού ΣΣ, ένα στο ύψος Μαλμεντύ-Στάβελοτ και το άλλο προς Μπαστόν. Ομως οι Γερμανοί απείχαν πολύ από την επίτευξη των τεθέντων ΑΝΣΚ της πρώτης ημέρας.  Ούτε το Σεν Βιθ ούτε η Μποστόν είχαν καταληφθεί.  Με τη συμπλήρωση 48ωρών τα γερμανικά άρματα είχαν επιτύχει διεισδύσεις μέχρι βάθος 15 μόνο μιλίων, χωρίς όμως να πετύχουν την κατάληψη ζωτικών συγκοινωνιακών κόμβων και την πλήρη εκμηδένιση των απέναντί τους αμερικανικών δυνάμεων, πολύ δε περισσότερο να φθάσουν στο Μεύση, όπως προβλεπόταν από το πολύ φιλόδοξο γερμανικό σχέδιο.

Ταυτόχρονα, η υποβοηθητική ενέργεια των ειδικών ομάδων σαμποτέρ του Σκορτσένυ δεν κατόρθωσε να αποδώσει τα αναμενόμενα αποτελέσματα, λόγω καιρικών συνθηκών και ελλιπούς ενημερώσεως των πιλότων των αεροσκαφών που μετέφεραν τις δυνάμεις αυτές.

Ο Αϊζενχάουερ πληροφορήθηκε στο στρατηγείο του την έναρξη της γερμανικής επιθέσεως το απόγευμα της 16 Δεκεμβρίου.  Η πρώτη εντύπωση ήταν ότι η εχθρική ενέργεια δεν αποτελούσε απλή επίδειξη ή παραπλάνηση, αλλά ότι απέβλεπε στο να ανακόψει την προέλαση προς Σάαρ και ότι ένα ισχυρό πλήγμα είχε καταφερθεί στο 8ο Αμερικανικό ΣΣ, στις Αρδένες, τον πιο ευαίσθητο τομέα της όλης συμμαχικής διατάξεως.

Ύστερα από αυτό για να διατηρηθεί ο ζωτικός συγκοινωνιακός κόμβος της Μποστόν, αποφασίσθηκε από την επομένη (17 Δεκεμβρίου), να μετακινηθούν γρήγορα προς Αρδένες η 7η και η 10η Τ/Θ Μεραρχίες της 9ης και 3ης Στρατιάς αντίστοιχα, ενώ η αποδέσμευση της διατιθέμενης από τον Αϊζενχάουερ εφεδρείας (82η και 101η Αερομεταφερόμενες (Α/Μ) Αμερικανικές Μεραρχίες) καθυστέρησε κάπως και η προώθησή της στο μέτωπο άρχισε μόλις στις 18 Δεκεμβρίου.  Το όριο εχθρικής διεισδύσεως εκτιμήθηκε ότι πρέπει να βρίσκεται σε τέτοιο σημείο ώστε να καλύπτει τις πόλεις Λουξεμβούργου και Σεντάν στο Νότο, την ποτάμια γραμμή του Μεύση στη Δύση και τη Λιέγη στο Βορρά.

Στο βόρειο πλευρό του ρήγματος η κατάσταση ήταν περισσότερο σοβαρή και έπρεπε να ανακοπεί η εχθρική προέλαση με εμπλοκή στη μάχη νέων Μονάδων, γιατί απειλούνταν οι στρατηγικοί ΑΝΣΚ (Αμβέρσα, Βρυξέλες, αποκοπή γραμμών συγκοινωνιών των Συμμάχων κτλ).  Στο Νότο όμως τα πράγματα ήταν ευνοϊκότερα, γιατί η γερμανική πίεση εκεί ήταν μικρότερης εντάσεως και γιατί η 3η Στρατιά του Πάττον, που ήταν έτοιμη να επιτεθεί προς το Ρήνο, δεν είχε παρά να μεταβάλει γρήγορα μέτωπο και να ενεργήσει προς Βορρά, στην κατεύθυνση Αρλόν-Μπαστόν, στο πλευρό της Γερμανικής διεισδύσεως.

Στο μεταξύ το βράδυ της 17ης Δεκεμβρίου το συγκρότημα Πίπερ (αριστερή κατεύθυνση επιθέσεως της 6ης Στρατιάς, των SS) έφθασε στο Στάβελοτ οκτώ μίλια μόνο από το Στρατηγείο της 1ης Αμερικανικής Στρατιάς και ακόμα πιο κοντά από δύο αποθήκες βενζίνης, που περιείχαν 2 1/2 εκατομμύρια γαλόνια και τις οποίες οι Σύμμαχοι μόλις την τελευταία στιγμή κατόρθωσαν να καταστρέψουν.  Στο δεξιό του Πίπερ, οι Αμερικανικές 2η και 99η Μεραρχίες.  Τηρούσαν σταθερά τη γραμμή Μοντσάου-΄Ελσενμπορν, η δε 12η των SS καθηλωνόταν ακόμα προ του Μπούτκενμπαχ από στοιχεία της μετακινούμενης προς τον τομέα αυτόν 1ης Αμερικανικής Μεραρχίας.  Η 7η Τ/Θ Μεραρχία, που κινήθηκε το πρωί της 17 Δεκεμβρίου από περιοχή βόρεια του ΄Ααχεν, έφθασε το βράδυ στο Σειν Βιθ και εγκαταστάθηκε πλησίον αυτής αντιστεκόμενη σθεναρά στις γερμανικές επιθέσεις.

Βόρεια από το Σαιντ Βιθ, η ομάδα Πέιπερ, αφού ανέκοψε την προέλασή της στράφηκε προς Βορρά, όπου αντιμετωπίσθηκε με σθεναρή αντίσταση από την 1η Αμερικανική Στρατιά.  Στο μεταξύ η 30η Αμερικανική Μεραρχία, που μεταφέρθηκε από τον τομέα του Ρόερ, επιτέθηκε στα πλευρά της ομάδας Πέιπερ και το βράδυ της 18ης Δεκεμβρίου ανακατέλαβε το Στάβελοτ και απέκοψε τη γραμμή ανεφοδιασμού αυτής. Έτσι, η ελπίδα των Γερμανών για ταχεία άφιξη στο Μεύση άρχισε να διαψεύδεται, αφού αποκλείσθηκε και ο άξονας προελάσεως του Πέιπερ και από την 82η Α/Μ Μεραρχία που εγκαταστάθηκε το βράδυ της ίδιας ημέρας πλησίον του Βερμπομόν.

Νότια από το Σαιντ Βιθ, το πρωί της 18ης Δεκεμβρίου, ο Στρατηγός Μαντώυφελ έριξε τις τρεις Τ/Θ Μεραρχίες του στο ρήγμα που είχε επιτευχθεί (την 116η προς Χουφαλάιζ, τη 2η και LHER προς Μπαστόν).  Μπροστά από αυτές δεν βρισκόταν πλέον τίποτα για να ενεργήσει, παρά μόνο μια ανίσχυρη Διοίκηση Μάχης.  Στην Μπαστόν βρισκόταν το Στρατηγείο του Διοικητή του 8ου Αμερικανικού ΣΣ, Στρατηγού Μίντλεντον, προσέτρεχαν δε προς αυτή η 101η (Α/Μ) Μεραρχία και μία Διοίκηση Μάχης της 10ης Τ/Θ Μεραρχίας.  Η Τ/Θ Μεραρχία LHER,  που έφθασε το βράδυ σε απόσταση 5 μιλίων από την Μπαστόν, αποφάσισε να την καταλάβει κατά τη διάρκεια της νύκτας.  Στο μεταξύ έφθασαν συμμαχικές ενισχύσεις και δεν έγινε δυνατή η κατάληψή της.  Στις 19 του μήνα οι Γερμανοί περιέβαλαν την Μπαστόν και κατέλαβαν το Χουφαλάι και το Βιλτζ.

η.  Το βράδυ της 19ης Δεκεμβρίου, από το Σαιντ Βιθ μέχρι το Ντίεκιρχ, σε μέτωπο 25 μιλίων, η μόνη οργανωμένη αντίσταση παρουσιαζόταν στη Μπαστόν.  Ο Στρατηγός Μαντώυφελ, ζήτησε ενισχύσεις από το Στρατηγό Μόντελ προκειμένου να κινηθεί προς το Μεύση.  Ο Μόντελ διαβίβασε την αίτησή του προς το Στρατηγείο του Χίτλερ και εισηγήθηκε, ότι, αφού ο Ντήντριχ είχε καθηλωθεί, οι εφεδρικές, δύο Τ/Θ Μεραρχίες SS και τρεις Τ/Θ Μεραρχίες της Βέρμαχτ θα έπρεπε να διατεθούν νότια του Σεν Βιθ, για να εκμεταλλευθούν το ρήγμα που δημιούργησε ο Μαντώυφελ.  Ο Χίτλερ όμως, που επιθυμούσε για κομματικούς λόγους να καταφερθεί το αποφασιστικό χτύπημα με την 6η Τ/Θ Στρατιά SS, του διέθεσε μόνο τις τρεις Τ/Θ Μεραρχίες της Βέρμαχτ και κράτησε τις υπόλοιπες δύο στη διάθεση της 6ης Στρατιάς.

Ο Αϊζενχάουερ διαπίστωσε ότι η κατάσταση είχε γίνει κρίσιμη.  Στο Βορρά οι Γερμανοί πλησίαζαν στη Λιέγη.  Στο Νότο είχαν καταλάβει το Χουφαλάιζ και πλησίαζαν το Λαροσέ.  Στο Σεν Βιθ η κατάσταση παρουσιαζόταν ασαφής.  Δεν υπήρχαν διαθέσιμες δυνάμεις για να κλείσουν το κενό μεταξύ Μπαστόν και Βερμπομόν, ούτε και να παρεμποδίσουν την κύκλωση της Μπαστόν.  Μέσω του κενού οι Γερμανοί προέλαυναν προς τη γραμμή του Μεύση που έμεινε εντελώς ανυπεράσπιστη.  Την κατάσταση επιδείνωσαν οι άνδρες του Σκορτσένυ που προκάλεσαν μεγάλη σύγχυση στους Συμμάχους.

Οι εφεδρείες των Συμμάχων λιγοστές και αυτές στην Αγγλία, χωρίς να μπορούν να αντιμετωπίσουν άμεσα την κρίση.  Η γερμανική διείσδυση είχε διαχωρίσει το συμμαχικό μέτωπο στα δύο.  Κατόπιν τούτου ο Αϊζενχάουερ πήρε τις παρακάτω αποφάσεις:

  1. Διέταξε τις μονάδες Μηχανικού και Ανεφοδιασμών να κινητοποιηθούν για να εξασφαλίσουν τις γέφυρες του Μεύση από Γκιβέ μέχρι Λιέγης, τις οποίες θα χρησιμοποιούσε το Βρετανικό 30ο ΣΣ με πρωτοβουλία του Μοντγκόμερυ.
  2. Εξουσιοδότησε τον Πάττον να επιτεθεί από νότια προς Μπαστόν με 4 Μεραρχίες μέχρι τις 22 Δεκεμβρίου και για να τον διευκολύνει στην εξεύρεση των δυνάμεων, μετατόπισε βορειότερα τη ζώνη ευθύνης της 6ης Ομάδας Στρατιών.
  3. Εθεσε όλες τις δυνάμεις που βρίσκονταν βόρεια του ρήγματος στις διαταγές της 21ης Ομάδας Στρατιών και περιόρισε την 12η Ομάδα Στρατιών στη διοίκηση των δυνάμεων νότια του ρήγματος.

ΣΧΕΔΙΑΓΡΑΜΜΑ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ 088 ΑΡΔΕΝΕΣ-4

Οι Ενέργειες του Μοντγκόμερυ και η Πτώση του Σεν Βιθ.

Ο Μοντγκόμερυ προσήλθε το απόγευμα της 20ής Δεκεμβρίου στο Τακτικό Στρατηγείο της 1ης Αμερικανικής Στρατιάς και είχε ορισμένες διαφωνίες, όσον αφορά τον τρόπο ενεργείας, με το Στρατηγό Χότζες, οι απόψεις του οποίου επικράτησαν.  Αποφασίσθηκε οι ενέργειές τους να αποβλέπουν στην ευθυγράμμιση του μετώπου με προέλαση και όχι με υποχώρηση, για αποκατάσταση του συνδέσμου με τις δυνάμεις που βρίσκονταν στο Σαιντ Βιθ.

Το 28ο Α/Μ ΣΣ που βρισκόταν στην περιοχή Βερμπομόν-Γκραντμενίλ και αποτελούνταν από την 82η Α/Μ Μεραρχία και μία Διοίκηση Μάχης, διατάχθηκε να ανασυγκροτήσει τη γραμμή Μαλμεντύ-Σεν Βιθ-Χουφαλάιζ και να λάβει επαφή με τις μονάδες που βρίσκονταν στην Μπαστόν.  Η ενέργεια αυτή όσο δύσκολη και αν ήταν για τις περιορισμένες δυνάμεις του 180 ΣΣ, στην πιο δύσκολη περίπτωση θα κάλυπτε τη συγκέντρωση του Αμερικανικού 7ο, για μια περισσότερο αποτελεσματική αντεπίθεση.  Τη νύκτα της 20ής Δεκεμβρίου, η 82η Α/Μ Μεραρχία προσέγγισε στον ποταμό Σαλμ και περιέσφιξε το δακτύλιο γύρω από τη φάλαγγα του Πέιπερ και αποκατέστησε συγχρόνως και το σύνδεσμο με το δυτικό άκρο των δυνάμεων που βρισκόταν στο Σεν Βιθ.  Την επομένη όμως η γερμανική 116 Τ/Θ Μεραρχία κατέβηκε στην κοιλάδα Ουρθ και επιτέθηκε κατά του Χαττόν, 30 μίλια δυτικά του Σαιντ Βιθ, βαθιά μέσα στα μετόπισθεν της συμμαχικής διατάξεως.  Προτού γίνει δυνατή η απόκρουση αυτής της απειλής, οι δυνάμεις της Σαιντ Βιθ υποχώρησαν και το 180ο Α/Μ ΣΣ δέχθηκε ολόκληρη την πίεση του επιτιθέμενου 2ου Τ/Θ ΣΣ των SS.  Η 1η Αμερικανική Στρατιά βρισκόταν μπροστά από μια νέα σειρά γερμανικών επιθέσεων, ισχυρότερων από εκείνες που είχαν θραύσει το μέτωπό της προ 6 ημερών.  Συγκεκριμένα :

  1. Η πρώτη από τις νέες αυτές επιθέσεις εκτοξεύθηκε κατά του τομέα Μαλμεντύ-Μπούλκεμπαχ – Μονσχάου, το πρωί της 21ης Δεκεμβρίου και διήρκεσε με αυξανόμενη ένταση για δύο εικοσιτετράωρα.  Οι επιτιθέμενοι δεν κατόρθωσαν να διασπάσουν την αμυντική γραμμή και για να συγκρατηθεί αυτή, οι Αμερικανοί διέθεσαν το μισό σχεδόν της 1ης Στρατιάς, σε στιγμές κατά τις οποίες οι εφεδρείες τους ήταν απολύτως απαραίτητες για την αποκατάσταση του δυτικού πλευρού του ρήγματος.
  2. Η δεύτερη επίθεση εκτοξεύθηκε κατά των αμερικανικών δυνάμεων στο Σεν Βιθ και τις εξανάγκασε να συμπτυχθούν πέρα από τον ποταμό Σαλμ.  Η σύμπτυξη εκτελέσθηκε με τάξη, αλλά οι Γερμανοί κατόρθωσαν να αποκτήσουν μια ξεκαθαρισμένη οδό μέσω ΣαιΣεν Βιθ προς Χουφαλάιζ και Σεν Χουμπέρ, που καταλήφθηκε στις 23 Δεκεμβρίου.
  3. Στην κατεύθυνση της κοιλάδας του Σαλμ, εκτοξεύθηκε η τρίτη επίθεση και υποχρέωσε τον Μοντγκόμερυ να αποσύρει την 82η Α/Μ Μεραρχία από τη γραμμή Σαλμ και έτσι άφησε τον έλεγχο της οδού Σεν Βιθ-Βιελσάλμ-Λαροσέ στους Γερμανούς.
  4. Η τέταρτη επίθεση που απέβλεπε στην προέλαση μέσω της Μαρσέ προς Ναμούρ, βασικά απέτυχε, πλην όμως η 2η Τ/Θ Μεραρχία των SS , στράφηκε νοτιοδυτικά της Μαρσέ, παρέκαμψε το Ροσεφόρ και κατευθύνθηκε προς το Ντυνάν, από το οποίο στις 23 Δεκεμβρίου απείχε μόνο τέσσερα μίλια.

Ο Μοντγκόμερυ όμως δεν ανησυχεί, αφού οι Γερμανοί δεν κατευθύνονταν προς τη γραμμή Μεύση, μεταξύ Ναμούρ και Λιέγης.  Από το βράδυ της 21ης Δεκεμβρίου, τις γέφυρες κοντά στο Ναμούρ, στο Ντυνάν και στο Γκιβέ, τις κατείχαν σταθερά βρετανικά στρατεύματα και το Βρετανικό ΧΧΧ ΣΣ αναπτυσσόταν δυτικά του Μεύση, έτοιμο να εξουδετερώσει κάθε προγεφύρωμα που ήταν δυνατόν να δημιουργηθεί, ή να αποκρούσει οποιαδήποτε επίθεση βόρεια του ΄Ααχεν.

Οι Αγώνες γύρω από την Μπαστόν και η Αντεπίθεση της 3ης Στρατιάς (Πάττον).

Εάν η 131η Α/Μ Μεραρχία δεν κατόρθωνε να φθάσει έγκαιρα στη Μπαστόν τη νύκτα της 18ης Δεκεμβρίου, η γερμανική Τ/Θ Μεραρχία   LEHR (Στρατηγός Μπαγερλάιν) θα καταλάμβανε την πόλη στις 19 και τα μηχανοκίνητα του Μαντώυφελ θα διέτρεχαν με ευχαίρεια την απόσταση μέχρι Ντυνάν και Ναμούρ στις 19 και 20 Δεκεμβρίου.  Κατά τις ημέρες εκείνες καμιά συμμαχική δύναμη υπήρχε μεταξύ Ουρθ και Μεύση.  Με τη σθεναρή όμως άμυνα της 131ης Α/Μ Μεραρχίας, οι Γερμανοί απασχολήθηκαν για τρεις ημέρες στην πολιορκία της Μπαστόν και έτσι δόθηκε ο χρόνος στο Στρατηγό Χότζες να εγκαταστήσει την ισχυρή αμυντική γραμμή του μεταξύ Στάβελοτ και Μαρσέ.  Οι επιθέσεις των Γερμανών που εκτοξεύθηκαν κατ΄επανάληψη εναντίον της Μπαστόν στις 21 Δεκεμβρίου, καθώς και προτάσεις για την παράδοση της Φρουράς στις 22 του ίδιου μήνα, αποκρούσθηκαν από τους αμυνομένους.

Στο μεταξύ η 3η Αμερικανική Στρατιά, σύμφωνα με την απόφαση που έλαβε στις 19 Δεκεμβρίου ο Αϊζενχάουερ, άρχισε να προπαρασκευάζεται για την εκτόξευση της αντεπιθέσεως από το Νότο εναντίον του γερμανικού θυλάκου και μέσα σε λίγο χρόνο μετέφερε τον όγκο της δυνάμεως (τρία ΣΣ) από ανατολικά  (μέτωπο Σάαρ) και κατεύθυνε τούτον προς βορειοδυτικά.  Αναλυτικότερα, η διάταξη της 3ης Στρατιάς κατά την έναρξη της αντεπιθέσεως, ήταν η παρακάτω :

  1. Στο αριστερό (Δυτικό άκρο), το 8ο ΣΣ, που διατηρούσε και τη διοίκηση της φρουράς της Μπαστόν.
  2. Στο κέντρο, το 3ο ΣΣ (26η, 83η ΜΠ και 4η Τ/Θ Μεραρχία) στη γενική κατεύθυνση Αρλόν-Μπαστόν.
  3. Στο δεξιό, το 12ο ΣΣ (4η και 5η ΜΠ, μία Διοίκηση Μάχης της 10ης Τ/Θ Μεραρχίας και το 2ο Συγκρότημα Ιππικού).
  4. Ανατολικά στο μέτωπο του Σάαρ, το 20ο ΣΣ (90ή και 95η ΜΠ, 63η Τ/Θ Μεραρχία και 3ο και 6ο Συγκροτήματα Ιππικού) με εντολή τη διατήρηση των «εξεχουσών» του Σάαρ και την προστασία των νώτων του υπολοίπου της Στρατιάς.

Στις 23 Δεκεμβρίου οι πολιορκούμενοι της Μπαστόν ανεφοδιάσθηκαν με πυρομαχικά από αέρα, γιατί αυτά είχαν αρχίσει να εξαντλούνται και έτσι τους κατέστησε ικανούς να αποκρούσουν ισχυρή γερμανική επίθεση που εκτοξεύθηκε τη νύκτα.  Η επίθεση αυτή, η ισχυρότερη από της κυκλώσεως της Μπαστόν, έφερε ορισμένα Γερμανικά άρματα μέσα στην πόλη.  Οι Αμερικανοί όμως κατόρθωσαν να ανατρέψουν το Πεζικό που συνόδευε αυτά και μέχρι το πρωί, να αποκαταστήσουν το ρήγμα.  Η ευνοϊκή αυτή εξέλιξη έδωσε την δυνατότητα στο αμερικανικό 3ο ΣΣ να επαναλάβει την προχώρησή του και οι προπορευόμενες Μονάδες του να βρίσκονται, στις 24 Δεκεμβρίου, 6-8 μίλια νότια της Μπαστόν, ενώ Μονάδες του 12ου ΣΣ που ενεργούσε δεξιά, πλησίαζαν στο Βιαντέν και Εχτερναχ.

Οι Γερμανοί έβλεπαν ότι δεν ήταν δυνατόν να πετύχουν τους ΑΝΣΚ, λόγω αντιστάσεως των Συμμάχων και ελλείψεως καυσίμων.  Η αναθεώρηση επομένως του αρχικού σχεδίου ήταν επιτακτική και γι’ αυτό το λόγο υποβλήθηκε στο Χίτλερ σχετική πρόταση.

Το νέο σχέδιο προέβλεπε στήριξη του αριστερού πλευρού τους στο Μεύση και στη συνέχεια στροφή της επιθετικής προσπάθειας προς Βορρά.  Η 5η Τ/Θ Στρατιά (4 Τ/Θ Μεραρχίες θα επιτίθονταν μεταξύ των ποταμών Μεύση και Ουρθ προς Χουί, η δε 6η Τ/Θ Στρατιά (4 Τ/Θ Μεραρχίες των SS) μεταξύ Ουρθ και Σαλμ προς Λιέγη. Οι δυνάμεις αυτές που θα επιτίθονταν από τον κάτω Ρόερ, σύμφωνα με το Στρατάρχη Μόντελ, θα εξοικονομούνταν, εφόσον εγκατέλειπαν την προγραμματισμένη επίθεση στην Αλσατία για την 1η Ιανουαρίου. Ο Χίτλερ αποδέχθηκε το νέο σχέδιο, εκτός από την εγκατάλειψη της επιθέσεως προς Αλσατία, γιατί πίστευε ότι αυτή θα προσέλκυε τις δυνάμεις του Πάττον, οι οποίες απειλούσαν να λύσουν την πολιορκία της Μπαστόν και έθεσε ως προϋπόθεση εφαρμογής του την κατάληψη της Μπαστόν.

Για την κατάληψη της Μπαστόν, ο Μαντώυφελ διέθεσε και νέα Μεραρχία (15η Μηχανοκίνητη) και είχε την πρόθεση να εκτοξεύσει τη νέα του αυτή επίθεση από βορειοδυτική κατεύθυνση.  Την παραμονή των Χριστουγέννων όλες οι προετοιμασίες της επιθέσεως είχαν περατωθεί και στις 0300 της 25ης, οι Γερμανοί εκτόξευσαν την επίθεσή τους και κατόρθωσαν να διεισδύσουν μέσα στις αμερικανικές γραμμές σε μέτωπο τριών μιλίων περίπου.  Τα άρματα όμως κινήθηκαν για εκμετάλλευση του ρήγματος, εξουδετερώθηκαν όλα από τα αμερικανικά αντιαρματικά και το πρωί η γραμμή είχε και πάλι αποκατασταθεί.  Στις 26, επαναλήφθηκε η επίθεση, ήταν όμως αργά, γιατί στις 1645 μία φάλαγγα του Πάττον, έφθασε στον περίβολο και η πολιορκία της Μπαστόν λύθηκε. Η αποτυχία της επιθέσεως των Γερμανών κατά της Μπαστόν αποτέλεσε σοβαρό πλήγμα γι’ αυτούς και τα δυσμενή αποτελέσματά της ήταν εμφανή στις μεταξύ Ροσεφόρ και Ντυνάν γερμανικές δυνάμεις.

Η Εξάλειψη του Θύλακα.

Την ημέρα των Χριστουγέννων η εμπροσθοφυλακή της Γερμανικής 2ης Τ/Θ Μεραρχίας παρέμεινε αδρανής στην κορυφογραμμή πάνω από το Ντυνά, περιμένοντας καύσιμα και ενισχύσεις.  Η αναμονή αυτή παρατάθηκε για δύο σχεδόν ημέρες κατά τη διάρκεια των οποίων η υπόλοιπη Μεραρχία αγωνιζόταν να καταλάβει το Ροσεφόρ και το Μαρσέ.  Στο αριστερό της η Τ/Θ Μεραρχία LEHR, αγγιστρωμένη με ένα από τα Συντάγματά της στη Μπαστόν, δεν μπόρεσε να προελάσει πέρα από το Σαιντ Χουμπέρ.  Στο δεξιό της η 116 Τ/Θ Μεραρχία είχε αναχαιτισθεί μεταξύ Μαρσέ και Χαττόν.  Από τις τρεις Τ/Θ Μεραρχίες που διατέθηκαν στην 5η Τ/Θ Στρατιά, η μία είχε διατεθεί στο Μπούτκενμπαχ, η άλλη είχε αγκυστρωθεί στη Μπαστόν και η Τρίτη από έλλειψη καυσίμων πλησίον της Μαρσέ.  Κάτω από αυτές τις συνθήκες δόθηκε η ευκαιρία στο Αμερικανικό 7ο ΣΣ να κατορθώσει μέχρι τις 27 Δεκεμβρίου να ανατρέψει τις γερμανικές δυνάμεις γύρω από το Σεγέ και να απωθήσει αυτές προς Ροσεφόρ.

Στο μεταξύ από τις 25 μέχρι τις 29 Δεκεμβρίου ο καιρός βελτιώθηκε αρκετά και η συμμαχική αεροπορία έκανε πολλές εξόδους (15.000 περίπου) και προσέβαλε όχι μόνο την κυκλοφορία στις Αρδένες, αλλά σε ολόκληρη την περιοχή της Ρηνανίας με αποτέλεσμα την αναδιοργάνωση των γραμμών μεταφοράς και στη συμβολή για την εξάλειψη του θυλάκου.

Η ήττα στη Μαστόν και το Ροσεφόρ, η έλλειψη καυσίμων και η αποδιοργάνωση των γραμμών ανεφοδιασμού, μείωσαν την ορμή της γερμανικής επιθέσεως.  Στις 28 Δεκεμβρίου οι Σύμμαχοι είχαν πρόθεση να εκμεταλλευθούν τις αδυναμίες αυτές των Γερμανών και αποφάσισαν να διαθέσουν στον Πάττον τις τρεις εφεδρικές Μεραρχίες του Ανώτατου Στρατηγείου Σωμ. Εκστρ. Δυνάμεων (SHAEF), για να γίνει εντονότερη η πίεση από το νότιο πλευρό.  Επίσης, αποφάσισαν να εκτοξεύσουν αντεπίθεση από το βόρειο πλευρό, με την Αμερικανική 1η Στρατιά στις 3 Ιανουαρίου, αν στο μεταξύ οι Γερμανικές δεν ανανέωναν την επίθεσή τους.

Συγχρόνως ο Γερμανός αρχιστράτηγος του δυτικού Μετώπου Φον Ρούστεντ προσπαθούσε να πείσει τον Χίτλερ να αποσύρει τις Στρατιές του από τις Αρδένες πριν εκτοξευθεί ισχυρή συμμαχική αντεπίθεση, εφόσον ούτε και το σχέδιο που αναθεωρήθηκε ήταν πλέον δυνατόν να ανανεωθεί η προώθηση προς το Μεύση, αμέσως μετά τη διενέργεια της επόμενης φάσεως του γενικού σχεδίου, η επίθεση δηλαδή κατά της Αλσατίας.  Κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις διατάχθηκε ο Μόντελ να σταθεροποιήσει τις θέσεις του στις Αρδένες, να ανασυγκροτήσει τις δυνάμεις του και να προπαρασκευασθεί για ανανέωση της προσπάθειας προς το Μεύση και να επιτεθεί πάλι κατά της Μπαστόν. Η τελευταία αυτή επίθεση ήταν δυνατόν να εμπλέξει πλήρως τις δυνάμεις του Πάττον κατά το χρόνο που οι γερμανικές δυνάμεις θα εισέβαλλαν στην Αλσατία από το Σάαρ και το θύλακο του Κολμάρ.

Μετά από αυτά οι γερμανικές δυνάμεις επιτέθηκαν από το Σάαρ και το Κολμάρ κατά των συμμαχικών δυνάμεων στα Βόσγια, χωρίς όμως να σημειώσουν σημαντική επιτυχία.  Οι Αμερικανοί υποχώρησαν βάσει σχεδίου και σταθεροποίησαν το μέτωπό τους στη γραμμή Μαζινώ, χωρίς να απασχολήσουν καμία δύναμη από την κυρία μάχη των Αρδενών. Οταν στις 3 και 4 Ιανουαρίου, οι Γερμανοί εξαπέλυσαν σφοδρή επίθεση κατά της Μπαστόν, ο Πάττον διέθετε αρκετές δυνάμεις για να τους αντιμετωπίσει.

Η τελευταία αυτή μάχη ήταν η πιο ζωηρή και αιματηρή από όλη την επιχείρηση των Αρδενών, ειδικότερα για τις τρεις νέες Μεραρχίες του SHAEF, τις οποίες ο Πάττον αναγκάσθηκε να διαθέσει δυτικά της Μπαστόν, για να μειώσει την πίεση πάνω στην πόλη.  Κατά τη μάχη αυτή οι αμυνόμενοι τήρησαν σταθερά τις θέσεις τους και από τις 5 Ιανουαρίου η γερμανική επίθεση άρχισε να εξασθενεί.  Από τις 3 Ιανουαρίου όμως η Αμερικανική 1η επιτιθόταν από Βορρά και όλες οι γερμανικές Μεραρχίες χρειάζονταν για την απόκρουσή της.

Η επίθεση της Αμερικανικής 1ης Στρατιάς εμποδίσθηκε από την αρχή λόγω της ακαταλληλότητας του καιρού, από τα χιόνια και από τα γερμανικά ναρκοπέδια. Ο εχθρός προέβαλε πείσμονα αντίσταση και σε διάστημα πέντε ημερών η προέλαση των Αμερικανών προς το Χουφαλάιζ, έφθασε σε βάθος μόνο πέντε μιλίων.

Δυτικά από την οδό Μπαστόν – Χουφαλάιζ – Λιέγη βρίσκονταν 7 γερμανικές Μεραρχίες, οι οποίες για να υποχωρήσουν ανατολικά διέθεταν μόνο μία οδό καλής καταστάσεως.  Ο άξονας αυτός από τις πρώτες ημέρες της επιθέσεως, βρισκόταν κάτω από τα πυρά του συμμαχικού πυροβολικού και ο Μόντελ επειδή γνώριζε ότι το μεγαλύτερο μέρος των τεθωρακισμένων του βρίσκονταν σε διαρκή κίνδυνο παγιδεύσεως, ζήτησε την έγκριση να αποσύρει τις δυνάμεις του ανατολικά του Χουφαλάιζ, την οποία και έλαβε στις 8 Ιανουαρίου.  Οι Αμερικανοί εξακολουθούσαν να ενεργούν συνέχεια από τις δύο πλευρές προς την κατεύθυνση του Χουφαλάιζ, στο οποίο και συνενώθηκαν οι 1η και 3η Στρατιές τους στις 16 Ιανουαρίου.  Η προέλαση όμως αυτή ήταν πολύ βραδεία, λόγω της σθεναρής άμυνας των Γερμανών και το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεων που βρέθηκαν μέσα στο θύλακο κατόρθωσε να διαρρεύσει ανατολικά.  Μετά τη συνάντησή τους στο Χουφαλάιζ οι 1η και 3η Στρατιές πήραν μέτωπο ανατολικά και κατόπιν τούτου, αφού εξαλείφθηκε ο θύλακος, έληξε η μάχη των Αρδενών.

Αποτελέσματα

Η ισχυρή γενική αντεπίθεση των Γερμανών στην περιοχή των Αρδενών και η υπεράνθρωπη προσπάθειά τους να ρίξουν τους Συμμάχους στη θάλασσα, τελικά, απέτυχε. Το γεγονός αυτό οφείλεται στον ηρωισμό των Συμμάχων και στον ελιγμό του θρυλικού Αμερικανού Στρατηγού Πάττον, ο οποίος κατόρθωσε να μετακινήσει προς Βορρά το σύνολο της Στρατιάς του, 300.000 άνδρες, και να διανύσει απόσταση κυμαινόμενη από 80-150 χλμ.

Η αντεπίθεση των Γερμανών στις Αρδένες καθυστέρησε το τέλος του πολέμου για δύο μήνες. Η διάθεση ολόκληρης της γερμανικής στρατηγικής εφεδρείας στις Αρδένες εξασφάλισε την επιτυχία της επιθέσεως του Ερυθρού Στρατού στην Πολωνία, η οποία εκτοξεύθηκε στις 12 Ιανουαρίου στη Νότια Πολωνία και έφερε τις Ρωσικές Στρατιές από το Βιστούλα στον Όντερ, στην καρδιά δηλαδή της Ευρώπης. Το γεγονός αυτό ανέτρεψε την ισορροπία των δυνάμεων που επικρατούσε μέχρι τότε στην Ευρώπη και δημιούργησε τη μεταπολεμική ισχυρή ρωσική θέση με όλες τις δυσμενείς επιπτώσεις της για τα φιλελεύθερα έθνη της Ανατολικής Ευρώπης.

Οι απώλειες και στις δύο πλευρές ήταν τεράστιες και η φθορά των συμμαχικών δυνάμεων μεγάλη. Μόνο στην 1η Αμερικανική Στρατιά κόστισε 75.000 άνδρες, νεκρούς, τραυματίες κτλ. Το σύνολο των απωλειών δεν έχει δοθεί.

Διαπιστώσεις – Συμπεράσματα

Η σοβαρότερη διαπίστωση της Μάχης των Αρδενών είναι ασφαλώς ο πλήρης τακτικός και στρατηγικός αιφνιδιασμός που πέτυχαν οι γερμανοί και ο οποίος παρ΄ολίγο να μετατρέψει την όλη επιχείρηση σε τραγική συμφορά για τους συμμάχους.  Μέχρι τη στιγμή που εκτοξεύθηκε η επίθεση στις Αρδένες, καμία από τις συμμαχικές Διοικήσεις δεν είχε προβλέψει τέτοιας εκτάσεως επίθεση και μάλιστα στην περιοχή στην οποία εκδηλώθηκε.  Σ’ αυτό συνέτειναν οι παρακάτω παράγοντες:

  1. Η έλλειψη συμμαχικών αεροπορικών αναγνωρίσεων λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών.
  2. Η μη κατανόηση από τη Συμμαχική Διοίκηση της στρατηγικής αποτυχίας την οποία είχε υποστεί αυτή κατά τις επιχειρήσεις του Φθινοπώρου και η, ως εκ τούτου, μη πρόβλεψη της προσπάθειας των Γερμανών για ανάληψη της πρωτοβουλίας των επιχειρήσεων.
  3. Η υποτίμηση των γερμανικών δυνατοτήτων στην εξεύρεση νέων δυνάμεων και μέσων για την εκτόξευση της επιθέσεως. Τον αιφνιδιασμό που επιτεύχθηκε εκμεταλλεύθηκε κατάλληλα η ειδική Τ/Θ Ταξιαρχία του συνταγματάρχη Σκορτσένυ, της οποίας η συγκρότηση και η ορθή χρησιμοποίηση αποτελεί υπόδειγμα τέτοιου είδους επιχειρήσεως.

Η αραιή διάταξη και η ελλιπής φρούρηση του τομέα των Αρδενών που τον κάλυπταν μόνο ένα ΣΣ αναπτυγμένου σε μέτωπο 100 περίπου μιλίων, είναι ασφαλώς άξια παρατηρήσεως.  Το γεγονός αυτό προσέλκυσε το ενδιαφέρον του επιτελείου του Χίτλερ (OSW) και δημιούργησε κατάλληλες προϋποθέσεις για την εκτόξευση της γερμανικής αντεπιθέσεως.

Ο Στρατηγός Μπράντλεϋ ισχυρίσθηκε μετά τη λήξη του πολέμου, ότι η πιθανότητα γερμανικής επιθέσεως στις Αρδένες είχε μελετηθεί καλώς από το επιτελείο του και ότι, με το να εγκαταλείψουν τις Αρδένες ελαφρά φρουρούμενες, αποδέχθηκαν  «έναν κίνδυνο που είχε προεκταθεί» για να ενισχύσουν τις επιθετικές προσπάθειες βόρεια και νότια των Αρδενών.  Ο ισχυρισμός αυτός ήταν βάσιμος και ορθός για όσο χρόνο οι επιθετικές συγκεντρώσεις της 12ης Ομάδας Στρατιών εξανάγκαζαν τους Γερμανούς να τηρούν αμυντική στάση.  Από τις αρχές όμως του Δεκεμβρίου, οι συμμαχικές επιθέσεις είχαν σχεδόν ανασταλεί και έπρεπε κατ΄ ανάγκη να αναμένεται ότι ο εχθρός θα ενέπλεκε τις εφεδρείες του και θα προσπαθούσε να αναλάβει την πρωτοβουλία των επιχειρήσεων.  ΄Αλλωστε ένας  «κίνδυνος που έχει προεκταθεί» προϋποθέτει έτοιμο και συντονισμένο σχέδιο αντιμετωπίσεώς του, πράγμα το οποίο, όπως αποδείχθηκε, δεν υπήρχε όταν εκδηλώθηκε η γερμανική επίθεση.  Αλλά και μετά την προέλευση τεσσάρων ημερών από την εκτόξευση της επιθέσεως κανένα συντονισμένο σχέδιο είχε συντάξει η 12η Ομάδα Στρατιών, για να θέσει όλη τη μάχη κάτω από τον έλεγχό της. Από αυτό το γεγονός, φαίνεται καθαρά, ότι το Ανώτατο Συμμαχικό Στρατηγείο και το Στρατηγείο της 12ης Ομάδας Στρατιών ή δεν είχαν τις απαραίτητες πληροφορίες ή δεν εκτίμησαν ορθά αυτές, ώστε να βγάλουν τις δυνατότητες του εχθρού.

Μόλις επιτεύχθηκε το ρήγμα στο μέτωπο της 12ης Ομάδας Στρατιών, με το οποίο διαχωρίσθηκαν στα δύο οι συμμαχικές δυνάμεις, η Ανώτατη Διοίκηση (SHAEF) επενέβη ορθά και έθεσε τις δυνάμεις βόρεια του ρήγματος κάτω από τον έλεγχο της 21ης Ομάδας Στρατιών.  Το μέτρο αυτό ήταν σωτήριο, γιατί η 12η Ομάδα Στρατιών, που έδρευε στο Λουξεμβούργο, ούτε το σύνδεσμο μπορούσε να διατηρήσει με την Αμερικανική 1η Στρατιά, που στην αρχή έδρευε στο Σπα και στη συνέχεια, μετά την εκδήλωση της επιθέσεως, στο Σεν-Φοντέν της Λιέγης, ούτε και κάποια εφεδρεία διέθετε για να επηρεάσει έστω και μερικώς την όλη κατάσταση γύρω από το θύλακο που δημιουργόταν.  Αλλωστε η 21η Ομάδα Στρατιών είχε όλο το δικαίωμα να ελέγχει την απειλή η οποία κατευθυνόταν στα μετόπισθεν της, γιατί αυτή ήταν εκείνη η οποία θα κυκλωνόταν εάν είχαν πραγματοποιηθεί οι σκοποί της γερμανικής επιθέσεως.

Η πρωτοβουλία της 21ης Ομάδας Στρατιών για την κίνηση του εφεδρικού Βρεττανικού 30ου ΣΣ (4 Μεραρχίες) προς τη γραμμή του Μεύση και η ανάπτυξη των δυνάμεών του σε όλες τις διαβάσεις του ποταμού, μέχρι τις 20 Δεκεμβρίου, αποτέλεσε σωστή και γρήγορη ενέργεια που υλοποιήθηκε, γιατί εξασφάλισε τη γραμμή του Μεύση και επέτρεψε στο Μοντγκόμερυ να αφοσιωθεί απερίσπαστος στη στεγανοποίηση του βόρειου πλευρού του θυλάκου και στην απόφραξη του επικίνδυνου άξονα προελάσεως των γερμανικών Τ/Θ προς τις κατευθύνσεις Χουφαλάιζ-Βερμπομόν-Λιέγη-Αμβέρσα και Βερμπομόν-Χουί-Βρυξέλλες.  Εφόσον αποφράσσονταν οι επικίνδυνες αυτές κατευθύνσεις, η προέλαση των Γερμανών προς τα δυτικά, δεν θα προκαλούσε κίνδυνο στις συμμαχικές δυνάμεις, αλλά απλά με την επέκταση θα εξασθένιζε την ορμή των επιτιθεμένων.

Η ταχεία και τολμηρή κίνηση των συμμαχικών Μονάδων (7η Τ/Θ και 101 Α/Μ Μεραρχίες, Διοίκηση Μάχης 1)ης Τ/Θ Μεραρχίας) προς Μπαστόν και Σαιντ Βιθ, αποτέλεσε έναν από τους κυριότερους παράγοντες συγκρατήσεως της γερμανικής προελάσεως και η ηρωική άμυνα των δυνάμεων αυτών ανέκοψε την ορμή της γερμανικής επιθέσεως και έδωσε το χρόνο στους Συμμάχους να στεγανοποιήσουν το πλευρό του θυλάκου που δημιουργήθηκε.  Ιδιαίτερα η παράταση της άμυνας των δυνάμεων που είχαν κυκλωθεί στη Μπαστόν και η επιτυχημένη αντιμετώπιση των επιθέσεων εναντίον τους τριών γερμανικών Μεραρχιών αποτέλεσαν τον κυριότερο λόγο της γερμανικής αποτυχίας.

Μεταπολεμικά όλοι σχεδόν οι ιστορικοί του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου υποστήριξαν την άποψη, ότι το γερμανικό σχέδιο για την αντεπίθεση στις Αρδένες δεν έπρεπε να είναι τόσο φιλόδοξο και να έχει τέτοιας εκτάσεως ΑΝΣΚ, εφόσον η γερμανική Διοίκηση δεν διέθετε ούτε τις απαραίτητες δυνάμεις αλλά ούτε και αρκετές ποσότητες καυσίμων για να καταλάβει την Αμβέρσα.  Θα ήταν προτιμότερο, λένε, να επιδιώξει την ανακατάληψη του ΄Ααχεν και του τμήματος της γραμμής Ζίγκφριντ που είχε καταληφθεί από τους Συμμάχους, που αποτελούσε επιχείρηση η οποία βρισκόταν μέσα στις δυνατότητες των μέσων της.  Η τελευταία όμως αυτή επιχείρηση, έστω και αν είχε πετύχει, δεν θα ήταν ικανή να μεταβάλει και πολύ τη στρατηγική κατάσταση του Δυτικού Μετώπου.  Ας εξετάσουμε όμως τα γεγονότα από γενικότερη θέση, για να δούμε προς ποιά πλευρά βρίσκεται η ορθή σκέψη σχετικά με τον πολύ ευρύ ΑΝΣΚ που επιλέχθηκε, η Αμβέρσα και τις επιπτώσεις γενικά της μεγάλης μάχης που διεξάχθηκε κατά τον πόλεμο στην Ευρώπη.

Είναι αλήθεια ότι τα διατιθέμενα μέσα και ιδίως τα αποθέματα καυσίμων των Γερμανών δεν ήταν αρκετά για μια επιχείρηση τέτοιας εκτάσεως. Ούτε και ήταν δυνατό να βασίζονται στη κατάληψη ανέπαφων αποθηκών καυσίμων, καθόσον τα υλικά αυτά εύκολα καταστρέφονται λόγω της ευφλεκτότητάς τους. Η ασθενής κάλυψη όμως του Τομέα των Αρδενών, στον οποίο θα επεδίωκαν οι Γερμανοί το ρήγμα, η επιτυχία του αιφνιδιασμού και η δημιουργία πανικού στις αμερικανικές δυνάμεις από την Ταξιαρχία Σκορτσένυ, έδωσαν στη γερμανική Διοίκηση την εντύπωση ότι θα έφθανε, σχεδόν απρόσκοπτα, τουλάχιστον μέχρι το Μεύση και ότι θα κατόρθωνε να εκμεταλλευθεί ευνοϊκά την κατάσταση που θα δημιουργόταν. Κατόπιν τούτου πίστεψε ότι θα αντιμετώπιζε την έλλειψη των καυσίμων και θα πετύχαινε τους σκοπούς της.

Είναι γεγονός ότι, εάν δεν υπήρχε η σκληρότητά του αμερικανικού πεζικού το οποίο υπερασπιζόταν σθεναρά τα πλευρά του ρήγματος, εάν δεν υπήρχε η επιδεξιότητα των οπισθοφυλακών οι οποίες καθυστερούσαν τις φάλαγγες των Τ/Θ, εάν δεν μεταφέρονταν ταχέως οι εφεδρείες στο Σαιντ Βιθ και Μπαστόν, εάν δεν υπήρχε η ηρωική άμυνα των δυνάμεων που πολιορκούνταν στη Μπαστόν, εάν δεν επέμενε ο Χίτλερ στην ενίσχυση της 6ης Τ/Θ Στρατιάς των SS αντί της 5ης, η οποία είχε δημιουργήσει το ρήγμα, τότε διαφορετικά θα είχε εξελιχθεί η κατάσταση και η έλλειψη μόνο των καυσίμων δεν θα ήταν ικανή να συγκρατήσει τους Γερμανούς προ του Ντυπάν.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s