Επιχείρηση Weserübung (Unternehmen Weserübung), 9-4-1940


Με την επωνυμία Επιχείρηση Weserübung (Unternehmen Weserübung) αναφερόταν η επιχείρηση εισβολής της Ναζιστικής Γερμανίας στη Δανία και στη Νορβηγία κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το κωδικό αυτό όνομα σημαίνει «επιχείρηση άσκηση στον Βέζερ». Ημερομηνία έναρξης της επιχείρησης είχε οριστεί η 9η Απριλίου 1940. Η Δανία καταλήφθηκε σχεδόν χωρίς μάχες, η Νορβηγία, ύστερα από χερσαίες μάχες και ναυμαχίες, που διήρκεσαν ένα σχεδόν μήνα, περιήλθε στην κατοχή της Ναζιστικής Γερμανίας.

Η Γερμανία εξασφάλισε, έτσι, την αποκαλούμενη «Οδό του Σιδήρου», χάρη στην οποία ανεφοδιαζόταν με σουηδικό σιδηρομετάλλευμα, αλλά το τίμημα γι’ αυτό ήταν υψηλό για το Γερμανικό ναυτικό, το οποίο έχασε σημαντικές δυνάμεις από τα σκάφη επιφανείας που διέθετε. Στη Νορβηγία εγκαταστάθηκε Εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς υπό τον Βίντκουν Κουίσλιγκ. Αρχικά το σχέδιο των Γερμανών ήταν η εισβολή μόνο στη Νορβηγία και η απόκτηση ελέγχου των αεροδρομίων της Δανίας, αλλά αργότερα τροποποιήθηκε σε εισβολή και στις δύο χώρες.

Η Δανία θα χρησιμοποιούνταν κυρίως ως βάση για τις επιχειρήσεις στη Νορβηγία. Η επιχείρηση ξεκίνησε στις 9 Απριλίου 1940 και κράτησε δύο μήνες, καθώς οι Γερμανοί συνάντησαν ελάχιστη αντίσταση και από τις δύο χώρες. Οι λόγοι που οδήγησαν τη Γερμανία σε αυτή τη μακρινή εισβολή στις Σκανδιναβικές χώρες ήταν τρεις:

  • Η βιομηχανία της Γερμανίας είχε άμεση εξάρτηση από την εισαγωγή μεταλλευμάτων σιδήρου από τη βόρεια Σουηδία και το 90% από αυτό μεταφερόταν από το λιμάνι του Narvik της Νορβηγίας.
  • Η Δανία λόγω της θέσης της, ήταν στρατηγικής σημασίας για τον έλεγχο της ναυτικής δραστηριότητας στη Βαλτική.
  • Ο ναύαρχος Erich Raeder επισήμανε στον Χίτλερ τον κίνδυνο δημιουργίας Βρετανικών βάσεων στη Νορβηγία και τη σημασία της κατάληψή της πριν από τους Βρετανούς, κάτι που θα τους επέτρεπε τον έλεγχο της Βόρειας Θάλασσας.

Πεπεισμένος για την ανάγκη διασφάλισης της εισαγωγής σιδήρου, ο Χίτλερ διέταξε το επιτελείο του να σχεδιάσει την επιχείρηση εισβολής στη Νορβηγία τον Δεκέμβριο του 1939, αρχικά με μία μόνο μεραρχία. Το Γερμανικό Ναυτικό επέκτεινε το σχέδιο, συμπεριλαμβάνοντας στην εισβολή πολεμικά πλοία που θα επέτρεπαν τον αιφνιδιασμό και θα μείωναν τη πιθανή αντίσταση των Νορβηγών. Το καινούργιο σχέδιο περιλάμβανε ένα ολόκληρο στρατιωτικό σώμα, με πέντε μεραρχίες, ειδικές δυνάμεις, αλεξιπτωτιστές και μια μηχανοκίνητη ταξιαρχία.

Ο Γερμανικός στόλος επίθεσης θα περιλάμβανε τα θωρηκτά Scharnhorst και Gneisenau, τα βαριά καταδρομικά Admiral Hipper, Blücher, 4 ελαφριά καταδρομικά, 10 αντιτορπιλικά, 12 ναρκαλιευτικά και αρκετά ελαφρύτερα σκάφη. Οι στόχοι που έπρεπε να καταληφθούν στη Νορβηγία ήταν η πρωτεύουσα Όσλο και οι πόλεις Bergen, Narvik, Tromsø, Trondheim και Stavanger. Διοικητής της επιχείρησης τέθηκε ο στρατηγός Nikolaus von Falkenhorst. Το σχέδιο έδειχνε οτι η αρχική επίθεση θα γινόταν από τρεις μεραρχίες και στη συνέχεια θα ακολουθούσαν οι άλλες δύο.

Τρεις λόχοι αλεξιπτωτιστών θα κατέλαβαν τους αεροδιαδρόμους, όλα τα Γερμανικά υποβρύχια και περίπου 1.000 αεροπλάνα διαφόρων τύπων θα χρησιμοποιούνταν για να βοηθήσουν στην επιχείρηση. Η επιχείρηση ξεκίνησε με την εισβολή στη Δανία στις 9 Απριλίου 1940. Χώρα μικρή και επίπεδη, με ελάχιστο στρατό, αποδείχθηκε εύκολη υπόθεση για τους Γερμανούς, καθώς παραδόθηκε σε λιγότερο από έξι ώρες μετά την εισβολή, με ελάχιστες απώλειες και από τις δύο πλευρές. Δυσκολότερη αποδείχθηκε η εισβολή στη Νορβηγία.

Τη πρώτη μέρα της επίθεσης, το Γερμανικό καταδρομικό Blücherβυθίζεται έξω από το Oslofjord από πυρά του Νορβηγικού πυροβολικού με απώλειες πάνω από 600 άνδρες. Το γεγονός αυτό καθυστέρησε τον Γερμανικό στόλο αρκετά, ώστε το Νορβηγικό κοινοβούλιο και η βασιλική οικογένεια να προλάβουν να εγκαταλείψουν τη χώρα. Ωστόσο, Γερμανοί αλεξιπτωτιστές κατέλαβαν γρήγορα τα αεροδρόμια της χώρας, ενώ τις πρώτες 24 ώρες, αρκετές πόλεις της χώρας είχαν ήδη καταληφθεί από τους Γερμανούς, ενώ άλλες βομβαρδίστηκαν.

Η μεγαλύτερη μάχη δόθηκε στη περιοχή του Narvik (Μάχη του Narvik). Τα ελαφρά Νορβηγικά πολεμικά πλοία Norge και Eidsvold, βυθίστηκαν από τον Γερμανικό στόλο, ενώ μερικές μέρες αργότερα, ένας Βρετανικός στολίσκος με το θωρηκτό HMS Warspite και αρκετά αντιτορπιλικά, βυθίζει και τα δέκα αντιτορπιλικά του Γερμανικού στόλου στο λιμάνι του Narvik. Στη ξηρά, οι μικρές στρατιωτικές δυνάμεις της χώρα, με τον απαρχαιωμένο εξοπλισμό τους, δεν καταφέρνουν να αντισταθούν στις Γερμανικές δυνάμεις, με αποτέλεσμα η χώρα να παραδοθεί στους Γερμανούς στις 10 Ιουνίου 1940, δύο μήνες μόνο μετά την εισβολή.

 Στις 9 Απριλίου η Γερμανία πραγματοποίησε εισβολή στη Νορβηγία και στη Δανία, με στοιχεία έξι Μεραρχιών της Wehrmacht (σημειωτέον: όχι πρώτης τάξεως έμψυχο υλικό, καθώς αυτό εκρίθη σκόπιμο να διαφυλαχθεί αλώβητο, εν όψει της αμέσως επικειμένης εκστρατείας κατά της Γαλλίας), χιλίων αεροσκαφών της Luftwaffe, καθώς και του συνόλου του Πολεμικού Στόλου Επιφανείας της Kriegsmarine, υποστηριζομένου και από ισχυρό αριθμό εμπορικών σκαφών, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για τη μεταφορά των χερσαίων στρατευμάτων.

Ο αντικειμενικός σκοπός της Γερμανικής ενεργείας ήταν η κατάληψη της Νορβηγίας διά τετελεσμένου γεγονότος, με επιδιωκόμενους στρατηγικούς σκοπούς:

α) Την προστασία και διασφάλιση της ροής των πολύτιμων για τη Reichskriegsindustrie (Πολεμική Βιομηχανία του Γερμανικού Ράϊχ) σιδηρομεταλλευμάτων της (επιτηδείως ουδέτερης) Σουηδίας από τον Νορβηγικό λιμένα του Narvik προς την μητροπολιτική Γερμανία,

β) Τη χρήση της Νορβηγίας ως βάσεως επιχειρήσεων εναντίον της θαλασσοκράτειρας Μεγάλης Βρετανίας και

γ) συναφώς προς το σημείο (β): την προληπτική αποτροπή αγκιστρώσεως των Βρετανών στη Σκανδιναβική Χερσόνησο και εγκαθιδρύσεως προγεφυρώματος, από του οποίου ορμώμενοι οι τελευταίοι θα μπορούσαν να φράξουν την έξοδο της Γερμανίας προς τη Βόρειο Θάλασσα αλλά και να διενεργούν από αέρος επιθέσεις εναντίον της Βορείου Γερμανίας.

Με την έναρξη της Επιχειρήσεως «Βέζερ» της 9ης Απριλίου 1940, η Βέρμαχτ πρόλαβε την εκδήλωση αναλόγου και από μακρού σχεδιαζομένου Αγγλογαλλικού στρατιωτικού εγχειρήματος στη Νορβηγία, η οποία, μάλιστα, είχε αρχικώς προγραμματισθεί για τα μέσα Μαρτίου 1940, αλλά εκρίθη σκόπιμο να αναβληθεί, εν συνεχεία, για ένα διάστημα (Επιχείρηση »Wilfred» και Σχέδιο »R4»). Ειρήσθω εν παρόδω ότι η εισβολή στη Δανία ήταν μια δευτερεύουσα πτυχή της όλης επιχειρήσεως.

Δεν αποτελούσε δηλαδή αυτοσκοπό, αλλά είχε στρατηγική αξία μόνον στο ότι τα αεροδρόμια του Aalborg, στην Βόρειο Γιουτλάνδη, θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως ορμητήρια της Luftwaffe, προκειμένου αυτή να διενεργεί βραχείας κλίμακας επιχειρήσεις στην Βόρειο Θάλασσα. Οι Γερμανοί επέτυχαν υψηλό βαθμό αιφνιδιασμού έναντι των αντιπάλων τους εκείνο το πρωί της 9ης Απριλίου 1940, όταν οι ναυτικές δυνάμεις τους, σε μια άριστα συγχρονισμένη ενέργεια, κατέφθασαν ταυτοχρόνως και κατέλαβαν τους λιμένες του Narvik, Bergen, Trondheim και του Kristiansand.

Μονάδες Αλεξιπτωτιστών και Αερομεταφερομένου Πεζικού κατέλαβαν τους αερολιμένες του Όσλο και του Stavanger. Η Βέρμαχτ είχε καταλάβει με ευκολία τη Νορβηγική πρωτεύουσα μέχρι τις πρώτες απογευματινές ώρες. Μόνον στο φιόρδ του Όσλο, οι Γερμανοί σημείωσαν αδυναμία επιτεύξεως του αντικειμενικού σκοπού, όταν η δύναμη που είχε σταλεί στην περιοχή εκείνη, εισέδυσε στα στενά ύδατα του φιόρδ και εβλήθη ανηλεώς από τη νορβηγική παράκτια άμυνα. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα τη βύθιση του βαρέος καταδρομικού «Μπλύχερ» (Blücher).

Το οποίο πλοίο μετέφερε μονάδες στρατηγείου για τις Γερμανικές δυνάμεις, και την απώλεια 1.000 περίπου Γερμανών στρατιωτών και ναυτών. Εν τούτοις, παρά την απώλεια του προαναφερθέντος σκάφους καθώς και του ελαφρού καταδρομικού «Καινιξβέργη» (Königsberg), στο Bergen, αλλά και δέκα ακόμη αντιτορπιλικών του Γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού -κατόπιν συμπλοκής με το Βρετανικό Βασιλικό Ναυτικό στο Narvik, λίγες ημέρες μετά την Γερμανική απόβαση- οι Γερμανοί επέτυχαν όλους τους μείζονες αντικειμενικούς σκοπούς που είχαν θέσει την πρώτη ημέρα της επιχειρήσεως.

Ο Νορβηγικός Στρατός, ο οποίος απετελείτο εν πολλοίς εξ εφέδρων, δεν ήταν σε θέση να επιστρατεύσει περισσοτέρους από 40.000 εκ των 106.000 ανδρών που υποτίθεται ότι μπορούσε να παρατάξει. Οι Γερμανοί δεν χρειάστηκε να προχωρήσουν στη Σουηδία και στη Φινλανδία, καθώς οι χώρες αυτές ήταν περικυκλωμένες στα βόρεια από τη κατεχόμενη Νορβηγία, στα νότια από την επίσης κατεχόμενη Δανία και στα ανατολικά από τη Σοβιετική Ένωση, η οποία ήταν ακόμα σύμμαχος της Γερμανίας. Αν και οι χώρες έμειναν ουδέτερες, το εμπόριο τους ελεγχόταν πλέον ολοκληρωτικά από το Γερμανικό Ναυτικό.

ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟΝορβηγία

Γνωρίζοντας την στρατηγική σημασία που έχει η Νορβηγία για την Γερμανία, οι Γερμανοί επιτελείς αρχίζουν την κατάστρωση σχεδίων για ενδεχόμενη εισβολή στη χώρα αυτή στις 27 Ιανουαρίου 1940. Η επιχείρηση λαμβάνει το κωδικό όνομα «Weserübung». Ο Χίτλερ είναι απασχολημένος με τα σχέδια εισβολής στη Γαλλία και δεν δίνει ιδιαίτερη σημασία σε αυτή την επιχείρηση. Στις 5 Φεβρουαρίου το Ανώτατο Συμμαχικό Πολεμικό Συμβούλιο (Βρετανοί και Γάλλοι), χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα την βοήθεια προς την Φινλανδία, σχεδιάζει επέμβαση στη Νορβηγία.

Το αρχικό σχέδιο προβλέπει απόβαση στο Νάρβικ και οι Σύμμαχοι ελπίζουν στην ανοχή της Νορβηγίας και της Σουηδίας. Το σχέδιο αποσκοπεί στην αποκοπή εφοδιασμού της Ναζιστικής Γερμανίας με σιδηρομετάλλευμα. Η Γερμανική οικονομία, πολεμική και μη, βασιζόταν στους περισσότερους από 11 εκατομ. τόνους σιδηρομεταλλεύματος που εισάγονταν ετησίως από την Σουηδία. Η εξαγωγή προς Γερμανία πραγματοποιούνταν από τους Σουηδικούς λιμένες κατά τους θερινούς μήνες στη Βαλτική θάλασσα, η στενή δίοδος προς τους οποίους ήταν «σφραγισμένη» για τα Βρετανικά πολεμικά σκάφη, λόγω και της ουδετερότητας της Σουηδίας.

Κατά τους χειμερινούς μήνες, όμως, η δίοδος και οι λιμένες φράσσονταν από πάγους, με συνέπεια η εξαγωγική προς Γερμανία οδός να χρησιμοποιεί τους λιμένες της γειτονικής και επίσης ουδέτερης Νορβηγίας. Το Νορβηγικό καθεστώς (κυβέρνηση και βασιλέας) επιθυμούσαν πράγματι να κρατήσουν τη χώρα εκτός των εχθροπραξιών. Στις 16 Φεβρουαρίου 1940, όμως, Νορβηγικά περιπολικά σκάφη επέτρεψαν, χωρίς να παρέμβουν, νηοψία αρχικά και ένοπλη επέμβαση στη συνέχεια, στο Γερμανικό ανεφοδιαστικό σκάφος «Altmark» από το Βρετανικό αντιτορπιλικό «Cossac».

Το Άλτμαρκ μετέφερε 299 Βρετανούς ναυτικούς, που είχαν περισυλλεγεί από βυθίσεις Βρετανικών σκαφών από το Γερμανικό πολεμικό ναυτικό. Ύστερα από αυτό το συμβάν, η Γερμανική θεώρηση των πραγμάτων άλλαξε. Η νορβηγική αδράνεια, για τον Χίτλερ, ήταν προοίμιο της προσχώρησης της Νορβηγίας στην πλευρά των Συμμάχων, υπό μορφή έκκλησης προς αυτούς για απόβασή τους στη χώρα. Το γεγονός αυτό σήμαινε ότι η Γερμανία δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τους Νορβηγικούς λιμένες για την μεταφορά του απαραίτητου σιδηρομεταλλεύματος.

Επιπλέον, υπήρχε πάντα ο κίνδυνος η εγκατάλειψη της ουδετερότητας από πλευράς Νορβηγίας να επεκταθεί και στη Σουηδία, με συνέπεια την ολοσχερή διακοπή εισαγωγών από τη χώρα αυτή. Στις 12 Μαρτίου οι Βρετανοί, έχοντας ετοιμάσει ένα μικρό εκστρατευτικό σώμα, σκόπευαν να το αποβιβάσουν στα Νορβηγικά παράλια. Στις 13 διατάχθηκε η επιβίβαση των ανδρών στα σκάφη μεταφοράς στη Νορβηγία, αλλά η επιχείρηση ματαιώθηκε. Η Βρετανική κυβέρνηση υπαναχώρησε από την αρχική της απόφαση.

Αντ’ αυτής θέλησε να προχωρήσει σε ναρκοθέτηση των Νορβηγικών υδάτων, αναβάλλοντας την αποστολή του εκστρατευτικού σώματος για χερσαίες επιχειρήσεις γι’ αργότερα. Η ναρκοθέτηση είχε αποφασιστεί να αρχίσει από τον Μάρτιο, αναβλήθηκε και η νέα διαταγή δόθηκε για την έναρξή της στις 5 Απριλίου αλλά, λόγω υπαναχώρησης της Γαλλικής πλευράς στην Επιχείρηση «Royal Marine» (ναρκοθέτηση του Ρήνου), η ημερομηνία μετατέθηκε για τις 8 Απριλίου.

Ο Έριχ Ραίντερ, από πλευράς Γερμανών, ζητούσε από το 1939 να κυριευτεί η Νορβηγική ακτή και τον Δεκέμβριο του 1939 παρουσίασε στον Χίτλερ τον Βίντκουν Κουίσλιγκ, Νορβηγό Εθνικοσοσιαλιστή που ζητούσε τη Γερμανική επέμβαση προκειμένου να εγκαθιδρύσει στη χώρα Εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς. Ο Χίτλερ, όμως, εκείνη την εποχή προετοιμαζόταν για την εισβολή στη Γαλλία και δεν έδωσε σχεδόν καμία σημασία ούτε στον Αρχιναύαρχό του ούτε στην επιθυμία του Νορβηγού οπαδού του.

Επανήλθε, όμως, στο θέμα Νορβηγίας όταν οι καιρικές συνθήκες και η σύλληψη ενός Γερμανού αγγελιαφόρου με σχέδια για την εισβολή στη Γαλλία έξω από τη Βελγική πόλη Μέχελεν τον υποχρέωσαν να αναβάλει για λίγο την εκστρατεία του. Ο Χίτλερ αποφάσισε να δράσει, αναβάλλοντας για ένα περίπου μήνα την έναρξη των επιχειρήσεων κατά της Γαλλίας. Αντίθετα με τους Συμμάχους, που επέδειξαν ιδιαίτερη αναποφασιστικότητα στο θέμα, ο Χίτλερ ανέλαβε προσωπικά την εκστρατεία κατά των Σκανδιναβικών χωρών, παραμερίζοντας τόσο τον Βάλτερ φον Μπράουχιτς όσο και τον Χέρμαν Γκέρινγκ.

Δίνοντας την «αρχηγία» στο «Oberkommando» (ανώτατη στρατιωτική διοίκηση) της Βέρμαχτ, δηλαδή στον εαυτό του, εφόσον ο ίδιος ήταν επικεφαλής της. Στις 24 Φεβρουαρίου ανέθεσε στον στρατηγό Νικολάους φον Φάλκενχορστ την προετοιμασία στρατευμάτων για την εκστρατεία της Νορβηγίας, ο οποίος ανέλαβε την αρχηγία και των επιχειρήσεων στη Δανία. Ο Φάλκενχορστ, στρατηγός του Πεζικού, θεωρείτο ειδικός του ορεινού πολέμου έχοντας αποκτήσει σχετική εμπειρία στις γερμανικές επιχειρήσεις στη Βαλτική το 1918.

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Ρεϊμόν Καρτιέ, ο Φάλκενχορστ βγαίνοντας από τη συνάντησή του με τον Χίτλερ, «έσπευσε να αγοράσει ένα ταξιδιωτικό οδηγό, για να ενημερωθεί για την χώρα στην οποία τον έστελναν να δρέψει τις δάφνες του». Ο Φάλκενχορστ θα παραμείνει επικεφαλής των στρατευμάτων κατοχής της Νορβηγίας μέχρι τον Φεβρουάριο του 1944. Φυσικά, οι Γερμανοί δεν επρόκειτο να επιτεθούν σε μια χώρα χωρίς πρώτα να έχουν πάρει τις απαιτούμενες πληροφορίες.

Η κατασκευάστρια εταιρεία όπλων και εξοπλισμού Friedrich Krupp AG προμήθευε επί πολλές δεκαετίες πολλές Ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ των οποίων η Δανία και η Νορβηγία. Δύο μήνες πριν την εισβολή, οι παράγοντες της Κρουπ τόσο στο Όσλο όσο και στην Κοπεγχάγη είχαν ενημερώσει το Βερολίνο σχετικά με τον οπλισμό που είχαν παραλάβει οι δύο χώρες από την εταιρεία. Ωστόσο, οι ιθύνοντες της Κρουπ στο Όσλο έκαναν μια σημαντική παράλειψη.

Δεν ανέφεραν το ιδιαίτερα πεπαλαιωμένο πυροβόλο των 28 mm που βρισκόταν εγκατεστημένο σε ένα φρούριο κοντά στο Όσκαρμποργκ. Το πυροβόλο αυτό οι Νορβηγοί το είχαν διατηρήσει σε άψογη κατάσταση και η άγνοια των Γερμανών για την ύπαρξή του είχε σημαντικές επιπτώσεις στην όλη εκστρατεία.

Δανία Στρατηγικά η Δανία αποτελούσε για την Γερμανία μια «βάση» για τις επιχειρήσεις κατά της Νορβηγίας. Η Δανία ήταν, επίσης, όμορη χώρα και ήταν σκόπιμο να ελέγχεται κατά κάποιο τρόπο. Η θέση της χώρας στη Βαλτική ήταν σημαντικότατη για τον έλεγχο της ναυσιπλοΐας και την προσέγγιση σε μεγάλα Γερμανικά και Σοβιετικά λιμάνια. Στις 9 Απριλίου 1940 ο Δανικός στρατός αριθμούσε 14.500 άνδρες, από τους οποίους οι 8.000 ήταν εφεδρείες. Μικρά στρατιωτικά τμήματα των Δανών ενεπλάκησαν σε αψιμαχίες με τα Γερμανικά στρατεύματα με πενιχρές σχετικά απώλειες (16 νεκροί, 20 τραυματίες).

Ενώ, σύμφωνα με τον συγγραφέα Kay Søren Nielsen στο βιβλίο του Soldaterne den 9. april 1940, οι Γερμανικές απώλειες ανήλθαν σε 203 στρατιώτες. Οι Γερμανοί έχασαν επίσης 12 θωρακισμένα οχήματα, μερικές μοτοσικλέτες και μερικά αυτοκίνητα, ενώ τέσσερα Γερμανικά άρματα μάχης υπέστησαν ζημιές, όπως και ένα Γερμανικό βομβαρδιστικό, ενώ συνελήφθησαν αιχμάλωτοι δύο Γερμανοί στρατιώτες. Στις 04:00΄ ο Γερμανός πρέσβης στην Κοπεγχάγη Σέσιλ φον Ρέντε-Φινκ (Cecil von Renthe-Fink) ζήτησε ακρόαση από τον Δανό υπουργό εξωτερικών Πέτερ Μουνχ (Peter Munch).

Οι δύο άνδρες συναντήθηκαν 20 λεπτά αργότερα και ο Ρέντε-Φινκ δήλωσε στον Δανό ότι τα Γερμανικά στρατεύματα ήταν έτοιμα να ξεκινήσουν για την κατάληψη της Δανίας «για να προστατεύσουν την χώρα από Γαλλοβρετανική επίθεση». Ο πρέσβης απαίτησε να σταματήσει αμέσως οποιαδήποτε αντίσταση από πλευράς Δανών και να αρχίσουν επαφές μεταξύ των Δανικών αρχών και των Γερμανικών ενόπλων δυνάμεων. Αν οι απαιτήσεις της Γερμανίας δεν γίνονταν δεκτές, η Γερμανική αεροπορία ήταν έτοιμη να βομβαρδίσει την Κοπεγχάγη.

Η ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΣΤΗΝ ΣΚΑΝΔΙΝΑΒΙΑ

Δανία

Η κατοχή της Δανίας από τους Γερμανούς ξεκίνησε με την Επιχείρηση Weserübung στις 9 Απριλίου 1940 και διήρκεσε μέχρι τον Μάϊο του 1945, με την παράδοση των Γερμανών στους Συμμάχους και το τέλος του πολέμου στην Ευρώπη. Η κατοχή της δεν ήταν αρχικά στους βασικούς στόχους των Γερμανών. Η απόφαση τελικά πάρθηκε από τον ίδιο τον Χίτλερ, καθώς η θέση της Δανίας θα βοηθούσε στην Εισβολή στη Νορβηγία και θα προστάτευε από πιθανή αντεπίθεση των Βρετανών. Επίσημα, η Γερμανία υποστήριζε ακόμα και μετά την εισβολή στη χώρα, οτι η κατοχή είχε ως σκοπό τη προστασία της Δανίας από τους Βρετανούς και τους Γάλλους.

Τις πρώτες πρωινές ώρες της 9ης Απριλίου 1940, οι Γερμανικές δυνάμεις πέρασαν τα σύνορα της γειτονικής Δανίας, παραβιάζοντας έτσι τη συνθήκη »μη επίθεσης» που υπέγραψαν οι δύο χώρες το προηγούμενο έτος. Παράλληλα, Γερμανικά πλοία αποβίβασαν στρατιώτες στο λιμάνι της Κοπεγχάγης. Επειδή τα γεγονότα εξελίχθηκαν πολύ γρήγορα, η Δανία δεν πρόλαβε να κηρύξει επίσημα πόλεμο στη Γερμανία.

Στις 04:15΄ και ενώ ο πρέσβης δεν είχε ακόμη συναντήσει τον Δανό υπουργό εξωτερικών, τα Χιτλερικά στρατεύματα, τη γενική αρχηγία των οποίων είχε ο στρατηγός Νικολάους φον Φάλκενχορστ (Nikolaus von Falkenhorst) και επικεφαλής είχε θέσει τον στρατηγό Κάουπιτς (Kaupitsch) είχαν ήδη εκκινήσει. Αλεξιπτωτιστές είχαν ήδη ριφθεί στη γέφυρα Στόρεστρεμς (Storestroems) και την είχαν καταλάβει, ενώ το ίδιο συνέβη και με το οχυρό στο Μάσνεσοε (Masnesoe).

Άλλα Γερμανικά στρατεύματα είχαν αποβιβαστεί στο Νύμποργκ και το μεγαλύτερο τμήμα της 198ης Μεραρχίας Πεζικού είχαν αποβιβαστεί στο Κόρσερ (Korsoer) ώστε να διασφαλίσουν το στενό μεταξύ Φούνεν και Ζέλαντ. Εν τω μεταξύ, το αρχικά επιβατηγό σκάφος «Hansestadt Danzig», το οποίο είχε επιταχθεί το 1939 από το Γερμανικό Πολεμικό Ναυτικό και μετατραπεί σε ναρκαλιευτικό, είχε αποπλεύσει ήδη από τις 7 Απριλίου από το Τραβεμούντε (Travemünde) του Λίμπεκ συνοδευόμενο από το παγοθραυστικό «Stettin» και τον 13ο στολίσκο προστασίας, μεταφέροντας το μεγαλύτερο τμήμα της 308ης Μεραρχίας Πεζικού.

Έφθασε στην Κοπεγχάγη στις 05:00΄ της 9ης Απριλίου και άρχισε να αποβιβάζει τους στρατιώτες. Η Δανική φρουρά αιφνιδιάστηκε ολοσχερώς και οι Γερμανοί κατέλαβαν το κάστρο της πόλης και βάδισαν κατά της βασιλικής κατοικίας στο ανάκτορο – κάστρο Amalienborg. Ωστόσο, η εθνοφρουρά της πόλης αντιλήφθηκε τι είχε συμβεί και αντέδρασε. Έτσι, όταν οι Γερμανοί έφθασαν στο ανάκτορο, οι Δανοί τους περίμεναν και έγινε μάχη. Τραυματίστηκε ένας εθνοφρουρός, αλλά η προώθηση των Γερμανών σταμάτησε.

Στο εσωτερικό του Αμαλίενμποργκ, ο βασιλέας, η κυβέρνηση και η ηγεσία του Δανικού στρατού συσκέπτονταν, ενώ Γερμανικά βομβαρδιστικά άρχισαν να διαγράφουν κύκλους γύρω από την πόλη, για να επιβεβαιωθεί η απειλή του πρέσβη. Εκτός από τον επικεφαλής των ενόπλων δυνάμεων αρχιστράτηγο Πρίορ (Prior), που ζήτησε να συνεχιστεί ο ένοπλος αγώνας, όλοι οι υπόλοιποι συμφώνησαν ότι η παρατεταμένη αντίσταση κατά των Γερμανών ήταν αδύνατη και μόνη λύση ήταν να ενδώσουν στο τελεσίγραφο. Αυτό το μήνυμα απεστάλη στον Γερμανό πρέσβη.

Εν τω μεταξύ, στις 05:45 δύο σμήνη Μέσσερσμιτ Be 110 επιτέθηκαν κατά του αεροδρομίου Vaerloese, στο οποίο στάθμευε ολόκληρη η Δανική αεροπορική δύναμη, και την κατέστρεψε επί του εδάφους. Τα γεγονότα αυτά συν το ότι η Δανική κυβέρνηση είχε συνάψει σύμφωνο μη επίθεσης με την Γερμανία, οδήγησαν τον επικεφαλής της κυβέρνησης πρωθυπουργό Τόρβαλντ Στάουνιγκ (Thorvald Stauning) να υπογράψει επίσημη συμφωνία παράδοσης της χώρας στους Γερμανούς.

Κατά τη διάρκεια της εισβολής, σκοτώθηκαν 16 Δανοί στρατιώτες και δύο ώρες μόλις μετά την εισβολή, οι Δανοί παραδόθηκαν, πιστεύοντας πως πιθανή αντίσταση δεν θα είχε νόημα και ελπίζοντας να διαπραγματευτούν με τους Γερμανούς. Άλλωστε, δεν διέθεταν ιδιαίτερη εκπαίδευση ή οπλισμό. Οι Γερμανοί μάλιστα πολύ γρήγορα κατάφεραν να φτάσουν και μέχρι το νησί Funen. Αμέσως μετά την κατάληψη της Δανίας, οι Βρετανικές δυνάμεις εισέβαλαν στα Νησιά Φερόε για να αποτρέψουν τη κατοχή τους από τους Γερμανούς.

Ακόμα, ο Δανός πρόξενος στις Ηνωμένες Πολιτείες, την ίδια μέρα της εισβολής, υπέγραψε συμφωνία με τους Αμερικανούς, εξουσιοδοτώντας τους να υπερασπιστούν τη Γροιλανδία σε πιθανή επίθεση των Γερμανών και να χτίσουν στρατιωτικές βάσεις εκεί. Αντίθετα με την κατάσταση στις υπόλοιπες κατεχόμενες από τους Γερμανούς χώρες, η ζωή στη Δανία μέχρι το 1943 δεν μεταβλήθηκε σημαντικά. Η κυβέρνηση και ο βασιλιάς Christian X παρέμεναν στη χώρα, το κοινοβούλιο λειτουργούσε όπως και πριν, δικαιοσύνη και αστυνομία παρέμεινε στα χέρια των Δανών.

Ειδικά μετά την πτώση της Γαλλίας τον Ιούνιο του 1940, οι Δανοί συνειδητοποίησαν ότι πρέπει να αποδεχτούν τη Γερμανική κατοχή και να διατηρήσουν τη προνομιακή τους σχέση με τους Γερμανούς. Στη προσπάθεια τους να διατηρήσουν ομαλές σχέσεις με του Γερμανούς, οι Δανοί:

  • Απαγόρεψαν άρθρα ή αναφορές που μπορεί να θέσουν σε κίνδυνο τις Γερμανο – Δανικές σχέσεις.
  • Τον Ιούνιο του 1941 συμφώνησαν στη πρόταση των Γερμανών να συλληφθούν όλοι οι Δανοί κομμουνιστές. Τον Αύγουστο του ίδιου έτους, ψήφισαν νόμο με τον οποίο θεωρούνταν παράνομες οποιεσδήποτε δραστηριότητες κομμουνιστών.
  • Οι σχέσεις τους με τους Συμμάχους διακόπηκαν.
  • Εμπόριο και βιομηχανική παραγωγή, κατευθύνονταν στη Γερμανία.
  • Ο Δανέζικος στρατός ακινητοποιήθηκε, επιτρέποντας τον να διατηρεί μόνο μέχρι 3.300 άνδρες.
  • Ως αντάλλαγμα για όλες αυτές τις παραχωρήσεις, η Δανία αρνήθηκε τις απαιτήσεις των Γερμανών:
    • Για διαφορετική μεταχείριση της Ιουδαϊκής μειονότητας.
    • Για εφαρμογή της θανατικής ποινής.
    • Για τη δικαιοδοσία στρατιωτικών δικαστηρίων σε Δανούς πολίτες.
    • Για τη χρήση του Δανέζικου στρατού από τη Γερμανία.
    • Για την εφαρμογή ενιαίου νομίσματος.

Ειδικά στο θέμα της προστασίας των Εβραίων, η στάση της Δανίας ήταν εξαιρετικά εντυπωσιακή, καθώς η κυβέρνησή της αρνούνταν συνεχώς να αποδεχθεί τις απαιτήσεις των Γερμανών να θεσπίσει ειδικούς νόμους γι αυτούς. Τα πολιτικά τους δικαιώματα παρέμειναν τα ίδια με αυτά του υπόλοιπου πληθυσμού. Αν και όλα αυτά εξόργιζαν τους Γερμανούς, ωστόσο ούτε αυτοί ήθελαν να διακινδυνεύσουν την ισορροπία των σχέσεών τους με τους Δανούς.

Λίγες μέρες μετά την Εισβολή στη Σοβιετική Ένωση, στις 29 Ιουνίου 1941, δημιουργήθηκε στη Δανία το Ελεύθερο Σώμα Δυνάμεων από Δανούς εθελοντές, με σκοπό να πολεμήσουν ενάντια στη Σοβιετική Ένωση. Η στρατολόγηση έγινε από τους Γερμανούς, και το σώμα αποτελούσαν 6.000 περίπου στρατιώτες, εκ των οποίων οι περισσότεροι ήταν Ναζί ή άνηκαν στη Γερμανική μειονότητα της Δανίας. Το Νοέμβριο του 1941, ζητήθηκε από τη Δανία να συμμετέχει στη συμφωνία Anti-Comintern, μια συμφωνία που ξεκίνησε το 1936 από Γερμανία και Ιαπωνία και που ουσιαστικά εναντιώνονταν στον Κομμουνισμό.

Η Δανία αρνήθηκε, καθώς πίστευε ότι κάτι τέτοιο θα άλλαζε τη μέχρι τότε ουδέτερή της θέση στο πόλεμο. Στις 23 Νοεμβρίου, ο Joachim von Ribbentrop απείλησε τη λήξη της ειρηνικής κατοχής της χώρας από τους Ναζί, αν η Δανία δεν συμμορφωθεί με τις υποδείξεις των Γερμανών. Τελικά, οι Δανοί συμφώνησαν με τρεις όρους:

  • Ίση μεταχείριση της Ιουδαϊκής μειονότητας με τους υπόλοιπους πολίτες.
  • Η Δανία δεν θα συμμετάσχει ποτέ στον Άξονα.
  • Καμία στρατιωτική μονάδα της χώρας δεν θα πολεμήσει ενάντια σε ξένες δυνάμεις.

Καθώς ο πόλεμος εξελισσόταν, ο πληθυσμός της Δανίας γινόταν σταδιακά εχθρικός προς τους Γερμανούς. Αν και η κυβέρνηση προσπαθούσε να αποθαρρύνει πιθανές πράξεις αντίστασης ή σαμποτάζ, το φθινόπωρο του 1942, για πρώτη φορά οι Γερμανοί κήρυξαν τη Δανία «εχθρικό έδαφος». Το καλοκαίρι του 1943, η αισιοδοξία των Δανών για πιθανή ήττα των Γερμανών στον πόλεμο, τους οδηγεί σε μαζικές απεργίες και διαδηλώσεις. Η Γερμανία απαιτεί μέτρα από τη κυβέρνηση της Δανίας, αλλά αυτή αρνείται. Έτσι στις 29 Αυγούστου 1943, οι Γερμανοί διαλύουν τη κυβέρνηση και κηρύσσουν στρατιωτικό νόμο.

Τον Οκτώβρη οι Γερμανοί αποφασίζουν να απομακρύνουν όλους τους Ιουδαίους πολίτες, αλλά η απόφαση διαρρέει και οι Δανοί φυγαδεύουν αρκετούς στη Σουηδία. Επίσης, δημιουργούν στρατόπεδο συγκέντρωσης μέσα στη χώρα, ώστε να αποφεύγεται η απέλαση των πολιτών στη Γερμανία. Ακόμα, οι Δανοί δημιουργούν μια μυστική κυβέρνηση καθώς και αντιστασιακές οργανώσεις ενώ οι Σύμμαχοι αρχίζουν να τους αναγνωρίζουν πλέον ως συμμάχους. Η Δανία ελευθερώθηκε στις 5 Μαίου του 1945 από τους Βρετανούς, με αρχηγό της επιχείρησης, τον Bernard L. Montgomery.

Η Δανία θεωρείται η χώρα που υπέφερε το λιγότερο από τις άλλες Ευρωπαϊκές κατεχόμενες χώρες. Έγιναν ελάχιστοι βομβαρδισμοί στη χώρα από τους Γερμανούς και λίγοι μόνο πολίτες σκοτώθηκαν σε διαδηλώσεις ή στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ο αριθμός τους υπολογίζεται σε λιγότερους από 2.000 ενώ περίπου 850 μέλη της αντίστασης σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου, λιγότεροι από 50 στρατιώτες κατά την εισβολή στη χώρα και περίπου 2.000 ναύτες, κυρίως θύματα υποβρυχίων.

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑΣ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΩΝ ΣΤΗ ΝΟΡΒΗΓΙΑ

Πολιτικά Γεγονότα της Εποχής

Στη Φινλανδία τον Ιανουάριο είχε σημειωθεί μια επιβράδυνση των εχθροπραξιών. Οι Φινλανδοί, εξαντλημένοι από τις νίκες, λαχάνιαζαν. Οι Ρώσοι συγκέντρωναν σημαντικά μέσα και ξαναγύριζαν στο αρχικό τους σχέδιο, την παραβίαση της γραμμής Mannerheim. Η επίθεση εξαπολύθηκε την 1η Φεβρουαρίου. Στόχος της ήταν το Βίμποργκ, ανατολικός στυλοβάτης της άμυνας του ισθμού της Καρελίας. Τον κυριότερο ρόλο τον έπαιξε το πυροβολικό σφυροκοπώντας τις Φινλανδικές θέσεις με συγκεντρωτικά πυρά σαν κι εκείνα που χαρακτήριζαν τον προηγούμενο πόλεμο. Η άμυνα των Φινλανδών ήταν υπέροχη.

Η Ρωσική διοίκηση λογάριαζε να κατακτήσει το Βίμποργκ την τρίτη ημέρα. Την πρώτη Μαρτίου έκανε ακόμη βήμα σημειωτόν έξω από την πόλη, ενώ δυο μεραρχίες που επιχειρούσαν να παρακάμψουν τη λίμνη Ladoga, είχαν κατακερματιστεί. Πάντως ο Φινλανδικός στρατός είχε φτάσει στα τελευταία όρια της αντοχής, άρχιζε να δείχνει εξάντληση. Είχε χάσει το 20% των δυνάμεών του. Όλες οι μονάδες είχαν ριχτεί για να συγκρατήσουν έναν εχθρό τριπλάσιο σε αριθμό. Η κούραση έριχνε τα όπλα από τα χέρια των πολεμιστών. Στην Γαλλία και στην Αγγλία οι συζητήσεις συνεχίζονταν.

Η προσοχή στρεφόταν όλο και περισσότερο προς το Σκανδιναβικό θέατρο που ως τότε το αγνοούσαν, σε τέτοιο βαθμό, ώστε το σχετικό χαρτογραφικό υλικό του επιτελείου να περιορίζεται σε ένα χάρτη της γραμμής Βιντάλ – Λαμπλάς. Έξαφνα οι Γερμανοί άρχισαν να μελετούν τις Νορβηγικές κοιλάδες, τους Σουηδικούς σιδηροδρόμους, τις Φινλανδικές μεθόδους μάχης, τον εφοδιασμό και την τροφή που χρειάζονταν για, στρατεύματα που πολεμούσαν στα βόρεια πλάτη.

Ένα ναυτικό επεισόδιο συνετέλεσε ώστε να συγκεντρωθεί το φως των προβολέων στον Ευρωπαϊκό βορρά. Το Altmark, ένα Γερμανικό πλοίο ανεφοδιασμού, είχε επιζήσει της καταστροφής του Graf Spee κι έβαλε πλώρη πίσω για τη Γερμανία μεταφέροντας και 299 ναύτες Αγγλικών εμπορικών πλοίων που είχαν συλληφθεί αιχμάλωτοι. Κατά διαταγή του Churchill του επετέθη στο φιόρδ Γιόσιγκ το αγγλικό αντιτορπιλικό Κόσσακ, περιφρονώντας τα Νορβηγικά χωρικά ύδατα. Η Νορβηγία μπορούσε να διαμαρτυρηθεί. Σοβαρότερες παραβιάσεις προετοιμάζονταν. Τα συμμαχικά και τα Γερμανικά πυρά διασταυρώνονταν πάνω στην ουδετερότητά της.

Οι σύμμαχοι είχαν εγκαταλείψει την ιδέα να βοηθήσουν τη Φινλανδία με μια απόβαση στο Πετσάμο. Το Πετσάμο το αντικατέστησε σαν αντικειμενικός σκοπός το Narvik. 500 km της Λαπωνίας και μια ισχυρά οπλισμένη Σουηδική ουδετερότητα χώριζαν τη μικρή πόλη από το Φινλανδικό έδαφος και ήταν πολύ αμφίβολο κατά πόσο το εκστρατευτικό σώμα που λογάριαζαν να στείλουν εκεί οι σύμμαχοι, θα κατάφερνε να βοηθήσει τους εξαντλημένους στρατιώτες του Στρατάρχου Mannerheim. Το Narvik, όμως, ήταν το κυριότερο λιμάνι εξαγωγής Σουηδικού σιδηρομεταλεύματος για τη Γερμανία.

Αν το κυρίευαν οι σύμμαχοι, η πρώτη ύλη για το Χιτλερικό ατσάλι δεν θα μπορούσε πια να εξαχθεί παρά μόνο από το Λούλεο, στον κόλπο της Βοθνίας που οι πάγοι το αποκλείουν για τη ναυσιπλοΐα έξι μήνες το χρόνο. Η βοήθεια προς τη Φινλανδία που είχε δεχτεί τόσο αισχρή επίθεση, έδινε ένα τίμιο πρόσχημα για να στερηθεί η Γερμανία το σίδηρό της. Οι Γερμανοί δεν θεωρούσαν αναγκαία καμιά άλλη δικαιολογία, εκτός από το συμφέρον της χώρας τους. Ο στόλαρχος Raeder ζητούσε προ πολλού να κυριευθεί η Νορβηγική ακτή.

Στις 14 Δεκεμβρίου είχε παρουσιάσει στον Führer τον Νορβηγό πρώην υπουργό Quisling που, είχε πάει να ζητήσει τη βοήθεια των Γερμανικών όπλων για να εγκαταστήσει στη χώρα του ένα Εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς. Απασχολημένος όμως τότε με τα σχέδιά του για μια επίθεση κατά της Γαλλίας, ο Hitler απέρριψε τις εισηγήσεις του ναυάρχου και τις προτάσεις του προδότη. Τις ξαναθυμήθηκε, όταν το επεισόδιο του Mechelen-sur-Meuse είχε για συνέπεια την αναβολή της εκστρατείας στη Δυτική Ευρώπη. Ο αρχηγός της εκστρατείας κατά της Νορβηγίας επελέγη στις 20 Φεβρουαρίου.

Ο διοικητής του 21ου σώματος στρατού στρατηγός von Falkenhorst έμαθε από τον ίδιο τον Führer που τον είχε καλέσει γι’ αυτό τον σκοπό από την Κόμπλεντς, πως του ανέθετε να κατακτήσει τη Νορβηγία και πως αυτό ήταν σημαντικό, πολύ, εξαιρετικά σημαντικό για τη διεξαγωγή του πολέμου. Βγαίνοντας από την Καγκελαρία ο στρατηγός αγόρασε ένα ταξιδιωτικό οδηγό κι άρχισε να κατατοπίζεται για τη χώρα, όπου τον έστελναν να δρέψει τις δάφνες του. Βήμα προς βήμα, οι Ρώσοι προχωρούσαν στον ισθμό της Karelia. Οι απαράμιλοι Φινλανδοί, αφού ταπείνωσαν τη Σοβιετική Αυτοκρατορία, δεν νόμισαν ότι το μόνο που τους έμενε ήταν να πέσουν μέχρι του τελευταίου.

Η Σουηδία μεσολάβησε και στις 6 Μαρτίου, ενώ οι μάχες είχαν φουντώσει όσο ποτέ, μια Φινλανδική αντιπροσωπεία ξεκινούσε, για να διαπραγματευτή στη Μόσχα. Στις 11 του μηνός έπεσε το Βίμποργκ, αλλά στις 13 είχε υπογραφεί η ειρήνη. Η Φινλανδία εκχωρούσε στη Σοβιετική Ένωση τον ισθμό της Karelia, τη μισή χερσόνησο των Αλιέων, της νοίκιαζε το Χανγκαί και γενικά δεχόταν όρους βαρύτερους από εκείνους που είχε απορρίψει πριν τρεις μήνες. Πάντως διατήρησε το πολυτιμότερο αγαθό, την ανεξαρτησία. Η ειρήνη της Μόσχας αφαιρούσε από τους συμμάχους το πρόσχημα για μια απόβαση στο Narvik.

Δεν είχαν τον κυνισμό να την ξεχάσουν, ούτε την εγκαρτέρηση για να αρκεσθούν στο να πενθήσουν το ναυάγιό της. Δυο Βρετανικές μεραρχίες που ήταν εφεδρεία για την επιχείρηση της Νορβηγίας, ξαναχρησιμοποιήθηκαν για την ενίσχυση του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος, άλλα έντεκα τάγματα έμειναν, για κάθε ενδεχόμενο, διαθέσιμα. Στη Γαλλία, ένα μικρό εκστρατευτικό σώμα που ήταν συγκροτημένο από αλπινιστές κυνηγούς και λεγεωνάριους, εξακολούθησε τις προετοιμασίες του στον Ιούρα. Το μόνο πράγμα που έπαψε να υπάρχει εξ αιτίας της ειρήνης στη Φινλανδία, ήταν η βιασύνη.

Η Γαλλία και η Αγγλία ανταλλάσσουν διακοινώσεις, επανεξετάζουν το πρόβλημα, αναμορφώνουν τα σχέδιά τους. Ανασχηματίζουν τις κυβερνήσεις τους. Ο Chamberlain, ο Daladier, οι άνθρωποι του Munich παρέμειναν στην εξουσία μετά την χρεοκοπία των ελπίδων που είχαν ενσαρκώσει. Οδήγησαν στον πόλεμο χώρες που κολακεύονταν να πιστεύουν πως θα διατηρούσαν την ειρήνη τους. Δεν υποβλήθηκαν όμως, δεν μπορούσαν να υποβληθούν και οι ίδιοι στην προσωπική αλλαγή που αντιστοιχούσε στην αλλαγή των ρόλων. Οι υπουργοί, τους οποίους καθοδηγούν, έχουν ποικίλη προέλευση και είναι ανίσχυροι.

Οι διοικητικές υπηρεσίες που διευθύνουν, έμειναν προσκολλημένες στη ρουτίνα της ειρηνικής εποχής. Σε αυτόν τον παράξενο πόλεμο δεν είναι μόνο οι στρατοί που δεν πολεμούν. Είναι και οι δημόσιες υπηρεσίες. Στη Γαλλία, παρά τα διδάγματα του 1914, δεν οργανώθηκε η βιομηχανική κινητοποίηση. Οι ειδικευμένοι εργάτες έφυγαν κι αυτοί για το μέτωπο όπως όλοι οι άλλοι και η επιστροφή τους είναι δύσκολη, γιατί οι σωματάρχες τους δεν εννοούν να τους αφήσουν να φύγουν.

Οι αγροτικοί βουλευτές που οι εκλογικές τους περιφέρειες προσέφεραν στον περασμένο πόλεμο τον κύριο όγκο των πολεμιστών, διαμαρτύρονται κατά του προνομίου των βιομηχανικών πληθυσμών και επιχειρούν να το επεκτείνουν και στους εκλογείς τους. Ένας από αυτούς τους βουλευτές λέει στη Γαλλική Βουλή: »Ο υπουργός Εξοπλισμού είναι μηχανικός. Δεν ξέρει πως είναι η εποχή της σποράς. -του απαντά ο υπουργός, ο Ραούλ Ντωτρύ, πως είναι η εποχή των οβίδων;;. Τα εμπόδια, στα οποία προσκρούει η δική του συγκομιδή, αρχίζουν από το αστείο και φτάνουν στο τραγικό.

Στο πυριτιδοποιείο της Αγκουλέμ, 4.000 ειδικευμένοι εργάτες που είχαν απαλλαγεί από τους κινδύνους της μάχης, επειδή ακριβώς λόγω της ειδικότητάς τους, η παρουσία τους κρίθηκε απαραίτητη στα εργοστάσια, αρνούνταν να κατασκευάσουν μελανίτη, γιατί ισχυρίζονται, πως τους εκθέτει στον κίνδυνο να μείνουν φαλακροί. Στο οπλοστάσιο του Μονλυσόν ύστερα από ένα σαμποτάζ 120 αντιαρματικά τηλεβόλα χρειάζονται επισκευή.

Απαγορευμένο, περνώντας στην παρανομία το Κομμουνιστικό κόμμα πολεμά για τον Hitler, καταγγέλλοντας τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και φέρνοντας για παράδειγμα τη Σοβιετική Ένωση που έκλεισε με το Γ’ Ράιχ μια αδελφική ειρήνη. Παρασυρμένα από το μεγάλο ολοκληρωτικό ρεύμα ή γοητευμένα από το σοσιαλισμό των δικτατοριών, τμήματα της μάζας της δεξιάς και σημαντικά τμήματα της αριστερής είναι φιλοχιτλερικά. Κακά προσανατολισμένη από μια προπαγάνδα που αποτελεί υπόδειγμα κακής ποιότητας, η κοινή γνώμη ταλαντεύεται.

Είναι ευχαριστημένη που το εθνικό έδαφος δεν έχει υποστεί εισβολή και που δεν τρέχει αίμα, αλλά της είναι περισσότερο από κάθε άλλη φορά ακατανόητη η αποτελμάτωση των εχθροπραξιών και πότε-πότε την κυριεύει ανησυχία. Μια καταθλιπτική αίσθηση πως τα πράγματα δεν πάνε καλά, κυριεύει τότε ένα έθνος που δεν είναι ούτε σε πόλεμο ούτε σε ειρήνη. Το δελτίο της ηθικής υγείας της Αγγλίας δεν είναι αισθητά καλύτερο.

Ο νόμος για την υποχρεωτική θητεία που άργησε να ψηφιστεί, δεν εφαρμόζεται ακόμη παρά μόνο για τους νεαρούς εργένηδες και ο πίνακας των εξαιρετέων από την στρατιωτική υπηρεσία για λόγους κοινής ωφελείας απλώνεται έως το επάγγελμα των ξεκαμπιαστών των δένδρων, εκείνων δηλαδή που καταστρέφουν τις κάμπιες. Τα εργατικά συνδικάτα, έχοντας επί κεφαλής έναν ανάποδο γέρο, τον Sir Ουώλτερ Σιτρίν, αγωνίζονται να μη χρησιμεύσει η εμπόλεμη κατάσταση ως πρόσχημα για την παράταση του ωραρίου εργασίας. Πάνε να κηρύξουν και στη Γαλλία το μαλθουσιανισμό των εξοπλισμών.

Οι εκπρόσωποι των Αγγλικών συνδικάτων, αφηγείται ο Ντωτρύ, ο Γάλλος υπουργός Εξοπλισμού, δεν μου συγχωρούσαν γιατί χρησιμοποιούνταν στα εργοστάσια γυναίκες και γιατί έβαζα τους άνδρες να δουλεύουν πάνω από επτά ώρες την ημέρα. Στις ιθύνουσες τάξεις, οι Ναζιστικές διαβρώσεις, οι διαλείψεις του πατριωτισμού είναι τόσο σοβαρές, όσο και στη Γαλλία. Το Κλάιβντεν Σετ -η κλίκα του Κλάιβντεν της λαίδης Άστορ- είναι ειρηνόφιλο από αριστερή ιδεολογία, αλλά η εφημερίδα Daily Mail του λόρδου Ράδερμερ έγραφε λίγο πριν, πως οι λεβέντες νεαροί Ναζί της Γερμανίας είναι το προπύργιό μας κατά του κομμουνισμού.

Οι Άγγλοι ενώθηκαν αργότερα, κάτω από τις βόμβες, κι έτσι μένει σήμερα η εντύπωση πως η ηττοπάθεια ήταν Γαλλικό μονοπώλιο. Η αμερόληπτη ιστορία το διαψεύδει. Πρώτος πέφτει στις 19 Μαρτίου ο Daladier, ύστερα από μια μυστική σύσκεψη για τα γεγονότα της Φινλανδίας. Άλλωστε ουσιαστικά μισοπέφτει, αφού διατηρεί το χαρτοφυλάκιο της Εθνικής Άμυνας, καλύπτοντας ακόμη με το σώμα του τον αρχιστράτηγο Gamelin.

Ο Paul Reynaud που θεωρείται το σύμβολο του πολέμου μέχρις εσχάτων, αυτός ο Churchill, γίνεται πρόεδρος του υπουργικού συμβουλίου, αλλά η κυβέρνησή του, όταν εμφανίζεται στη βουλή, τρομάζει να πάρει ψήφο εμπιστοσύνης: 268 ψήφοι υπέρ, 156 κατά, 111 αποχές, πλειοψηφία μιας μόνο ψήφου. Επί τρεις ώρες οι υπουργοί αναρωτιόνται αν πρέπει να δεχτούν αυτή την τόσο παζαρεμένη εμπιστοσύνη. Αποφασίζουν να τη δεχτούν, γιατί στο τέλος πείθονται πως δεν μπορεί να σκαρωθεί στερεότερο κυβερνητικό σχήμα. Πιστή εικόνα της διαίρεσης και της σύγχυσης της χώρας.

Η Νορβηγία Στοιχίζει Ακριβά στον Γερμανικό Στόλο Η απόφαση που πήραν κατ’ αρχήν Βρετανοί και Γάλλοι, να στείλουν στη Σκανδιναβία ένα εκστρατευτικό σώμα από τρεις ή τέσσερις μεραρχίες, χρονολογείται από τις 5 Φεβρουαρίου. Η αντίστοιχη απόφαση του Hitler εκδηλώνεται ένα μήνα αργότερα, αλλά οι προετοιμασίες του γίνονται με μεγαλύτερη ταχύτητα. Την οργάνωση της εκστρατείας ο Hitler την κράτησε για την Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση, δηλαδή για τον εαυτό του. Στις 5 Μαρτίου, αφού καταπράυνε τον Göring και κατσάδιασε τον Brauchitsch που διαμαρτυρήθηκε για τον παραμερισμό τους, ο Hitler κατέστρωσε το οριστικό σχέδιό του:

»Κατοχή της Δανίας, απόβαση στο Oslo, στο Kristiansund, στο Stavanger, στο Bergen, στο Trondheim και στο Narvik». Στις 14 του μηνός δέχεται τον ναύαρχο Raeder που υπαναχωρώντας εισηγείται τώρα να αναβληθεί η εκστρατεία κατά της Νορβηγίας και να προηγηθεί η νίκη κατά της Γαλλίας. Ο Hitler τον αποπέμπει με τη δήλωση πως είχε πάρει την απόφασή του και δεν πρόκειται να την αλλάξει. Στις 17 Μαρτίου ο Hitler διακόπτει τους διαλογισμούς του για τη Νορβηγία για να συναντήσει τον Mussolini στο Μπρέννερ. Από τότε που άρχισε ο πόλεμος, είναι η πρώτη συνάντηση των δύο δικτατόρων.

Ο Γερμανός δεν είχε ακόμη ξεχάσει την Ιταλική λιποψυχία του Σεπτεμβρίου, και μνησικακεί για κάποιο γράμμα του Mussolini που είχε αφήσει αναπάντητο. Ο Duce του είχε γράψει στις 4 Ιανουαρίου και τον συμβούλευε να διαπραγματευθεί, τονίζοντάς του πως ήταν γελασμένος, αν πίστευε πως θα τσάκιζε τη Γαλλία και την Αγγλία. Ο Hitler πήγε στο Μπρέννερ για να αποδείξει στον διστακτικό σύμμαχό του το αντίθετο. Κίνησε πάνοπλος. Παίρνει μαζί του έναν ογκώδη στρατιωτικό φάκελο, προπάντων ένα χάρτη που δείχνει τις θέσεις των 207 συγκροτημένων ή υπό συγκρότηση Γερμανικών μεραρχιών.

Σε ύψος 1400 m, στον μικρό, χιονοσκεπή παραμεθόριο σταθμό, διακόπτοντας επί ώρες τις συγκοινωνίες μεταξύ Γερμανίας και Ιταλίας, οι δυο ειδικές αμαξοστοιχίες στέκονται η μια πλάι στην άλλη, ενώ μέσα στο βαγόνι – σαλόνι του Benito ο Adolf μονολογεί. Ο Mussolini, θέλοντας και μη, ακούει τη λεπτομερή αφήγηση της εκστρατείας στην Πολωνία, την ανάλυση των νέων γερμανικών μεθόδων τακτικής, την ανάπτυξη όλων των υλικών και ηθικών πλεονεκτημάτων που εγγυώνται στο Εθνικοσοσιαλιστικό Rάιχ μια γρήγορη νίκη κατά των εκφυλισμέvωv δυτικών εθνών.

Ο Ciano που ήταν παρών, αναρωτιόταν, τι επίδραση θα είχε στον πεθερό του ο περιορισμός του στο ρόλο του παθητικού ακροατή. Το αποτέλεσμα ήταν απροσδόκητο. Ο Mussolini κυριεύεται από ενθουσιασμό. Η δύναμη που έπεσε πάνω του σαν καταρρακτώδης βροχή, τον κατέκλυσε, τον έκανε φιλοπόλεμο. Η Ιταλία, λέει, δεν είναι σε θέση να υποστεί ένα μακρό πόλεμο, αλλά πιστεύω, όπως κι εσείς, πως η μοίρα της Γαλλίας έχει κριθεί και πως ό,τι και να γίνει στην περιφέρεια, είναι χωρίς σημασία.

Οι δυο δικτάτορες έμειναν σύμφωνοι να μελετήσουν τα επιτελεία τους τη μεταφορά 20 Ιταλικών μεραρχιών στο Rhein, για μια συνδυασμένη επίθεση προς την Ντιζόν. Ο Führer, σημειώνει ο Jodl, επιστρέφει από το Μπρέννερ ακτινοβολώντας, και πέφτει με τα μούτρα στην προετοιμασία της εκστρατείας στην Νορβηγία. Η 1η Απριλίου ήταν μια ημέρα γενικής δοκιμής. Ο Hitler συγκεντρώνει μέσα στο γραφείο του της καγκελαρίας τα στελέχη της εκστρατείας. Στους τοίχους είναι κολλημένα καθοδηγητικά σχεδιαγράμματα. Οι αξιωματικοί μαζεύονται μπροστά στους τομείς που τους αντιστοιχούν.

Ο Hitler τους ρωτά τον ένα μετά τον άλλο: »Ποια είναι η αποστολή τους; Πώς θα την εκτελέσουν;» Αδιάκοπα, από τις 11:00 το πρωί ως τις 19:00 το βράδυ, με ένα ή δυο μικρά διαλείμματα, συζητεί, εγκρίνει, διορθώνει και τελικά δηλώνει πως είναι ενθουσιασμένος και ορίζει για τις 11 Απριλίου την ημερομηνία για την απόβαση. Η 3η ορεινή μεραρχία και τρεις μεραρχίες πεζικού, η 69η, 169η και 196η, θα αποτελέσουν το πρώτο σώμα. Η 2η ορεινή μεραρχία και δυο μεραρχίες πεζικού, η 181η και η 214η θα ακολουθήσουν για ενίσχυση.

Στο άλλο στρατόπεδο, ένα ανώτατο συμβούλιο συνήλθε στο Λονδίνο στις 28 Μαρτίου. Αποφάσισε να ποντιστούν νάρκες στα Νορβηγικά χωρικά ύδατα, στο σημείο εκβολής του φιόρδ του Narvik, για να διακοπεί η μεταφορά του σιδηρομεταλεύματος. Ταυτόχρονα πρέπει να τεθεί σε ενέργεια η επιχείρηση Βασιλικοί Πεζοναύτες, μια από τις προσφιλείς ιδέες του Churchill. Η επιχείρηση αυτή είναι η ακόλουθη: Θα ριχτούν στο Rhein νάρκες που, καθώς θα τις παρασύρει το ρεύμα, θα καταστρέψουν τις γέφυρες και θα παρεμποδίζουν την ναυσιπλοΐα. Η εκτέλεσή της ορίζεται για τις 5 Απριλίου.

Η Γαλλική Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση και η Γαλλική κυβέρνηση πανικοβάλλονται. Φοβούνται πως η Ρόγιαλ Μάρινς θα επισύρει αντίποινα κατά των Γαλλικών εργοστασίων και των Γαλλικών πόλεων. Η συγκατάθεση που είχε δοθεί από τον Paul Reynaud, δεν επικυρώνεται από το πολεμικό του συμβούλιο. Ο Chamberlain γαντζώνεται από αυτή την ευκαιρία για να μη κάνει τίποτε κι αναβάλλει το σχέδιο Βίλφρεντ, δηλαδή την πόντιση ναρκών στα Νορβηγικά ύδατα.

Ο Churchill σπεύδει στο Παρίσι για να προσπαθήσει να τακτοποιήσει τα πράγματα, αναγκάζεται να εγκαταλείψει το συνδυασμό των δύο επιχειρήσεων Ρόγιαλ Μάριν και Βίλφρεντ, αρκείται στη δεύτερη και τα καταφέρνει να οριστεί η 8 Απριλίου για την έναρξή της. Την ίδια μέρα ο Chamberlain λέει σε μια συγκέντρωση νεαρών συντηρητικών: »Ο κ. Hitler είναι ένας άνθρωπος που έχασε το λεωφορείο» (από τότε η έκφραση αυτή έκανε το γύρο του κόσμου). Τη στιγμή που μιλούσε ο Chamberlain, ανοίγονται στο πέλαγος τα πρώτα Γερμανικά πολεμικά σκάφη της εκστρατείας της Νορβηγίας.

Τρία αντιτορπιλικά είχαν βάλει πλώρη για το Narvik. Καμιά από τις πολλές υπηρεσίες πληροφοριών των συμμάχων δεν γνώριζε την αναχώρησή τους. Στο Βερολίνο, η εβδομάδα που ακολουθεί είναι ταραγμένη. Η θάλασσα, όσο πάει γεμίζει από καράβια. Τους έχουν δοθεί λεπτομερείς οδηγίες. Θα υψώσουν την Αγγλική σημαία, δεν θα απαντούν παρά μόνο σε Αγγλική γλώσσα, θα έχουν έτοιμη την απάντηση, αν ρωτηθούν για το ταξίδι τους. Και φυσικά οι Γερμανοί στρατιώτες, τους οποίους μεταφέρουν, κρύβονται μέσα στα αμπάρια. Κι αυτά τα πολεμικά πρέπει να μοιάζουν με συγκεκριμένα Αγγλικά καράβια.

Το Γερμανικό Κελν (Κολωνία), με το Αγγλικό Κάιρο, το Königsberg, με το Καλκούτα κ.λ.π. Παρόλα αυτά όμως, οι πιθανότητες να αποκαλυφθούν είναι μεγάλες. Στις 8 του μηνός, το μεσημέρι, το μεταγωγικό Ρίο Ιανέιρο τορπιλίζεται έξω από το Kristiansund από το Πολωνικό υποβρύχιο Orzel. Άνδρες με στολή που ψαρεύτηκαν από ανεμότρατες, λένε πως πήγαιναν να υπερασπίσουν το Bergen, εναντίον μιας Αγγλικής επίθεσης. Η πληροφορία φτάνει στο Βρετανικό Ναυαρχείο, όταν άρχισε να νυχτώνει, την τοποθετούν στο καλάθι των εγγράφων της τρέχουσας υπηρεσίας.

Εκεί μέσα θα την βρει την άλλη μέρα το πρωί, ο αρμόδιος αξιωματικός, αρχίζοντας τη βάρδια του. Κι όμως οι Άγγλοι είναι έτοιμοι. Μεταγωγικά, με προορισμό το Narvik και το Trondheim, έχουν συγκεντρωθεί στο Κλάυντ. Από τις 7 Απριλίου, στο Ρόσυθ, έχουν επιβιβασθεί στρατεύματα στα καταδρομικά Ντέβονσαϊρ, Μπέρουικ, Γυόρκ και Γκλάσγκοου που μπορούν να φτάσουν στο Stavanger σε 12 ώρες και στο Narvik μέσα σε μια μέρα. Έχε, όμως, αποφασισθεί τα πράγματα να γίνουν βαθμιαία. Προς το παρόν ποντίζονται οι νάρκες. Αν αντιδράσουν οι Γερμανοί, η απάντηση θα δοθεί με αστραπιαία ταχύτητα.

Η αστραπή που ξέσπασε τα ξημερώματα της 9ης Απριλίου, είναι ένα νέο Blitzkrieg (αστραπιαίος πόλεμος). Τη στιγμή που τα στρατεύματα περνούν τα σύνορα, τη στιγμή που τα πλοία μπαίνουν στα λιμάνια, οι Γερμανοί πρεσβευτές στην Κοπεγχάγη και στο Oslo ξυπνούν τους πρωθυπουργούς και τους ζητούν να υποκλιθούν μπροστά στο τετελεσμένο γεγονός. Ο Δανός υποτάσσεται. Ίσως ο Νορβηγός να υποτασσόταν κι αυτός, αν ο πρεσβευτής Μπράουερ δεν είχε την εντολή να επιβάλει τον Quisling επί κεφαλής της κυβέρνησης.

Η αξίωση αυτή και η αντίσταση της επάκτιου άμυνας θα επιτρέψουν στο βασιλιά και τους υπουργούς του να αναχωρήσουν από την πρωτεύουσα, να καταφύγουν στο δάσος και, κυνηγημένοι από την αεροπορία και τα θωρακισμένα άρματα, να φτάσουν στο βόρειο τμήμα της χώρας. Το μεσημέρι, όλα τα λιμάνια της Νορβηγίας βρίσκονται στα χέρια των Γερμανών, το θωρακισμένο καταδρομικό Μπρέσλαου βούλιαξε στο φιόρδ του Oslo, το ελαφρό καταδρομικό Königsberg έπαθε ζημιές στο φιόρδ του Bergen και στο Trondheim ένας αξιωματικός κλείστηκε μέσα σ’ ένα παλιό φρούριο.

Αλλού ο αιφνιδιασμός ήταν απόλυτος και η απόβαση δεν συνάντησε αντίσταση. Στη θάλασσα, αρχίζει η μάχη. Ομίχλη, φουσκοθαλασσιά, χιόνι, κακή και φευγαλέα ορατότητα. Για να προστατεύσει τα 200 μεταγωγικά του ο Γερμανικός στόλος έχει κατανεμηθεί σε έξι ομάδες, από τα νησιά Λοφότεν έως τους τρεις πορθμούς Βελτ. Οι Αγγλικές ναρκοθέτιδες δουλεύουν υπό την προστασία ενός μόνο μεγάλου σκάφους, του Renown, και δυο μοιρών αντιτορπιλικών. Ένα από αυτά, το Glowworm, πέφτει επάνω στο βαρύ καταδρομικό Hipper, επιχειρεί να εμβολίσει τον ισχυρό του αντίπαλο, αλλά τα Γερμανικά κανόνια το στέλνουν στο βυθό.

Την άλλη μέρα τα ξημερώματα, το γηραλέο Renown ανταλλάσσει για δέκα λεπτά της ώρας κανονιές με το Scharnhorst και το Gneisenau, σε μια θάλασσα κάτασπρη από τον αφρό. Μια εύστοχη βολή αχρηστεύει τον κυριότερο οπλισμό του Gneisenau. Ύστερα παραπετάσματα χιονιού χωρίζουν τους μαχητές. Το Βρετανικό Ναυαρχείο υστέρησε και σε οξυδέρκεια και σε επαγρύπνηση. Όταν ο μητροπολιτικός στόλος (Home Fleet) εγκαταλείπει το Σκάπα και το Ρόσυθ, έχει την πεποίθηση πως θα συνάντηση τη Γερμανική μοίρα, καθώς θα επιχειρεί μιαν έξοδο στον Ατλαντικό.

Τα καταδρομικά που μετέφεραν στρατεύματα προορισμένα για τη Νορβηγία, τα αποβιβάζουν βιαστικά για να βρεθούν μια ώρα νωρίτερα στη μάχη. Ο ναύαρχος Φόρμπς, αρχηγός, κατευθύνεται όλη τη νύχτα προς τα βόρεια, ύστερα ξανάρχεται στα νότια, σπαταλώντας στο ανοιχτό πέλαγος την 8η του μηνός που ήταν μια αποφασιστική μέρα. Οι ναύτες σκέπτονται σαν ναύτες. Εφιάλτης τους είναι τα μεγάλα εχθρικά πλοία. Μια απόδειξη της παρουσίας του εφιάλτη είναι, η καταστροφή του Glowworm. Αυτά τα μεγάλα Γερμανικά πολεμικά ψάχνουν να βρουν μέσα στις καταιγίδες μιας φουρτουνιασμένης ημέρας.

Ο καιρός ξεκαθαρίζει και φως πέφτει στις προσβάσεις του εχθρού. Μια δυνατότητα μένει στους Άγγλους: να χτυπήσουν τους Γερμανούς μέσα στα λιμάνια, ενώ θα έκαναν τις αποβατικές επιχειρήσεις τους. Ο Φόρμπς μελετά να το κάνει, αλλά το Ναυαρχείο του το απαγορεύει. Για ένα τέτοιο εγχείρημα, οι Άγγλοι θα έπρεπε να ριψοκινδυνεύσουν αναντικατάστατα πλοία, την ώρα που δεν ξέρουν αν οι θέσεις της επάκτιου άμυνας είναι ακόμη στα χέρια των Νορβηγών. Η αιθρία του ουρανού επιτρέπει στην αεροπορία να εντείνει τη δράση της.

Ένας Γερμανικός σχηματισμός επιτίθεται στα Αγγλικά θωρηκτά, αλλά βυθίζει μόνο το αντιτορπιλικό Skuas. Λίγες ώρες αργότερα, ο στολίσκος των βομβαρδιστικών καθέτου εφορμήσεως Stukas του πλοιάρχου Πάρτριντζ που είχε ξεκινήσει από τις Ορκάδες και ενεργούσε στο όριο της ακτίνας δράσεώς του, βρίσκει το Γερμανικό πολεμικό Königsberg, πληγωμένο από τις επάκτιες πυροβολαρχίες του Bergen. Το αποτελειώνει. Στην ιστορία των ναυτικών πολέμων είναι το πρώτο από τα μεγάλα πολεμικά που βυθίζεται από την αεροπορία.

Η εμφάνιση των Γερμανών στο Narvik, σε απόσταση 1.000 ναυτικών μιλίων από τον Έλβα, ήταν μια τόσο οδυνηρή έκπληξη που στις αρχές φαντάστηκαν πως γινόταν σύγχυση με το μικρό λιμάνι φαλαινοθηρικών, το Larvik που ήταν κοντά στο Oslo. Ύστερα υπέθεσαν πως κάποιο φορτηγό θα μετέφερε κρυφά κανένα στρατιωτικό απόσπασμα έως το βόρειο εκείνο πλάτος. Ο πλοίαρχος Γουορμπούρτον-Λη διατάσσεται να μπει στο Οφοτφιόρντ με μια ομάδα πέντε αντιτορπιλικών -Χάρντυ, Χάντερ, Χάβοκ, Χόστιλ, Χότσπουρ- για να καταστρέψουν το ολομόναχο εκείνο καράβι και ει δυνατόν να κυριεύσουν το Narvik.

Στις 21:00, σταματά για να πάρει πληροφορίες στο σταθμό πιλότων του Τρανόυ, στο Βέστφιορντ. Δεν είναι, του λένε οι πιλότοι, ένα μόνο φορτηγό που κατέλαβε το λιμάνι του Narvik, αλλά έξι πολεμικά πλοία, μεγαλύτερα από τα δικά του. Η πληροφορία μεταβιβάζεται στο Ναυαρχείο που αρνείται να στείλει για υποστήριξη ένα μεγάλο καράβι, αλλά αφήνει απόλυτη πρωτοβουλία στον πλοίαρχο Γουορμπούρτον-Λη: »Αποφασίστε ό,τι κρίνετε καλό. Εμείς θα σας καλύψομε σε όλες τις περιπτώσεις». Άμεση απάντηση: »Έτοιμοι για δράση». Την άλλη ημέρα ξανάρχεται η κακοκαιρία.

Οι παγωμένες κορυφές των Λοφότεν χάνονται μέσα στα σύννεφα. Το χιόνι μαστιγώνεται από μια ανεμοθύελλα και σηκώνεται σε στροβίλους. Ο πλοίαρχος Γουορμπούρτον-Λη οδηγεί τη μοίρα των αντιτορπιλικών του στα τυφλά, μέσα σε ορμίσκους σπαρμένους με σκοπέλους. Έκπληξη τον περιμένει, όταν φτάνει έξω από το λιμάνι του Narvik. Τα αντιτορπιλικά Βίλχελμ Χάιντκαμπ και Άντον Σμιτ χτυπιούνται από τις τορπίλες του και βυθίζονται.

Σε τρία άλλα προκαλεί ζημιές, αλλά ο Γουορμπούρτον-Λη, ξαναρχίζοντας την επίθεση, βλέπει έξαφνα να ξετρυπώνουν από το Χεργιανκσφιόρντ τρεις νέοι εχθροί. Τους αντιμετωπίζει, αλλά τότε δυο αλλά Γερμανικά αντιτορπιλικά βγαίνουν από το Μπαλλαγκενφιόρντ και έτσι ο Άγγλος πλοίαρχος με την ομάδα των αντιτορπιλικών του βρίσκεται μεταξύ δύο πυρών. Δεν ήταν, μάλιστα, έξι, όπως είχαν πει οι πιλότοι του Τρανόυ, αλλά δέκα ισχυρά Γερμανικά μικρά πολεμικά που μπήκαν στο Οφοτφιόρντ με 2.000 στρατιώτες στοιβαγμένους κάτω από τις στενές τους γέφυρες.

Η νέα μάχη είναι δυσμενής για τους Άγγλους. Ο Γουορμπούρτον-Λη σκοτώνεται πάνω στη γέφυρα του Χάρντυ που αμέσως βυθίζεται. Την ίδια τύχη έχει το Χάντερ. Το Χότσπουρ παθαίνει μεγάλη αβαρία και σέρνεται έξω από το φιόρδ. Το συνοδεύουν οι δυο ανέπαφοι σύντροφοί του. Από τη μια μεριά εξ αιτίας των κακών ατμοσφαιρικών συνθηκών κι από την άλλη γιατί φοβούνται μη τυχόν και πέσουν πάνω στο Renown, οι Γερμανοί αφήνουν να χαθεί η ευκαιρία που τους δόθηκε για να ξεμπερδεύουν με την Αγγλική μοίρα. Αφήνουν επίσης να χαθεί η ευκαιρία να σώσουν το Ράουενφελς που έρχεται να ενισχύσει το απόσπασμα της ξηράς με τα βαριά του όπλα.

Στο πέρασμά του καταβυθίζεται από το Χάβοκ. Το φορτίο του θα λείψει πολύ στα χαμένα παιδιά του Narvik. Το βρετανικό Ναυαρχείο αποφασίζει να μη σταματήσει εκεί. Ύστερα από τρεις ημέρες εννέα αλλά αντιτορπιλικά μπαίνουν στο Oφοτφιόρντ κι αυτή τη φορά δεν είναι μόνα. Ένας ισχυρός παλαίμαχος, το Γουόρσπαϊτ, της γενιάς των πολεμικών που είχαν πάρει μέρος στη ναυμαχία της Γιουτλάνδης στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα φυλάει σαν μαντρόσκυλο. Τα Γερμανικά αντιτορπιλικά σκορπίζουν και φεύγουν. Φτάνουν στο Ρομπακσφιόρντ που η ακανόνιστη κορυφή του αγγίζει τη Σουηδική μεθόριο.

Οι οβίδες του Γουόρσπαϊτ τα καταδιώκουν και τα συντρίβουν. Όλα εξωκείλουν και καίγονται στην άκρη των παγωμένων νερών. Ένα υποβρύχιο, το U 64, συμμερίζεται την τύχη τους. Το Narvik όμως είναι στα χέρια ενός συντάγματος αλπινιστών υπό τον συνταγματάρχη Dietl και οι Άγγλοι ναυτικοί δεν επιχειρούν να συμπληρώσουν τη νίκη τους αποσπώντας το. Για το πολεμικό ναυτικό του Hitler που είχε συνολικά 22 αντιτορπιλικά, η απώλεια των 10 του Narvik είναι βαριά. Συμπληρώνει την καταστροφή του Μπλύχερ, του Καρλσρούε και του Königsberg που είχαν βυθιστεί στις 9 του μηνός.

Το Hipper, το Scharnhorst, το Gneisenau, και ιδίως το Lützow που θα μείνει ένα χρόνο στα ναυπηγεία, έχουν υποστεί σοβαρές βλάβες. Η Νορβηγία στοιχίζει ακριβά στον Γερμανικό στόλο. Τα πλοία που διαθέτει στις 15 Απριλίου είναι 2 ελαφρά καταδρομικά και 4 αντιτορπιλικά. Στο Παρίσι οι μομφές είναι πικρές. Πώς άφησαν οι Άγγλοι να αιφνιδιαστούν; Σε τι χρησιμεύει ο στόλος τους; Η περιβόητη υπηρεσία πληροφοριών, η Intelligence Service, κοιμόταν; Συγκεντρωμένοι νωρίς το πρωί της 9ης Απριλίου, οι υπουργοί των πολεμικών υπουργείων και οι αρχιστράτηγοι συζητούν ζωηρά.

Συμφωνούν πως η καλύτερη απάντηση στην εισβολή της Νορβηγίας θα ήταν η είσοδος στο Βέλγιο και η εγκατάσταση στo Albert canal. Αποφασίζουν να κάνουν διάβημα στους Βέλγους για να τους αποδείξουν πως ποτέ δεν θα παρουσιαστεί ευνοϊκότερη στιγμή, δεδομένου ότι ένα μεγάλο μέρος της Γερμανικής αεροπορίας ήταν απασχολημένο στη Σκανδιναβία. Η Βελγική κυβέρνηση θεωρεί, όμως, πως η επέκταση του πολέμου στη Σκανδιναβία ελαττώνει τους κινδύνους της επίθεσης κατά του εδάφους της και πως έχει περισσότερους λόγους από κάθε άλλη φορά να γαντζωθεί στην ουδετερότητά της.

Μετά το τέλος του συμβουλίου στο προεδρικό μέγαρο των Ηλυσίων, ο Reynaud και ο Daladier αναχωρούν για το Λονδίνο. Προσπαθούν να επαναθέσουν και να συζητήσουν, βιαστικά πλέον, την επιχείρηση που είχε διακόψει η Φινλανδική ειρήνη, την κατάληψη των Νορβηγικών λιμανιών. Ο Churchill, μετριοπαθής για μια φορά, περιορίζεται στο Narvik, αλλά οι Γάλλοι εξεγείρονται με την ατολμία του. Γιατί να μην ανακαταλάβουν και το Trondheim; Υπάρχει εκεί ένας τεράστιος όρμος, ένα μεγάλο λιμάνι, κόμβος των συγκοινωνιών ανάμεσα στο νότιο και στο βόρειο τμήμα της Νορβηγίας.

Η κατάληψη του Trondheim θα μεταβάλει σε ήττα τη Γερμανική επιτυχία. Αποφασίζεται η ταυτόχρονη ανακατάληψη του Narvik και του Trondheim. Η θέση των Γερμανών στο λιμάνι του Narvik κρέμεται από μια κλωστή. Ο Dietl δεν διαθέτει παρά μόνο το σύνταγμα αλπινιστών και δυο μικρές ορεινές πυροβολαρχίες σχεδόν χωρίς οβίδες. Ο Hitler κυριεύεται από πανικό στη σκέψη πως η μικρή εκείνη Γερμανική δύναμη μπορούσε να βρεθεί στην ανάγκη να καταθέσει τα όπλα.

Στέλνει διαταγή στον Dietl να συμπτυχθεί προς το Trondheim, αλλά ο αξιωματικός – σύνδεσμος του στρατού στην Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση, ο αντισυνταγματάρχης Φον Λόσμπεργκ, εμποδίζει, με προσωπική ευθύνη του, να μεταβιβαστεί από τον ασύρματο η διαταγή. Και όχι μόνο αυτό, αλλά είχε το κουράγιο να πάει να βρει τον Keitel και τον Jodl, για να τους κατηγορήσει πως έδιναν ανεφάρμοστες διαταγές. Ο Keitel φεύγει παλικαρίσια λέγοντας πως δεν αρμόζει στην αξιοπρέπειά του να κάθεται να συζητεί μ’ έναν τόσο νέο αξιωματικό που μίλα μάλιστα σε τέτοιο τόνο.

Ο Jodl, γλυκομίλητος, εξηγεί πως ασφαλώς η διαταγή είναι αστήριχτη, αλλά ποιος τολμά να το πει αυτή τη στιγμή στον Führer που είναι τρομερά εκνευρισμένος; Και ο Λόσμπεργκ απαντά ότι αν οι σύμβουλοι του Führer είναι χωρίς κύρος, δεν έχουν παρά να παραχωρήσουν την θέση τους σε ισχυρότερες προσωπικότητες. Ο Jodl θυμάται τότε κάποιο καθηγητή του Ίννσμπρουκ που ήξερε καλά τα Νορβηγικά βουνά. Τον οδηγούν στον Hitler. Η άποψη του καθηγητού είναι πως μια υποχώρηση 1000 km πάνω σε παγετώνες είναι κάτι το εντελώς αδύνατο.

Αναθεωρώντας τη διαταγή του, χωρίς να υποπτεύεται πως δεν μεταβιβάστηκε, ο Hitler διατάσσει τότε τον Dietl να αντισταθεί επί τόπου και μόνο σε έσχατη ανάγκη να παραδοθεί στους Σουηδούς. Όλοι θεωρούν πως πρόκειται για ζήτημα ωρών και πως το Narvik έχει χαθεί για τους Γερμανούς. Οι Άγγλοι, όμως, στερούνται εμπνεύσεως. Αντί να επιτεθεί στο Narvik, η ταξιαρχία που επιβιβάζουν στα πλοία στις 12 Απριλίου αποβιβάζεται στο μικρό λιμάνι Harstad, στο νησί Χιννόυ. Ο αντικειμενικός σκοπός βρίσκεται σε απόσταση 100 km, πίσω από βουνά που είναι τόσο δύσκολο να τα περάσει κανείς, όσο και να περάσει το Λευκό Όρος.

Ο Churchill στέλνει ένα θαλασσινό που δεν χωρατεύει, τον ναύαρχο λόρδο Cork and Orrery, αλλά ο Churchill δεν είναι παρά το Ναυαρχείο, ενώ ο αρχηγός των δυνάμεων της ξηράς στρατηγός Mackesy υπάγεται στο υπουργείο των Στρατιωτικών και μένει ασυγκίνητος στην προτροπή του θαλασσινού συναδέλφου του. Οι καιρικές συνθήκες απαγορεύουν την απάντηση. Το χιόνι φτάνει σε ύψος 1,50 m. »Θα περιμένω να λιώσει το χιόνι» αποφασίζει ο Mackesy. Το Narvik δεν είναι πια υπόθεση ενός εγχειρήματος. Χρειάζεται εκστρατεία. Στο στρατόπεδο των συμμάχων, η δράση δεν έφερε την αρμονία.

Οι Γαλλοαγγλικές σχέσεις παραμένουν ψυχρές. Ακόμη ψυχρότερες είναι μέσα στους κύκλους των Γάλλων ιθυνόντων. Το απροετοίμαστο της εκστρατείας στη Norway εξοργίζει τον Paul Reynaud που στο πολεμικό συμβούλιο της 12ης Απριλίου κατηγορεί τον Gamelin. Ο Daladier αφήνει τη θέση του αντιπροέδρου του συμβουλίου και πάει στην άκρη του τραπεζιού, πλάι στον στρατηγό. Μετά την συνεδρίαση ο Gamelin συντάσσει την επιστολή της παραίτησής του. Ο Daladier την παίρνει και την κάνει κομμάτια, αφήνοντάς τον να καταλάβει πως οι μέρες της κυβέρνησης Paul Reynaud είναι μετρημένες.

Στο Λονδίνο καταστρώνεται ένα μεγαλόπνοο σχέδιο κατά του Trondheim. Μια ολόκληρη αρμάδα θα μπει μέσα στο μεγάλο φιόρδ. Θα περιλαμβάνει το Βάλιαντ, το Renown, το Γκλόριους, το Γουόρσπαϊτ, τέσσερα καταδρομικά της αντιαεροπορικής άμυνας, 20 αντιτορπιλικά, πολλά μεταγωγικά. Εκατό αεροπλάνα θα διεκδικήσουν την κυριαρχία στον ουρανό. Μια ταξιαρχία του τακτικού στρατού και ένα καναδικό τάγμα θα αποβιβαστούν απ’ ευθείας στην πόλη. Θα ακολουθήσει για ενίσχυση μια Γαλλική ταξιαρχία.

Με αυτή την κατά μέτωπο έφοδο θα συνδυαστούν δυο συμπληρωματικές κινήσεις, η μια από το Namsos, σε απόσταση 150 km στα βόρεια και μια άλλη από το Andalsnes, σε απόσταση 200 km στα νότια. Ένας νέος ακόμη άνδρας που πάλλεται από αυτοπεποίθηση, ο ναύαρχος Sir Ρότζερ Κέυς, ζητιανεύει το προνόμιο να οδηγήσει τη μοίρα. Το 1918 πέρασε στην Ιστορία εμφιαλώνοντας το Ζεεμπρύγκε. Εγγυάται να νικήσει στο Trondheim. Η κατά μέτωπο επίθεση Χάμμερ ορίστηκε για τις 22 Απριλίου. Στις 15 και 17 Απριλίου αποβιβάζονται εμπροσθοφυλακές στο Namsos και στο Andalsnes, χωρίς να συναντήσουν αντίσταση.

Στις 18 Απριλίου, όμως, η επιτροπή των επιτελαρχών, εξετάζοντας τον αριθμό και την αξία των πλοίων που θα χρειαστεί να διακινδυνεύσουν, καταδικάζει την επιχείρηση Χάμμερ. Απαρηγόρητος ο Κέυς προτείνει να οδηγήσει κατά του Trondheim τα πιο παλιά σαράβαλα του βασιλικού και εμπορικού ναυτικού. Η πρόταση του δεν γίνεται δεκτή. Η πόλη θα κυριευθεί, αλλά μόνο από την ξηρά, με το κλείσιμο των δυο σκελών της λαβίδας, του σκέλους που δημιουργήθηκε στο Namsos και του σκέλους που δημιουργήθηκε στο Andalsnes. Η διπλή απόβαση γίνεται αφορμή να ανησυχήσει και πάλι ο Hitler.

Η κατάσταση στο Trondheim και στο Narvik είναι η ίδια. Τα στρατεύματα που κρατάνε την πόλη -5.000 άντρες το πολύ- έχουν αποκοπεί από τον κύριο όγκο των Γερμανικών δυνάμεων που έχουν αποβιβαστεί στην περιοχή του Oslo. Για να τα ενίσχυση, ο Hitler διατάσσει τεράστιες πορείες, σχεδιάζει μια ναυτική επέμβαση, ενώ δεν υπάρχουν πια πλοία και τελικά στρέφει τη μανία του κατά των Νορβηγών που με την αντίστασή τους και με τις καταστροφές στο Γκούντμπραντσνταλ επιβραδύνουν την άνοδο προς το Trondheim της 163ης και 196ης μεραρχίας πεζικού.

Οι Γερμανοί δοκίμασαν να τους φέρουν στα νερά τους με το καλό, αυτοί τους απάντησαν με τα όπλα. Ο Hitler αποφασίζει να ανακαλέσει τον πρεσβευτή του και να στείλει στη Νορβηγία ένα gauleiter, τον αμείλικτο Τερμπόβεν. Η αγωνία όμως του Führer είναι υπερβολική. Αμέσως η επιχείρηση παίρνει κακή τροπή για τους συμμάχους. Ο μόνος τρόπος να κυριευθεί το Trondheim είναι η κατά μέτωπο επίθεση που οι αρχηγοί των επιτελείων τη βρήκαν εξαιρετικά παράτολμη.

Οι μεγάλες μετακινήσεις στην ξηρά, σε δρόμους πλάτους 3 m, μέσα στο χιόνι και στη λάσπη, κάτω από την υπεροχή της εχθρικής αεροπορίας, είναι πέρα από τις δυνατότητες κακά εξοπλισμένων και κακά εκγυμνασμένων στρατευμάτων. Η Namsos είναι μια μικροσκοπική πόλη με ξύλινα σπίτια, ένα μικρό λιμάνι ψαράδων. Η οργάνωση της εκστρατείας είναι τόσο ελαττωματική, ώστε η αντιαεροπορική άμυνα βρίσκεται στη νηοπομπή του δευτέρου κλιμακίου και μάλιστα στο εξοπλισμένο φορτηγό Πόλη του Αλγερίου που δεν μπορεί να πλησιάσει στο λιμάνι, εξ αιτίας του θαλασσίου ρεύματος.

Οι Γερμανοί αφήνουν τα στρατεύματα -δυο Αγγλικές ταξιαρχίες και μια ελαφριά Γαλλική μεραρχία- να αποβιβαστούν. Ύστερα ρίχνεται η Luftwaffe και καίει την πόλη. Ο στρατηγός Κάρτον ντε Γουάιαρτ διατάσσει ωστόσο τους Άγγλους του να ξεκινήσουν, ενώ οι Γάλλοι του στρατηγού Ωντέ χασομερούν στο Namsos. Ο καιρός είναι φοβερός. Τα στρατεύματα, περουνιασμένα από τα κύματα και τη βροχή, φτάνουν στο Στάινκγιερ, πάνω στο φιόρδ του Trondheim, αλλά ύστερα συμπτύσσονται μάλλον εξ αιτίας του κρύου και των δοκιμασιών, παρά εξ αιτίας της αντίστασης του εχθρού.

Andalsnes η πόλη αυτή είναι ακόμη πιο μικρή από το Namsos και η κοιλάδα που τελειώνει εκεί είναι φοβερά κλειστή. Οι Άγγλοι στην αρχή νομίζουν πως πετούν προς τη νίκη. Περνούν έναν αυχένα ύψους 1500 m που τους βγάζει στο Γκούντμπραντσνταλ, άξονα των συγκοινωνιών και του πλούτου της Νορβηγίας. Από το Ντόμπας ένας δρόμος οδηγεί προς το Trondheim και τον Κάρτον ντε Γουάιαρτ. Αλλά πριν γίνει σκέψη για κλείσιμο της λαβίδας, έπρεπε να ενισχυθεί πρώτα η προκάλυψη του δεξιού πλευρού με την υποστήριξη των Νορβηγικών μονάδων του στρατηγού Ρούγκε που φράζουν το Γκούντμπραντσνταλ στο Λίλλεχαμμερ.

Η 148η ταξιαρχία σπεύδει προς τα εκεί. Ακολουθεί η 15η ταξιαρχία που φτάνει από την Γαλλία υπό τον στρατηγό Παζέ. Αλλά η σύγκρουση με τα Γερμανικά στρατεύματα έδωσε απότομο τέλος στην επιχείρηση που είχε αρχίσει με τη θριαμβευτική ανάκτηση του Oslo. Η 148η ταξιαρχία αφήνει στον εχθρό τον διοικητή και τα αρχεία της, κι όλα τα τεκμήρια που δείχνουν πως ο Hitler απλώς προηγήθηκε των Άγγλων στη Νορβηγία. Ο Παζέ οδηγεί με κόπο τα υπολείμματα της εκστρατείας στη Andalsnes.

Στις 30 Απριλίου ο Hitler ακτινοβολεί από χαρά: Τα στρατεύματα του Γκούντμπραντσνταλ ενώθηκαν με τους υπερασπιστές του Trondheim. Δύο μέρες αργότερα δεν απομένει ούτε ένας Γάλλος, ούτε ένας Άγγλος στην κεντρική Νορβηγία. Έφυγαν κυνηγημένοι από τις εχθρικές βόμβες, εγκαταλείποντας τον οπλισμό τους, χάνοντας πλοία, παρέχοντας την οδυνηρή γι’ αυτούς απόδειξη πως η κυριαρχία της θάλασσας δεν έχει πια καμία άξια, αν δεν συνοδεύεται από την κυριαρχία στον ουρανό. Γύρω στο Narvik το χιόνι δεν έχει ακόμη λιώσει. Μεγάλες προετοιμασίες γίνονται.

Ο Churchill επέτυχε να υποτάξει τον άτολμο στρατηγό Mackesy στον δυναμικό Αμερικανό ναύαρχο Cork. Οι Γαλλικές δυνάμεις υπό την στιβαρή διοίκηση του νεαρού στρατηγού Μπετουάρ που είχε ξεκινήσει συνταγματάρχης από τη France, αποτελούνται από μισή ταξιαρχία αλπινιστών κυνηγών, τέσσερα Πολωνικά τάγματα και δυο τάγματα πεζικού της Λεγεώνας των Ξένων που έφτασαν από το Σίντι-Μπελ-Αμπές. Όλοι οι λεγεωνάριοι είναι εθελοντές και δεδομένου ότι μερικοί είναι Γερμανοί, εφοδιάστηκαν με πιστοποιητικά που τους δείχνουν Βρετόννους με την αφελή ελπίδα πως θα γλιτώσουν την κρεμάλα, αν τύχει και συλληφθούν αιχμάλωτοι από τους συμπατριώτες τους.

Το σχέδιο για την επίθεση ήταν έτοιμο. Θα έκαναν απόβαση στο Μπζιέρβικ, στο βάθος του Χεργιανσκφιόρντ και θα κυρίευαν, το Narvik περνώντας το Ρομπακσφιόρντ. Οι επιχειρήσεις θα άρχιζαν στις 12 Μαΐου. Από την άλλη μεριά, οι Γερμανοί προσπαθούν να ενισχύσουν την ομάδα Dietl. Ο Hitler μελετά να παραβιάσει την Σουηδική ουδετερότητα, αλλά ο Göring, ειδοποιημένος με ένα προσωπικό μήνυμα του Γουσταύου Ε’, τα καταφέρνει να τον μεταπείσει. Οι Σουηδοί σε αντάλλαγμα αφήνουν τους Γερμανούς να μεταφέρουν πυρομαχικά και μερικές καμουφλαρισμένες ενισχύσεις.

Η Luftwaffe φέρνει κι άλλες ενισχύσεις, από την 3η ορεινή μεραρχία. Στην ξηρά γίνονται υπεράνθρωπες προσπάθειες για να δημιουργηθεί ένας σύνδεσμος μεταξύ Trondheim και Narvik. Τα στρατεύματα των αλπινιστών εγκαθιστούν μια αλυσίδα σταθμών ανεφοδιασμού, αλλά, όπως λέει ο αρχηγός του εκστρατευτικού σώματος Falkenhorst, πρόκειται μάλλον για μια ορειβατική αποστολή παρά για στρατιωτική επιχείρηση. Η δουλειά που πρόκειται να κάνουν τα στρατεύματά μας, μπορεί να συγκριθεί με την αναρρίχηση στο Νάγκα Παρμπάτ.

Όλα είναι έτοιμα, η μάχη για την οδό του σιδήρου μπορεί να αρχίσει. Στη Γαλλία ο Paul Reynaud διακηρύσσει πως η οδός αυτή έχει κιόλας αποκοπεί και στην Αγγλία ο Winston Churchill βεβαιώνει πως η εκστρατεία της Νορβηγίας θα στεφθεί με τη νίκη, αν οι σύμμαχοι καταλάβουν και κρατήσουν το Narvik.

Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ ΕΠΙΤΙΘΕΤΑΙ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΝΟΡΒΗΓΙΑΣ

Η Γερμανική Εκστρατεία στη Νορβηγία

«Η Γερμανική εκστρατεία στην Νορβηγία υπήρξε επιχείρηση περιπετειώδης σε ακραίο βαθμό και αντίθετη προς όλες τις αρχές της θεωρίας του πολέμου, αφ’ ης στιγμής εξετελέσθη κάτω από τα δόντια της Αγγλικής κυριαρχίας των θαλασσών». Ναύαρχος Erich Johann Albert Raeder (1876-1960).

Εάν υπάρχει μια στρατιωτική εκστρατεία του 20ου αιώνα για την οποία θα μπορούσε να λεχθεί ότι συμβολίζει κατ’ εξοχήν αυτό που σήμερα αποκαλούμε «επανάσταση στις στρατιωτικές υποθέσεις» »revolution in military affairs», αυτή είναι η Γερμανική εκστρατεία στη Νορβηγία, η οποία διήρκεσε από 9ης Απριλίου μέχρι 10ης Ιουνίου 1940. Επρόκειτο περί μιας επιτυχούς κοινής, συνδυασμένης αμφίβιας επιχειρήσεως, και ακόμη περισσότερο: περί της πρώτης σύγχρονης διακλαδικής επιχειρήσεως τέτοιας κλίμακας, στην οποία μάλιστα, χερσαίες, θαλάσσιες και εναέριες δυνάμεις διαδραμάτισαν (όλες) μείζονες ρόλους.

Ήταν η πρώτη επιχείρηση, κατά την οποία η αεροπορική υπεροχή μεταφράσθηκε, εν πολλοίς, σε θαλάσσια κυριαρχία, σε μία περιοχή στρατηγικής αξίας κρίσιμης για αμφοτέρους τους αντιπάλους. Οι εξελίξεις της τεχνολογίας της εποχής, όσον αφορά τα συστήματα επικοινωνίας, επρόκειτο να έχουν, επίσης, σημαντική επίδραση στην επιχειρησιακή και τακτική εξέλιξη και, τελικώς, στην έκβαση της εκστρατείας, αλλά και να αναδείξουν τα συστήματα διοικήσεως, ελέγχου και επικοινωνιών ως κρίσιμους παράγοντες της στρατηγικής.

Η βούληση και ικανότητα των εμπολέμων, και συγκεκριμένα της Γερμανικής πλευράς, στην πλήρη αξιοποίηση του πολεμικού και εμπορικού στόλου, καίτοι ευρέθη αντιμέτωπη με εχθρό αναμφισβητήτως υπέρτερο κατά θάλασσαν, υπήρξε αξιοσημείωτη, ενώ αποφασιστικές παράμετροι απεδείχθησαν η τόλμη, ο αιφνιδιασμός και η ικανότητα της ιδίας πλευράς στην ταχεία μεταφορά μεγάλου αριθμού στρατευμάτων καθώς και συναφούς όγκου εξοπλισμού από αέρος. Στην εκστρατεία εκείνη δοκιμάσθηκαν νέες επιχειρησιακές μέθοδοι.

Οι Γερμανικές αεραποβάσεις στο Νορβηγικό αεροδρόμιο του Stavanger και στο Δανικό αεροδρόμιο του Aalborg αποτέλεσαν υποδειγματική περίπτωση ευρείας χρήσεως αλεξιπτωτιστών για την επίτευξη πολεμικών σκοπών στην παγκόσμια στρατιωτική ιστορία. Εν πολλοίς, δύναται να λεχθεί ότι η εκστρατεία στην Νορβηγία εκπροσωπεί ένα νέο τρόπο διεξαγωγής του πολέμου. Οι διακλαδικές επιχειρήσεις αποτελούν, εκ των πραγμάτων και ως εκ της φύσεώς τους, υποθέσεις περισσότερο σύνθετες από εκείνες, την ευθύνη διεξαγωγής των οποίων επωμίζεται ένας, κυρίως, κλάδος των ενόπλων δυνάμεων.

Οι απαιτήσεις για επαρκές και αξιόπιστο σύστημα επικοινωνιών και, συνεπώς, για διαρκή ροή πληροφοριών καθώς και ταχεία όσο και αποτελεσματική εκτίμηση και ανάλυση των πληροφοριών αυτών –παράμετροι ούτως ή άλλως σημαντικές αφ’ εαυτές σε οποιανδήποτε εκστρατεία– καθίστανται ακόμη πιο επιτακτικές προκειμένου περί μιας διακλαδικής επιχειρήσεως. Περαιτέρω, η διοίκηση και ο έλεγχος ισχυρής μάζας στρατιωτικών δυνάμεων –ομοίως μία υπόθεση που εξ αρχής ενέχει ένα σημαντικό βαθμό δυσκολίας, ακόμα και όταν πρόκειται για την (φαινομενικώς) απλούστερη των επιχειρήσεων– καθίστανται, επίσης, ζήτημα πιο περίπλοκο, όταν αναμειγνύονται τρεις κλάδοι στη διεξαγωγή των επιχειρήσεων.

Και τούτο για πολλούς λόγους, από τους πλέον αυτονόητους τεχνικούς έως τους πλέον σύνθετους ψυχολογικούς. Κάθε κλάδος διαθέτει, παραδοσιακά, δικό του σύστημα επικοινωνιών, το οποίο ενδέχεται να μην είναι πάντοτε συμβατό με εκείνο ενός άλλου κλάδου, αναπτύσσει δε τις δικές του προτεραιότητες κατά τη συλλογή δεδομένων και πληροφοριών, την εκτίμηση / ανάλυση και τη διαβίβασή τους.

Στην περίπτωση της Νορβηγικής Εκστρατείας, ο έλεγχος και η διοίκηση των εμπλεκομένων χερσαίων, ναυτικών και αεροπορικών δυνάμεων εκτεινόταν κατά μήκος ενός εντυπωσιακά μεγάλου επιχειρησιακού θεάτρου εκατοντάδων μιλίων, απαιτώντας από αμφότερες τις εμπόλεμες πλευρές (Άγγλοι, Γάλλοι και Νορβηγοί αφ’ ενός, Γερμανοί αφ’ ετέρου) να αναπτύξουν αναλόγως εκτεταμένο, όσο και σύνθετο, σύστημα επικοινωνιών. Επιπροσθέτως, κρίσιμο μέγεθος για την εξέλιξη της επιχειρήσεως ήταν να αποκατασταθεί και να διασφαλισθεί η έγκαιρη και ακριβής επικοινωνία μεταξύ των επιμέρους κλάδων.

Καθώς επίσης, τουλάχιστον στην περίπτωση της μιας πλευράς, η ενδοσυμμαχική επικοινωνία (κατ’ αρχάς μεταξύ Άγγλων και Γάλλων αλλά και εν συνεχεία μεταξύ αυτών και των Νορβηγών συμμάχων τους). Οι Γερμανοί και οι Βρετανοί, οι δύο κύριοι στρατιωτικοί δρώντες στην εν λόγω επιχείρηση, είχαν αντλήσει αμφότεροι αξιοσημείωτα οφέλη από την τεράστια βελτίωση που είχε επέλθει στον τομέα της τεχνικής και της τεχνολογίας των επικοινωνιών κατά την προηγηθείσα περίοδο του Μεσοπολέμου.

Το Πολεμικό Ναυτικό και η Πολεμική Αεροπορία αμφοτέρων των μειζόνων δρώντων –τόσον η Βασιλική Αεροπορία (Royal Air Force / RAF) της Βρετανικής Αυτοκρατορίας όσον και η Λουφτβάφφε (Luftwaffe) του Γερμανικού Ράϊχ– διέθεταν ήδη συστήματα επικοινωνιών μέσω ραδιοασυρμάτου και τηλετύπου. Περαιτέρω, οι Βρετανικές Ένοπλες Δυνάμεις, στο σύνολό τους, αλλά και το Γερμανικό Πολεμικό Ναυτικό, από την άλλη πλευρά, είχαν αναπτύξει αποτελεσματικές υπηρεσίες υποκλοπής σημάτων, αποκτώντας έτσι την δυνατότητα να παραβιάζουν τα συστήματα ασφαλείας των εκπομπών των αντιπάλων τους.

Η Νορβηγική Εκστρατεία απεδείχθη μια «μάχη», την έκβαση της οποίας έκριναν η ευφυής στρατηγική, η επιτυχώς εφαρμοσμένη διακλαδικότητα, η επιχειρησιακή, τακτική και τεχνολογική καινοτομία, η επάρκεια και αμεσότητα του συστήματος επικοινωνίας αλλά και η στιβαρή και αποφασιστική ηγεσία. Σημειωτέον ότι κατά την έναρξη της εκστρατείας, ουδεμία πλευρά διέθετε σαφή υπεροχή δυνάμεων. Όπως ευλόγως θα ανέμενε κανείς, οι Άγγλοι ήσαν ανώτεροι κατά θάλασσαν, λόγω του Royal Navy, οι Γερμανοί, αφ’ ετέρου, διέθεταν αεροπορική υπεροχή, χάρις στη Luftwaffe.

Καθ’ όσον αφορά τις χερσαίες δυνάμεις (τις δυνάμεις των Αγγλογάλλων που αναπτύχθηκαν επί του εδάφους των επιχειρήσεων, καθώς και των Νορβηγών συμμάχων τους αφ’ ενός και των Γερμανών αφ’ ετέρου), ήσαν περίπου ισόποσες. Καθώς ουδείς των εμπολέμων διέθετε εμφανή στρατιωτική υπεροχή, είναι λογικό να υποθέσει κανείς ότι η πλευρά εκείνη η οποία θα επετύγχανε τον καλύτερο συντονισμό των δυνάμεών της, την ταχύτερη και επιτυχέστερη ανάληψη πρωτοβουλιών, καθώς και την πλέον άμεση και πειστική απάντηση στην ενέργεια του εχθρού θα αποκτούσε το καθαρό πλεονέκτημα.

Πράγματι, κατά τη Νορβηγική Εκστρατεία, το διάστημα Απριλίου – Ιουνίου 1940, η πλευρά η οποία θα κατόρθωνε, πρώτον, να αντλήσει τις περισσότερες πληροφορίες ως προς τις ακριβείς διαθέσεις και προθέσεις του εχθρού, δεύτερον να εκτιμήσει και αναλύσει επαρκώς και ορθώς τις πραγματικές συνθήκες, τη διάταξη, τη διαθεσιμότητα και την ανάπτυξη των εχθρικών δυνάμεων και, τρίτον, μετά ταύτα, να τις διαθέσει προς τους στρατιωτικούς διοικητές επί του εδάφους γρήγορα και αποτελεσματικά, εκείνη και θα αποκτούσε, εν τέλει, το αποφασιστικό πλεονέκτημα. Όπερ και εγένετο.

Περίγραμμα της Νορβηγικής ΕκστρατείαςΟ Αδόλφος Χίτλερ είχε αποκαλέσει την επιχείρηση Weser­bung -όπως ήταν η κωδική ονομασία για την επίθεση και εισβολή στη Νορβηγία στις 9 Απριλίου 1940- το τολμηρότερο στρατιωτικό εγχείρημα στην ιστορία του πολέμου. Είχε δίκιο. Ποτέ πριν ένα κράτος με ακτογραμμή 2.500 χλμ. δεν είχε δεχθεί επίθεση από θαλάσσης στο πλαίσιο μιας συντονισμένης στρατιωτικής επιχείρησης, που είχε σχεδιασθεί για να πλήξει ταυτόχρονα όλες τις σημαντικές παράκτιες πόλεις.

Το Ναυτικό υποστηριζόταν από την Πολεμική Αεροπορία, η οποία προετοίμαζε το έδαφος για την εισβολή με βομβαρδισμούς και αλεξιπτωτιστές που κατελάμβαναν σημαντικές θέσεις, ειδικά δε αεροδρόμια. Μετά την αποβίβασή τους, τα στρατεύματα πεζικού θα έθεταν αμέσως υπό τον έλεγχό τους την ενδοχώρα. Ζωτικής σημασίας για την επιτυχία της αιφνιδιαστικής επίθεσης ήταν η χωρίς καθυστέρηση σύλληψη της πολιτικής ηγεσίας της χώρας, της κυβέρνησης, του κοινοβουλίου και του βασιλιά και της οικογενείας του. Αυτό είχε ήδη επιτευχθεί πριν από ώρες στη Δανία.

Η επιχείρηση Weser­bung προϋπέθετε μία παραλυμένη Δανία και εντός ωρών από τη στιγμή που τα Γερμανικά στρατεύματα πέρασαν τα σύνορα, τα ξημερώματα της 9ης Απριλίου, οι ένοπλες δυνάμεις της Δανίας παραδόθηκαν και η κυβέρνηση και ο βασιλιάς αναγκάστηκαν να υποστούν μια ολοκληρωτική ήττα και να δεχθούν έναν κατοχικό διακανονισμό. Πλέοντας προς τις παράκτιες πόλεις της δυτικής Νορβηγίας και προχωρώντας από τα μακρόστενα φιόρδ προς την πρωτεύουσα, το Όσλο, το Γερμανικό Ναυτικό συνάντησε ένοπλη αντίσταση και δέχθηκε το πρώτο του μεγάλο πλήγμα.

Το καταδρομικό σκάφος Blücher, το οποίο μετέφερε γύρω στους 1.000 άνδρες, χτυπήθηκε με πυρά πυροβόλου και τορπίλες από κρυμμένες θέσεις έξω από το Ντρέμπακ, όπου το φιόρδ ήταν πιο στενό. Το Blücher βυθίστηκε αρκετά χιλιόμετρα μακριά από τον προορισμό του, παίρνοντας μαζί του στρατιωτικά και πολιτικά επιχειρησιακά σχέδια, άψυχο αλλά και έμψυχο υλικό, στελέχη με αποστολή την ανάληψη εξουσίας στο Όσλο κατά την άφιξή τους. Εκατοντάδες άνδρες σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν. Αυτό το περιστατικό έδωσε στην κυβέρνηση στο Όσλο και στη βασιλική οικογένεια πολύτιμο χρόνο για να φύγουν από την πόλη.

Αποφασιστικής σημασίας για τους επόμενους μήνες και χρόνια ήταν η επιλογή της Νορβηγικής κυβέρνησης να αρχίσει ένοπλη αντίσταση με υποστήριξη από Βρετανικά, Γαλλικά και Πολωνικά στρατεύματα. Οι Γερμανικές προετοιμασίες για την εκστρατεία γίνονται με άκρα μυστικότητα. Ο Αρχιναύαρχος Ραίντερ, υπαναχωρώντας από το αρχικό του αίτημα, εισηγείται αναβολή του εγχειρήματος και προτείνει να προηγηθεί η επίθεση κατά της Γαλλίας.

Ο Χίτλερ δεν τον λαμβάνει καν υπόψη του, τον αποπέμπει λέγοντας ότι έχει πάρει την απόφασή του και δεν υπάρχει περίπτωση να την αλλάξει, και ορίζει ως αντικειμενικούς στόχους της εκστρατείας τους βασικούς λιμένες της Νορβηγίας: Όσλο, Κρίστιανσουντ, Στάβανγκερ, Μπέργκεν, Τρόντχαϊμ και Νάρβικ. Εν τω μεταξύ, ο Τσάμπερλαιν επωφελείται από τον δισταγμό των Γάλλων να εξαπολύσουν ελεύθερες νάρκες στον Ρήνο (επιχείρηση «Royal Marine») για να δυσχεράνουν την ναυσιπλοΐα σε αυτόν και αναβάλλει και την επιχείρηση ναρκοθέτησης των Νορβηγικών ακτών.

Στις 6 Απριλίου φθάνει στο Βρετανικό Ναυαρχείο η πληροφορία (μέσω Κοπεγχάγης) ότι δέκα Γερμανικά αντιτορπιλικά αναχωρούν για το Νάρβικ. Το Ναυαρχείο θεωρεί την πληροφορία αμφίβολη και δεν την λαμβάνει υπόψη του. Στις 8 Απριλίου το Βρετανικό αντιτορπιλικό Glowworm εντοπίζει και καταδιώκει το Γερμανικό Bernd von Arnim. Ο στολίσκος στον οποίο ανήκει το Γερμανικό σκάφος, όμως, συνοδεύεται από το καταδρομικό Admiral Hipper, το οποίο βυθίζει το Βρετανικό σκάφος. Οι Γερμανοί θα χρησιμοποιήσουν, ανάμεσα στα άλλα σκάφη, τα εξής πολεμικά πλοία:

  • Προορισμός Νάρβικ: Τα καταδρομικά Gneisenau και Scharnhorst, δέκα αντιτορπιλικά, τέσσερα παραπλέοντα υποβρύχια προς υποστήριξη.
  • Προορισμός Τρόντχαϊμ: Το καταδρομικό Hipper και τέσσερα αντιτορπιλικά, δύο παραπλέοντα υποβρύχια.
  • Προορισμός Μπέργκεν: Τα καταδρομικά Koeln, Koenigsberg, το εκπαιδευτικό σκάφος Bremse, το ανεφοδιαστικό ‘Carl Peters, πέντε τορπιλοβόλα και δύο τορπιλακάτους, με πέντε παραπλέοντα υποβρύχια.
  • Προορισμός Έγκερσουντ (Egersund): Τέσσερα ναρκαλιευτικά.
  • Προορισμός Κρίστιανσουντ: Τo καταδρομικό Karlsruhe, το ανεφοδιαστικό υποβρυχίων Tsingtau, επτά τορπιλοβόλα, τρεις τορπιλακάτους. Μετά την κατάληψη του λιμένα έπρεπε να κατευθυνθούν στο Άρενταλ.
  • Προορισμός Όσλο: Το θωρηκτό Lutzow, τα καταδρομικά Blucher και Emden, τρία τορπιλοβόλα, οκτώ ναρκαλιευτικά.

Στα πληρώματα και τους επιβαίνοντες των μη πολεμικών σκαφών δίνουν σαφείς οδηγίες: Θα υψώσουν Αγγλική σημαία, θα απαντούν μόνο στα Αγγλικά, θα έχουν έτοιμη την απάντηση σχετικά με το ταξίδι τους, αν ερωτηθούν από πολεμικά σκάφη, οι δε στρατιώτες δεν θα κυκλοφορούν πουθενά στο πλοίο, αλλά θα περιμένουν την άφιξη του πλοίου στον προορισμό του κρυμμένοι στο αμπάρι. Οι Γερμανοί φθάνουν στο σημείο να «μεταμφιέσουν» μερικά από τα μεγάλα σκάφη τους έτσι, ώστε να μοιάζουν με αντίστοιχα Βρετανικά.

Το σχέδιο προέβλεπε, επίσης, τη συμμετοχή 1082 αεροσκαφών της Λουφτβάφε, ενώ η πρόβλεψή του ήταν για την απόβαση 16.000 ανδρών εν συνόλω στο Νορβηγικό έδαφος την ίδια ημέρα της εισβολής (9 Απριλίου). Όπως έγινε και με την Δανία, ο Γερμανός πρεσβευτής Μπράουερ ξυπνά στις 04:00 της 9ης Απριλίου τον Νορβηγό υπουργό εξωτερικών και του ζητά παράδοση της χώρας του. Οι Νορβηγοί φαίνονται διατεθειμένοι να το συζητήσουν, αλλά ο όρος που θέτει ο Γερμανός πρέσβης να εγκαθιδρυθεί νέο καθεστώς υπό τον Βίντκουν Κουίσλιγκ τους κάνει να διακόψουν κάθε συζήτηση και να αντιμετωπίσουν την Γερμανική εισβολή.

Από Βρετανικής πλευράς οι εξελίξεις αποδεικνύονται πολύ γρήγορες για τα αντανακλαστικά της τότε κυβέρνησης: Στις 8 Απριλίου, έξω από το Κρίστιανσουντ, το Πολωνικό υποβρύχιο «Όρτσελ» (Orzeł) τορπιλίζει ένα σκάφος. Πρόκειται για το «Ρίο ντε Τζανέιρο», Γερμανικό φορτηγό που επιτάχθηκε στις 7 Μαΐου 1940 από το Γερμανικό πολεμικό ναυτικό προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως μεταγωγικό.

Από τους 330 στρατιώτες και 50 άτομα του πληρώματος που επέβαιναν, χάνονται περίπου 200 ενώ περισυλλέγονται 180 επιζώντες που στάλθηκαν στο Κρίστιανσουντ και, ανάμεσά τους, βρίσκονται άνδρες με στολή, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι «πήγαιναν να υπερασπίσουν το Μπέργκεν απέναντι σε ενδεχόμενη Αγγλική επίθεση». Η σχετική αναφορά φθάνει την νύκτα της 8ης Απριλίου στο Βρετανικό Ναυαρχείο και παραμένει εκεί, για να την βρει, πολύ αργά πλέον, ο αξιωματικός υπηρεσίας που θα φθάσει το πρωί της 9ης Απριλίου.

Ωστόσο και με δεδομένο ότι το σκάφος, εκτός από τους άνδρες μετέφερε έξι αντιαεροπορικά των 2 cm (FlaK 30), τέσσερα αντιαεροπορικά των 10,5 cm (FlaK 38), 73 άλογα, 71 οχήματα και 292 τόνους εφοδίων, ζωωτροφών, καυσίμων και πυρομαχικών, η ομολογία των στρατιωτών ότι προορισμός τους ήταν το Μπέργκεν, θορύβησε ιδιαίτερα τη νορβηγική κυβέρνηση, η οποία έθεσε σε συναγερμό τις στρατιωτικές της δυνάμεις. Την 9η Απριλίου το μεσημέρι όλα τα λιμάνια – αντικειμενικοί στόχοι στη Νορβηγία βρίσκονται στα χέρια των Γερμανών.

Η Νορβηγική παράκτια άμυνα έκανε ό,τι μπορούσε, επιτρέποντας έτσι στον Βασιλέα Χάκον και τον διάδοχο πρίγκηπα Όλαφ να διαφύγουν κρυπτόμενοι στα δάση και να φθάσουν με ασφάλεια στο βόρειο τμήμα της χώρας, έχοντας μάλιστα μαζί τους σχεδόν το σύνολο των κρατικών αποθεμάτων χρυσού (50 τόνοι, αξίας – τότε – 240 εκ. κορωνών Νορβηγίας ή 18 εκατομ Βρετανικών λιρών). Η παράκτια άμυνα κατόρθωσε να προξενήσει σοβαρές ζημιές στο καταδρομικό «Koenigsberg» και σε μερικά ακόμη σκάφη, αλλά δεν κατάφερε να σταματήσει την εισβολή.

Επιπλέον, η Νορβηγική στρατιωτική διοίκηση, ενώ μπορούσε να κινητοποιήσει ένα σύνολο 50 ως 55.000 ανδρών, έκανε ένα τραγικό λάθος: Λόγω κάποιας παρεξήγησης, κυκλοφόρησε ότι η διαταγή επιστράτευσης των ανδρών έπρεπε να φθάσει σε αυτούς μέσω ταχυδρομείου. Η συνέπεια αυτής της παρεξήγησης έγινε εμφανής κατά την εξέλιξη των γεγονότων της εισβολής.

Όσλο

Στο Όσλο επιτέθηκε η ομάδα 5 (Gruppe 5) του αποβατικού στόλου υπό τις διαταγές του πλοιάρχου Όσκαρ Κούμμετς (Oskar Kummetz), την οποία αποτελούσαν τα σκάφη:

  • Blücher – βαρύ καταδρομικό
  • Lützow – θωρηκτό
  • Emden – ελαφρύ καταδρομικό
  • Mowe – τορπιλοβόλο
  • Albatross – τορπιλοβόλο
  • Kondor – τορπιλοβόλο
  • Ναρκαλιευτικό R17
  • Ναρκαλιευτικό R18
  • Ναρκαλιευτικό R19
  • Ναρκαλιευτικό R20
  • Ναρκαλιευτικό R21
  • Ναρκαλιευτικό R22
  • Ναρκαλιευτικό R23

Αρχικά κατευθύνθηκε βόρεια για να αποβιβάσει το απόσπασμα μάχης από 2.000 άνδρες της 163ης Μεραρχίας Πεζικού. Το επόμενο πρωί, ύστερα από επιθέσεις της αεροπορίας για να καταστραφούν τυχόν εστίες αντιστάσεως, σχεδιάστηκε η ρίψη ενός λόχου αλεξιπτωτιστών, προκειμένου να διασφαλιστεί η κατοχή του αεροδρομίου Fornebu, ακριβώς στις παρυφές της πόλης. Την εξασφάλιση του αεροδρομίου ακολούθησε η αερομεταφορά άλλων 3.000 ανδρών της 163ης Μεραρχίας.

Ωστόσο, η παράκτια άμυνα του φιορδ του Όσλο δεν παρέμεινε αδρανής και κατάφερε να βυθίσει το καταδρομικό Blücher, στο οποίο επέβαινε όλη η ηγεσία της 163ης Μεραρχίας. Αυτό είχε ως συνέπεια να καθυστερήσει η κατάληψη του λιμένα και της πόλης σχεδόν μισή ημέρα: Έτσι η βασιλική ηγεσία της χώρας κατάφερε να διαφύγει. Το Όσλο κατελήφθη τελικά από αερομεταφερόμενα στρατεύματα, τα οποία προσγειώθηκαν στο αεροδρόμιο Fornebu.

Νάρβικ

Ο λιμένας του Νάρβικ είχε τεράστια σημασία για τους Γερμανούς: Ήταν ο λιμένας μεταφόρτωσης του Σουηδικού σιδηρομεταλλεύματος με τελικό προορισμό την Γερμανία. Το βασικό χαρακτηριστικό του ήταν ότι παρέμενε ελεύθερος από πάγους καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Αποτελούσε, συνεπώς, έναν από τους κυριότερους στόχους της επιχείρησης.

Πρώτη Ναυμαχία του Νάρβικ Στις 9 Απριλίου κατέφθασαν σε αυτόν δέκα Γερμανικά αντιτορπιλικά, συνοδευόμενα από δύο καταδρομικά, και αποβίβασαν 2.000 άνδρες υπό την ηγεσία του στρατηγού Έντουαρντ Ντιτλ (Eduard Dietl). Η ναρκοθέτηση των υδάτων γύρω από τον λιμένα από πλευράς Βρετανών είχε αρχίσει μόλις στις 8 Απριλίου και δεν αποτέλεσε σοβαρό εμπόδιο στην πορεία των Γερμανικών σκαφών. Στην επιχείρηση συμμετείχαν τα εξής Γερμανικά σκάφη:

  • Gneisenau – καταδρομικό (συνοδεία μέχρι το Τροντχάιμ)
  • Scharnhorst – καταδρομικό (συνοδεία μέχρι την είσοδο του φιορδ του Νάρβικ)
  • Georg Thiele – αντιτορπιλικό
  • Wolfgang Zenker – αντιτορπιλικό
  • Bernd von Arnim – αντιτορπιλικό
  • Erich Giese – αντιτορπιλικό
  • Erich Koellner – αντιτορπιλικό
  • Diether von Roeder – αντιτορπιλικό
  • Hans Lümann – αντιτορπιλικό
  • Herman Künne – αντιτορπιλικό
  • Anton Schmitt – αντιτορπιλικό
  • Wilhelm Heidkamp – αντιτορπιλικό

Το συμβάν της βύθισης του Glowworm αναγκάζει τις Βρετανικές δυνάμεις να διασπαρούν. Το παλαιό θωρηκτό Renown απομακρύνεται από το Νάρβικ για να διερευνήσει τις συνθήκες βύθισης του Glowworm και αφήνει το πεδίο ελεύθερο στα Γερμανικά σκάφη. Αυτά εισέρχονται στο Όφοντφιορδ, προθάλαμο του Νάρβικ, και, ενώ κάποια ασχολούνται με την εξουδετέρωση της παράκτιας άμυνας, τρία σκάφη μπαίνουν στο λιμάνι και συναντούν τα νορβηγικά σκάφη παράκτιας άμυνας Eidsvold και Norge.

Οι Γερμανοί αρχικά ζητούν από τον πλοίαρχο του πρώτου να παραδοθεί και, όταν αυτός αρνείται, ανοίγουν πυρ και βυθίζουν το σκάφος με τρεις τορπίλες. Το Norge αρχίζει να βάλει κατά των εισβολέων, αλλά οι σκοπευτές του δεν είναι επαρκώς εκπαιδευμένοι και έμπειροι. Δεν καταφέρνουν να κτυπήσουν κανένα Γερμανικό σκάφος, ενώ αντίθετα το σκάφος τους δέχεται μια «δέσμη» από τορπίλες και βυθίζεται. Ύστερα από την απώλεια των δύο σκαφών, ο διοικητής του λιμανιού Κόνραντ Σούντλο (Konrad Sundlo) παραδίδει τις χερσαίες δυνάμεις του χωρίς να δώσει μάχη.

Όταν η αποβίβαση των Γερμανών έγινε αντιληπτή, το Βρετανικό Ναυαρχείο διέταξε την παρεμπόδισή της. Ο Βρετανός πλοίαρχος Μπέρναρντ Γουορμπάρτον-Λι (Bernard Warburton-Lee) που διέθετε μια μοίρα πέντε αντιτορπιλικών κλάσης – Η, τα Havock, Hardy (Ν), Hotspur, Hostile και Hunter) έλαβε τη σχετική διαταγή και απάντησε «έτοιμοι για δράση». Η τύχη βοήθησε τον Γουορμπάρτον-Λι και τα παραπλέοντα Γερμανικά υποβρύχια δεν εντόπισαν τον στολίσκο του. Έτσι, ο Βρετανοί διέθεταν το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού.

Τα πέντε αντιτορπιλικά μπήκαν στο λιμένα του Νάρβικ τα ξημερώματα της 10ης Απριλίου, υπό σφοδρή χιονόπτωση, και βύθισαν δύο αντιτορπιλικά και έξι εμπορικά σκάφη υποστήριξης και προκάλεσαν ζημίες σε ένα ακόμη αντιτορπιλικό. Αυτό που αγνοούσαν οι Βρετανοί ήταν ότι τα υπόλοιπα αντιτορπιλικά των Γερμανών δεν ήταν στο λιμάνι αλλά σε παρακείμενα φιόρδ και, βγαίνοντας από αυτά, έθεσαν το στολίσκο του Λι μεταξύ δύο πυρών.

Ο Γουορμπάρτον-Λι σκοτώθηκε όταν η βλήθηκε η γέφυρα της ναυαρχίδας της μοίρας Hardy, το οποίο βυθίστηκε σχεδόν αμέσως. Βυθίστηκε, επίσης το Hunter, ενώ υπέστη ζημίες το Hotspur. Ούτε, όμως, τα Γερμανικά σκάφη έμειναν ανέπαφα: Αρκετά υπέστησαν ζημίες ενώ κινδύνευσαν να μείνουν από καύσιμα. Έχασαν, έτσι, την ευκαιρία να βυθίσουν και τα υπόλοιπα Βρετανικά αντιτορπιλικά.

Δεύτερη Ναυμαχία του Νάρβικ Οι Βρετανοί δεν μένουν αδρανείς: Στέλνουν αμέσως οκτώ άλλα αντιτορπιλικά, αυτή τη φορά συνοδευόμενα από το πεπαλαιωμένο (είχε λάβει μέρος στη Ναυμαχία της Γιουτλάνδης) αλλά ισχυρό θωρηκτό Warspite. Οι Γερμανοί, αντίθετα, διέθεταν μόνο τα υπόλοιπα οκτώ αντιτορπιλικά. Η εμπλοκή γίνεται στις 13 Απριλίου. Βγαίνοντας από τα φιόρδ για να αντιμετωπίσουν τα αντιτορπιλικά των Βρετανών, βρίσκονται μπροστά στο βαρύ πυροβολικό του Warspite, το οποίο τα καταδιώκει αμείλικτα: Οι οβίδες του καταστρέφουν τα Künne, Lümann, Zenker και Armin, ενώ τα υπόλοιπα καταδιώκονται από τα Βρετανικά Eskimo, Bedouin, Forester, Hero και Icarus από φιόρδ σε φιόρδ.

Το Eskimo υφίσταται σοβαρή αβαρία από το Theile και χάνει την πλώρη του αλλά δεν βυθίζεται. Το Γερμανικό σκάφος όπως και τα υπόλοιπα είτε βυθίζονται είτε αναγκάζονται να προσαράξουν. Το μόνο σκάφος που κατόρθωσε να διαφύγει ανέπαφο ήταν το υποβρύχιο U-51. Παράλληλα, το εμπορικό σκάφος Rauenfels πλέοντας προς Νάρβικ, καταβυθίζεται από το Havock κοντά στο Όφοντφιορδ. Η απώλεια αυτή είναι σημαντική για τους Γερμανούς, καθώς μετέφερε βαρέα όπλα για το απόσπασμα των 2.000 ανδρών που ήδη βρίσκονταν στο Νάρβικ.

Όπως στην προηγούμενη ναυμαχία οι Γερμανοί αδράνησαν και δεν κατέστρεψαν ολοσχερώς την Βρετανική μοίρα, έτσι και οι Βρετανοί διέπραξαν στη δεύτερη σοβαρότερο σφάλμα: Έχοντας σχεδόν πλήρη κυριαρχία στη θάλασσα, δεν επωφελήθηκαν από την κατάσταση και, αντί να αποβιβάσουν στρατεύματα και να ανακαταλάβουν το Νάρβικ, παρέμειναν αδρανείς. Το Νάρβικ έμεινε υπό Γερμανική κατοχή. Ωστόσο, οι δύο ναυμαχίες του Νάρβικ είχαν σοβαρές επιπτώσεις για τη δύναμη του Γερμανικού στόλου: Διέθετε αρχικά συνολικά 22 μόνον αντιτορπιλικά και έχασε, μέσα σε τρεις μέρες, τα οκτώ από αυτά.

Αν συνυπολογιστούν και οι απώλειες των καταδρομικών (το Blücher βυθίστηκε στο φιόρδ του Όσλο, το Königsberg βυθίστηκε στο Μπέργκεν, το Karlsruhe υπέστη επίσης σοβαρές ζημίες ύστερα από τον τορπιλισμό του από το Βρετανικό υποβρύχιο Truant και βυθίστηκε από φίλια πυρά), η εκστρατεία της Νορβηγίας στοίχισε πολύ ακριβά στον Γερμανικό στόλο. Σημαντικές, επίσης, ήταν και οι ζημιές που προξένησαν σε παράκτιες εγκαταστάσεις τα βαρέα πυροβόλα του Warspite. Από Γερμανικής πλευράς συνολικά επέζησαν περίπου 2.500 άνδρες, οι οποίοι διέφυγαν από τα πυρά πυροβολικού και πολυβόλων των Βρετανικών σκαφών και κατάφεραν να βγουν στην ξηρά.

Εκεί οργανώθηκαν σε ναυτική μονάδα πεζικού, την Gebirgsmarine, η οποία προσαρτήθηκε στο 139 Gebirgsjägerregiment (Σύνταγμα αλπινιστών) που ενεπλάκη στις μάχες της ξηράς που ακολούθησαν. Οι ναυτικοί κατάφεραν να διασώσουν δύο βαρέα και έντεκα ελαφρά αντιαεροπορικά από τα βυθισμένα σκάφη τους, εξοπλίστηκαν με οπλισμό που πάρθηκε από τη βάση Elvegårdsmoen του Νορβηγικού στρατού και είχαν σημαντική συμβολή στην αμυντική διάταξη των μαχών.

Μάχες στην Ξηρά

Ύστερα από αυτά, η Βρετανία αποφασίζει να στείλει ένα εκστρατευτικό σώμα για την ανακατάληψη του Νάρβικ καθώς και μια ισχυρότατη ναυτική μοίρα για υποστήριξη, στην οποία θα περιλαμβάνονται και τέσσερα θωρηκτά. Η θέση των αλπινιστών του συνταγματάρχη Ντιτλ που βρίσκονται στο Νάρβικ μοιάζει να είναι δεινή. Ο Χίτλερ τρομοκρατείται στην ιδέα να αναγκαστούν Γερμανοί μαχητές να παραδοθούν στους Βρετανούς και, πάνω στην απελπισία του, αποφασίζει να στείλει μήνυμα σύμπτυξης των Γερμανικών δυνάμεων στον Ντιτλ, διατάσσοντάς τον να κατευθυνθεί προς Τρόντχαϊμ.

Το μήνυμα αυτό μπλοκάρεται από τον αντισυνταγματάρχη Φριτς φον Λόσμπεργκ (Fritz von Lossberg), σύνδεσμο της Ανώτατης Στρατιωτικής Διοίκησης με τις δυνάμεις στη Νορβηγία, με προσωπική του ευθύνη. Ο φον Λόσμπεργκ δεν περιορίζεται σε αυτή την ενέργεια: Πηγαίνει να βρει τους δύο συμβούλους του Χίτλερ, τον Κάιτελ και τον Γιόντλ, για να τους δηλώσει κοφτά ότι εκδίδουν ανεφάρμοστες διαταγές. Ο Κάιτελ αποχωρεί από τη συνάντηση με υπεροψία, δηλώνοντας ότι η αξιοπρέπειά του δεν του επιτρέπει να συζητά με νεότερους υφισταμένους του και δη σε παρόμοιους τόνους.

Αντίθετα, ο Γιόντλ με ήπιο τόνο απαντά στον φον Λόσμπεργκ ότι έχει δίκιο, αλλά «ποιος τολμά να αντιταχτεί στον Φύρερ, που είναι απίστευτα εκνευρισμένος;». Ο φον Λόσμπεργκ ανταπαντά ότι αν οι σύμβουλοι του Φύρερ δεν διαθέτουν το κύρος που πρέπει, καλό είναι να αποχωρήσουν αφήνοντας τις θέσεις τους σε άτομα με περισσότερο κύρος. Ο Γιόντλ καλεί τότε κάποιον καθηγητή από το Ίνσμπρουκ που γνώριζε καλά τις συνθήκες στη Νορβηγία, τον οδηγεί μπροστά στον Χίτλερ και εκεί ο καθηγητής δηλώνει ότι διαταγή πορείας περίπου 1.000 χιλιομέτρων κάτω από αυτές τις συνθήκες ισοδυναμεί με αυτοκτονία.

Ο Χίτλερ πείθεται, ανακαλεί την αρχική διαταγή του (που αγνοεί ότι δεν διαβιβάστηκε) και διατάσσει την υπεράσπιση του Νάρβικ με κάθε μέσον. Αν το Νάρβικ δεν καταστεί δυνατό να κρατηθεί, ο Ντιτλ οφείλει να παραδοθεί μόνο στην ουδέτερη Σουηδία. Την κατάσταση για τους Γερμανούς σώζει η ατολμία των Βρετανών: Στις 13 Απριλίου ο Βρετανικός στόλος αποβιβάζει μια ταξιαρχία στο μικρό λιμάνι Χάρτσταντ. Η δύναμη αυτή οφείλει να επιτεθεί κατά του Νάρβικ, το οποίο απέχει 100 χιλιόμετρα, ενώ κατά τη διαδρομή οφείλει να διασχίσει ψηλά βουνά, με το χιόνι να φθάνει σε ύψος 1,5 μ.

Παρά τις προτροπές του Ουίνστων Τσώρτσιλ, που την εποχή εκείνη ήταν μόνον ο Λόρδος του Ναυαρχείου, ο επικεφαλής της ταξιαρχίας στρατηγός Πιρς Μάκεσυ αποφάσισε να περιμένει να λιώσει το χιόνι, προκειμένου να οδηγήσει την ταξιαρχία του προς το Νάρβικ. Η απόφαση αυτή δείχνει στους Βρετανούς ότι για την ανακατάληψη του Νάρβικ δεν απαιτείται πλέον ένα απλό εγχείρημα, απαιτείται ολόκληρη εκστρατεία. Οι Βρετανοί δεν καθυστερούν και καταστρώνουν ολόκληρο σχέδιο, με στόχο όχι πλέον το Νάρβικ αλλά το Τρόντχαϊμ, προκειμένου να αποκόψουν το Νάρβικ από τον κύριο όγκο των Γερμανικών δυνάμεων, που έχουν απομείνει στο Όσλο.

Στις ναυτικές δυνάμεις θα συμμετάσχουν τέσσερα θωρηκτά (Valiant, Warspite,Glorious, Renown), τέσσερα καταδρομικά, 39 αντιτορπιλικά και πλήθος μεταγωγικών και βοηθητικών σκαφών. Ο στόλος θα συνοδεύεται από 100 αεροσκάφη, στην προσπάθεια να διεκδικηθεί η εναέρια κυριαρχία από την Λουφτβάφε. Η εκστρατεία προβλέπει την αποβίβαση μιας ταξιαρχίας και ενός τάγματος Καναδών απευθείας στο Τρόντχαϊμ, ενώ αμέσως μετά θα αποβιβαστεί μια Γαλλική ταξιαρχία, υπό τον ταξίαρχο Αντουάν Μπετουάρ (Antoine Béthouart), που εθεωρείτο ειδικός του ορεινού πολέμου.

Την παραμονή σχεδόν της έναρξης της επιχείρησης το μικτό Επιτελείο των Βρετανών εξετάζοντας λεπτομερώς το σχέδιο της εκστρατείας αποφασίζει την ματαίωσή του, με το αιτιολογικό ότι θα διακινδύνευαν έτσι μεγάλες και αναντικατάστατες μονάδες του στόλου.

Τρόντχαϊμ Στο λιμάνι του Τρόντχαϊμ κατευθύνθηκε η ομάδα 2 των Γερμανικών σκαφών, την οποία αποτελούσαν τα εξής σκάφη:

  • Αντμιράλ Χίππερ – βαρύ καταδρομικό
  • Πάουλ Γιακόμπι (Z5) – αντιτορπιλικό
  • Τέοντορ Ρίντελ (Z6) – αντιτορπιλικό
  • Μπρούνο Χάινεμαν (Z8) – αντιτορπιλικό
  • Φρίντριχ Έκολντ (Z16) – αντιτορπιλικό

Στο Τρόντχαϊμ υπήρχε μια από τις πέντε ισχυρές παράκτιες οχυρώσεις των Νορβηγών, στη θέση «Agdenes» που βρίσκεται στο πέρασμα προς τα φιόρδ της πόλης και ακριβώς απέναντι από τον ομώνυμο φάρο. Η πυροβολαρχία περιλάμβανε δύο πυροβόλα των 210 mm, τρία των 150 mm και δύο των 65 mm. Λίγο πιο κάτω και από την ίδια πλευρά βρισκόταν άλλη πυροβολαρχία, με δύο πυροβόλα των 210 mm, δύο των 150 mm και τρία των 65 mm. Στην απέναντι πλευρά (κοντά στον φάρο) υπήρχαν δύο πυροβόλα των 150 mm.

Κοντά στη δεύτερη από τις πιο πάνω πυροβολαρχίες, ο Νορβηγικός στρατός είχε καθορίσει ένα σημείο παρεμπόδισης, στο οποίο είχε εγκαταστήσει εννέα πολυβόλα «Colt – Browning» με 35 άνδρες, τα οποία παρεμπόδισαν επιτυχώς πέντε απόπειρες των Γερμανικών δυνάμεων (500 ανδρών) να αποβιβαστούν εκεί. Από πλευράς ναυτικών δυνάμεων οι Νορβηγοί είχαν μερικά μικρά σκάφη στο φιόρδ του Τρόντχαϊμ, μεταξύ των οποίων η ναρκοθέτις Φρόγια.

Το καταδρομικό Αντμιράλ Χίππερ, παρά τις ζημίες που είχε υποστεί την προηγούμενη, ανέλαβε να «απασχολήσει» τις πυροβολαρχίες. Με τον τρόπο αυτό, τα πέντε αντιτορπιλικά, πλέοντας με ταχύτητα 25 κόμβων και σε προσεκτικά καθορισμένες πορείες, ώστε να ελαχιστοποιηθεί ο χρόνος που παρέμεναν ως στόχοι των πυροβόλων, εισέδυσαν στο κυρίως φιόρδ. Το τόλμημα αυτό διευκόλυναν τόσο οι ζημιές που προκάλεσε μια οβίδα του Χίππερ στο καλώδιο παροχής ρεύματος στους προβολείς αναζήτησης των Νορβηγών, όσο και η βραδύτητα βολών των πυροβόλων τους (έβαλαν μόνο τρεις ομοβροντίες ανά δίλεπτο).

Στην προσπάθεια αυτή ένα από τα αντιτορπιλικά κτυπήθηκε. Παρόλο που οι Νορβηγοί «καθυστέρησαν» τους Γερμανούς στην είσοδο του φιόρδ επί έντεκα ώρες έχοντας ελάχιστες απώλειες (ένα νεκρό, δύο τραυματίες) ενώ οι άνδρες των πολυβόλων είχαν μεγαλύτερες (22 άνδρες συνολικά), η πόλη καταλήφθηκε χωρίς μεγάλη δυσκολία και το Φρόγια καταλήφθηκε ανέπαφο. Έχοντας αντιληφθεί ότι η εκστρατεία κατά του Νάρβικ παρουσίαζε μεγάλες δυσκολίες, οι Γαλλοβρετανοί ορίζουν ως στόχο τους το Τρόντχαϊμ.

Όπως προαναφέρθηκε, το αρχικό σχέδιο με κινητοποίηση τεσσάρων θωρηκτών και πλειάδας αντιτορπιλικών και υποστηρικτικών σκαφών εγκαταλείφθηκε, ύστερα από εκτίμηση των επιτελών ότι θα διακινδύνευαν -σε περιοχή μη ελεγχόμενη από αέρος- αναντικατάστατα πλοία του Βρετανικού στόλου. Έτσι, οι ήδη έτοιμες δυνάμεις αποβιβάζονται σε δύο μικρές πόλεις κοντά στο Τρόντχαϊμ. Το Νάμσος είναι μια μικρή κωμόπολη, λίγο βορειότερα του Τρόντχαϊμ, της οποίας οι κάτοικοι ασχολούνται με την αλιεία.

Δύο Βρετανικές ταξιαρχίες και μια Γαλλική ελαφρά μεραρχία αποβιβάζονται εκεί χωρίς να συναντήσει εμπόδια. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι Γερμανοί δεν παρακολουθούν τις Γαλλοβρετανικές κινήσεις. Όταν η απόβαση ολοκληρώνεται, το Νάμσος δέχεται επίθεση από αέρος και σχεδόν ολόκληρη η πόλη πυρπολείται και καταστρέφεται. Τα Βρετανικά αντιαεροπορικά βρίσκονται φορτωμένα στο σκάφος. Οι Βρετανοί, τους οποίους διοικεί ο στρατηγός Άντριαν Κάρτον ντε Γουάιαρτ (Adrian Carton de Wiart) ανασυντάσσονται και ξεκινούν για το Τρόντχαϊμ μέσα σε φοβερές καιρικές συνθήκες.

Λόγω της κακής οργάνωσης της επιχείρησης, οι Βρετανοί δεν έχουν μεταφορικά μέσα, σκι και βαρέα όπλα. Παρόλ’ αυτά, ο Ντε Γουάιαρτ καταφέρνει να φθάσει μέχρι την περιοχή του Στάινκγιερ (Steinkjer), σχεδόν στο μέσο της απόστασης Νάμσος – Τρόντχαϊμ. Εκεί αντιμετωπίζει, εκτός από τα πυρά των πυροβόλων των Γερμανικών σκαφών, ακόμη χειρότερες καιρικές συνθήκες, που τον αναγκάζουν να συμπτυχθεί στην περιοχή και να παραμείνει εκεί. Οι Γάλλοι, υπό τις διαταγές του στρατηγού Οντέ δεν μετακινήθηκαν από το Νάμσος.

Το δεύτερο σκέλος της λαβίδας, που θα περιέκλειε το Τρόντχαϊμ, αποβιβάστηκε στο Αντάλσνες (Andalsnes), ένα ακόμη μικρότερο ψαροχώρι στα νότια του αντικειμενικού στόχου και πιο κοντά στο Κρίστιανσουντ απ’ ότι στο Τρόντχαϊμ. Τα στρατεύματα που αποβιβάστηκαν εκεί προσπάθησαν να φθάσουν στο Ντόμπας (Dombås) και στον οδικό κόμβο του, προκειμένου να κατευθυνθούν προς Τρόντχαϊμ. Η απόπειρα αυτή αποτυγχάνει, καθώς οι Γερμανοί τους κλείνουν το δρόμο με τους αερομεταφερόμενους αλπινιστές τους.

Η ΕΜΠΛΟΚΗ ΤΩΝ ΑΓΓΛΟΓΑΛΛΩΝ

Περί τα μέσα Απριλίου 1940, Βρετανικά και Γαλλικά στρατεύματα απεβιβάσθησαν εις Namsos και Andalsnes, σε μιαν απόπειρα να περικυκλώσουν τους Γερμανούς αλεξιπτωτιστές, που είχαν αγκιστρωθεί στο Trondheim. Οι Γερμανικές δυνάμεις που ενεργούσαν στο Bergen και στο Trondheim είχαν αποκοπεί από την γραμμή ενισχύσεων και ανεφοδιασμού από θαλάσσης, κατά τις πρώτες εβδομάδες της εκστρατείας, και, επομένως, είχαν καταστεί ευάλωτες σε πιθανή εχθρική αντεπίθεση.

Η μείζων δυσκολία, όμως, την οποία αντιμετώπισαν οι Γερμανοί στην κεντρική Νορβηγία, συνίστατο στην αντιμετώπιση των υποβρυχίων του Βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού, που απεδείχθησαν και η πιο αποτελεσματική συνιστώσα της στρατιωτικής / ναυτικής δυνάμεως των Δυτικών Συμμάχων κατά την εκστρατεία εκείνη. Πράγματι, ο Στόλος Υποβρυχίων του Royal Navy επέτυχε να πλήξει καίρια πολλά από τα σκάφη που μετέφεραν προμήθειες και πολεμοφόδια για τα γερμανικά στρατεύματα.

Όπως προανεφέρθη, περί τα μέσα Απριλίου, μεγάλη συμμαχική δύναμη απεβιβάσθη στο στόμιο του φιόρδ του Νάρβικ και άρχισε αργή προέλαση κατά ξηράν, προκειμένου να ανακαταλάβει τον ομώνυμο -σπουδαίας στρατηγικής σημασίας- λιμένα.

Εν τούτοις, όλες οι απόπειρες των Αγγλογαλλικών χερσαίων στρατευμάτων απέτυχαν παταγωδώς. Η κατάληψη των αεροδρομίων της Νορβηγίας από τη Luftwaffe έδωσε στους Γερμανούς αεροπορική υπεροχή στο θέατρο της Βορείου Θαλάσσης και οι Βρετανικές δυνάμεις, οι οποίες απεβιβάσθησαν εις Namsos και Andalsnes, διαθέτοντας μικρή υποστήριξη από αέρος και αντιμετωπίζοντας διαρκείς Γερμανικές αεροπορικές επιθέσεις, αδυνατούσαν να κρατήσουν τις θέσεις τους. Οι συμμαχικές δυνάμεις απεσύρθησαν, τελικώς, από την κεντρική Νορβηγία περί τας αρχάς Μαΐου.

Απέμενε πλέον μόνον το Νάρβικ όπου ένα Γερμανικό Σύνταγμα Πεζικού, ενισχυμένο και από τα πληρώματα των βυθισθέντων αντιτορπιλικών, εμάχετο σθεναρώς, προσπαθώντας να κερδίσει χρόνο και να καθυστερήσει την προέλαση της (αριθμητικώς πολύ υπέρτερης) συμμαχικής δυνάμεως. Μόλις η κεντρική Νορβηγία κατέστη ασφαλής για τους Γερμανούς, η Luftwaffe, δυναμένη πλέον να επιχειρεί από των αεροδρομίων του Τρόντχαϊμ και αλλαχού εναντίον των Βρετανικών και Γαλλικών ναυτικών δυνάμεων, κατέστησε τις συμμαχικές θέσεις στο Νάρβικ εξαιρετικά ευάλωτες, και οι Αγγλογάλλοι αναγκάσθηκαν να απαγκιστρωθούν από τον λιμένα τον Ιούνιο του 1940.

ΚΕΡΔΗ ΚΑΙ ΖΗΜΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΜΠΟΛΕΜΟΥΣ 

Η Εκστρατεία της Νορβηγίας επέφερε σοβαρές απώλειες και για τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές. Το Γερμανικό Πολεμικό Ναυτικό διαδραμάτισε πολύ σημαντικό ρόλο, υπέστη όμως και ανάλογες ζημίες. Η Kriegsmarine απεδείχθη λίαν επιτυχής στη μεταφορά του πρώτου κύματος των Γερμανικών χερσαίων δυνάμεων στην ακτή, πλην όμως επλήγη βαρύτατα από το (παραδοσιακά, πολύ υπέρτερον) Royal Navy. Αλλά και το τελευταίο, συμπεριλαμβανομένου και του εμπορικού στόλου που το συνεπικουρούσε, κατέβαλε βαρύτατο τίμημα.

Μεταξύ των απωλειών συμπεριλαμβάνεται και το αεροπλανοφόρο “Glorious” (Ένδοξος), το οποίο βυθίσθηκε από το Γερμανικό Πολεμικό Ναυτικό στο τέλος της εκστρατείας. Βαρύτατες υπήρξαν και οι αεροπορικές απώλειες αμφοτέρων των μερών: Η Luftwaffe έχασε 260 αεροσκάφη, ενώ η RAF και το Βασιλικό Ναυτικό 163, συνολικά. Οι απώλειες τόσο των Βρετανικών όσο και των Γερμανικών χερσαίων δυνάμεων ήσαν μάλλον συγκρατημένες, αλλά οι συμμαχικές ταξιαρχίες που είχαν αποβιβασθεί στην κεντρική Νορβηγία έχασαν όλον τον οπλισμό τους.

Από επιχειρησιακής και στρατηγικής επόψεως, η εκστρατεία απετέλεσε μεγίστη επιτυχία της Γερμανίας: Η κατάληψη της Νορβηγίας διασφάλισε τον εφοδιασμό του γερμανικού Ράϊχ με υψηλής ποιότητος σιδηρομεταλλεύματα εκ Σουηδίας, εξασφάλισε τον έλεγχο της Βορείου Θαλάσσης, ενώ παρέσχε τέλος στη Γερμανική πλευρά, μια πρώτης τάξεως αεροναυτική βάση, ιδεώδες ορμητήριο για την διενέργεια επιθέσεων τόσο των υποβρυχίων του Γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού όσο και των πολεμικών αεροσκαφών της Luftwaffe, εναντίον των Βρετανικών Νήσων.

Η ΝΟΡΒΗΓΙΑ ΩΣ ΚΛΕΙΔΟΛΙΘΟΣ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ 

Ο πλέον ένθερμος θιασώτης της ιδέας διενεργείας μιας εισβολής στην Νορβηγία ήταν το Γερμανικό Πολεμικό Ναυτικό. Το γεγονός ουδόλως ξενίζει, λαμβανομένης υπ’ όψιν της εμπειρίας του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και των διδαγμάτων που εξήγαγαν οι αξιωματικοί του Γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού εξ αυτής. Ήδη κατά τον Μεσοπόλεμο, οι ευφυέστεροι εγκέφαλοι της Kriegsmarine είχαν σοβαρούς λόγους να θεωρούν τη Νορβηγία ως κλειδόλιθο της Γερμανικής στρατηγικής σε περίπτωση νέου πολέμου με την θαλασσοκράτειρα Βρετανία και τούτο είχε καταστεί κοινό μυστικό.

Εν έτει 1929, ο Αντιναύαρχος Wolfgang Wegener, παλαίμαχος του Μεγάλου Πολέμου και διεθνώς ανεγνωρισμένος θεωρητικός της ναυτικής ισχύος και στρατηγικής, ο οποίος έχαιρε υψηλής υπολήψεως μεταξύ φίλων και πρώην αντιπάλων αδιακρίτως, εξέδωσε το μνημειώδες σύγγραμμά του υπό τον τίτλο «Η Ναυτική Στρατηγική του Παγκοσμίου Πολέμου», το οποίον έμελλε ταχέως να καταστεί η «Βίβλος» του Γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού.

Προβαίνοντας σε μιαν εντυπωσιακή, όσον και απολύτως ακριβή στρατηγική σύλληψη και ανάλυση, ο Ναύαρχος Βέγγενερ προσδιόρισε ως το βαρύτερο σφάλμα της Γερμανίας, από στρατηγικής απόψεως, κατά τη διάρκεια του προηγηθέντος Μεγάλου Πολέμου (1914 – 1918), το γεγονός ότι δε μερίμνησε ώστε να καταλάβει τη Νορβηγία, ούτως ώστε:

α) Να αποτρέψει την χρήση της εκ μέρους του Βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού, στο πλαίσιο της εφαρμοσθείσης στρατηγικής ναυτικού και οικονομικού αποκλεισμού της Γερμανίας,

β) Να εξασφαλίσει, κατά συνέπεια, στον γερμανικό πολεμικό και εμπορικό στόλο ελευθερία κινήσεως στη Βόρειο Θάλασσα και

γ) Να δύναται, πλέον, να χρησιμοποιήσει εκείνη (η Γερμανία) την Νορβηγία ως ορμητήριο επιχειρήσεων κατά της Βρετανίας, του Βασιλικού Ναυτικού και του εμπορικού στόλου της.

Εν προκειμένω, επιβάλλεται, έστω και λίαν συνοπτικώς, μία ιστορική αναδρομή στην εξέλιξη της υψηλής στρατηγικής της Γερμανίας. Από του τέλους του 19ου αιώνα και μέχρι της παραμονής του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, η Γερμανία επεχείρησε να επιλύσει το στρατηγικό πρόβλημα που της έθετε η Βρετανική κυριαρχία επί της Βορείου Θαλάσσης με την υιοθέτηση μιας στρατηγικής, η οποία συνίστατο στα ακόλουθα σημεία:

α) Απόκτηση της γεωστρατηγικώς κρίσιμης νήσου Ελιγολάνδης και ανέγερση εκεί ναυτικής βάσεως και

β) Εφαρμογή εκτεταμένων ναυτικών εξοπλιστικών προγραμμάτων και ναυπήγηση ισχυρού πολεμικού στόλου, και δη θωρηκτού.

Το τελευταίο είχε σκοπό:

α) Αφενός μεν, την ενίσχυση της αξιοπιστίας της Γερμανίας και τον καταναγκασμό της Μεγάλης Βρετανίας στην αποδοχή του Γερμανικού Ράϊχ ως ισοτίμου δρώντος στον διεθνή συσχετισμό ισχύος και στα διεθνή παίγνια επιρροής (αναγνώριση, εκ μέρους των ήδη υφισταμένων αποικιακών δυνάμεων, και ιδιαιτέρως της Μεγάλης Βρετανίας, του «δικαιώματος» του νεοσύστατου Γερμανικού Ράϊχ σε «μίαν θέσιν υπό τον ήλιον» “einen Platz an der Sonne” κατά την παροιμιώδη διακήρυξη του Καγκελλαρίου φον Μπύλωφ) καθώς και την αξιόπιστη αποτροπή Βρετανικής επιθετικής ενεργείας,

β) Αφετέρου δε, την πολεμική προπαρασκευή του Γερμανικού Αυτοκρατορικού Ναυτικού (Kaiserliche Marine) για την επιτυχή διεξαγωγή της Αποφασιστικής Ναυμαχίας (Entscheidungsschlacht zur See) με το Βρετανικό Βασιλικό Ναυτικό, όταν η συγκυρία για το πρώτο θα καθίστατο ευνοϊκή.

Συγχρόνως, όμως, ήδη την περίοδο εκείνη, υπό το κράτος και την επιρροή των συγχρόνων θεωριών των Mahan, Corbett, Ratzel και λοιπών, υψώθηκαν φωνές, εντός του Γερμανικού Αυτοκρατορικού Ναυτικού, υπέρ μιας δυναμικής επεμβάσεως στα δεδομένα της ναυτικής γεωγραφίας, πέρα δηλαδή της απόπειρας αντιμετωπίσεως του στρατηγικού προβλήματος της Γερμανίας στη θαλάσσια περιοχή βορείως των συνόρων της, δια «συμβατικών» μέσων.

Συναφώς, ο Ναύαρχος Wolfgang Wegener επέκρινε την ηγεσία της Kaiserliche Marine, διότι δεν απέδιδε τη δέουσα προσοχή στις σύγχρονες τότε και εξαιρετικά προσφιλείς στους στρατιωτικούς και ακαδημαϊκούς κύκλους γεωγραφικές θεωρήσεις, αλλά προσπαθούσε να επιλύσει το στρατηγικό πρόβλημα που αντιμετώπιζε μόνον διά τακτικών μέσων. Υπενθύμιζε δε ως ακολούθως: «Στρατηγική είναι το δόγμα των στρατηγικών – γεωγραφικών θέσεων, των αλλαγών τους και της επιδεινώσεώς τους». Εξ ου και ο Βέγκενερ συνιστούσε την υιοθέτηση μιας επιθετικής στρατηγικής, προς βελτίωση της γεωγραφικής θέσεως του Γερμανικού Ράϊχ.

Και η μεν στρατηγική, την οποία σχεδίασε και εφήρμοσε ο Αρχηγός του Αυτοκρατορικού Ναυτικού, προ του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου ακόμη, Ναύαρχος Αλφρέδος Φρειδερίκος φον Τίρπιτς (Alfred Friedrich von Tirpitz), δεν επέτυχε, τελικώς, τους σκοπούς της: Δεν εξανάγκασε τη Μεγάλη Βρετανία να αποδεχθεί διαμοιρασμό της κυριαρχίας των θαλασσών με την Γερμανία ούτε λειτούργησε προς την επιθυμητή κατεύθυνση της αποτροπής έναντι της Μεγάλης Βρετανίας, ως κρίνεται δε εκ του αποτελέσματος. Δεν προετοίμασε -ή δεν πρόλαβε χρονικώς να προετοιμάσει- το Γερμανικό Αυτοκρατορικό Ναυτικό επαρκώς για την επερχόμενη Αποφασιστική Ναυμαχία με το Βασιλικό Ναυτικό.

Απεναντίας, ενίσχυσε την θαλασσοκράτειρα Βρετανία στην απόφασή της να μην υποχωρήσει έναντι των Γερμανικών απαιτήσεων στο ζήτημα των ναυτικών εξοπλισμών, να προπαρασκευασθεί καταλλήλως για την επερχόμενη κατά θάλασσαν αναμέτρηση και να σφυρηλατήσει διακρατική συμμαχία εναντίον του επίφοβου δυνητικού ηπειρωτικού ηγεμόνα, προς αποτροπήν της συγκροτήσεως ενός γεωπολιτικώς και γεωοικονομικώς ενοποιημένου πόλου ισχύος στην δυτική πλευρά της Ευρασιατικής παγκοσμίου νήσου.

Εν τούτοις, η προαναφερθείσα συμβουλή του Ναυάρχου Βέγγενερ φαίνεται ότι ελήφθη σοβαρώς υπ’ όψιν από τους ιθύνοντες του Γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού (Kriegsmarine), κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

ΕΦΑΡΜΟΣΜΕΝΗ ΔΙΑΚΛΑΔΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΠΙΤΥΧΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΙΚΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ ΣΤΟΥΣ ΤΟΜΕΙΣ ΤΩΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΑΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ

Καταληφθέντες εξ απίνης την 9η Απριλίου 1940 (ως μη έδει, διότι διέθεταν σωρεία ενδείξεων περί της σχεδιαζομένης Γερμανικής εισβολής) και διαπιστώνοντας ότι οι Γερμανοί κυριολεκτικώς τους πρόλαβαν, οι Αγγλογάλλοι έσπευδαν, πλέον, ασθμαίνοντες προς τη Βόρειο Θάλασσα, προκειμένου να διασφαλίσουν τους μείζονος στρατηγικής σημασίας Νορβηγικούς λιμένες και να επικουρήσουν τα Νορβηγικά στρατεύματα.

Καθώς οι Βρετανικές ναυτικές δυνάμεις έπλεαν προς τα δυτικά της Νορβηγίας τις πρώτες ημέρες της εκστρατείας, εντοπίσθηκαν αμέσως από τα Γερμανικά αναγνωριστικά αεροσκάφη και επλήγησαν, εν συνεχεία, από τα βομβαρδιστικά και τα καταδιωκτικά καθέτου εφορμήσεως τύπου «Stukas». Την πρώτη ημέρα της εκστρατείας, τρεις Μοίρες Ναυτικής Αναγνωρίσεως της Luftwaffe διενήργησαν 49 εξόδους, προκειμένου να εντοπίσουν τον βρετανικό Home Fleet. Κάθε φορά που οι Βρετανικές ναυτικές μονάδες επιφανείας εντοπίζονταν, τα Γερμανικά αναγνωριστικά σήμαιναν τα Γερμανικά σκάφη και καλούσαν τα βομβαρδιστικά και τα «Stukas».

Το απόγευμα της 9ης Απριλίου 1940, δύο Πτέρυγες Βομβαρδιστικών και ένας Σχηματισμός «Stukas» επετέθησαν εναντίον του Βασιλικού Ναυτικού, βυθίζοντας ένα αντιτορπιλικό και προξενώντας ζημίες σε πέντε καταδρομικά καθώς και σε μερικά μικρότερα και βοηθητικά σκάφη. Αντιμέτωποι με τη Γερμανική αεροπορική απειλή, οι Βρετανοί απεφάσισαν να τραβήξουν τις ναυτικές δυνάμεις τους μακράν του θαλασσίου χώρου του κειμένου δυτικώς και νοτίως της Νορβηγίας.

Εξ άλλου, καθ’ όλην τη διάρκεια της εκστρατείας, οι επικοινωνίες μεταξύ των Μοιρών Αναγνωρίσεως της Λουφτβάφφε και του Στρατηγείου του 10ου Αεροπορικού Σώματος ήσαν άριστες και η πληροφόρηση για τις κινήσεις του Βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού διεβιβάζετο αμέσως στο Γερμανικό Πολεμικό Ναυτικό και στις χερσαίες δυνάμεις. Οι Μοίρες Μακράς Αναγνωρίσεως της Luftwaffe απεδείχθησαν ικανές να παράσχουν μια πολύ καλή εικόνα των Βρετανικών και Νορβηγικών χερσαίων δυνάμεων στα φίλια τμήματα.

Από την άλλη πλευρά, οι Μοίρες Αναγνωρίσεως της RAF και του Βασιλικού Ναυτικού, ενεργώντας επιχειρησιακά σε μια τεράστια ακτίνα και όντας ευάλωτες στις επιθέσεις της Luftwaffe (που εφορμούσε από των βάσεων της Νορβηγίας και της Δανίας, τις οποίες μόλις είχε καταλάβει), απεδείχθησαν ανίκανες να παράσχουν στις φίλιες δυνάμεις μιαν ακριβή εικόνα των Γερμανικών θέσεων και της ισχύος και κινήσεως των εχθρικών στρατευμάτων, κατά τη διάρκεια των μαχών του Τρόντχαϊμ και της κεντρικής Νορβηγίας.

Εξ άλλου, οι Γερμανοί κατείχαν το ουσιώδες και, εν τέλει, κρίσιμο πλεονέκτημα της τεχνολογικής υπεροχής του συστήματος επικοινωνιών, την περίοδο που έλαβε χώρα η Εκστρατεία της Νορβηγίας. Εν προκειμένω, ο ρόλος του Γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού απεδείχθη καίριος: είναι γνωστό ότι η Υπηρεσία Πληροφοριών του Ναυτικού διέθετε εξαίρετο ανθρώπινο δυναμικό, ας μη λησμονείται, άλλωστε, ότι από αυτήν προήρχετο και ο πολύς Γουλιέλμος Κανάρης (ο Ναύαρχος Wilhelm Canaris).

Η περίφημη »B-Diest», η Υπηρεσία Πληροφοριών του Γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού, είχε καταφέρει να «σπάσει» δύο από τους βασικούς κώδικες του Βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού: τον κώδικα »Naval Cypher», που αφορούσε επιχειρησιακά σήματα, και τον »Naval Code», που αφορούσε την διοικητική μέριμνα και τις κινήσεις των Βρετανικών σκαφών. Συνεπεία τούτου, τον Απρίλιο του 1940 η Υπηρεσία Πληροφοριών της Kriegsmarine ήταν σε θέση να διαβάζει το 50% των μηνυμάτων που αποστέλλονταν μέσω του κώδικα »Naval Cypher», παρέχοντας στο Ναυαρχείο και στις μονάδες ροή πληροφοριών για τις θέσεις και μετακινήσεις των μεγάλων μονάδων του Βασιλικού Ναυτικού.

Συνεπώς, διαθέτοντες αυτό το πλεονέκτημα, σε συνδυασμό με την αρίστη χρήση των Μοιρών Αναγνωρίσεως της Luftwaffe, οι Γερμανοί ήσαν σε θέση να έχουν ακριβή εικόνα των Βρετανικών κινήσεων. Αντιθέτως, κατ’ εκείνην την φάση του πολέμου, οι Βρετανοί αποκρυπτογράφοι είχαν σημειώσει μικρή μόλις πρόοδο ως προς την αποκρυπτογράφηση του περίφημου συστήματος «ΑΙΝΙΓΜΑ» (ENIGMA) του Γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού. Ειρήσθω εν παρόδω ότι, προ της εισβολής στην Νορβηγία, η Luftwaffe και το Γερμανικό Πολεμικό Ναυτικό είχαν διαταχθεί να τηρήσουν σιγή ασυρμάτου.

Μετά την έναρξη της εισβολής, οι μονάδες της Luftwaffe βασίζονταν κυρίως στον ραδιο-ασύρματο για τις επικοινωνίες τους, με συνέπεια να επιτύχουν οι Βρετανοί, χάρις στο πρόγραμμα »ULTRA», να υποκλέψουν και να αποκωδικοποιήσουν πλείστα όσα μηνύματα, που αφορούσαν στις θέσεις, την οργάνωση, την ισχύ και τις μετακινήσεις της Γερμανικής Πολεμικής Αεροπορίας. Ωστόσο, κατ’ εκείνο το διάστημα του πολέμου, οι Γερμανοί διατηρούσαν ακόμα το πλεονέκτημα στον τομέα των επικοινωνιών.

Η ΒΡΕΤΑΝΙΚΗ ΑΠΟΤΥΧΙΑ ΣΤΟΥΣ ΤΟΜΕΙΣ ΤΩΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΑΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ

Αναμφιβόλως, μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες, όσο και εντυπωσιακές αποτυχίες της Βρετανικής στρατιωτικής ηγεσίας υπήρξε η αδυναμία ή ανικανότητα να αναλυθούν και να εκτιμηθούν ορθώς οι (απειράριθμες) ενδείξεις -προ της 9ης Απριλίου 1940- ότι οι Γερμανοί συγκροτούσαν μια δύναμη εισβολής. Στις αρχές του 1940, η Διοίκηση Βομβαρδιστικών (Bomber Command) της RAF διενήργησε μια σειρά επιθέσεων εναντίον Γερμανικών ναυτικών εγκαταστάσεων στη Βόρειο Θάλασσα και ανέφερε τα σχετικά με τις Γερμανικές θέσεις και διαθεσιμότητες.

Μέχρι των αρχών Απριλίου έπρεπε να έχει καταστεί φανερό στους Βρετανούς ότι το Γερμανικό Πολεμικό Ναυτικό προέβαινε στη συγκέντρωση μεγάλου αριθμού μονάδων, με προφανή σκοπό την διενέργεια μιας επιχειρήσεως ευρείας κλίμακος. Στις 4 Απριλίου, φερ’ ειπείν, έφθασαν ως και αναφορές πρακτόρων από την Κοπεγχάγη, που προειδοποιούσαν για Γερμανική επικείμενη κίνηση στην Νορβηγία. Άλλες αναφορές περί ευρείας κλίμακος κινήσεων Γερμανικών σκαφών στη Βαλτική Θάλασσα και στον όρμο της Ελιγολάνδης (Βόρειος Γερμανία) ελήφθησαν στις 6 Απριλίου.

Το πρωί της 7ης Απριλίου, η Διοίκηση Παρακτίου Αμύνης (Coastal Command) ανέφερε κινήσεις Γερμανικών πολεμικών σκαφών στη Βόρειο Θάλασσα, και συγκεκριμένα ενός καταδρομικού και έξι αντιτορπιλικών. Η πληροφορία εβασίζετο σε εναέρια φωτοαναγνώριση. Είναι ενδεικτικό ότι η εν λόγω αναφορά χρειάσθηκε 2,5 ώρες για να διέλθει τη γραφειοκρατία των επιτελείων και να φθάσει, εν τέλει, στο Γραφείο του Αρχηγού του Home Fleet, Ναυάρχου Charles Forbes.

Εν τω μεταξύ, ως και συμπλοκή υπήρξε καθώς η Διοίκησις Βομβαρδιστικών της RAF στις 13:25 της ίδιας ημέρας, εντόπισε και επετέθη, προ των ακτών του Skagerrak, εναντίον μιας Γερμανικής ναυτικής μοίρας, η οποία απετελείτο από ένα θωρακισμένο καταδρομικό, δύο καταδρομικά, δέκα αντιτορπιλικά και άλλες μονάδες επιφανείας. Σημειωτέον ότι και αυτή η πληροφορία χρειάσθηκε, επίσης, τέσσερις ώρες μέσω των διαύλων επικοινωνίας και γραφειοκρατίας της RAF, έως ότου φθάσει τελικώς, στο Βασιλικό Ναυτικό.

Όταν, επιτέλους, οι Βρετανοί και οι Γάλλοι απήντησαν στην Γερμανική εισβολή, αποστέλλοντας χερσαίες δυνάμεις στην κεντρική και βόρειο Νορβηγία, η αποτυχία της συμμαχικής σχεδιάσεως (που υποτίθεται ότι προετοιμαζόταν επί έξι μήνες ακριβώς για ένα παρόμοιο ενδεχόμενο, και πάντως για την διεξαγωγή στρατιωτικών επιχειρήσεων στην Νορβηγία) κατέστη οδυνηρά εμφανής, προσλαμβάνοντας τις διαστάσεις ενός »fiasco». Απεδείχθη ότι ως και πληροφορίες ανοικτών πηγών, ακόμη και για τα στοιχειώδη των Νορβηγικών λιμένων και της εν γένει γεωγραφίας της χώρας δεν είχαν συλλεγεί και αναλυθεί προσηκόντως.

Οι λιμένες του Namsos και Andalsnes ήσαν πολύ μικροί, για να υποστηρίξουν οιανδήποτε συμμαχική αποβατική ενέργεια. Η Γαλλική Ταξιαρχία π.χ., που αφίχθη εις Νάμσος, υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει όλον τον βαρύ οπλισμό της (ακόμη δε και τους ημιόνους και τα σκι) στο μεταγωγό σκάφος, και τούτο διότι οι αρμόδιοι της σχεδιάσεως της επιχειρήσεως είχαν παραγνωρίσει μιαν (ήσσονος σημασίας για εκείνους) «λεπτομέρεια», ότι δηλαδή το σκάφος ήταν πολύ μεγάλο για να μπορέσει να διεισδύσει στον λιμένα.

Εξ άλλου, ούτε ο Βρετανικός Στρατός ούτε η RAF είχαν εφοδιασθεί με ακριβείς χάρτες της Νορβηγίας. Η Αεροπορική Υπηρεσία του Βασιλικού Ναυτικού διενήργησε υπερπτήσεις, χρησιμοποιώντας χάρτες του Ναυαρχείου χωρίς τοπογραφικές αναφορές, ένα εξαιρετικά ριψοκίνδυνο εγχείρημα όταν κανείς υπερίπταται μιας εξόχως ορεινής χώρας, όπως η Νορβηγία.

Η Διοίκηση Βομβαρδιστικών της Βασιλικής Αεροπορίας προσέφυγε στην χρησιμοποίηση των χαρτών από το περί Σκανδιναβίας κεφάλαιο του γεωγραφικού άτλαντα Baedeker (έκδοση 1912), προκειμένου να μπορέσει να κατευθύνει τα αεροσκάφη της, τα οποία έπρεπε να διενεργήσουν επιθέσεις εναντίον των αεροδρομίων της νοτίου Νορβηγίας, που είχαν καταληφθεί από τους Γερμανούς την πρώτη ημέρα των εχθροπραξιών. Τέλος, η Βρετανική Διοίκηση είχε αποτύχει ολοσχερώς να εγκαταστήσει αξιωματικούς – συνδέσμους και κλιμάκια επικοινωνιών με τους Νορβηγούς συμμάχους της.

Αναντιλέκτως, η πενιχρή πληροφόρηση επηρέασε ουσιωδώς την αποτελεσματικότητα της Βασιλικής Αεροπορίας στην εκστρατεία εκείνη. Εν αντιθέσει προς τους Βρετανούς, που είχαν να επιδείξουν αξιοσημείωτα κακές επιδόσεις στον τομέα των διακλαδικών πληροφοριών και του συντονισμού σε επιχειρησιακό και τακτικό επίπεδο, οι Γερμανικές δυνάμεις είχαν σχεδιάσει προσεκτικά τις κινήσεις τους, καθ’ όσον αφορά στον συντονισμό και στην επικοινωνία μεταξύ επιμέρους κλάδων και μονάδων.

Ο τομέας των πληροφοριών έμελλε να αποδειχθεί κρίσιμος για την έκβαση της επιχειρήσεως «Weserübung». Η Βρετανική στρατιωτική και πολιτική ηγεσία ασφαλώς γνώριζε την ανεκτίμητη στρατηγική αξία της Βορείου Θαλάσσης και δη της Νορβηγίας, για τη Γερμανία: Το Ναυαρχείο τελούσε πλήρως ενήμερο της τεράστιας δημοτικότητας, της οποίας έχαιραν το σύγγραμμα και οι θέσεις του Ναυάρχου Βέγγενερ εντός των τάξεων του Γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού.

Το Υπουργείο Οικονομικού Πολέμου (Ministry of Economic Warfare) είχε μελετήσει διεξοδικώς το ζήτημα των εισαγωγών σιδηρομεταλλευμάτων από τη Σκανδιναβική Χερσόνησο προς την Γερμανία, μέσω των Νορβηγικών λιμένων, και είχε αναδείξει, σε επανειλημμένες εκθέσεις του της διετίας 1939 – 1940, την ζωτική σημασία των εισαγωγών αυτών για την Πολεμική Οικονομία του Ράϊχ. Για την οριστική παύση των μεταφορών αυτών, άλλωστε, το Υπουργείο Πολέμου απεφάσισε και ενέκρινε, τον Μάρτιο του 1940, την άσκηση βίας: την χρησιμοποίηση του Βασιλικού Ναυτικού.

Ωστόσο, το Ναυαρχείο, αλλά και η εν γένει στρατιωτική και πολιτική ηγεσία στο Λονδίνο, αδυνατούσαν να διανοηθούν, έστω και ως υπόθεση εργασίας, ότι οι Γερμανοί θα είχαν (ή θα εξεύρισκαν) την βούληση -πόσο δε μάλλον τις ικανότητες και δυνατότητες- να αμφισβητήσουν εμπράκτως το »Command of the Sea» του Βασιλικού Ναυτικού στην Βόρειο Θάλασσα, αναλαμβάνοντας ένα μέχρις αυτοκτονίας ριψοκίνδυνο εγχείρημα κατά της Νορβηγίας (όταν, μάλιστα, οι θέσεις αφετηρίας της Kriegsmarine του 1939 / 1940 ήσαν κατά πολύ μειονεκτικότερες εκείνων της Kaiserliche Marine του 1914).

Η παραδοχή της ηγεσίας ήταν ότι στην θεωρουμένη ως ακραία υποθετική περίπτωση, κατά την οποία οι Γερμανοί θα επιχειρούσαν, πράγματι, κατά της Σκανδιναβικής χώρας, το μέγιστον το οποίο θα κατόρθωναν θα ήταν η απόβαση περιορισμένου αριθμού δυνάμεων στην νότιο Νορβηγία, στην περιοχή του Όσλο, οπόταν θα απεστέλλετο ένα Βρετανικό εκστρατευτικό σώμα δυνάμεως τεσσάρων Ταξιαρχιών Πεζικού, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα υπό του Σχεδίου »R4» του War Office, με αντικειμενικούς σκοπούς την διασφάλιση των στρατηγικής σημασίας λιμένων της δυτικής Νορβηγίας και των υδατίνων διαύλων και, δευτερευόντως, την ενίσχυση του Νορβηγικού Στρατού.

Παρά την ύπαρξη όχι αμελητέων ενδείξεων μιας Γερμανικής εμπλοκής στην Νορβηγία -και τη διαρκή εμφάνιση ολοένα και περισσοτέρων, όπως προανεφέρθη- οι Βρετανοί ιθύνοντες θεωρούσαν «απλώς» αδιανόητον ότι οι Γερμανοί ομόλογοί τους θα έφθαναν μέχρι του σημείου να ριψοκινδυνεύσουν την ολοσχερή καταστροφή του (συγκριτικώς) «λιλιπούτειου» Πολεμικού Στόλου τους από τον κραταιό Home Fleet του Royal Navy, επιτιθέμενοι κατά των λιμένων Stavanger, Bergen, Trondheim και Narvik. Ο εφησυχασμός του Βρετανικού Ναυαρχείου, αλλά και της Ηγεσίας εν γένει, εβασίζετο στην αίσθηση του ατρώτου, η οποία απέρρεε από το «μέγα της θαλάσσης κράτος» της Γηραιάς Αλβιώνος.

Την εντυπωσιακώς συντριπτική, ποσοτική και ποιοτική, υπεροχή του Βασιλικού Ναυτικού έναντι του Γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού, αλλά και παντός άλλου, ο οποίος θα αποτολμούσε να αμφισβητήσει την (αληθώς πλανητικών διαστάσεων) θαλάσσια κυριαρχία της από αιώνων ηγεμονευούσης ναυτικής δυνάμεως, πόσο δε μάλλον στην Βόρειο Θάλασσα, που αποτελούσε, από εποχής Ναπολεοντείων Πολέμων, για την Βρετανία ότι και το Ιόνιον Πέλαγος για την Γαληνοτάτη Ναυτική Δημοκρατία της Βενετίας τον καιρό της θαλασσοκρατίας της τελευταίας.

Μόνη «παραφωνία» εντός του Ανωτάτου Ναυτικού Συμβουλίου αποτελούσε ο Διοικητής Υποβρυχίων, Αντιναύαρχος Sir Max Kennedy Horton. Ο Διοικητής Υποβρυχίων του Βασιλικού Ναυτικού είχε μελετήσει εις βάθος το έργο του Ναυάρχου Wegener και τη Γερμανική ναυτική στρατηγική εν γένει, είχε δε σχηματίσει την εδραία πεποίθηση ότι οι Γερμανοί θα ενεργούσαν, και δη τάχιστα και αποφασιστικώς. Καίτοι αποτελούσε «φωνή βοώντος εν τη ερήμω», ο Ναύαρχος Χόρτον προέβη σε μία ενέργεια, τον Μάρτιο του 1940, η οποία έμελλε να αποδειχθεί, μετέπειτα, η σοφότερη κίνηση της Βρετανικής πλευράς.

Συγκέντρωσε όλες τις διαθέσιμες μονάδες Υποβρυχίων στα Νορβηγικά ύδατα και, μετά ταύτα, ανέμενε την κίνηση των Γερμανών. Τούτο θα είχε ως αποτέλεσμα την απαγόρευση του διά θαλάσσης ανεφοδιασμού των μονάδων της Βέρμαχτ, και μάλιστα άμα τη ενάρξει των εχθροπραξιών. Κανένα Γερμανικό μεταγωγό δεν μπορούσε πλέον να προσορμίσει στο Όσλο και στους λιμένες της δυτικής Νορβηγίας. Η διορατικότητα του Διοικητού Υποβρυχίων και η δράση των μονάδων του αποτέλεσαν την μόνη αιτία προκλήσεως σοβαράς ανησυχίας εντός της Γερμανικής Ανωτάτης Στρατιωτικής Διοικήσεως κατά την διάρκεια της Νορβηγικής Εκστρατείας.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει, εξ άλλου, το γεγονός ότι οι βεβαιότητες που απέρρεαν από την αίσθηση υπεροχής του Βασιλικού Ναυτικού εμπόδισαν τους Βρετανούς ιθύνοντες να συλλάβουν νοητικώς και να διερευνήσουν την περίπτωση, έστω και ως απώτερο ενδεχόμενο, Γερμανικής προσβολής της Νορβηγίας δι’ άλλων μεθόδων και μέσων, και όχι απαραιτήτως, ούτε καν πρωτίστως, διά θαλάσσης. Και όμως, ήταν γνωστό τοις πάσιν ότι η Luftwaffe διέθετε, αφενός μεν μία επίλεκτη και ισχυρή δύναμη αλεξιπτωτιστών, αφετέρου δε έναν εντυπωσιακά ευμεγέθη μεταφορικό στόλο.

Εάν οι Βρετανοί αρμόδιοι είχαν κάνει, τα μόλις προηγούμενα χρόνια, απλώς τον κόπο να συλλέξουν και εκτιμήσουν καταλλήλως ορισμένες πληροφορίες ανοικτών πηγών, θα είχαν ασφαλώς αξιολογήσει καταλλήλως δύο άρθρα δημοσιευθέντα στο επίσημο (και ουδόλως απόρρητο) περιοδικό της Luftwaffe «Ο Αετός» (Der Adler) εν έτει 1939 και αναφερόμενα στις ασκήσεις της Βέρμαχτ του έτους 1937, το σενάριο των οποίων προέβλεπε την ρίψη ισχυρού αριθμού Αλεξιπτωτιστών προς κατάληψιν κομβικών σημείων, σε ικανή απόσταση όπισθεν των γραμμών του «εχθρού».

Προσέτι, η ικανότητα της Γερμανικής Πολεμικής Αεροπορίας στη διενέργεια μεταφοράς ισχυρού όγκου δυνάμεων και οπλισμού είχε, εν τω μεταξύ, επίσης καταστεί εμφανής. Κατά το διάστημα Ιουλίου – Οκτωβρίου 1936, η Γερμανική Luftwaffe και η Ιταλική Βασιλική Αεροπορία (Regia Aeronautica Italiana) μετέφεραν τον Ισπανικό Στρατό Βορείου Αφρικής, του Στρατηγού Francisco Franco, από την νότια πλευρά της Μεσογείου στην Ιβηρική Χερσόνησο.

Στο πλαίσιο της εκκολαπτομένης, κατ’ εκείνο το διάστημα, συμμαχικής σχέσεως μεταξύ της εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας του Αδόλφου Χίτλερ και της φασιστικής Ιταλίας του Μπενίτο Μουσσολίνι, αφενός, και της εθνικιστικής Ισπανίας του Φραγκίσκου Φράνκο, αφετέρου, η οποία συμμαχική σχέση, όμως, δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, εξ αιτίας και της τροπής που έλαβε η Ιταλική επίθεση κατά της Ελλάδος την 28η / 10 / 1940. Μετεφέρθη τότε από αέρος μία δύναμη 20.000 ανδρών και ένας όγκος οπλισμού και εφοδίων της τάξεως των 270.000 κιλών.

Επρόκειτο για την πρώτη τέτοιων διαστάσεων αερογέφυρα της παγκοσμίου στρατιωτικής ιστορίας. Σημειωτέον δε ότι η πραγματοποίηση ενός τόσο τολμηρού εγχειρήματος έλαβε χώρα καθ’ ον χρόνον το Ισπανικό Ρεπουμπλικανικό Ναυτικό ασκούσε πλήρη κυριαρχία στη θαλάσσια περιοχή την κειμένη μεταξύ μητροπολιτικής Ισπανίας και αποικιακών κτήσεων της Βορείου Αφρικής. Καίτοι πρωτοφανής στα διεθνή χρονικά, η γιγαντιαία επιχείρηση αερομεταφοράς εστέφθη από απόλυτη επιτυχία, συντελώντας ουσιωδώς στην ενίσχυση των Ισπανών Εθνικιστών κατά τον σοβούντα Εμφύλιο Πόλεμο.

Μία και μόνη απώλεια αεροσκάφους σημείωσε η Λουφτβάφφε, και αυτή λόγω αεροπορικού ατυχήματος. Υπό το φως παρομοίων απτών δεδομένων εκπλήσσει, πράγματι, το μέγεθος υπερεκτιμήσεως των ιδίων ικανοτήτων και, αντιστρόφως, υποτιμήσεως των ικανοτήτων (και της βουλήσεως) του αντιπάλου, το οποίο επέδειξαν οι Βρετανοί ιθύνοντες, την άνοιξη του 1940.

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΔΙΑΚΛΑΔΙΚΟΤΗΤΑΣ ΣΤΟΥΣ ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΟΙΚΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟΥ ΤΩΝ ΣΥΜΜΑΧΩΝ 

Κατά την διάρκεια της περιόδου του Μεσοπολέμου, η Μεγάλη Βρετανία ήταν η μόνη μεγάλη στρατιωτική δύναμη η οποία είχε δημιουργήσει ένα πλήρες και περιεκτικό δόγμα διακλαδικών επιχειρήσεων, καθώς επίσης και ένα μεικτό επιτελείο, προς εφαρμογή μιας ανάλογης στρατιωτικής στρατηγικής. Από την δεκαετία του ’20 ακόμη, οι Βρετανοί είχαν ιδρύσει Διακλαδική Σχολή Επιτελών (Joint Staff College), προκειμένου να εκπαιδεύσουν ανωτέρους αξιωματικούς στον συντονισμό της στρατηγικής και των επιχειρήσεων μεταξύ των διαφόρων κλάδων.

Αντιθέτως, οι Γερμανοί δεν είχαν αναπτύξει κάποιο παρεμφερές δόγμα περί διεξαγωγής διακλαδικών επιχειρήσεων, ούτε είχαν συστήσει κάποιο μεικτό επιτελείο, επιφορτισμένο τη σχεδίαση αναλόγου στρατηγικής. Μία διακλαδική σχολή επιτελών, η Ακαδημία των Ενόπλων Δυνάμεων (Wehrmachtakademie) λειτούργησε μόνον επί τρία έτη (1935 – 1938) και μόλις που πρόλαβε να δει την αποφοίτηση ενός μικρού αριθμού αξιωματικών από τις τάξεις της, προτού παύσει να υφίσταται, προφανώς υπό το βάρος εντόνων διαφωνιών, τριβών και ερίδων μεταξύ των διαφόρων κλάδων, όπως ενίοτε συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις.

Λαμβανομένης υπ’ όψιν, λοιπόν, της Βρετανικής εμφάσεως σε διακλαδικά δόγματα, σχολές και επιτελεία, είναι όντως εκπληκτικό το ότι οι Βρετανοί απέτυχαν να εγκαθιδρύσουν ένα μεικτό, διακλαδικό στρατηγείο για τις ανάγκες της εκστρατείας της Νορβηγίας (όπως υποτίθεται ότι όριζε το βρετανικό δόγμα) και ότι, αντιθέτως, οι τρεις κλάδοι (Βασιλικός Στρατός, Βασιλικό Ναυτικό, Βασιλική Αεροπορία), οι οποίοι και εκπροσωπούνταν στην Επιτροπή Αυτοκρατορικής Αμύνης CID (Committee of Imperial Defence) και στις τακτικές συνόδους των COS (Chiefs of Staffs: Αρχηγοί των Επιτελείων), απέτυχαν σε κάθε επίπεδο (στρατηγικό, επιχειρησιακό, τακτικό) να συντονίσουν τις ενέργειές τους μεταξύ τους.

Ακόμη εκπληκτικότερο είναι, βεβαίως, το γεγονός ότι οι Γερμανοί –μολονότι δεν διέθεταν ούτε επίσημο δόγμα κοινών, συνδυαστικών επιχειρήσεων σε στρατηγικό επίπεδο, ούτε σώμα αξιωματικών εκπαιδευμένων βάσει διακλαδικών δογμάτων– απεδείχθησαν στην πράξη απείρως επιτυχέστεροι και αποτελεσματικότεροι στον συντονισμό διακλαδικών επιχειρήσεων. Εξ άλλου, το Βρετανικό δόγμα όριζε ότι προκειμένου περί ενός συγκεκριμένου θεάτρου επιχειρήσεων, η ακολουθητέα οδός ενεργείας ήταν να τοποθετείται ένας και μοναδικός διοικητής, συνεπικουρούμενος από μεικτό επιτελείο, για τη διεύθυνση όλων, ανεξαιρέτως, των επιχειρήσεων, οι οποίες θα ελάμβαναν χώρα στο εν λόγω θέατρο επιχειρήσεων.

Παραδόξως, όμως, αυτό που υποτίθεται ότι αποτελούσε τον ακρογωνιαίο λίθο του Βρετανικού δόγματος δεν εφαρμόσθηκε όταν η Βέρμαχτ εισέβαλε στην Νορβηγία. Μία άλλη εναλλακτική επιλογή, την οποία διέθεταν οι Βρετανοί, ήταν να θέσουν, άμα τη ενάρξει των επιχειρήσεων, όλες τις δυνάμεις που επιχειρούσαν στη Νορβηγία υπό τις διαταγές, π.χ., του Αρχηγού Στόλου του Βασιλικού Ναυτικού, δεδομένου ότι το Royal Navy ήταν εκείνος ο κλάδος που θα επωμίζετο το μεγαλύτερο βάρος της διεξαγωγής της επιχειρήσεως, από Βρετανικής πλευράς.

Πλην όμως, αυτή η εύλογη λύση φαίνεται ότι δεν ελήφθη καν υπ’ όψιν. Αντιθέτως, κατά παράβαση των οριζομένων από το δόγμα περί διακλαδικότητος, άπαντες οι πολιτικοί και στρατιωτικοί ιθύνοντες -το Υπουργικό Συμβούλιο, η Επιτροπή Συντονισμού των Ενόπλων Δυνάμεων και τα επιμέρους επιτελεία στο Λονδίνο- απέστελλαν χωριστές διαταγές και οδηγίες περί της διεξαγωγής της επιχειρήσεως.

Επί παραδείγματι, το Ναυαρχείο (Admiralty) είχε υπό τας διαταγάς του όλες τις ναυτικές μονάδες που επιχειρούσαν πέριξ της Νορβηγίας, ενώ το Υπουργείο Πολέμου (War Office) ήταν εκείνο που εξέδιδε διαταγές προς τις χερσαίες στρατιωτικές δυνάμεις που επιχειρούσαν στην Νορβηγία. Και ως να μη έφθαναν όλα αυτά, το βρετανικό Ναυαρχείο είχε την φαεινή ιδέα να διαιρέσει την θαλάσσια περιοχή της Νορβηγίας σε δύο κεχωρισμένες ναυτικές διοικήσεις.

Έτσι, ο μεν Ναύαρχος Forbes, ο Αρχηγός του Home Fleet, αναγορεύθηκε Διοικητής όλων των βρετανικών Ναυτικών Δυνάμεων της νοτίου και κεντρικής Νορβηγίας, ο δε Ναύαρχος Λόρδος Cork, ένας αρχαιότερος αξιωματικός, αναγορεύτηκε Διοικητής των Συμμαχικών Ναυτικών Δυνάμεων του Νάρβικ. Κατ’ αναλογίαν, το Υπουργείο Πολέμου επίσης σχημάτισε δύο μείζονες στρατιωτικές διοικήσεις για τις ανάγκες της εκστρατείας, μία με τομέα ευθύνης την κεντρική Νορβηγία και μιαν ακόμη, στην οποία υπήχθησαν οι χερσαίες δυνάμεις που επιχειρούσαν στο Νάρβικ.

Προσέτι, το Υπουργείο Πολέμου και το Βασιλικό Ναυαρχείο προέβησαν στην επιλογή των Διοικητών χωρίς μεταξύ τους πρότερη συνεννόηση, ενώ ελαχίστη προσπάθεια κατεβλήθη, γενικώς, από αμφότερα τα μέρη, για τον εναρμονισμό στρατηγικών και επιχειρήσεων. Τέλος, διαρκούσης της εκστρατείας κατέστη ορατή η τάση τόσο του Ναυαρχείου όσο και του Στρατιωτικού Επιτελείου στο Λονδίνο, να προβαίνουν στη λήψη αποφάσεων σε επιχειρησιακό αλλά και τακτικό, ακόμη, επίπεδο, ως μη έδει (καθώς τέτοιες αποφάσεις θα έπρεπε να επαφίενται στην κρίση των επί του εδάφους επιχειρούντων δοικητών).

Μετά ταύτα, περιττό να λεχθεί ότι αναλόγως ελλιπές ήταν το επίπεδο επικοινωνίας και συντονισμού μεταξύ των προαναφερθέντων κλάδων και της Βασιλικής Αεροπορίας. Εξ άλλου, μία από τις αρχές του Βρετανικού διακλαδικού δόγματος, που απηχεί άλλωστε δοκιμασμένες παραδοσιακές πρακτικές, είναι ότι, σε περίπτωση διεξαγωγής κοινών, συνδυαστικών επιχειρήσεων, ο αρχαιότερος αξιωματικός – διοικητής, ασχέτως κλάδου και όπλου προελεύσεως, είναι εκείνος ο οποίος οφείλει να αναλάβει το γενικό πρόσταγμα όλων των διαθεσίμων δυνάμεων (επίσης, ανεξαρτήτως κλάδου και όπλου).

Εν τούτοις, και αυτή η (αρκετά λυσιτελής) συνταγή αγνοήθηκε στην περίπτωση της Νορβηγίας. Έτσι, αντί μιας και ενιαίας διοικήσεως, τα χερσαία στρατεύματα και οι ναυτικές και αεροπορικές μονάδες αφέθησαν να λαμβάνουν εντολές τόσον από πολλούς διαφορετικούς διοικητές επί τόπου, όσον και από πολλά και διάφορα κέντρα αποφάσεων στο Λονδίνο, τα οποία, μάλιστα, ενίοτε είχαν διαφορετικές, έως διαμετρικά αντίθετες μεταξύ τους, προσεγγίσεις περί του πρακτέου.

Επί παραδείγματι, ο Ναύαρχος Λόρδος Cork, επιχειρώντας υπό τις διαταγές του Ναυαρχείου (το οποίο -ευλόγως- ζητούσε ανάληψη αμέσου και επιθετικής ενεργείας, για να εκδιώξει τους Γερμανούς από τον ζωτικής σημασίας λιμένα του Νάρβικ και να διασφαλίσει τα κοιτάσματα σιδηρομεταλλευμάτων), ήθελε να αποβιβάσει τις χερσαίες δυνάμεις κατ’ ευθείαν εκεί.

Αντιθέτως, ο προερχόμενος από τον στρατό ξηράς ομόλογός του, Στρατηγός Mackesy, τελών υπό τας διαταγάς του Γενικού Επιτελείου Στρατού, ήθελε να αποφύγει μιαν απόβαση των ανδρών του στο «δόκανο» των Γερμανικών στρατευμάτων -προτιμώντας, αντ’ αυτής, την διενέργεια μιας ασφαλούς αποβάσεως στην κωμόπολη του Harstad, στο στόμιο του φιόρδ του Νάρβικ- και εκτιμώντας ότι αφού πρώτα συγκέντρωνε και ανέπτυσσε τις δυνάμεις του εκεί, θα μπορούσε, εν συνεχεία, ορμώμενος από ασφαλούς αφετηρίας, να προελάσει με αργό ρυθμό και να καταλάβει το Νάρβικ.

Σημειωτέον ότι οι Συμμαχικές Δυνάμεις θα διέθεταν, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του σχεδίου, ένα διόλου ευκαταφρόνητο αριθμητικό πλεονέκτημα της τάξεως του 5:1 έναντι των Γερμανών καθώς και ένα τεράστιο πλεονέκτημα, όσον αφορά στην δύναμη πυρός που θα τους παρέσχε το Βρετανικό Βασιλικό Ναυτικό.

Στην πρόδηλη επιθυμία της ηγεσίας του στρατού ξηράς να αποφύγει, ει δυνατόν, την έκθεση των μονάδων σε κίνδυνο κατά την απόβαση, ο ιστορικός ασφαλώς θα διαγνώσει το περιλάλητο «Σύνδρομο της Καλλιπόλεως», το οποίο ταλάνιζε την Βρετανική στρατιωτική ελίτ του Μεσοπολέμου (όχι αδικαιολογήτως, φυσικά, υπό το βάρος της φρικτής εκείνης εμπειρίας της ολοσχερούς καταστροφής του Συμμαχικού Αποβατικού Σώματος των Δαρδανελλίων, κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο).

Ασχέτως, όμως, των όποιων αιτίων της Βρετανικής στάσεως, γεγονός παραμένει ότι η διαφωνία μεταξύ των ηγητόρων και, συνακολούθως, η τελική απόφαση αργής προελάσεως προς τον στόχο (σε έκταση 50 μιλίων και σε άξενο έδαφος) εξυπηρέτησαν, εξ αντικειμένου, θαυμάσια την Γερμανική άμυνα. Η ολιγάριθμη αλλά ικανή Γερμανική δύναμη η ενεργούσα επί του εδάφους επέτυχε, κατά τρόπον υποδειγματικό, να προκαλέσει την μεγίστη δυνατή καθυστέρηση της Βρετανικής προελάσεως: έξι (6) εβδομάδες, διάστημα εντυπωσιακά μακρό σε τέτοιες επιχειρήσεις.

Δεν στερείται δε ειρωνείας το ότι οι Βρετανοί κατόρθωσαν, επιτέλους, να καταλάβουν το Νάρβικ, για να το εκκενώσουν μόλις λίγες ημέρες αργότερα, όταν, πλέον, το σύνολο των Συμμαχικών Δυνάμεων διετάχθη να απαγκιστρωθεί από την Νορβηγία. Καθ’ όσον αφορά, εξ άλλου, στον ρόλο των ιδίων των Νορβηγών, το έλλειμμα επικοινωνίας και συντονισμού μεταξύ αυτών και των Αγγλογάλλων συνετέλεσε, επίσης ουσιωδώς στην προκληθείσα σύγχυση και ασυνεννοησία.

Όταν οι βρετανικές δυνάμεις αποβιβάσθηκαν εις Namsos και Andalsnes, ο Νορβηγός Αρχιστράτηγος Ruge επέμεινε όπως τεθούν όλες οι ξένες δυνάμεις που επιχειρούσαν στο θέατρο της χώρας του υπό τις διαταγές του. Η αξίωση αυτή ήταν μεν εύλογη και θεμιτή, ίσως δε και πολιτικώς επιβεβλημένη, πλην όμως προσέκρουε στο πραγματικό γεγονός της παντελούς απουσίας ενός διακλαδικού συστήματος επικοινωνιών, διοικήσεως και ελέγχου μεταξύ των ιδίων των Νορβηγών, πόσο μάλλον δε μεταξύ αυτών και των Βρετανών.

Παρά ταύτα, ο Διοικητής των βρετανικών δυνάμεων που αποβιβάσθηκαν στο Andalsnes, Στρατηγός Morgan, προέβη σε μία χειρονομία φιλοφροσύνης, θέτοντας στις 19 Απριλίου 1940 μέρος των μονάδων του υπό την διοίκηση του Ruge και αποστέλλοντας το πρώτο αφιχθέν Βρετανικό τάγμα να πολεμήσει μαζί με τους Νορβηγούς στο Lillehammer, βαθειά εντός της κεντρικής Νορβηγίας.

Εν τούτοις, στις 22 Απριλίου, το Υπουργείο Πολέμου της Μεγάλης Βρετανίας μετέβαλε γραμμή πλεύσεως και απέστειλε διαταγή προς τον Διοικητή των Βρετανικών στρατευμάτων εις Namsos, Υποστράτηγο Paget, δυνάμει της οποίας, εφ’ εξής, ο τελευταίος θα έπρεπε μεν να συντονίζει τις επιχειρήσεις του με τον Νορβηγό Στρατηγό Ruge, αλλ’ οι άνδρες του δε θα ετίθεντο υπό Νορβηγική διοίκηση.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, εξ αιτίας του ότι δεν είχε ληφθεί μέριμνα για ορισμό αξιωματικών – συνδέσμων ούτε κλιμακίων επικοινωνίας μεταξύ των Συμμάχων, η πληροφόρηση των Βρετανών για τις θέσεις και την κατάσταση των Νορβηγών σε πραγματικό χρόνο ήταν πενιχρή. Κατά τις μάχες της κεντρικής Νορβηγίας, οι Βρετανικές και Νορβηγικές μονάδες εφάνησαν παντελώς ανίκανες να αποκαταστήσουν ένα στοιχειώδες, έστω, επίπεδο συντονισμού.

ΕΠΙΤΥΧΗΣ ΔΙΑΚΛΑΔΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΟΥΣ ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΟΙΚΗΣΕΩΣ – ΕΛΕΓΧΟΥ ΑΠΟ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗΣ ΠΛΕΥΡΑΣ 

Από πλευράς τους, οι Γερμανοί είχαν αρχικώς συστήσει ένα κυριολεκτικώς μικρό, ευέλικτο και διακλαδικό επιτελικό σχήμα για την σχεδίαση της Επιχειρήσεως »Weserübung»: την αποκληθείσα «Ομάδα Κράνκε» »Gruppe Kranke», από το όνομα του επικεφαλής της, Πλοιάρχου Kranke. Η Ομάδα του Πλοιάρχου Kranke εργάσθηκε κατά τρόπον υποδειγματικό και κατήρτισε ένα λίαν αξιόλογο σχέδιο, το οποίο προέβλεπε την δημιουργία ενός ενιαίου θεάτρου διοικήσεως με ένα κοινό, μεικτό επιτελείο για τις ανάγκες της Νορβηγικής Εκστρατείας.

Η Γερμανική Ανωτάτη Στρατιωτική Διοίκηση (Oberkommando der Wehrmacht: OKW) εφάνη, κατ’ αρχάς, σύμφωνη. Εν τούτοις, όταν το εν λόγω σχέδιο ετέθη υπ’ όψιν του Στρατάρχου του Ράϊχ (Reichsmarschall) και Υπουργού Αεροπορίας Hermann Goering. O (γνωστός για το εκρηκτικό ταμπεραμέντο του) Γκαίριγκ αρνήθηκε διαρρήδην να επιτρέψει οτιδήποτε θα έθετε μονάδες της Luftwaffe (προς την οποία έτρεφε, ως γνωστόν, παροιμιώδη «αδυναμία») υπό τις διαταγές ενός αξιωματικού προερχομένου από άλλον κλάδο, ενώ δεν απουσίασαν και παρεμφερείς ενστάσεις από την ηγεσία των λοιπών κλάδων.

Μετά ταύτα, αποφασίσθηκε ότι οι διοικητές των μονάδων που θα συμμετείχαν στην Νορβηγική Εκστρατεία θα ενεργούσαν και θα ελάμβαναν διαταγές εντός του πλαισίου της δικής γραμμής διοικήσεως και ιεραρχίας, ενώ για τον συντονισμό της όλης επιχειρήσεως στο ύπατο επίπεδο θα μεριμνούσε η Ανωτάτη Στρατιωτική Διοίκηση (OKW).

Παρά ταύτα, η εξέλιξη αυτή δεν απεδείχθη τόσον αρνητική όσον θα υπέθετε κανείς εκ πρώτης όψεως. Κατ’ αρχάς, και παρά τον ηχηρό τίτλο της, η Γερμανική Ανωτάτη Στρατιωτική Διοίκηση, τελούσα μετά τις τελευταίες εκκαθαρίσεις της προπολεμικής περιόδου υπό την διοίκηση του Στρατηγού Keitel, δεν αποτελούσε, στην πραγματικότητα τον υπερμεγέθη γραφειοκρατικό οργανισμό που θα ενόμιζε κάποιος, κρίνοντας από μεικτά γενικά επιτελεία της σύγχρονης εποχής, αλλ’ ήταν μάλλον ένα σχετικά μικρό, προσωπικό στρατιωτικό επιτελείο του Χίτλερ, ως «Φύρερ και Αρχιστρατήγου».

Περαιτέρω, και εν αντιθέσει προς την εικόνα που συχνά έχομε περί ενός αυστηρώς συγκεντρωτικού (έως μονολιθικού) Γερμανικού συστήματος εξουσίας της εποχής, πολλά πράγματα (λειτουργίες και ρόλοι) δεν ήσαν γραφειοκρατικώς θεσμοθετημένα, αλλά, οσάκις ανέκυπταν ζητήματα, αυτά αντιμετωπίζονταν από ad hoc οριζόμενες ομάδες εργασίας.

Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την αξιοπρόσεκτα καλή προσωπική σχέση που υφίστατο μεταξύ των αξιωματικών των τριών κλάδων της Βέρμαχτ (σε πρόδηλη αντίθεση προς ό,τι ίσχυε, φερ’ειπείν, μεταξύ των Βρετανών ή Γάλλων συναδέλφων τους), ιδιαιτέρως μάλιστα στις νεώτερες ηλικίες, συνέβαλε αποφασιστικά τόσο στη συγκρότηση μιας γραμμής διοικήσεως πολύ απλούστερης της Βρετανικής -με έναν και μόνον διοικητή των χερσαίων, ναυτικών και αεροπορικών δυνάμεων των διατιθεμένων για την επιχείρηση- όσο και στην καλή επικοινωνία μεταξύ των ηγητόρων των επιμέρους μονάδων.

Ως επιχειρησιακά στρατηγεία ορίσθηκαν: για τις μεν χερσαίες δυνάμεις το Στρατηγείο του ΧΧΙ Σώματος Στρατού, για τις μονάδες της Λουφτβάφφε δε το Χ Αεροπορικό Σώμα. Κατά τις πρώτες εβδομάδες της Νορβηγικής Εκστρατείας, η έδρα των προαναφερθέντων στρατηγείων παρέμεινε επί Γερμανικού εδάφους, για να μεταφερθεί, μετ’ ου πολύ, στα πρόσω. Ειρήσθω εν παρόδω ότι ακόμη και το γεγονός ότι αμφότερα τα στρατηγεία έδρευαν στο Αμβούργο συνέβαλαν στην εγκαθίδρυση αρίστης επικοινωνίας μεταξύ των ανωτέρων και μεσαίων κλιμακίων των κλάδων.

Είναι λίαν χαρακτηριστικόν το γεγονός ότι, καθ’ όλην την εξέλιξη της Νορβηγικής Εκστρατείας, η ροή πληροφοριών μεταξύ των κλάδων υπήρξε υποδειγματική, εν αντιθέσει προς ό,τι συνέβη στη Βρετανική πλευρά, όπου συχνά εδίδετο η εντύπωση ότι ο ένας κλάδος έπραττε ωσάν να ήθελε περίπου να «αποκρύψει» από τον άλλον τα δεδομένα και τις εκτιμήσεις που έφθαναν από την ιδικήν του Υπηρεσία Πληροφοριών. Όσον αφορά, τέλος, στο Γερμανικό Πολεμικό Ναυτικό, αυτό συμμετέσχε με το σύνολον των δυνάμεών του στην επιχείρηση.

Το (οπωσδήποτε αξιοπρόσεκτο) γεγονός ότι οι Γερμανοί ανέθεσαν τη διεύθυνση της προαναφερθείσης μεικτής επιτελικής Ομάδος Σχεδιασμού σε αξιωματικό της Kriegsmarine (Πλοίαρχος Kranke) μαρτυρεί, ενδεχομένως, την εκτίμησή τους ότι το σπουδαιότερο πρόβλημα που θα είχαν να αντιμετωπίσουν κατά την εκτέλεση της επιχειρήσεως όφειλε να αναμένεται από την πλευρά του Royal Navy. Επιπροσθέτως, είναι άξιον μνείας ότι κατά τη Νορβηγική Εκστρατεία εμφανίσθηκε για πρώτη φορά σε στρατιωτική επιχείρηση ο θεσμός ο οποίος, επί των ημερών μας, έχει καταστεί γνωστός στους ειδήμονες ως »JFACC» (Joint Forces Air Component Commander).

Το 10ο Αεροπορικό Σώμα, υπό τη διοίκηση του Πτεράρχου Hans Geisler, είχε υπό τις διαταγές του το σύνολον των αεροπορικών μονάδων που είχαν ανάμειξη στις επιχειρήσεις, αδιακρίτως. Εν προκειμένω, αναδεικνύεται μία επίσης καίρια ποιοτική διαφορά προς την RAF: Εν αντιθέσει προς την Βασιλική Αεροπορία, η οποία ήταν οργανωμένη βάσει ρόλων και λειτουργιών (Διοίκηση Βομβαρδιστικών, Διοίκηση Μαχητικών, Παράκτια Διοίκηση κ.λπ.), η Luftwaffe είχε οργανωθεί σε Αεροπορικές Μεραρχίες (αντίστοιχες των συγχρόνων Πτερύγων Μάχης).

Αεροπορικά Σώματα (κατά το πρότυπο των Σωμάτων Στρατού, συγκείμενα εκ δύο ή περισσοτέρων Μεραρχιών) και Αεροπορικούς Στόλους (κατά το πρότυπο των Στρατιών, απαρτιζομένους εκ δύο ή περισσοτέρων Σωμάτων). Τα Αεροπορικά Σώματα αποτελούσαν μείζονες μεικτούς σχηματισμούς που μπορούσαν να δρουν αυτοτελώς, διαθέτοντας μονάδες διώξεως, βομβαρδισμού, κρούσεως, αναγνωρίσεως καθώς και μονάδες υποστηρίξεως και αντιαεροπορικής αμύνης.

Αναντιρρήτως, κάθε μέθοδος παρουσιάζει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά της. Για τις ανάγκες, πάντως, ενός θεάτρου επιχειρήσεων, όπως η Σκανδιναβική Χερσόνησος, και μιας επιχειρήσεως, όπως η Νορβηγική Εκστρατεία, το γερμανικό σύστημα απεδείχθη καταφανώς ανώτερο. Οι εμπλεκόμενες Βρετανικές αεροπορικές μονάδες όφειλαν να αναφέρουν στη Διοίκηση Βομβαρδιστικών ή στη Διοίκηση Παρακτίου Αμύνης -αναλόγως του πού υπήγοντο- και οι Διοικήσεις, με την σειρά τους, στο Γενικό Επιτελείο Αεροπορίας, το οποίο, εν συνεχεία, διοχέτευε την πληροφόρηση που έκρινε σκόπιμη στους λοιπούς κλάδους.

Τα αυτά ίσχυαν και για την Αεροπορική Υπηρεσία του Βασιλικού Ναυτικού, η οποία ανέφερε στο Ναυαρχείο. Η Επικοινωνία μεταξύ Διοικήσεως Βομβαρδισμού και Παρακτίου Διοικήσεως της RAF αφενός, και Αεροπορικής Υπηρεσίας του Royal Navy αφετέρου, και χρονοβόρα υπήρξε και όχι πάντοτε ομαλή. Απ’ εναντίας, όλες οι επιχειρούσες Γερμανικές αεροπορικές μονάδες ανέφεραν, απ’ ευθείας, σε ένα και μόνον κεντρικό στρατηγείο, το οποίο τελούσε υπό τας διαταγάς ενός και του αυτού διοικητού.

Περαιτέρω, δε στερείται σημασίας η επισήμανση ότι τα όποια ζητήματα ανεφύησαν στην γερμανική πλευρά, αντιμετωπίσθηκαν αμέσως, από στρατιωτικούς ηγήτορες που έδειχναν να μη φοβούνται τον νεωτερισμό και την hic et nunc τροποποίηση των υφισταμένων δομών και σχεδίων, αναλόγως των διαρκώς μεταβαλλομένων συνθηκών, αναγκών και δεδομένων επί του εδάφους. Παραδείγματος χάριν, οι Γερμανοί ταχέως αντελήφθησαν ότι, μετά την επιτυχή έναρξη της επιχειρήσεως, η εξακολουθητική και επαρκής διεύθυνση ενός όγκου χιλίων (1000) αεροσκαφών.

Όσων δηλαδή είχαν διατεθεί για τις ανάγκες της Νορβηγικής Εκστρατείας (το ήμισυ δε των οποίων ήσαν μεταφορικά, οργανωμένα σε δέκα Συγκροτήματα, υπό την διοίκηση του Αντισμηνάρχου Karl August von Gablenz), συντόμως θα υπερέβαινε τις δυνατότητες του μικρού Στρατηγείου του Χ Αεροπορικού Σώματος. Έτσι, δημιούργησαν εκ των ενόντων, τον 5ο Αεροπορικό Στόλο, ως το επιχειρησιακό στρατηγείο της εκστρατείας, το οποίο και ανέλαβε την ευθύνη για όλες τις Μονάδες Υποστηρίξεως και Α/Α Αμύνης, ενώ όλες οι μάχιμες μονάδες της Luftwaffe εξακολούθησαν να τελούν υπό την διοίκηση του Χ Αεροπορικού Σώματος.

Εν προκειμένω, δέον όπως υπογραμμισθεί ότι σημαντικό μερίδιο στην επιτυχία της επιχειρήσεως, από Γερμανικής πλευράς, είχε το επίπεδο της διοικήσεως και ηγεσίας, και δη ο υψηλός επαγγελματισμός, η αταλάντευτη αποφασιστικότητα αλλά και η νεωτεριστική αντίληψη των ηγητόρων και τούτο ισχύει όχι μόνον για τις μονάδες κρούσεως αλλά και για τις μονάδες υποστηρίξεως. Τα Σμήνη Μεταφορών της Luftwaffe, φερ’ ειπείν, είχαν, σε ουκ ολίγες περιπτώσεις, ανεκτίμητη συμβολή στην επιτυχία της επιχειρήσεως.

Ενδεικτικώς αναφέρουμε το εξής περιστατικό: Στις 9 Απριλίου 1940, η δύναμη Γερμανών Αλεξιπτωτιστών που εστάλη να καταλάβει το Αεροδρόμιο Fornebu στο Όσλο υποχρεώθηκε να επιστρέψει, εξ αιτίας πυκνής ομίχλης που ενέσκηψε. Ωστόσο, μία Μοίρα Messerschmitt »Me 110», αψηφώντας την διαταγή ανακλήσεως, πραγματοποίησε επιτυχή προσγείωση, κατέλαβε και διασφάλισε το αεροδρόμιο, καλώντας εν συνεχεία την έλευση του δευτέρου κύματος αερομεταφοράς, προς αποβίβασιν Αερομεταφερομένου Πεζικού και διασφάλισιν της περιοχής.

Πράγματι, ο Μοίραρχος διεβίβασε την είδηση καταλήψεως του αεροδρομίου στο Στρατηγείο του Χ Αεροπορικού Σώματος, μέσω ραδιοασυρμάτου, και ο προαναφερθείς Διοικητής Μεταφορών, Αντισμήναρχος Κάρολος Αύγουστος von Gablenz, ενήργησε αμέσως τα δέοντα για την αποστολή ενισχύσεων. Η Νορβηγική πρωτεύουσα έπεσε το απόγευμα της ιδίας ημέρας, εις πείσμα των λίαν αντιξόων καιρικών συνθηκών και χάρις στην επάρκεια και αποτελεσματικότητα των Μονάδων Υποστηρίξεως της Luftwaffe αλλά και στην εξαιρετική τόλμη και αποφασιστικότητα που επέδειξαν οι διοικητές τους.

Αλλά και μετέπειτα, όταν ο ανεφοδιασμός της Γερμανικής χερσαίας δυνάμεως, η οποία είχε καταλάβει το Trondheim, απεκόπη από θαλάσσης, συνεπεία της δράσεως του Βασιλικού Ναυτικού (η Διοίκηση Υποβρυχίων του οποίου επρόκειτο να αποβεί στον πλέον επικίνδυνο αντίπαλο των Γερμανικών μονάδων), ο von Gablenz ήταν εις θέσιν να αποστείλει, από αέρος, το μεγαλύτερο μέρος της 181ης Μεραρχίας Πεζικού, μετά του οπλισμού της, παρέχοντας στην Γερμανική δύναμη επί του εδάφους την δυνατότητα να διενεργήσει αντεπίθεση κατά των Βρετανικών μονάδων που είχαν αποβιβασθεί εις Νamsos και Andalsnes.

Η ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΤΗΣ ΝΟΡΒΗΓΙΚΗΣ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑΣ

Ενώ τα στρατεύματα των Γαλλοβρετανών παραμένουν καθηλωμένα, ο Χίτλερ έχει πλέον βεβαιωθεί ότι οι γερμανικές δυνάμεις στη Νορβηγία δεν κινδυνεύουν από τα κακώς εξοπλισμένα και ανεκπαίδευτα Γαλλοβρετανικά στρατεύματα. Πράγματι, οι ηγεσίες των Βρετανών και των Γάλλων διατάσσουν την εκκένωση των δυνάμεών τους από τη Νορβηγία, η οποία πραγματοποιείται σταδιακά μέχρι τα τέλη Απριλίου. Τον Μάιο δεν υπάρχει πλέον κανείς Βρετανός ή Γάλλος στην κεντρική Νορβηγία. Αλλά οι Βρετανοί ετοιμάζονται ξανά για το Νάρβικ και ενισχύουν τις δυνάμεις του Μάκεσι.

Εν τω μεταξύ έχουν αντιληφθεί ότι κυριαρχία στη θάλασσα δεν έχει πλέον κανένα αντίκρυσμα αν δεν συνοδεύεται από την κυριαρχία στον αέρα. Οι πεισματάρηδες Βρετανοί δεν το βάζουν κάτω και προσπαθούν να ενισχύσουν τον Μάκεσι υπάγοντάς τον στις δυνάμεις του ναυάρχου Κορκ, που είναι πιο αποφασιστικός και δυναμικός. Η ημερομηνία έναρξης των επιχειρήσεων ορίζεται για τις 12 Μαΐου. Οι εξελίξεις, όμως, προλαβαίνουν τους Βρετανούς: Στις 10 Μαΐου ξεκινά η εκστρατεία της Γερμανίας εναντίον της Γαλλίας.

Η μάχη για τη Νορβηγία χάνει πλέον κάθε σημασία για τους Συμμάχους, οι οποίοι το μόνο που προσπαθούν πλέον είναι να διασώσουν τις δυνάμεις που υπάρχουν ακόμη στη Νορβηγία. Η εκκένωση ολοκληρώνεται στις 8 Ιουνίου, όχι χωρίς απώλειες από συμμαχικής πλευράς, κυρίως σε ναυτικές δυνάμεις. Οι Νορβηγοί εξακολουθούν να ανθίστανται μέχρι τις 10 Ιουνίου, οπότε υπογράφεται η ανακωχή που οδηγεί στην κατοχή της χώρας τους. Ο Χίτλερ εγκαθιστά κυβέρνηση υπό τον Βίντκουν Κουίσλιγκ και, αποσύροντας τον πρεσβευτή του, εγκαθιστά στη χώρα έναν από τους σκληρότερους γκαουλάιτερ: Τον Γιόζεφ Τερμπόβεν.

Το σχέδιο εισβολής στη Νορβηγία εκπονήθηκε από θεωρητικούς της στρατηγικής στο Γερμανικό Ναυτικό αμέσως μετά την ήττα στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στα τέλη του 19ου αιώνα, η Γερμανική πολιτική και στρατιωτική ελίτ εστίαζε στη ναυπήγηση Αυτοκρατορικού Ναυτικού. Αυτή η προσπάθεια έχαιρε ευρείας λαϊκής υποστήριξης. Αλλά μεταξύ του 1914 και του 1918, το Γερμανικό Ναυτικό ουδέποτε βρέθηκε σε θέση να παίξει έναν αποφασιστικό ρόλο, η Βρετανία ακολουθούσε αμυντική στρατηγική υπερασπίζοντας την ακτογραμμή της και επιβάλλοντας ναυτικό αποκλεισμό στη Γερμανία.

Τα Γερμανικά πολεμικά πλοία είχαν κλειδωθεί μέσα στον Γερμανικό κόλπο. Το Γερμανικό Ναυτικό μόνο σε μία περίπτωση (στη ναυμαχία της Γιουτλάνδης το 1916) μπόρεσε να αντιμετωπίσει και να προκαλέσει τη Βρετανική κυριαρχία στη Βόρειο Θάλασσα, αλλά μετά δεν συνέχισε αυτήν τη μερικώς επιθετική τακτική. Κατά τη διάρκεια των ετών που ακολούθησαν, αναπτύχθηκε μια πιο επιθετική στρατηγική για το Ναυτικό, σύμφωνα με την οποία η απόκτηση των παράκτιων βάσεων της Νορβηγίας και της Δανίας ήταν απαραίτητη για επιχειρήσεις σε αυτές τις θάλασσες και για την πρόληψη ενός νέου αποκλεισμού.

Πρώτες ύλες από τη Βόρειο Ευρώπη, ειδικά δε από τη Σουηδία, θεωρούντο ουσιώδεις για τη Γερμανική πολεμική βιομηχανία. Κατά συνέπεια, το να διατηρηθεί ο δίαυλος εφοδιασμού ανοιχτός -ο οποίος, κατά τη διάρκεια του χειμώνα, ξεκινούσε από την Κιρούνα της Σουηδίας και κατέληγε σιδηροδρομικώς στο Νάρβικ και από το Νάρβικ συνέχιζε ακτοπλοϊκώς κατά μήκος της Νορβηγικής ακτής- ήταν ζωτικής σημασίας. Μετά την επίθεση της Σοβιετικής Ένωσης στη Φινλανδία, τον Νοέμβριο του 1939, η Βρετανική και η Γαλλική κυβέρνηση σχεδίαζαν να βοηθήσουν τους Φινλανδούς περνώντας από Νορβηγικά και Σουηδικά εδάφη, σπάζοντας έτσι την ουδετερότητά τους.

Ο Φινλανδοσοβιετικός πόλεμος έσυρε τη Σκανδιναβία στο επίκεντρο της σφαίρας γεωστρατηγικού ενδιαφέροντος των εμπόλεμων μεγάλων δυνάμεων. Από την πλευρά των Γερμανών, η παρεμπόδιση των Βρετανών από το να επιτεθούν πρώτοι ήταν αποφασιστικής σημασίας και ο Χίτλερ επείσθη να διατάξει τον σχεδιασμό εισβολής. Ας σημειωθεί εδώ ότι ο Νορβηγός φασίστας ηγέτης, Βίντκουν Κουίσλιγκ πέρασε ένα χρονικό διάστημα στο Βερολίνο μετά τον Σεπτέμβριο του 1939, προσπαθώντας να πείσει τον Χίτλερ να εισβάλει στη χώρα του.

ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΙΣ ΔΥΟ ΠΛΕΥΡΕΣ 

Αρχικά, οι συνέπειες για τη Γερμανία φαίνονταν θετικές, η απόκτηση της δυτικής και βορείου ακτής της Νορβηγίας απεδείχθη σημαντική από δύο απόψεις, έδωσε ένα εφαλτήριο για επιθέσεις εναντίον συμμαχικών νηοπομπών που έφερναν πολεμικό υλικό στη Σοβιετική Ένωση μετά τον Ιούνιο του 1941, αλλά και για τις επιθέσεις υποβρυχίων εναντίον συμμαχικών σκαφών στον Ατλαντικό. Η απόκτηση των Νορβηγικών ακτών κατέστησε επίσης δυνατή τη συνέχιση μεταφοράς σημαντικού πολεμικού υλικού από τη βόρειο Σουηδία, κατά τη διάρκεια του χειμώνα, και από τη Νορβηγία.ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΚΟΣΤΟΣ ΤΗΣ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑΣ

Από την άλλη, το Γερμανικό ναυτικό είχε βαριές απώλειες, η εισβολή είχε στοιχίσει σε 5.000 στρατιώτες τη ζωή τους και το κόστος συγκρότησης και διατήρησης της παράκτιας άμυνας κατά μιας μονίμως επαπειλούμενης εισβολής αποτελούσε δυσβάστακτη πίεση από απόψεως πόρων και ανθρωπίνου δυναμικού. Πάνω από 300.000 Γερμανοί στρατιώτες, ενίοτε και περισσότεροι, ήταν μόνιμα εγκατεστημένοι στη Νορβηγία κατά τη διάρκεια της πενταετούς κατοχής. Η κατοχή της Νορβηγίας είχε σημαντικές συνέπειες και για τις συμμαχικές χώρες.

Η στρατιωτική ήττα οδήγησε σε αλλαγή ηγεσίας στη Βρετανία, η αντικατάσταση του Τσάμπερλεν από τον Τσόρτσιλ τον Μάιο του 1940 ήρθε ως άμεση συνέπεια των κακών στρατιωτικών επιδόσεων των Βρετανών στη Νορβηγία. Επιπλέον, το 75% του Νορβηγικού εμπορικού στόλου, ο οποίος ήταν ο τέταρτος μεγαλύτερος στον κόσμο, κατόρθωσε να διαφύγει τον Γερμανικό έλεγχο και να είναι διαθέσιμος για σημαντικές μεταφορές μεταξύ των ΗΠΑ, της Βρετανίας και της Σοβιετικής Ένωσης.

Κατά τη μάχη του Ατλαντικού μεταξύ του 1941 και του 1942, όταν τα Γερμανικά υποβρύχια προσπαθούσαν να γονατίσουν τη Βρετανία αποκόπτοντάς την από τον απαραίτητο εφοδιασμό, η συμβολή του Νορβηγικού εμπορικού στόλου μπορεί και να ήταν αποφασιστικής σημασίας. Εξίσου σημαντικές για την εξέλιξη του πολέμου ήταν οι βαριές απώλειες των Γερμανών σε αντιτορπιλικά και άλλα μικρότερα πολεμικά σκάφη κατά την εισβολή στη Νορβηγία, οι οποίες ήταν τέτοιου μεγέθους, που περαιτέρω σχέδια εισβολής στη Βρετανία κατέστησαν παντελώς ανεδαφικά.

Για τη Νορβηγική κοινωνία η κατοχή σήμαινε τη διακοπή μιας μακράς και συνεχούς γραμμής δημοκρατικής ανάπτυξης και την επιβολή ενός εθνικοσοσιαλιστικού καθεστώτος. Το κόμμα των δωσιλόγων, Nasjonal Samling, το οποίο είχε λάβει μόνο το 2,3% στις κοινοβουλευτικές εκλογές πριν από τον πόλεμο, ουδέποτε είχε αντιπροσώπευση στη Βουλή. Παρ’ όλα αυτά, σε αυτό το κόμμα δόθηκε, υπό την αιγίδα των Γερμανών, η ευκαιρία να αποπειραθεί μια επαναστατική αλλαγή στη Νορβηγική κοινωνία.

Η αντίσταση στην κατοχή και τη Ναζιστικοποίηση οδήγησε σε συλλήψεις, απελάσεις και θανάτους πολλών Νορβηγών. Η εισβολή είχε επίσης ολέθριες συνέπειες για την Εβραϊκή κοινότητα της Νορβηγίας. Το 1942 και το 1943, 771 Νορβηγοί Εβραίοι συνελήφθησαν από Νορβηγικό προσωπικό που τελούσε υπό Γερμανικές διαταγές και απελάθηκαν στο Άουσβιτς, από όπου μόνο 31 θα επέστρεφαν ζωντανοί.

ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ 

Επί τη βάσει των δεδομένων και λόγων που εξετέθησαν ανωτέρω, θεωρούμε ως δικαιολογημένο τον χαρακτηρισμό της Γερμανικής εκστρατείας στη Νορβηγία ως «επαναστάσεως στις στρατιωτικές υποθέσεις». Καταλαμβάνοντας τη Νορβηγία, ο ένας εκ των εμπολέμων (η Γερμανία) επέτυχε κάτι το όντως εντυπωσιακό: την μεταβολή των δεδομένων της Γεωγραφίας σε μιαν περιοχή στρατηγικής αξίας ζωτικής για τον ίδιον (Βόρειος Θάλασσα).

Και, παρά την (αρνητική για την Γερμανία) τελική έκβαση του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, η περίπτωση της Νορβηγικής Εκστρατείας αποτελεί, παγκοσμίως, τυπικό παράδειγμα αριστοτεχνικής στρατηγικής βασιζόμενης στον μετασχηματισμό της γεωγραφίας. Στην εξέλιξη αυτή συνέβαλε καίρια η αεροπορική υπεροχή της Γερμανίας, που μεταφράσθηκε, εν τοις πράγμασιν, σε θαλάσσια κυριαρχία, παρέχοντας στους Γερμανούς την δυνατότητα να «παρακάμψουν» από αέρος την μέχρι τότε θεωρούμενη ως αδιαπέραστη νοερή υδάτινη «Γραμμή Maginot» του Royal Navy στη Βόρειο Θάλασσα.

Περαιτέρω, η εκστρατεία απετέλεσε μία κοινή, συνδυασμένη αμφίβια επιχείρηση στεφθείσα υπό πλήρους επιτυχίας, ου μην αλλά και την πρώτη σύγχρονη διακλαδική επιχείρηση μεγάλης κλίμακος, διαρκούσης της οποίας, μάλιστα, άπαντες οι κλάδοι των ενόπλων δυνάμεων διαδραμάτισαν μείζονες ρόλους. Ωσαύτως σπουδαίο ρόλο διαδραμάτισαν οι κατακτήσεις της σύγχρονης τεχνολογίας και ο βαθμός εξοικειώσεως των εμπολέμων με αυτές.

Συνάμα η εκστρατεία ανέδειξε την επάρκεια, ταχύτητα και αξιοπιστία των συστημάτων διοικήσεως, ελέγχου και επικοινωνιών ως κρισίμους παράγοντες της στρατιωτικής στρατηγικής. Η συλλογή δεδομένων και πληροφοριών, σε στρατηγικό, επιχειρησιακό και τακτικό επίπεδο, η εκτίμηση / ανάλυση και η διαβίβασή τους -παράγοντες αυτοδήλως σημαντικοί αφ’ εαυτών σε οιανδήποτε στρατιωτική επιχείρηση- προσλαμβάνουν ασυγκρίτως πιο βαρύνουσα σημασία στην περίπτωση μιας διακλαδικής επιχειρήσεως.

Υπό το φως των ανωτέρω αναλυθέντων δύναται να εξαχθεί ως δίδαγμα από την μελέτη της Νορβηγικής Εκστρατείας ότι σε μία αναμέτρηση μεταξύ ίσων, εν πολλοίς, δρώντων -κατά την έναρξη της οποίας ουδείς εκ των δύο αντιπάλων φαίνεται συντριπτικώς υπερέχων έναντι του άλλου- η ευφυής στρατηγική, η επιτυχώς εφαρμοσμένη διακλαδικότητα, η επιχειρησιακή, τακτική και τεχνολογική καινοτομία, η επάρκεια, αξιοπιστία και ταχύτητα του συστήματος επικοινωνιών και πληροφοριών αλλά και η κατάλληλη, αποτελεσματική και, οσάκις τούτο απαιτείται εκ των περιστάσεων, τολμηρή ηγεσία κρίνουν την νίκη (ή την ήττα).

Ιδιαιτέρως ως προς το τελευταίο σημείο, είναι άξιον μνείας ότι ο Ναύαρχος Erich Raeder ομολόγησε ευθέως ότι η Γερμανική εκστρατεία στην Νορβηγία ήταν επιχείρηση «περιπετειώδης σε ακραίο βαθμό και αντίθετη προς όλες τις αρχές της θεωρίας του πολέμου, αφ’ ης στιγμής εξετελέσθη κάτω από τα δόντια της Αγγλικής κυριαρχίας των θαλασσών». Κατά τη συμβατική αντίληψη, η Γερμανική εκστρατεία στη Βόρειο Θάλασσα δε θα έπρεπε να έχει καν εκπονηθεί ως σχέδιο, πόσο μάλλον να έχει εκτελεσθεί, όπως άλλωστε και η επίθεση του Μεγάλου Αλεξάνδρου στον Γρανικό ποταμό ή η μεγάλη Ελληνική Επανάσταση του 1821.