Μάχη Πίνδου-Ελαίας-Καλαμά (28 Οκτ-13 Νοε 1940)


Μετά την κατάληψη της Αλβανίας (Απρ 1939) από τη φασιστική Ιταλία, η στρατηγική κατάσταση στον Ελληνικό χώρο ανατράπηκε.  Η στρατηγική ιδέα «Μόνοι εναντίον των Βουλγάρων μόνων, με την πρωτοβουλία του πολέμου στους Βουλγάρους», που ήταν μέχρι τότε παραδεκτή, έπαψε να ισχύει. Έτσι το Ελληνικό Γενικό Επιτελείο Στρατού αναγκάσθηκε να προβεί στην εκπόνηση του Πολεμικού Σχεδίου ΙΒ, για να αντιμετωπισθούν δύο πλέον αντίπαλοι (Ιταλία και Βουλγαρία), που ενδεχόμενα θα ενεργούσαν ταυτόχρονα κατά της Ελλάδας, καθώς και στη σύνταξη των παραλλαγών αυτού, ΙΒα και ΙΒβ. Λεπτομερέστερα:

  • Το σχέδιο ΙΒ κάλυπτε τον κορμό της Ελλάδας και είχε αμυντική τοποθεσία τη γραμμή Αλιάκμονας – Βενέτικος – Ζυγός Μετσόβου – Άραχθος (γραμμή ΙΒ).
  • Το σχέδιο ΙΒα κάλυπτε όλο το εθνικό έδαφος και είχε αμυντική τοποθεσία σχεδόν τη γραμμή των συνόρων (γραμμή ΙΒα).
  • Το σχέδιο ΙΒβ κάλυπτε το μεγαλύτερο μέρος του εθνικού εδάφους και είχε αμυντική τοποθεσία, μία ενδιάμεση γραμμή μεταξύ των δύο προηγούμενων τοποθεσιών (γραμμή ΙΒβ).

Με βάση τα σχέδια αυτά τα Δ’ και Ε’ Σώματα Στρατού (ΣΣ), που είχαν την έδρα τους στην Καβάλα και την Αλεξανδρούπολη αντίστοιχα θα αντιμετώπιζαν τη Βουλγαρική απειλή, ενώ την απειλή της Ιταλίας από την Αλβανία θα αντιμετώπιζε στο χώρο της Δυτικής Μακεδονίας το Τμήμα Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας (ΤΣΔΜ), που είχε έδρα την Κοζάνη, με τα Β’ και Γ’ ΣΣ, εδρεύοντα στη Λάρισα και Θεσσαλονίκη αντίστοιχα και στο χώρο της Ηπείρου η ανεξάρτητη ενισχυμένη8η Μεραρχία με έδρα τα Ιωάννινα, ενώ στον ενδιάμεσο χώρο της Πίνδου, σαν σύνδεσμος των τμημάτων θεάτρων επιχειρήσεων Δυτικής Μακεδονίας και Ηπείρου θα ενεργούσε, υπό το ΤΣΔΜ, το απόσπασμα Πίνδου με έδρα το Επταχώρι. Το Α’ ΣΣ θα παρέμενε αρχικά στην Αθήνα.

Συνολικά η Ελλάδα την εξεταζόμενη περίοδο διέθετε 5 Διοι­κήσεις Σωμάτων Στρατού ( Α’- Β’- Γ’- Δ’ – Έ’) με 14 Μεραρχίες πεζικού, μειωμένης συνθέσεως. Με το σχέδιο επιστράτευσης προβλεπόταν να αυξηθούν σε 16 ΜΠ, 4 Ταξιαρχίες ΠΖ και 1 Μεραρχία Ιππικού. Υπήρχαν τα  αναγκαία όπλα και πυρομαχικά αλλά υπήρχαν και σοβαρές ελλείψεις σε όλμους, αντιαεροπορικό και αντιαρματικό πυροβολικό, άρματα και αεροσκάφη που οφειλόταν στην αδυναμία εξευρέσεως πηγών προμηθείας από το εξωτερικό. Υπήρχαν αποθέματα σίτου για αγώνα 50 ημερών, τροφίμων 15 – 17 ημερών, νομής 30 ημερών και καυσίμων 45 ημερών (πλην αεροσκαφών (α/φ) που επαρκούσαν για 25). Οχήματα υπήρχαν περίπου 600 ενώ οι ανάγκες ξεπερνούσαν τις 7.000.

ΟΙ ΙΤΑΛΙΚΕΣ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΚΑΙ Η ΚΗΡΥΞΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Από τις 23 Σεπ 1928 η Ελλάδα συνδεόταν με την Ιταλία με «Σύμφωνο Φιλίας, Συνδιαλλαγής και Δικαστικού Διακανονισμού», που άγγιζε τα όρια συμμαχίας, με προβλεπόμενη ισχύ μέχρι τον Οκτώβριο του 1939.

Από τις αρχές του 1940 η πολιτική της Ιταλίας άρχισε να μεταστρέφεται και από τον Ιούλιο να παίρνει εχθρικό χαρακτήρα. Πέραν του δημοσιογραφικού και ραδιοφωνικού θορύβου άρχισε να παραβιάζει συστηματικά την εδαφική κυριαρχία της Ελλάδος και να προσπαθεί να μειώσει το κύρος της. Συγκεκριμένα:

  1. 3 Ιουλίου 1940: Ο Υπουργός Εξωτερικών Τσιάνο καλεί προκλητικά τον ‘Έλληνα πρέσβη στην Ιταλία, Ιωάννη Πολίτη, και με επιδεικτικό οργισμένο ύφος, δηλώνει πως έχει αποδείξεις χρησιμοποίησης Ελληνικών λιμένων από Βρετανικά πλοία.
  2. 12 Ιουλίου 1940: Τρία Ιταλικά αεροσκάφη βομβαρδίζουν το Ελληνικό βοηθητικό πλοίο «Ωρίων» στον Κίσσαμο.
  3. 30 Ιουλίου 1940: Ιταλικό α/φ ρίπτει 4 βόμβες κατά Ελληνικών αντιτορπιλικών «Βασιλεύς Γεώργιος» και «Βασίλισσα Όλγα», στη Ναύπακτο.
  4. 2 Αυγ 1940: Ιταλικό α/φ ρίπτει 6 βόμβες κατά πλοίου διώξεως λαθρεμπορίου, μεταξύ Αίγινας και Σαλαμίνας.
  5. 11 Αυγ 1940: Η σκηνοθετημένη δολοφονία του Αλβανού εγκληματία Νταούτ Χότζα, ο οποίος παρουσιάζεται από τους Ιταλούς ως μέγας εθνικός πατριώτης, επιρρίπτεται από τους Ιταλούς σε ‘Έλληνες πράκτορες και επομένως συνιστά πρόκληση της Ελλάδας κατά της Ιταλίας.
  6. 15 Αυγ 1940: Τορπιλισμός του καταδρομικού «Έλλη» στο λιμάνι της Τήνου, όπου είχε καταπλεύσει για να αποδώσει τιμές στη γιορτή της Μεγαλόχαρης, με 8 νεκρούς και 26 τραυματίες.
  7. Καθ’ όλη την διάρκεια του 1940, Αλβανικές συμμορίες που είχαν καταρτισθεί από τους Ιταλούς και κατευθύνονταν από τους ίδιους, δημιουργούσαν ή σκηνοθετούσαν μεθοριακά επεισόδια για την πρόκληση εντάσεως και διαρκούς ανησυχίας στον ελληνικό λαό.

Η Ελλάδα μπροστά σ’ αυτή την εχθρική Ιταλική προκλητικότητα διατηρεί την ψυχραιμία της και δείχνει με ευθύτητα και ειλικρίνεια μεγάλη υποχωρητικότητα και μετριοπάθεια για να διασωθεί η ειρήνη. Δεν παραλείπει όμως να τονίσει ότι είναι αποφασισμένη να υπερασπίσει, μ’ όλα τα μέσα που διαθέτει, την ανεξαρτησία και την ακεραιότητα της χώρας, ενώ παράλληλα καταρτίζει τα αμυντικά της σχέδια και βελτιώνει την αμυντική της θωράκιση. Γνωρίζει ότι είναι μόνη. Το Βαλκανικό Σύμφωνο Ελλάδας – Γιουγκοσλαβίας – Τουρκίας – Ρουμανίας του 1934, δεν έχει εφαρμογή σε περίπτωση Ελληνο – Ιταλικού πολέμου., παρά μόνο απέναντι σε μόνη Βουλγαρία. Παρ’ όλα αυτά, στη δραματική απομόνωσή της, όταν στις 3 το πρωί της 28′1 Οκτωβρίου 1940 η Ιταλία δια του πρεσβευτή της στην Αθήνα Γκράτσι, θα της θέσει το δίλημμα «Ταπείνωση ή Πόλεμος» δεν θα διστάσει και με ένα βροντερό ΟΧΙ θα απορρίψει το πρώτο και θα εμπιστευτεί την τιμή της στους υπέροχους μαχητές της Ηπείρου, της Πίνδου και της Δυτικής Μακεδονίας.

ΤΟ ΠΕΔΙΟ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ

Στοίχιση της Γενικής Αμυντικής Τοποθεσίας

Η αμυντική τοποθεσία Πίνδος – Έλαία – Καλαμάς αρχίζει από το Ιόνιο πέλαγος, όπου στηρίζει το ΝΔ πλευρό της, ακολουθεί την υδάτινη γραμμή του Καλαμά μέχρι τις πηγές του (περιοχή Ελαίας) με τα νώτα στηριγμένα στις Β και ΒΔ καταπτώσεις των ορέων Παραμυθιάς, Κουρέντων και Μιτσικελίου και στη συνέχεια στηρίζεται στις ΒΔ καταπτώσεις της Τύρφης (Γκαμήλα) και του Σμόλικα (Κλέφτης) για να καταλήξει στον επι­κρατέστερο όγκο της Πίνδου, τον Γράμμο, που στηρίζει το ΒΑ πλευρό της. Η αμυντική αυτή τοποθεσία βρίσκεται 5-20 χιλιόμετρα μακριά από την Ελληνοαλβανική μεθόριο, μέσα στο Ελληνικό έδαφος και ήταν η γραμμή ΙΒα. Έχει ανάπτυγμα 100 περίπου χιλιομέτρων σε ευθεία γραμμή επί συνόλου 240 χιλιομέτρων Ελληνο-Αλβανικής μεθορίου.

Γενική Θεώρηση του Χώρου

Το έδαφος και από τις δύο πλευρές των Ε-Α συνόρων είναι γενικά ορεινό, με απότομες χαραδρώσεις και στενές κοιλάδες, ιδιαίτερα μέσα στο Ελληνικό έδαφος. Τα ορεινά συγκροτήματά και οι οδεύσεις οι οποίες παρουσιάζουν ενδιαφέρον είναι:

  1. Οι οροσειρές του Κουρβελέσι και του Τσαμαντά των οποίων οι Δυτικές προς το Ιόνιο καταπτώσεις δημιουργούν μία παραλιακή ζώνη, απ’ όπου διέρχεται η οδός Αυλώνα – Αγ. Σαράντα – Φιλιάτες – Πρέβεζα, οι δε Ανατολικές κατέρχονται προς τις κοιλάδες του μέσου Αώου και του Δρίνου, δια των οποίων διέρχεται η οδός Αυλώνα – Τεπελένι – Αργυρόκαστρο – Κακαβιά – Ελαία – Ιωάννινα.
  2. Τα ορεινά συγκροτήματα της Νεμέρτσκας, του Ντέμπελιτ, του Δούσκου και της Τύμφης, των οποίων οι ΒΑ καταπτώσεις κατέρχονται με πολύ απότομες κλίσεις προς τη στενή μέση κοιλάδα του Αώου, την οποία διασχίζει η οδός Αυλώνα ή Βεράτι – Κλεισούρα – Πρεμετή – Μέρτζανη – Έλαία – Ιωάννινα.
  3. Τα όρη Παραμυθιάς, Τόμαρος και Μιτσικέλι των οποίων οι ΒΔ καταπτώσεις των δύο πρώτων και οι Δυτικές του τρίτου κατέρχονται προς τη στενή κοιλάδα του Καλαμά, κατά μήκος της οποίας διέρχεται η εγκάρσια οδός Ηγουμενίτσα – Ιωάννινα.
  4. Η τριγωνική, λοφώδης, ανώμαλη, με πολλές καταπτώσεις και με ημιονικές μόνο οδεύσεις περιοχή ή υψίπεδο της Κολωνίας, που βρίσκεται ΒΑ του μέσου Αώου. Κατά μήκος της ανατολικής πλευράς του τριγώνου, προς το Γράμμο, διέρχεται η οδός Κορυτσά – Ερσέκα – Λεσκοβίκι – Μέρτζανη – Ελαία – Ιωάννινα.
  5. Η ορεινή περιοχή των ορέων Γράμμου και Σμόλικα, γνωστή ως βόρεια Πίνδος και των οποίων ορέων οι Ν και Β καταπτώσεις αντίστοιχα κατέρχονται απότομα προς τη βαθιά, στενή και μαιανδροειδή λεκάνη του Σαρανταπόρου, κατά μήκος ενός μεγάλου μέρους του οποίου διερχόταν η σκυρόστρωτη και δυσπρόσιτη τότε (σήμερα ασφαλτοστρωμένη και καλής βατότητας) οδός Δυτική Μακεδονία – Νεάπολη – Μόρφη (οδικό τέρμα) – Επταχώρι – Ιωάννινα.
  6. Η ορεινή περιοχή του Λάκμου (Ζυγός) και Κουκουρούντζου δια του αυχένα των οποίων διέρχεται η οδός Θεσσαλία – Μέτσοβο – Ιωάννινα καθώς και η ορεινή διάβαση από το υψίπεδο Κολωνίας – Σαμαρίνα – Μέτσοβο.

Από τη γενική αυτή εξέταση του χώρου γίνεται φανερό ότι οι δρόμοι που υπάρχουν σε συνδυασμό με την ορεινή διαμερισμάτωση καθορίζουν τρεις άξονες επίθεσης από την Αλβανία προς την Ήπειρο:

  1. Τον Δυτικό: Αυλώνα – Κονίσπολη – Φιλιάτες – Φιλιππιάδα (Παραλιακός).
  2. Τον Κεντρικό: Αργυρόκαστρο ή Πρεμετή – Ελαία – Ιωάννινα.
  3. Τον Ανατολικό: Υψίπεδο Κολωνίας – Σαμαρίνα – Μέτσοβο (Ορεινός).

Τα Πεδία της Μάχnς

Ολόκληρη η περιοχή Βόρεια του Αμβρακικού – Μαλιακού κόλπου Θεωρείται ως ένα ενιαίο Θέατρο Πολέμου. Αυτό χωρίσθηκε νοητά από τον Αξιό ποτ. σε δύο Θέατρα Επιχειρήσεων (ΘΕ). Το ΘΕ Αλβανίας και το ΘΕ Βουλγαρίας. Το ΘΕ Αλβανίας υποδιαιρέθηκε σε δύο τμήματα  Θεάτρου Επιχειρήσεων (ΤΘΕ). Το ΤΘΕ Ηπείρου και το ΤΘΕ Δυτικής Μακεδονίας που συνδεόταν μεταξύ τους με τον αποκαλούμενο Τομέα Πίνδου. Η γενική απόκλιση των αξόνων επίθεσης και η έντονη διαμερι­σμάτωση των ορεινών όγκων που παρεμβάλλονται μεταξύ των αξόνων που αναφέρθηκαν είχαν δημιουργήσει δύο κύρια ξεχωριστά πεδία μαχών στο ΤΘΕ Ηπείρου και ένα στην Πίνδο για τα οποία τονίζονται τα ακόλουθα

  • Πεδίο Μάχης Ελαίας

Η γραμμή της αμυντικής τοποθεσίας άρχιζε από τον Κόζιακο του Μιτσικελίου, όπου η τοποθεσία άμυνας της Ελαίας στήριζε το δεξιό της (Ανατολικό), συνέχιζε προς τα Δυτικά με τα υψώματα ΓκραμπάλαΑσσόνισα, Ανώνυμα Ελαίας – Σουβιέτη – Παλαιόκαστρο – Άγιος Αθανάσιος – Βροντισμένη και στη συνέχεια Δυτικά του Καλαμά, Ρεπέτιστα – Μονή Σωσίνου – Γκορτσιές έφθανε στο υψ. Χαβός του Κασιδιάρη, όπου στήριζε το αριστερό της (ΙΒα). Αυτή η σειρά των υψωμάτων περιβάλλει σαν πέταλο τη μικρή κοιλάδα του Γόρμπου και των πηγών του Καλαμά, πάνω στην οποία δεσπόζει. Μπροστά στη στενωπό της Ελαίας συγκλίνουν οι δρόμοι Αυλώνα – Αργυρόκαστρο – Κακαβιά – Έλαία και Βεράτι – Κλεισούρα – Πρεμετή – Μέρτζανη αλλά και ο δρόμος Κορυτσά – Ερσέκα – Λεσκοβίκι – Μέρτζανη – Ελαία. Αυτός ο χώρος, μπροστά στη στενωπό, ήταν τότε ένα απέραντο έλος, από τα νερά του Καλαμά, αδιάβατο από το πεζικό και τα άρματα.

  • Πεδίο Μάχης Καλαμά – Θεσπρωτίας

Η γραμμή αυτής της αμυντικής τοποθεσίας άρχιζε από το υψ. Χαβός (αριστερό άκρο της αμυντικής τοποθεσίας Ελαίας) και ακολουθούσε τον ρου του Καλαμά μέχρι τις εκβολές του (ΙΒα).  Αδύνατα σημεία για τον αμυνόμενο είναι η περιοχή Νεοχωρίου και ιδιαίτερα του Παραποτάμου και η περιοχή των εκβολών του Καλαμά, κοντά στο χ. Δάφνη, εξ αιτίας των υπαρχόντων πόρων αλλά και εξαιτίας του γεγονότος ότι οι προσβάσεις τον εδάφους από τα σύνορα μέχρι τον Καλαμά είναι ορεινές, με εξαίρεση αυτή του παραλιακού τομέα που εξυπηρετείται από το δρόμο Κονίσπολη – Φιλιάτες – Παραμυθίά -Πρέβεζα.

  • Πεδίο Μάχης Πίνδου

Η βασική γραμμή αντίστασης στην Πίνδο στοιχιζόταν στη σειρά των υψωμάτων Καταφύκι – Σκάλα – Φαρμάκι – Κιάφα – Σταυρός – Λιόκου – Οξυάς – Πυρσόγιαννης – Καστάνιαννης – Μπολιάνα – Μάλιστα – Τσομπάνη (ΙΒα) στηρίζοντας τα πλευρά της στο Γράμμο και το Σμόλικα. Το έδαφος μπροστά και πίσω από την αμυντική τοποθεσία είναι γενικώς ορεινό και βατό μόνο σε Ορεινούς Σχηματισμούς. Μοναδική καροποίητος οδός συνέδεε την Κόνιτσα με το χ. Καστάνιανη και το Έπταχώρι ενώ όλα τα υπόλοιπα ορεινά χωριά Κάντζικο, Φούρκα, Κεράσοβο, Σαμαρίνα, Δίστρατο, Βωβούσα, Άρματα, Ελεύθερο επικοινωνούσαν με δύσβατες ημιονικές.

Αμυντική Οργάνωση των Πεδίων της Μάχης

Η αμυντική ισχύς της τοποθεσίας Πίνδος – Ελαία – Καλαμάς είχε αυξηθεί από τα έργα αμυντικής οργάνωσης του εδάφους που είχαν γίνει, χάρη στις εργώδεις προσπάθειες του διοικητού πυροβολικού της 8ης μεραρχίας πεζικού,  συνταγματάρχη πυροβολικού Μαυρογιάνη Παναγιώτη και στην εντατική εργασία των στρατιωτών και των κατοίκων της περιοχής. Με τα λίγα σχετικώς χρήματα (1.000.000 δρχ.) που διατέθηκαν το 1939 κατασκευάσθηκαν έργα εκστρατείας, χαρακώματα «ορθίως βάλλοντας» προστατευόμενα και με συρματοπλέγματα, αντιαρματικές τάφροι και αντιαρματικά φράγματα από σιδηροτροχιές, υπονομεύσεις γεφυρών και αμαξιτών οδών, αριστοτεχνικές θέσεις πυροβόλων, ενισχυμένα πολυβολεία ή τοποθετήσεις πολυβολείων μέσα σε βράχους, σκέπαστρα πεζικού και πυροβολικού και άλλα έργα. Κύριο βάρος των έργων δόθηκε στην Ελαία, κατά δεύτερο στους άξονες ελιγμού – επιβραδύνσεως από τα σύνορα προς την κύρια Αμυντική τοποθεσία (για την προστασία των υποχωρητικών κινήσεων των Τμημάτων Προκαλύψεως) και κατά τρίτο στις τοποθεσίες Καλαμά – Θεσπρωτίας και Πίνδου. (Υπονόμευση γεφυρών Σαρανταπόρου κ.λ.π.)

ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΑΝΤΙΠΑΛΩΝ – ΔΙΑΤΑΞΗ

Ιταλών

Την παραμονή της Ιταλικής επίθεσης κατά της Ελλάδας υπήρχε στα Τίρανα η Ανώτατη Διοίκηση των Ιταλικών Δυνάμεων Αλβανίας (Στρατηγός Βισκόντι Πράσκα), που περιελάμβανε:

1. Το 26ο ΣΣ Κορυτσάς (στρατηγός Γκαμπριέλ Νάσι), δυνάμεως 4 Μεραρχιών, προσανατολισμένο στο Θέατρο Επιχειρήσεων Β.Δ. Μακεδονίας και απέναντι στη Γιουγκοσλαβική μεθόριο.

2. Την 3η Μεραρχία Αλπινιστών « Τζούλια» , (στρατηγός Τζιρότι) συνολικής δυνάμεως 10.800 ανδρών, αναπτυγμένη από το 1939 στην περιοχή Ερσέκα – Λεσκοβίκι, έναντι Πίνδου, από τις Μονάδες της οποίας είχαν συγκροτηθεί:

    • Το καλυπτικό Συγκρότημα προς Βορρά από 2 Λόχους πεζικού (4 Φαλαγγίδια).
    • Το Βόρειο Συγκρότημα του 8°υ Συντάγματος Αλπινιστών με 3 Φάλαγγες του ενός Τάγματος και μιας Ορεινής Πυροβολαρχίας η καθεμιά.
    • Το Νότιο Συγκρότημα του 9°υ Συντάγματος Αλπινιστών με 2 Φάλαγγες του ενός Τάγματος και μιας Ορεινής Πυροβολαρχίας η καθεμιά.
    • Ανεξάρτητη Ίλη Ιππικού και μία ακόμη Πυροβολαρχία.

3. Το 25ο ΣΣ Τσαμουριάς (Στρατηγός Κάρλο Ρόσι), δυνάμεως 4 Μεραρχιών, με 40.000 άνδρες (εκ των οποίων 4.000 Αλβανοί), προσανατολισμένο προς την ‘Ηπειρο και με την ακόλουθη διάταξη:

α. Την 23η Μεραρχία Πεζικού(ΜΠ) «Φερράρα» (Στρατηγός Τζαννίνι), συνολικής δυνάμεως 21.000 ανδρών, αναπτυγμένη στις περιοχές Μέρτζανη – Αργυρόκαστρο και Γεωργουτσάδες – Πρεμετή, από τις Μονάδες της οποίας είχαν συγκροτηθεί:

    • Η Φάλαγγα «ΣΟΛΙΝΑ» με 2 τάγματα πεζικού (το ένα Αλβανών), 1 τάγμα αρμάτων (50 άρματα) και 5 πυροβολαρχίες (από τις οποίες 2 βαρειές).
    • Η Φάλαγγα «ΤΡΙΤΣΙΟ» με 2 τάγματα πεζικού και 3 πυροβολαρχίες.
    • Η Κεντρική Φάλαγγα (υπό τον Μέραρχο) με 3 τάγματα πεζικού, 1 επιλαρχία Ιππικού και 19 πυροβολαρχίες (από τις οποίες 10 βαρειές).
    • (δ) Η Φάλαγγα « ΣΑΠΙΕΝΤΖΑ» με 3 τάγματα πεζικού και 2 πυροβο­λαρχίες.

β. Την 51 η ΜΠ «Σιέννα» (Στρατηγός Γκαμπούτι), συνολικής δυνάμεως 12.500 ανδρών, αναπτυγμένη στις περιοχές Δέλβινου – Κονίσπολης και Αγίων Σαράντα, από τις Μονάδες της οποίας είχαν συγκροτηθεί:

    • Η Φάλαγγα «ΚΑΡΛΟΝΙ» με 2 τάγματα πεζικού και 4 πυροβολαρχίες.
    • Η Φάλαγγα «ΤΖΙΑΝΙΝΙ» με 3 τάγματα πεζικού, 1 τάγμα Αλβανών, 1 Σύνταγμα Ιππικού (μείον) και 4 πυροβολαρχίες.
    • Η Φάλαγγα «ΕΛΙΓΜΟΥ» πίσω από τις δύο αναφερ­θείσες με το 141 τάγμα  Μελανοχιτώνων και 12 πυροβολαρχίες (από τις οποίες 6 βαριές).

γ. Την 131 Τεθωρακισμένη Μεραρχία (ΤΘΜ) «Κένταυρος» (Στρατηγός Μάλι), συνολικής δυνάμεως 2.200 ανδρών, αναπτυγμένη πίσω από την 23η και 51 η ΜΠ στην περιοχή Αργυροκάστρου – Τεπελενίου συγκείμενη από 1 τάγμα Βερσαλλιέρων, 6 Πυροβολαρχίες και 1 τάγμα αρμάτων (40 Άρματα). Μέρος της δυνάμεως της 131 ΤΘΜ ήταν εφεδρεία του ΧΧVΙ Σ.Σ.

δ. Τη Μεραρχία Ιππικού (Στρατηγός Ριβόλτα), ενισχυμένη με μονάδες πεζικού και πυροβολικού, συνολικής δυνάμεως 5.500 ανδρών, αναπτυγμένη στην περιοχή δυτικά της Κονίσπολης ως τη Θάλασσα, από τις Μονάδες της οποίας είχαν συγκροτηθεί:

    • Η Φάλαγγα «ΑΝΤΡΕΙΝΙ» με 3 τάγματα Γρεναδιέρων, 1 τάγμα  Αλβανών και 4 πυροβολαρχίες.
    • Η Φάλαγγα «ΜΟΡΙΤΣΙ» με 1 σύνταγμα ιππικού και 1 πυροβολαρχία.
    • Η Φάλαγγα «ΙΜΠΕΡΙΑΛΙ» με 1 σύνταγμα ιππικού και 1 πυροβολαρχία.

Το σύνολο των Ιταλικών Δυνάμεων στο Θέατρο επιχειρήσεων Πίνδου – Ηπείρου ανερχόταν σε 27 τάγματα πεζικού, αλπινιστών, Αλβανών, Βερσαλιέρων ή Μελανοχιτώνων, 67 πυροβολαρχίες (από τις οποίες 18 βαριές), 2 τάγματα αρμάτων (80-90 Άρματα), 3 συντάγματα ιππικού, 1 ίλη ιππικού και 2 τάγματα όλμων.

Από πλευράς αεροπορίας είχε προβλεφθεί η διάθεση και χρησιμοποίηση του μεγαλυτέρου μέρους των εξόδων των 400 αεροσκαφών πρώτης γραμμής από τα αεροδρόμια Αλβανίας και Ιταλίας.

Ελλήνων

Για την αντιμετώπιση της Ιταλικής απειλής από την Αλβανία στο Θέατρο Επιχειρήσεων Πίνδου – Ηπείρου βρισκόταν στην περιοχή οι ακόλουθες δυνάμεις:

1. Η 8η Μεραρχία Πεζικού, προεπιστρατευμένη και ενισ­χυμένη με το Στρατηγείο της 3ης Ταξιαρχίας πεζικού και άλλες μονάδες, συνολικής δυνάμεως 15 ταγμάτων πεζικού, 2 τάγματα πολυβόλων κινήσεως, 16 πυροβολαρχίες (11 Ορειβατικές, 3 πεδινές και 2 βαριές), 5 ουλαμοί πυροβολικού συνοδείας, 1 πολυβολαρχία βαρέων πολυβόλων και 1 Μεραρχιακή Ομάδα Αναγνωρίσεως, ανεπτυγμένη σ’ ολόκληρη την περιοχή Ελαίας – Καλαμά.

2. Από τις δυνάμεις αυτές 5 τάγματα πεζικού (1 Θεσπρωτίας, 1 Καλαμά – Δελβινακίου, 1 Δρυμάδες – Αηδηνοχώρι, 1 περιοχή ΝΑ λίμνης Τζεραβίνας και 1 Κόνιτσας – Αώου), 2 πυροβολαρχίες και 3 ουλαμοί πυροβολικού συνοδείας κατείχαν την τοποθεσία προκαλύψεως και μετά τη σύμπτυξη τους (πλην του τάγματος πεζικού Κόνιτσας) θα αποτελούσαν την εφεδρεία τόσο των Τομέων όσο και της Μεραρχίας, η οποία διέθετε ακόμη ως εφεδρεία άλλα 3 τάγματα πεζικού του Εμπέδου Ιωαννίνων στις περιοχές Βουτσαρά, Δραγουμή και Μπισδούνι.

3. Οι βρισκόμενες στην Αμυντική Τοποθεσία δυνάμεις είχαν οργανωθεί σε 3 Τομείς και έναν ανεξάρτητο υποτομέα (Αώου) με την ακόλουθη διάταξη – επάνδρωση:

    • Τομέας Θεσπρωτίας (διοικητής ο υποστράτηγος Λιούμπας Νικόλαος με Σταθμό Διοικήσεως (ΣΔ) το χ. Νεοχώρι), με 2 τάγματα πεζικού και 2 πυροβολαρχίες, ανεπτυγμένα σε δύο υποτομείς ( Παραποτάμου και Νεοχωρίου ).
    • Τομέας Καλαμά (διοικητής ο συνταγματάρχης Γιαϊτζής Δημήτριος με ΣΔ τη Ζίτσα) με 3 τάγματα πεζικού, 3 πυροβολαρχίες, 1 τάγμα (-) πολυβόλων, 1 Μεραρχιακή Ομάδα Αναγνωρίσεως και δύο (2) ουλαμοί πυροβολικού συνοδείας, κατανεμημένα σε τρεις υποτομείς (Βροσίνας, Γρανιτσοπούλας και Γρίμπιανης).
    • Τομέας Νεγράδων (διοικητής ο συνταγματάρχης Ντρέν Γεώργιος με ΣΔ το χ. Νεγράδες), με 5 τάγματα πεζικού, 10 πυροβολαρχίες (από τις οποίες δύο βαρείές) , 1 τάγμα  Πολυβόλων, 1 πολυβολαρχία βαρέων πολυβόλων και 1 ουλαμός πυροβολικού συνοδείας, κατανεμημένα σε τρεις υποτομείς (Βροντισμένης, Καλπακίου, Σουδενών).
    • Υποτομέας Αώου (διοικητής ο ταγματάρχης  πεζικού  Γίγας Νικόλαος, με ΣΔ την Κόνιτσα) με 1 τάγμα πεζικού προκαλύψεως.

4. Επί πλέον για τη φρούρηση των ακτών του στομίου του Αμβρακικού κόλπου (εκτός αμυντικής τοποθεσίας) είχε δημιουργηθεί και ο Τομέας Πρέβεζας με 1 τάγμα πεζικού, 1 πυροβολαρχία, 1 λόχο πολυβόλων και 2 ουλαμούς πυροβολικού συνοδείας.

5. Το Απόσπασμα Πίνδου (διοικητής ο συνταγματάρχης Δαβάκης Κωνσταντίνος με ΣΔ το χ. Έπταχώρι) με το 51 Σύνταγμα Πεζικού της 1ης Μεραρχίας (3 τάγματα πεζικού, από τα οποία το 1 μόλις είχε επιστρατευθεί και την 28η Οκτωβρίου βρισκόταν σε πορεία προς την έδρα του Αποσπάσματος), 1 πυροβολαρχία, 1 ουλαμό πυροβολικού συνοδείας, 1 ουλαμό ιππικού και μία ομάδα όλμων, αναπτυγμένο σε μέτωπο 37 χιλιομέτρων (Σμόλικας- Γράμμος) και κατατμημένο σε τρεις τομείς:

    • Δυτικό: ΣΔ Καντζικό με τάγμα πεζικού (- Λόχο και Διμοιρία πολυβόλων).
    • Κεντρικό: ΣΔ Οξυά με τάγμα πεζικού (-διμοιρία Πολυβόλων) + Λόχο Προκαλύψεως Τάγματος Κόντιτσας.
    • Ανατολικό: ΣΔ Παληοχώρι με λόχο πεζικού (+2 διμοιρίες πολυβόλων) και διμοιρία πεζικού της 9ης Μεραρχίας.
    • Εφεδρεία του Αποσπάσματος το 111/51 τάγμα πεζικού σε κίνηση προς το Επταχώρι.

6. Από πλευράς Αεροπορίας υπήρχαν 143 παλαιά αεροσκάφη (45 διώξεως, 33 βομβαρδιστικά και 65 παρατηρήσεως).

Συγκεντρωτικά οι Ελληνικές και Ιταλικές δυνάμεις την 28η Οκτ 1940 είχαν, κατά περιοχή δράσεως, όπως παρακάτω φαίνεται:

Α/Α ΤΜΗΜΑ ΘΕ ΙΤΑΛΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ
1 Ηπείρου 22 τάγματα πεζικού (15 τάγματα πεζικού, 3 Γρεν,3 Αλβ, 1 Βερσ),

61 πυροβολαρχίες (18 βαριές),

3 Συντ. Ιππ., 90 Άρματα.

15 τάγματα πεζικού,

1 Ο.Α.,

16 Πυρ/χίες (2 βαριές)

2 Πίνδου 5 τάγματα πεζικού,

1 ‘Ιλη Ιππ.,

6 Πυρ/χίες

2 τάγματα πεζικού,

1 Ουλ. Ιππ.,

1’/2 Πυρ/χία

3 Δυτικής Μακεδονίας 17 τάγματα πεζικού,

1 ‘Ιλη Ιππ.,

10 Άρματα,

24 πυροβολαρχίες (5 βαριές)

22 τάγματα πεζικού,

2 Ο.Α.

22 πυροβολαρχίες (7 βαριές)

Σε ότι αφορά τις Ναυτικές Δυνάμεις, τη μεγάλη διαφορά μεταξύ των αντιπάλων δείχνει ο πίνακας που ακολουθεί:

ΝΑΥΤΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΑΝΤΙΠΑΛΩΝ ΤΗΝ 28ΗΝ ΟΚΤ 1940

Α/Α ΕΙΔΟΣ ΠΛΟΙΟΥ ΙΤΑΛΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ
1 Θωρηκτά 8 1
2 Βαρέα Καταδρομικά 8
3 Έλαφρά Καταδρομικά 26
4 Αντιτορπιλικά 61 10
5 Τορπιλοβόλα 96 13
6 Υποβρύχια 119 6
7 Τορπιλάκατοι 2
8 Βοηθητικά σκάφη (Πολλά) 30
ΣΥΝΟΛΟ Εκτοπίσματος (Τόννοι) 658.398 14.602

ΣΧΕΔΙΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΑΝΤΙΠΑΛΩΝ

Πολεμικό Σχέδιο Ιταλών

Το Ιταλικό Πολεμικό Σχέδιο προέβλεπε:

  • Σε πρώτο στάδιο, ισχυρή και αιφνιδιαστική επιθετική ενέργεια προς κατάληψη της Ηπείρου και εκμηδένιση των εκεί Ελληνικών δυνάμεων με ταυτόχρονες αποβατικές ενέργειες προς κατάληψη της Κέρκυρας και άλλων νησιών του Ιονίου.
  • Σε δεύτερο στάδιο, συνέχιση των χερσαίων επιθετικών ενεργειών προς κατάληψη της Δυτικής Μακεδονίας.
  • Σε τρίτο στάδιο ταχεία προέλαση προς Θεσσαλονίκη και Αθήνα με νέες δυνάμεις που θα αποβιβάζονταν στα ηπειρωτικά παράλια και τα νησιά προς κατάληψη ολόκληρης της χώρας.

Γενικό Σχέδιο Επιχειρήσεων Ιταλών

Το Γενικό Σχέδιο Επιχειρήσεων της Ανώτατης Διοίκησης των Ιταλικών Δυνάμεων Αλβανίας προέβλεπε:

  • Σε πρώτη περίοδο, τήρηση αμυντικής στάσεως υπό του 26ου Σώματος Στρατού στην περιοχή ανατολικά της Κορυτσάς και επιθετικές ενέργειες του 25ου Σώματος Στρατού και μητροπολιτικών Ναυτικών δυνάμεων προς κατάληψη της Ηπείρου και της Κέρκυρας.
  • Σε δεύτερη περίοδο, επιθετικές ενέργειες του 26ου ΣΣ προς κατάληψη της κοιλάδας του Αλιάκμονα και της Θεσσαλονίκης και συνέχιση της προσπάθειας του 25ου ΣΣ. από Άρτα προς Αθήνα και από Μέτσοβο προς τη Θεσσαλική πεδιάδα.

Ειδικότερα το Χερσαίο Σχέδιο Επιχειρήσεων της Πρώτης Περιόδου κατά Ηπείρου και Πίνδου:

  • Προέβλεπε επιθετικές ενέργειες κατά της Ελληνικής αμυντικής διάταξης στην τοποθεσία Πίνδος – Ελαία – Καλαμάς με κύρια προσπάθεια στον άξονα Ελληνο-Αλβανικά σύνορα – Ιωάννινα – Άρτα, προς διάρρηξη της στενωπού της Ελαίας εντός των τεσσάρων πρώτων ημερών και εκμετάλλευση προς κατάληψη των Ιωαννίνων και Άρτας με ταυτόχρονο ελιγμό «εν είδει λαβίδας κατά τα άκρα» και στις κατευθύνσεις Ελληνο­αλβανικά σύνορα – Μέτσοβο και Ελληνοαλβανικά σύνορα – Φιλιππιάδα, ενώ από της καταλήψεως του κάτω ρου του Καλαμά, πιθανώς και επί της συγκλίνουσας κατεύθυνσης, κάτω ρους Καλαμά – Ιωάννινα και με κάλυψη πλευρών, του μεν Βόρειου με ενεργητική αμυντική στάση των δυνάμεων Κορυτσάς, του δε Δυτικού με το Στόλο και με πιθανή κατάληψη της Κέρκυρας.
  • Στήριζε την επιτυχία του στην αιφνιδιαστική προσβολή με τα ταχυκίνητα μέσα που διέθετε, πριν τελειώσει η επιστράτευση, συγκέντρωση και προώθηση του Ελληνικού Στρατού, καθώς και στην ευρεία χρησιμοποίηση της Αεροπορίας που θα βομβάρδιζε τόσο την αμυντική τοποθεσία όσο και τις κυριότερες πόλεις και κόμβους συγκοινωνιών προκειμένου να παραλύσει το σχέδιο συγκέντρωσης των Ελληνικών δυνάμεων.

Για την υλοποίηση αυτού του Σχεδίου δόθηκαν οι ακόλουθες αποστολές στις χερσαίες Δυνάμεις :

  • Στην 3η Μεραρχία Αλπινιστών «Τζούλια» να εξασφαλίσει ευρεία κάλυψη του αριστερού της και να επιτεθεί κατά της τοποθεσίας της Πίνδου, κινούμενη δια των δύο Συγκροτημάτων της επί των ορεινών κατευθύνσεων:

– Σταυρός – Φούρκα – Σαμαρίνα – Βωβούσα – Μέτσοβο

– Γκόλιο – Δυτ. Σμόλικας – Δίστρατο – Βωβούσα – Μέτσοβο, να καταλάβει την περιοχή του Μετσόβου για να παρεμποδίσει τη διαφυγή των Ελληνικών Δυνάμεων της Ηπείρου προς τα Ανατολικά και να απαγορεύσει ενδεχόμενη κίνηση Ελληνικών ενισχύσεων από τη Δυτική Μακεδονία και η Θεσσαλία προς την Ηπειρο.

  • Στην 23η ΜΠ «Φερράρα» ενισχυμένη με τμήματα της 131 ΤΘΜ «Κενταύρων», να κινηθεί επιθετικά δια των 4 φαλάγγων της επί των κατευθύνσεων:

– Λεσκοβίκι – Μέρτζανη – Καλπάκι.

– Κακαβιά – Χάνι Δελβινάκι – Καλπάκι και

– Κακαβιά – Κρυονέρι – Παλαιόκαστρο

προς διάρρηξη της στενωπού της Ελαίας και κατάληψη των Ιωαννίνων.

  • Στην 51η ΜΠ «Σιέννα», να περάσει την οριακή γραμμή μεταξύ των ορέων Τσαμαντά και Σαρακίνας, να προελάσει δια των δύο φαλαγγών της επί των κατευθύνσεων

– Πόβλα – Κεραμίστα – Βροσίνα και

– Κότσικα – Φιλιάτες – Παραπόταμος.

και αφού καταλάβει τον κάτω ρου του Καλαμά να προωθηθεί με όλες της τις δυνάμεις δια της αμαξιτής οδού προς Ιωάννινα, ύστερα από διαταγή.

  • Στη Μεραρχία Ιππικού, να προελάσει στον παραλιακό άξονα Κονίσπολη – Ηγουμενίτσα – Πρέβαζα, να καλύπτει από Δυτικά το XXV ΣΣ, ενεργούσα επί των κατευθύνσεων:

– Κονίσπολη – Σαγιάδα – Ηγουμενίτσα – Πάργα – Καλαμάς – Μαργαρίτι – Φιλιππιάδα και – Φιλιππιάδα – Άρτα με τις 1η, 2′1 και 311 Φάλαγγες αντίστοιχα.

  • Στην 131 ΤΘΜ (-) «Κενταύρων», να συγκεντρωθεί στην περιοχή Τεπελένι, αποτελούσα την εφεδρεία του 25ου ΣΣ, υπό δέσμευση στην περιοχή του, της Ανωτάτης Διοικήσεως στην Αλβανία.

Ο Ιταλικός Στόλος, σύμφωνα με το Σχέδιο θα πραγματοποιούσε την κατάληψη της Κέρκυρας και ενδεχομένως και άλλων Ιόνιων νησιών και θα εξασφάλιζε τις θαλάσσιες μεταφορές στην Αδριατική και το Ιόνιο. Τελικά όμως καμία αποβατική ενέργεια δεν πραγματοποιήθηκε, εξαιτίας της προτεραιότητας που δόθηκε στις θαλάσσιες μεταφορές προς τη Λιβύη και την Αλβανία.

Πολεμικό Σχέδιο Ελλήνων

Σχέδια του ΓΕΣ που ίσχυαν στις 27 Οκτ 1940

Για την περιοχή της Ηπείρου

  • Το Σχέδιο ΙΒα, που προέβλεπε άμυνα από την 8ης ΜΠ στη γραμμή Καλαμάς – Ελαία – Γκαμήλα – Σμόλικας (τοποθεσία ΙΒα στη ζώνη της). Μία από τις βασικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή αυτού του σχεδίου ήταν η επιτυχία της επιστράτευσης, συγκέντρωσης και έγκαιρης προώθησης των Μονάδων στην τοποθεσία.
  • Το Σχέδιο ΙΒ, που προέβλεπε την άμυνα από την 8η ΜΠ στη γραμμή Άραχθος – Ζυγός Μετσόβου (τοποθεσία ΙΒ). Η εφαρμογή αυτού του Σχεδίου θα ήταν υποχρεωτική αν δεν κατορθωνόταν η έγκαιρη προώθηση των Μονάδων βορειότερα της τοποθεσίας ΙΒ.

Τόσο το Σχέδιο ΙΒα όσο και το ΙΒ πρόβλεπε ως βασική υποχρέωση της 8 ΜΠ την κάλυψη «εν παντί» του Θεάτρου Επιχειρήσεων της Δυτικής Μακεδονίας από την κατεύθυνση Ιωάννινα – Μέτσοβο, γι’ αυτό το δεξιό της (8 ΜΠ) έπρεπε να στηρίζεται είτε στο Σμόλικα είτε στο Ζυγό Μετσόβου. Η πρωτοβουλία για το πιο Σχέδιο θα εφαρμοζόταν αφηνόταν στο διοικητή της 8 ΜΠ, υποστράτηγο Κατσιμήτρο Χαράλαμπο, ο οποίος παρά τις επιφυλάξεις του ΓΕΣ, από αρκετά νωρίς είχε επιλέξει το ΙΒα, όπως στην από 23 Σεπ 1940 ημερήσια Διαταγή του προς τις Μονάδες έλεγε μεταξύ των άλλων: « … Η Μεραρχία έχει πάρει την απόφαση να παρασύρει τον αντίπαλο επί της οργανωμένης κατά μάλλον ή ήττον τοποθεσίας Ελαίας … »

Για την περιοχή της Πίνδου

Το Σχέδιο προέβλεπε την εξασφάλιση από το Απόσπασμα Πίνδου είτε της τοποθεσίας ΙΒα στον τομέα του, είτε και νοτιοδυτικότερα, προς απαγόρευση των ορεινών διαβάσεων της Πίνδου και τήρηση συνδέσμου δεξιά με την ΙΧ ΜΠ στο Γράμμο και αριστερά με την 8η ΜΠ είτε στο Σμόλικα είτε στο Ζυγό Μετσόβου. Σε περίπτωση μη ανάμιξης της Βουλγαρίας στην Ελληνο­ϊταλική σύρραξη, τα Σχέδια προέβλεπαν ανάληψη Δυνάμεων από τη Μακεδονία – Θράκη και μεταφορά τους για τον αγώνα προς Αλβανία. Επίσης προβλεπόταν η ανάληψη επιθετικών επιχειρήσεων προς Αλβανία, όταν θα είχαν εξασφαλιστεί οι κατάλληλες προϋποθέσεις.

Τα Σχέδια Επιχειρήσεων Ελλήνων

Για την Περιοχή της Ηπείρου

Μετά την προεπιστράτευση των δυνάμεων της Ηπείρου και την τμηματική προώθηση του όγκου των δυνάμεων της 8ης ΜΠ κοντά στην τοποθεσία Ελαία – Καλαμάς, το Σχέδιο Επιχειρήσεων της 8ης ΜΠ προέβλεπε:

  1. Επιβράδυνση του εχθρού από τα σύνορα μέχρι την τοποθεσία Ελαία – Καλαμάς, από τα τμήματα  Προκαλύψεως χωρίς όμως να φθαρούν, γιατί στη συνέχεια θα αποτελούσαν σημαντικό μέρος των εφεδρειών, με αντικειμενικό σκοπό το κέρδος χρόνου για το συναγερμό και την κατάληψη της τοποθεσίας.
  2. Ισχυρή κατοχή με το μεγαλύτερο μέρος της ενισχυ­μένης Μεραρχίας και ανυποχώρητη ενεργητική άμυνα στην οργανωμένη τοποθεσία Καλαμάς – Ελαία, με το βάρος της άμυνας στην περιοχή της Ελαίας, μπροστά στην οποία θα επιδιωκόταν να παρασυρθεί με τον υποχωρητικό ελιγμό του κλιμακίου προκαλύψεως ο εχθρός, για να καταστραφεί από τις δυνάμεις της αμυντικής τοποθεσίας.
  3. Εξασφάλιση του Αμβρακικού κόλπου και του κόμβου Φιλιππιάδας με τις απαραίτητες δυνάμεις που θα στάθμευαν εκεί από την αρχή.
  4. Εξασφάλιση των κόμβων στον κάτω ρου του Καλαμά, των Ιωαννίνων και της Ελαίας με ισχυρές εφεδρείες, που η διάθεσή τους θα εξαρτιόταν από τη ναυτική κατάσταση.

Για την Περιοχή της Πίνδου

Αμυντικές επιχειρήσεις του Αποσπάσματος Πίνδου, με σκοπό την τήρηση συνδέσμου μεταξύ 9ης και 8ης Μεραρχιών και απαγόρευση των ορεινών διαβάσεων της Πίνδου, στο ύψος μιας από τις ακόλουθες τοποθεσίες:

  1. Της γραμμής των υψωμάτων της ΙΒα από Τσομπάνη (Σμόλικα) μέχρι Καταφύκι (Γράμμου).
  2. Της γραμμής των υψωμάτων Νταλιάπολη (Σμόλικα) – Γύφτισσα – Έπάνω Αρένα – Κόζακας (Γράμμου).
  3. Της γραμμής των υψωμάτων Σμόλικας – Ταμπούρι – Κάτω Αρένα – Μυροβλύτης (Γράμμου).

ΔΙΕΞΑΓΩΓΗ

Ο Αγώνας των Τμημάτων Προκαλύψεως στην Ήπειρο (28 και 29 Οκτωβρίου 1940)

Παρά το ότι το Ιταλικό τελεσίγραφο, που επιδόθηκε στον ‘Έλληνα Πρωθυπουργό Ιωάννη Μεταξά, από τον Ιταλό πρεσβευτή στην Αθήνα Γκράτσι, στις 03.00 της 28ης Οκτ 1940, έθετε προθεσμία μέχρι τις 06.00, τα Ιταλικά τμήματα  άρχισαν την προέλαση μισή ώρα νωρίτερα, δηλαδή στις 05.30, μετά από σφοδρό βομβαρδισμό πυροβολικού κατά των Φυλακίων Προκαλύψεως, της στενωπού Χάνι Δελβινάκι και των Φιλιατών. Η προέλαση εκδηλώθηκε με πυκνές φάλαγγες που έδιναν την εντύπωση πορείας και όχι μάχης. Προφανώς οι Ιταλοί πίστευαν ότι δεν θα συναντούσαν αντίσταση ή ότι αυτή θα ήταν μόνο συμβολική για την «τιμή των όπλων». Παράλληλα από 28 09:20 βομβαρδίζονται ο Πειραιάς, ο Ισθμός Κορίνθου και το Τατόι χωρίς σοβαρό αποτέλεσμα αλλ’ η Πάτρα έχει τίμημα 50 νεκρούς και 100 τραυματίες. Ανθελληνική και προκλητική η συμπεριφορά της Ιταλικής παροικίας των Πατρών. Ειδοποιημένοι για τον βομβαρδισμό, κράτησαν το μυστικό για τον εαυτό τους, άλλαξαν κατοικίες τη νύκτα 27/28 και υποδέχθηκαν την επίθεση με ζητωκραυγές και τραγούδια ενώ παράλληλα εκδήλωναν ενέργειες σαμποτάζ κατά του εκεί Κέντρου Εκπαιδεύσεως Νεοσύλλεκτων.

Στο μέτωπο τα τμήματα  Προκαλύψεως, αφού αντιστάθηκαν στην αρχική επιθετική δράση, άρχισαν να συμπτύσσονται, σύμφωνα με το σχέδιο, στα ενδιάμεσα προς την αμυντική τοποθεσία ερείσματα. Ταυτόχρονα τα αποσπάσματα καταστροφών προβαίνουν στις προβλεπόμενες ανατινάξεις γεφυρών όπως του Δρίνου στα Κτίσματα, του Γόρμπου καθώς και του Αώου στη Μεσογέφυρα όπου καθηλώνεται φάλαγγα 5-6 Αρμάτων, με αποτέλεσμα 2 να καταπέσουν στη γέφυρα και 2 να ανατιναχθούν σε παρακείμενο ναρκοπέδιο. Δεν ανατινάχθηκε, από κακή πυροδότηση, η γέφυρα του Αώου στο Χάνι Μπουραζάνι.

Μετά το τέλος της πρώτης ημέρας οι Ιταλοί είχαν καταλάβει με τη Μεραρχία «Φερράρα» τα υψ. Κερασόβου – Δυτ. Δελβινακίου – Χάνι Δελβι­νάκι – Κοκαλάκι – Μερόπης – γέφυρα Μπουραζάνι – χ. Καβάσιλα ενώ με τη Μεραρχία «Σιέννα» το χ. Άγιοι Πάντες και τα υψώματα Βόρεια Φιλιατών. Ο καιρός κατά διαστήματα ήταν νεφελώδης και το βράδυ βροχερός.

Κατά τη νύκτα 28/29 Οκτ τα συμπτυσσόμενα τμήματα έφθασαν στη γραμμή, από τα δυτικά προς τα ανατολικά, νότια του ποταμού Καλαμά – Τσιφλίκι – υψ. Παραπόταμου – Μενίνα – Αμπέλια (Δυτ. Βροσίνας) – Γρίμποβο – Αετόπετρα – Λάβδανη – Σιταριά – Γόρμπος ποτ. – Γεροπλάτανος – Βίγλα – διάβαση Πεκλάρι (ΒΑ Κόνιτσας) – Κλέφτης.

Οι Ιταλοί τόσο την 1η όσο και την 2η ημέρα κινούνται με διστακτικότητα. Παρά το ότι το απόγευμα της 28ης έχουν χάσει την επαφή με τα Ελληνικά τμήματα , μόλις στις 10.00 της 29ης εκδηλώνουν κινήσεις μικρών φαλάγγων στις περιοχές Γεροπλάτανος, Βύσανη και Χάνι Δελβι­νάκι. Στις 16:00 μηχανοκίνητη φάλαγγα που κινήθηκε από το Χάνι Τζεραβίνας, βλήθηκε από το ελληνικό πυροβολικό και αναγκάσθηκε να καλυφθεί πίσω από το Χάνι Δελβινάκι.

Σ’ όλες τις κατευθύνσεις προέλασης των Ιταλών, η σύμπτυξη των Ελληνικών Τμημάτων Προκαλύψεως γίνεται κανονικά τις δύο πρώτες ημέρες εκτός από:

  • Την περιοχή εκβολών του Καλαμά, όπου στις 29 Οκτ. μικρά ιταλικά τμήματα πεζικού και ιππικού κατόρθωσαν να διαβούν τον Καλαμά και να κινηθούν προς το χ. Δάφνη, αναγκάσθηκαν όμως να συμπτυχθούν και πάλι Βόρεια του ποταμού, ύστερα από τοπική επιτυχή αντεπίθεση.
  • Την Περιοχή Σιταριά – Τζεραβίνα, όπου  προσεβλήθησαν τα νώτα του 11/42 τάγματος πεζικού από ιταλικά τμήματα που προηγουμένως είχαν καταλάβει ανενόχλητα το υψ. Χάβος, γιατί αδικαιολόγητα το είχε εγκατα­λείψει η εκεί εγκατεστημένη διμοιρία. Το τάγμα  προσβάλλεται ταυτόχρονα από την εχθρική Αεροπορία και το πυροβολικό, με αποτέλεσμα να παρα­τηρηθεί άτακτη σύμπτυξη μερικών τμημάτων. Η τάξη αποκαταστάθηκε με επέμβαση του τομέα Καλαμά, ο οποίος ανακατέλαβε το υψ. Χάβος και με δρακόντεια μέτρα της Μεραρχίας (λειτουργία εκτάκτου στρατοδικείου).

Το τάγμα  Προκαλύψεως Κόνιτσας κράτησε τις Θέσεις τον στο υψ. Κλέφτης – διάβαση Πεκλάρι την 29η Οκτ αφού δεν δέχθηκε ισχυρή πίεση.

Η εχθρική Αεροπορία ήταν λιγότερο δραστήρια την 29η Οκτ λόγω νεφώσεως. Βομβαρδίστηκαν όμως τα Ιωάννινα και το Μέτσοβο (4 Νεκροί, 5 Τραυματίες) καθώς και ο ΣΔ της 8ης ΜΠ στη θέση Βρύση Πασά και αναγκάστηκε να μεταφερθεί στο χ. Πέτσαλι, 10 χιλιόμετρα ΝΑ Καλπακίου.

Τη νύχτα 29/30 Οκτ η 8η ΜΠ αφού πέτυχε να κερδίσει τις δύο μέρες με επιβράδυνση του εχθρού, πολύ μπροστά από την κύρια Αμυντική Τοποθεσία και επειδή έκρινε ότι η παραμονή και η φθορά των Τμημάτων Προκαλύψεως μπροστά ήταν άσκοπη, αποφάσισε και διέταξε όλα τα Προκαλυπτικά τμήματα  να μπουν στην τοποθεσία, πράγμα που έγινε με απόλυτη επιτυχία, αφού όχι μόνο δεν υπήρξε εχθρική πίεση αλλά είχε σχεδόν επιτευχθεί πλήρης διακοπή της επαφής. Παράλληλα το ΓΕΣ προώθησε από το Αγρίνιο στην Άρτα και έθεσε στη διάθεση της Μεραρχίας το 39° Σύνταγμα Ευζώνων της 3ης ΜΠ.

Οι απώλειες στο διήμερο αγώνα ήταν μικρές, πλην του 11/42 τάγμα πεζικού Δελβινακίου, που είχε 70 αγνοούμενούς και είχε χάσει μεγάλο μέρος από τα υλικά τον.

Το βράδυ 29 Οκτ. η κατάσταση από Ιταλικής πλευράς είχε ως εξής: Η Μεραρχία «Φερράρα» προσπαθεί να γεφυρώσει τον Αώο στη Μεσογέφυρα, χωρίς αποτέλεσμα, λόγω μεγάλης , ταχύτητας ρεύματος. τμήματα  της Μεραρχίας «Σιέννα» έφθασαν 3 χιλιόμετρα ΒΔ Κεραμίτσας και Νότια Φιλιατών μέχρι της βόρειας όχθης τον Καλαμά και υψωμάτων Βρυσέλας.

Συνέχιση του Αγώνα από το πυροβολικό  και η Ιταλική Προπαρασκευή της Επίθεσης ( 30, 31 Οκτ και 1 Νοε )

Από το πρωί της 30ης Οκτ οι Ιταλοί ασχολούνται με την επίγεια και εναέρια παρατήρηση, με τη διευθέτηση των δρομολογίων και την αποκατάσταση τους, για την προώθηση τον όγκου των δυνάμεών τους προς την τοποθεσία Ελαίας – Καλαμά, τις αναγνωρίσεις και γενικώς την προπαρασκευή της επίθεσής τους. Η Ιταλική αεροπορία βομβαρδίζει κάθε πρωίκαι συνήθως 10.00 – 12.00 τακτικούς στόχους της τοποθεσίας Ελαία – Καλαμάς, όπως τα υψώματα Γκραμπάλα – Ασσόνισα – Ελαίας – Σουδενών, με ιδιαίτερη σφοδρότητα στις 31 Οκτ και 1 Νοε γιατί ο καιρός τότε ήταν αίθριος.

Το ελληνικό πυροβολικό, που από πριν είχε μελετήσει και είχε επισημάνει όλες τις πιθανές θέσεις συγκέντρωσης και ανάπτυξης των εχθρικών δυνάμεων, πέτυχε και τις τρεις αυτές μέρες, με την εύστοχη βολή τον, να εξαρθρώσει σχεδόν την επιθετική διάταξη τον Ιταλικού πυροβολικού και των τεθωρακισμένων και να επιφέρει στο πεζικό βαρύτατες απώ­λειες. Χαρακτηριστικό είναι το πώς περιγράφει ο στρατηγός Βισκόντι Πράσκα τον αγώνα της 31 ης Οκτ και την ακρίβεια τον Ελληνικού πυροβολικού:

«Όλη την ημέρα της 31ης Οκτωβρίου οι Φάλαγγες προέλασαν σταθερά κάτω από τα πυρά τον εχθρικού πυροβολικού, το οποίο ήταν όχι πολύ πυκνό αλλά αρκετά εύστοχο και αποδείχθηκε εξαιρετικά αποτελεσματικό. Πυροβολαρχίες μέσα σε σπήλαια, τις οποίες δεν κατόρθωσε ν’ αποκαλύψει ούτε η επίγεια ούτε η εναέρια παρατήρηση χτυπούσαν τα τμήματα στα σημεία της αναγκαστικής διάβασής τους ή σε ακάλυπτα σημεία που δεν ήταν δυνατό να παρακαμφθούν και προκαλούσαν απώλειες με το να βάλλουν προς όλες τις κατευθύνσεις, κατά του μετώπου και των πλευρών των στρατευμάτων μας».

Τελικά την 1η Νοεμβρίου οι Ιταλοί προώθησαν τα τεθωρακισμένα τους και το πυροβολικό  του ΣΣ, που είχαν μείνει πίσω εξαιτίας των οδικών καταστροφών και της περιορισμένης αλλά εξαιρετικής δράσεως της Ελληνικής Αεροπορίας και προσπαθούσαν μέχρι το βράδυ, με τα Τμήματά τους της πρώτης γραμμής να λάβουν την επαφή με την αμυντική τοποθεσία Ελαίας – Καλαμά, χωρίς όμως και να το κατορθώνουν ολοκληρωτικά.

Στο μεταξύ στις 31 Οκτ το Ελληνικό Ναυτικό με τα αντιτορπιλικά «Ψαρά» και «Σπέτσες» (διοικητής ο πλοίαρχος Κώνστας), βομβάρδισε θέσεις τον Ιταλικού πυροβολικού στις περιοχές Κονίσπολη, Σαγιάδες, Σμέρτο, Φιλιάτες με αποτέλεσμα την ανατίναξη πυρομαχικών στην Κονίσπολη και Σαγιάδα. Ο ενθουσιασμός των Ελληνικών Τμημάτων από την επιτυχή αυτή δράση τον Ναυτικού υπήρξε μεγάλος και η τόνωση του ηθικού σημαντική. Πρέπει να τονισθεί ότι η επιχείρηση έγινε ύστερα από επιμονή του Αρχιστρατήγου και επέμβαση τον Πρωθυπουργού, χωρίς τόσο το ΓΕΝ, όσο και ο Βρετανός σύνδεσμος στην Αθήνα αντιναύαρχος Τέρλ, θεωρούσαν την παρουσία των Ελληνικών πολεμικών πλοίων στην περιοχή ως πολύ ριψοκίνδυνη.

Κατά τον ίδιο χρόνο η 8η Μεραρχία αποσύρει τα τμήματά της (1 τάγμα πεζικού, 1 πυροβολαρχία, 1 λόχο πολυβόλων, 2 ουλαμοί πυροβολικού συνοδείας) από την Πρέβεζα και τα μεταφέρει στον Τομέα Θεσπρωτίας ως ενίσχυση και την 1η Νοε μεταφέρει άλλο τάγμα  από την Άρτα στα Ιωάννινα ως εφεδρεία. Η Μεραρχία προέβη στις μετακινήσεις αυτές, ύστερα από πληροφορίες που είχε από το ΓΕΣ σύμφωνα με τις οποίες, οι πιθανότητες εχθρικής αποβατικής ενέργειας στην περιοχή ήσαν ελάχιστες. Παράλληλα εξαιτίας της δυσμενούς εξέλιξης της κατάστασης στον τομέα της Πίνδου και της διείσδυσης των Ιταλών στην περιοχή τον Σμόλικα, προωθεί στο όρος Γκαμήλα ένα τάγμα πεζικού που της δόθηκε από το ΓΕΣ, για να καλύψει τις διαβάσεις Παπίγγου και Αστράκας και συμπτύσσει το Απόσπασμα Αώου (τάγμα  Προκαλύψεως Κόνιτσας) για να αποφράξει τις διαβάσεις τον ποταμού Αώου προς τα νότια της περιοχής Βρυσοχώρι και να συνδεθεί με το Απόσπασμα Μετσόβου (που τέθηκε υπο διοίκηση της 8ης ΜΠ αντί τον ΤΣΔΜ από 31 Οκτ) και που βάδιζε από Μέτσοβο προς Βρυσοχώρι.

Το ΓΕΣ εξαιτίας της δυσμενούς εξέλιξης τον αγώνα στην Πίνδο, υπενθυμίζει στην 8η Μεραρχία τη βασική αποστολή της (έμμεση αποδοχή τυχόν απόφασης της Μεραρχίας για σύμπτυξη), να αποφράξει δηλαδή τον άξονα Ιωάννινα – Μέτσοβο – Καλαμπάκα, πλην όμως η τελευταία εμμένει στην αρχική της απόφαση να δώσει τον αγώνα στην τοποθεσία Ελαία – Καλαμάς. Ο διοικητής της 8ης ΜΠ, υποστράτηγος Κατσιμήτρος Χαράλαμπος, με ολύμπια γαλήνη τη νύκτα 1/2 Νοε στο νέο ΣΔ, στο χ. Πετσάλη, αναμένει την έκβαση της επικείμενης σύγκρουσης. Η πιο μεγάλη μέρα γι’ αυτόν, για τη σύγχρονη Ελλάδα σε λίγο ξημερώνει.

Η Μάχη στην Ελαία

Το πρωί της 2ης Νοεμβρίου βρίσκει τον Ιταλικό Στρατό να έχει συμπληρώσει τις προετοιμασίες του. Στις 08:00 υποκλέπτεται από τον ασύρματο της 8ης Μεραρχίας ένα ιταλικό σήμα του διοικητού τον 25ου ΣΣ προς την ιταλική Αεροπορία, που έλεγε: «Επωφεληθείτε από την καλή μέρα και χτυπήστε δυνατά τον εχθρό ». Πράγματι στις 09:00 αλλεπάλληλα σμήνη βομβαρδίζουν την τοποθεσία Ελαία – Καλαμάς και ιδιαίτερα τα υψώ­ματα Γκραμπάλας – Ελαίας – Μονής Βελά. Στις 12:00 περίπου που σταμά­τησε η Αεροπορία, ο βομβαρδισμός συνεχίζεται με μεγαλύτερη πυκνότητα από το ιταλικό πυροβολικό και ιδιαίτερα στον υποτομέα των Σουδενών και Ελαίας. Δύο χιλιάδες βλήματα έπεσαν από τις 12:00 ως τις 15.00 αλλά η αποτελεσματικότητα των βλημάτων ήταν πενιχρή στα χαρακώματα.

Στις 15:00 περίπού οι Φάλαγγες ΣΟΛΙΝΑ και ΤΡΙΤΣΙΟ εξορμούν κατά των υψ. Γκραμπάλας και ΒΑ της Ελαίας και οι Φάλαγγες ΚΕΝΤΡΙΚΗ και ΣΑΠΙΕΝΤΖΑ κατά Ελαίας – Νεγράδων και Βροντισμένης παρά την επιβράδυνση και τις απώλειες από τη δράση του Ελληνικού πυροβολικού. Ιταλική συγκέντρωση 2 ταγμάτων σε μία χαράδρα πλησίον της Ψηλορ­ράχης επισύρει την συγκεντρωτική βολή του Ελληνικού πυροβολικού στις 13:40 με αποτέλεσμα τη διάλυση και άτακτη φυγή των Ιταλών προς Χάνι Καλλιθέας ενώ μερικοί έφτασαν μέχρι το χωριό Ποντικάτες, δηλαδή 20 χιλιόμετρα μακριά. Η επίθεση όμως κατά της Γκραμπάλας παρά την αρχική απόκρουση είναι συνεχής και επίμονη. Στις 20:00 μία δύναμη λόχου με Αλβανούς στρατιώτες ανέβηκε, από την πιο απόκρημνη πλευρά, αθέατη στο υψ. Γκραμπάλα, εφορμά αιφνιδιαστικά και ανατρέπει την Ελληνική διμοιρία από τη νότια κορυφή (υψ. 1060) του υψώματος αυτού. Την ίδια ώρα άλλος λόχος ανατρέπει την υπόλοιπη δύναμη τον ελληνικού λόχου που κατείχε το υψ. Γκραμπάλα και έτσι οι Ιταλοί κυριεύουν το συγκρότημα της Γκραμπάλας και το διατηρούν αφού η Διοίκηση του 3/15 Τάγματος στο οποίο ανήκε το ύψωμα, δεν διέθετε εφεδρεία για να ενεργήσει αντεπίθεση. Επί πλέον τις πρώτες εσπερινές ώρες άρχισε σφοδρή χιονοθύελλα που συνεχιζόταν μέχρι το πρωί.

Στις 05.00 της 31ης Νοεμβρίου, όταν κόπασε η χιονοθύελλα εκτοξεύθηκε η ελληνική αντεπίθεση από διατεθείσα διλοχία του 15 ΣΠ. Την ώρα που τα ελληνικά τμήματα ανέρχονταν στη Γκραμπάλα, ανέβαινε από την πίσω πλευρά και το υπόλοιπο τάγμα  των Αλβανών που εξαιτίας της σφοδρότατης χιονοθύελλας είχε αποσυρθεί για διανυκτέρευση στα Καλύβια Αρίστης και είχε αφήσει επάνω στο ύψωμα μόνο ένα λόχο, με προοπτική να επανέλθει με την αυγή στη θέση του. Ακολουθεί μάχη σώμα με σώμα και ο εχθρός ανατρέπεται με την ξιφολόγχη και διαλύεται. Η Γκραμπάλα, το σημαντικότατο αυτό ύψωμα για όλη την τοποθεσία της Ελαίας, γίνεται και πάλι Ελληνικό. Το παρατηρητήριό της εντοπίζει στις 06:00 στα Καλύβια Αρίστης ολόκληρό το 47 ΣΠ των Ιταλών έτοιμο και αυτό να ανέβει στην Γκραμπάλα για να συνεχίσει απ’ εκεί προς τα υψ. 1060 – 1090 (Ασσόνισα) και ανατολικότερα. Επακολουθεί συγκεντρωτική βολή 4 πυροβολαρχιών με αποτέλεσμα τη διάλυση τον Συντάγματος και τη ματαίωση της επίθεσης.

Κατά το ίδιο «Μοτίβο» της προηγούμενης ημέρας, επαναλαμβάνονται και στις 3 Νοεμβρίου οι ιταλικές ενέργειες βομβαρδισμού από την αεροπορία και το πυροβολικό και με ιδιαίτερη σφοδρότητα στην Ψηλορράχη, Ελαία, Ρεπέτιστα, Σιάστη και Μονή Σωσσίνου. Στις 16:00 φάλαγγα 50 – 60 αρμάτων με 80 μοτοσικλετιστές βγαίνει από τους Χώρους Αποκρύψεως κοντά στη διχάλωση των δρόμων, προς Μέρτζανη και προς Χάνι Δελβινάκι και εφορμά κατά του λόφου της Ελαίας. Η επίθεση θραύεται από την αντιαρματική άμυνα και από το εύστοχο πυρ τον πυροβολικού της τοποθεσίας. Μπροστά στην αντιαρματική τάφρο καταστρέφονται 9 άρματα και 30 μοτοσικλέτες ενώ τα υπόλοιπα άρματα αναστράφηκαν και υποχώρησαν. Αλλά και το ιταλικό πεζικό που ήταν στους χώρους συγκέντρωσης για να επιτεθεί μετά τα άρματα, χτυπήθηκε από το ελληνικό πυροβολικό και δεν μπόρεσε να εκδηλώσει την επίθεσή του στην Ελαία. Την ίδια τύχη είχαν τα Ιταλικά τμήματα  που ενεργούσαν στον Άγιο Αθανάσιο και στην Γκόριτσα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την αναπτέρωση τον ηθικού των ανδρών της Μεραρχίας γιατί έβλεπαν ότι η αντιαρματική τους άμυνα ήταν αποτελεσματική κι’ ας αντιμετώπιζαν για πρώτη φορά άρματα. Τόσο εξοικειώθηκαν, ώστε αναφέρονται τολμήματα χρησιμοποίησης κουβερτών στις ερπύστριες των αρμάτων για την ακινητοποίησή τους.

Παρά τις επιτυχίες αυτές, ο διοικητής της μεραρχίας, βλέποντας την αρματική επίθεση στην Ελαία και γνωρίζοντας την ασθενή αντιαρματική θέση του στον υποτομέα της Γρίμπιανης (τον τομέα Καλαμά, πού ήταν ΒΔ Του ποταμού Καλαμά) και θέλοντας να εξοικονομήσει περισσότερη εφε­δρεία για τις ανάγκες που έβλεπε ότι κάθε ημέρα θα μεγάλωναν, διέταξε τη σύμπτυξη των υποτομέων Γρίμπιανης και Γρανιτσοπούλας από τη θέση τους δυτικά τον Καλαμά, στις επίσης οργανωμένες Θέσεις των υποτομέων Ζίτσας και Σουλόπουλού, ανατολικά τον Καλαμά. Η σύμπτυξη αυτή έγινε κατά αριστοτεχνικό τρόπο τη νύχτα 3/4 Νοε χωρίς ο εχθρός να την αντιληφθεί. Παρά το γεγονός ότι η Ανώτατη Ιταλική Διοίκηση ματαίωσε τη συνέχιση της επίθεσης πού προβλεπόταν για τις 4 Νοε για να οργανωθεί καλύτερα και να εξασφαλισθεί ο πλουσιότερος ανεφοδιασμός, η επιθετική δραστηριότητα της αεροπορίας, του πυροβολικού αλλά και των μονάδων ελιγμού της πρώτης γραμμής ήταν συνεχής και πάντοτε κατά το γνωστό πλέον μοτίβο (09:00 – 12:00 η αεροπορία, 12:00 – 15.00 το πυροβολικό, 15:00 και μετά οι μονάδες ελιγμού).

Την προηγούμενη νύχτα 3/4 Νοε οι Ιταλοί είχαν πετύχει με λίγες δυνάμεις να περάσουν τον Καλαμά στην περιοχή τον Αγ. Αθανασίου, πλην όμως με ελληνική αντεπίθεση στις 4 Νοε οι Ιταλοί απωθήθηκαν και πάλι πέρα από το ποτάμι.

Τόσο το πεζικό όσο και το πυροβολικό  των Ελλήνων αυτές τις 3 ημέρες καταπονείται πολύ από τις πτήσεις χαμηλού ύψους της Ιταλικής αεροπορίας. Για να αποφύγουν την αποκάλυψη των θέσεων τους και τις απώλειες, το πυροβολικό  τηρεί αναγκαστική «σιγή» ακόμα και σε αιτήσεις βολής απόλυτης ανάγκης, ενώ το πεζικό αναγκάζεται να μείνει μέσα στα χαρακώματα.

Παρ’ όλα αυτά τη νύκτα 4/5 Νοε εκπέμπονται Ελληνικές αναγνωρίσεις και αποσπάσματα έξω από την αμυντική τοποθεσία, στη Βουρλιόζα και στη γέφυρα τον Καλαμά, απ’ όπου μάζεψαν τις μοτοσικλέτες και τα άρματα πού άφησαν πίσω οι Ιταλοί στις 3 Νοε. Επίσης επιθετικές αναγνωρίσεις στάλθηκαν στη γέφυρα τον Αγ. Αθανασίού και στις θέσεις Δυτικά τον Καλαμά. Μόλις το απόγευμα της 4ης Νοε οι Ιταλοί αντιλαμβάνονται ότι οι προωθημένες θέσεις δυτικά τον Καλαμά έχουν εγκαταλειφθεί από τους Έλληνες και στις 5 το πρωί της 5ης Νοε εγκαθιστούν βάση πυρός στο υψ. Λεπροβούνι.

Επιθετικές προσπάθειες για την κατάληψη της Γκραμπάλας, της Ελαίας και της Βροντισμένης στις 5 Νοε αποτυγχάνουν με καταστροφή αρκετών αρμάτων μπροστά στη Βροντισμένη στις βαλτώδεις εκτάσεις τον Καλαμά. Το βράδυ ο ασύρματος της 8ης ΜΠ υποκλέπτει ένα ραδιογράφημα Ιταλικής Μονάδας πού έλεγε:

« Είμαστε υποχρεωμένοι να αναστείλουμε τις επιχειρήσεις αναμένοντας ενισχύσεις. Οι Έλληνες οι οποίοι είναι γνωστοί για το πείσμα και την επιμονή τούς, οργάνωσαν από τον καιρό της ειρήνης το τραχύ και ανώμαλο έδαφος της Ηπείρου με τέτοια μεθοδικότητα και επιμέλεια, ώστε κάθε βράχος αποτελεί μία φωλιά πολυβόλων και κάθε σπήλαιο μία θέση άμυνας και παρουσιάζουν τόση λύσσα στον αγώνα ώστε χρειάζονται περισσότερα και ισχυρότερα μέσα για να τους εκδιώξουμε »

Το ιταλικό πεζικό συνεχίζει την επιθετική τον πίεση κατά τη διάρκεια της 6ης Νοε και παρά το ότι την ημέρα αυτή παρατηρείται έλλειψη πυρομαχικών στο Ελληνικό πυροβολικό, οι Ιταλοί αναχαιτίζονται από τα αυτόματα όπλα και τα τυφέκια τον πεζικού. Όμως την ημέρα αυτή οι Ιταλοί προπαρασκευάζουν νέα επιθετική προσπάθεια για την επομένη, πού θα την κατευθύνουν στα δύο πλευρά της τοποθεσίας Ελαίας και ιδιαίτερα στα υψώματα Γκραμπάλας και Ασσόνισα. Έτσι το πρωί της 7ης Νοε η ιταλική αεροπορία βομβαρδίζει σκληρά από 09:00 – 11:00 και στη συνέχεια το πυροβολικό  από 11:00 – 15:00 την περιοχή Γκραμπάλας, χωρίς όμως τελικά θετικά γι’ αυτούς αποτελέσματα γιατί πριν καν λάβουν την επαφή με την τοποθεσία τα επιτεθέντα ιταλικά τάγματα διασκορπίστηκαν από το Ελληνικό πυροβολικό  περί τις 16:30. Στις 22:00 όμως της ίδιας ημέρας ιταλική διλοχία, εκμεταλλευόμενη το σκοτάδι, αναρριχάται και καταλαμβάνει τη νότια κορυφή της Γκραμπάλας (υψ. 1060) ανατρέποντας την εκεί αμυνόμενη ελληνική διμοιρία. Με άμεση όμως, τούτη τη φορά, Ελληνική αντεπίθεση και μετά από αγώνα σώματος προς σώμα και με χρήση χειροβομβίδων κυρίως ξανακυριεύεται από τους Έλληνες. Στα στήθη νεκρών της ιταλικής διλοχίας βρέθηκαν μεταλλικά εμβλήματα (ταυτότητες) με τα στοιχεία «47 RQΤ» και την επιγραφή «FANTI DELLA MORTE», δηλαδή «Στρατιώτες του Θανάτου». Αυτό αποτελεί απάντηση σε όσους ισχυρίζονται πως δεν πολέμησαν οι Ιταλοί στην Ήπειρο.

Στις 8 Νοε τα Ελληνικά παρατηρητήρια διαπιστώνουν ασυνήθι­στη κίνηση Ιταλικών μεταγωγικών αυτοκινήτων στα μετόπισθεν και ιδιαίτερα στο Χάνι Δελβινάκι. Ακόμη παρατηρούν αλλαγή των θέσεων του Ιταλικού πυροβολικού προς τα πίσω αλλά και απουσία αρμάτων μπροστά στην αμυντική τοποθεσία της Ελαίας. Είναι η πρώτη ένδειξη για την 8η ΜΠ ότι οι Ιταλοί αδειάζουν την τοποθεσία. Ο εχθρός ντροπιασμένος αποσύρεται από το Πεδίο της Μάχης. Η Ελλάδα σώθηκε.

Οι απώλειες της 8ης Μεραρχίας κατά τον αμυντικό της αγώνα από 1-5 Νοε ανήλθαν σε 3 αξιωματικούς και 57 οπλίτες νεκρούς και σε 5 αξιωματικούς και 203 οπλίτες τραυματίες. Οι απώλειες των Ιταλών, από την έναρξη των επιχειρήσεων μέχρι τις 5 Νοε σύμφωνα με τις απόψεις τον Στρατηγού Πράσκα ήταν 17 αξιωματικοί και 354 οπλίτες νεκροί και 65 αξιωματικοί και 1134 οπλίτες τραυματίες. Ως αγνοούμενοι φέρονται 10 αξιωματικοί και 648 οπλίτες.

Η Μάχη στον Καλαμά ( Τομέας Θεσπρωτίας)

Κατά τη διάρκεια 30, 31 Οκτ και 1, 2 Νοε οι Ιταλοί στον κάτω ρου του Καλαμά ασχολούνται με τη διευθέτηση και αποκατάσταση των δρομολογίων και ιδιαίτερα με την κατασκευή της οδού Κονίσπολη – Σαγιάδα, που περατώθηκε στις 2 Νοε 1940. Επίσης εκτελούν αναγνωρίσεις και προσπαθούν με τις ελαφρές τους δυνάμεις να λάβουν την επαφή με τα Ελληνικά τμήματα  τον Τομέα της Θεσπρωτίας, χωρίς όμως να το κατορθώσουν εξαιτίας της δράσης τον Ελληνικού πυροβολικού. Το πυροβολικό  του Τομέα Θεσπρωτίας παρενοχλεί τις κινού­μενες φάλαγγες και τα συνεργεία κατασκευών και επισκευών των οδών και των γεφυρών, επιφέροντας βαριές απώλειες. Ένα από τα θύματά τον είναι και ο διοικητής του 32 Συντάγματος Πεζικού και της ομώνυμης Φάλαγγας συνταγματάρχης ΤΖΑΝΙΝΙ, που σκοτώθηκε από βλήμα πυροβολικού στο παρατηρητήριο των Φιλιατών.

Από τις 2 ως τις 4 Νοε οι Ιταλοί χωρίς να πάψουν να σφυρο­κοπούν τον τομέα Θεσπρωτίας και ιδιαιτέρως τις περιοχές Τσιφλίκι – Βρυσέλα – Παραπόταμος – Ρίζιανη – Νεοχώριο προωθούν από τη νέο­κατασκευασθείσα οδό Κονίσπολη – Σαγιάδες το βαρύ πυροβολικό  τους και γενικά προετοιμάζουν τη βίαιη διάβαση του Καλαμά. Πράγματι στις 5 Νοε μετά το άγριο σφυροκόπημα από το πυροβολικό  και την Αεροπορία των Ιταλών κατορθώνεται κατά τις 10:15 η κατασκευή γέφυρας στη θέση Τσιφλίκι, από την οποία διαπεραιώνονται τμήματα  της Μεραρχίας Ιππικού και κατά τις 15.00 η γέφυρα στη θέση Βρυσέλα για τη Μεραρχία Σιέννα. Οι Ιταλοί το βράδυ της 5ης Νοε κατέχουν μία γραμμή υψωμάτων 2 χιλιόμετρα βόρεια της Ηγουμενίτσας – στενωπός Παραποτάμου.

Στις 6 Νοε τα εχθρικά προγεφυρώματα νότια του Καλαμά διευρύνονται παρά την Ελληνική αντίδραση και κυριεύεται η Ηγουμενίτσα. Τα ελληνικά τμήματα  του κάτω ρου τον Καλαμά είναι ανεπαρκή για την διεξαγωγή επιβραδυντικού αγώνα, γι’ αυτό και με διαταγή της 8ης Μεραρχίας διακόπτουν την επαφή και αποσύρονται στην τοποθεσία Σουλίου – Αχέροντα, όπου προωθείται από τη Φιλιππιάδα το 39 Σύνταγμα Ευζώνων (μείον) της 3ης Μεραρχίας, ενώ ο Τομέας Οεσπρωτίας αναδιατάσσεται προς κάλυψη των οδεύσεων από Ελευθεροχώρι και Μενίνα προς Ιωάννινα, ενισχυθείς την επομένη από την 8η ΜΠ με ένα τάγμα  πεζικού. Ωστόσο οι Ιταλοί δεν επεδίωξαν να παρενοχλήσουν τις Ελληνικές δυνάμεις που συμπτύχθηκαν ούτε να εκμεταλλευτούν την επιτυχία τους. Αρκέστηκαν να προωθήσουν τμήματα του ιππικού τους μέχρι Μαζαρακιά στις 8 Νοε και Μαργαρίτι στις 9 Νοε, που αποτέλεσε και το νοτιότερο άκρο της εχθρικής εισχώρησης. Σημειώνεται όμως ότι η στάση αυτή των Ιταλών δικαιολογείται μόνο από το φόβο τους να μην αποκοπούν από τις βάσεις τους, συνεχίζοντας την προέλαση προς νότο, από τυχόν πλευρική Ελληνική επίθεση, εφ’ όσον δεν είχε ακόμη διασπασθεί η τοποθεσία Ελαίας.

Η Μάχη στην Πίνδο

Στον Τομέα της Πίνδου επιτέθηκε η 3η Μεραρχία Αλπινιστών «Τζούλια» στις 05:30 της 28ης Οκτ 1940. Πρέπει να σημειωθεί όμως ότι κατά ορισμένων Ελληνικών φυλακίων η επίθεση εκδηλώθηκε από τις 01.00, δηλαδή δύο ώρες πριν επιδοθεί το Ιταλικό τελεσίγραφο. Έτσι 2 συγκροτήματα συνταγμάτων πεζικού της μεραρχίας «Τζούλια» (καλυπτόμενα από 2 λόχους από Βορρά), συγκροτημένα σε 3 Φάλαγγες το ένα και 2 το άλλο, με δύναμη 1 τάγμα πεζικού και 1 πυροβολαρχίας η κάθε μία, εισέβαλλαν στην Πίνδο ακολουθώντας τις κατευθύνσεις που οδηγούν βόρεια και νότια τον Σμόλικα αντίστοιχα.

Τα Ελληνικά Προκαλυπτικά τμήματα  αφού πρόβαλαν αρχικά σθεναρή αντίσταση, άρχισαν στη συνέχεια να συμπτύσσονται και τη νύχτα 28/29 Οκτ βρίσκονταν στη γραμμή Καταφύκι – Σκάλα – Φαρμάκη – Κιάφα – Επάνω Αρένα – Μούκα – Πάτωμα – Καστάνιανη – Μάλιστα. Στο μεταξύ ο διοικητής τον Αποσπάσματος Πίνδου, συνταγματάρχης Δαβάκης Κωνσταντίνος, για να ενισχύσει τα μαχόμενα τμήματα, διέταξε την άμεση προώθηση προς τη γραμμή τον μετώπου των Λόχων τον 111/51 Τάγματος, που είχαν αρχίσει να φτάνουν στο Επταχώρι από το πρωί της 28ηs Οκτωβρίου. Διέταξε επίσης να συγκεντρωθούν στο χ. Μόρφη όλα τα μεταφορικά μέσα των χωρικών της Πίνδου, για να χρησιμοποιηθούν στη μεταφορά πυρομαχικών και άλλων εφοδίων στα μαχόμενα τμήματα. Η έκκλησή τον προς τα χωριά της Πίνδου έγινε δεκτή με μεγάλη προθυμία και ενθουσιασμό. Γέροντες, γυναίκες και παιδιά εργάστηκαν, επί ημέρες, με ηρωισμό και αυτοθυσία, μεταφέροντες πυρομαχικά και εφόδια μέχρι την πρώτη γραμμή του μετώπου και διακομίζοντας τραυματίες κάτω από πολύ δυσμενείς συνθήκες. Ο εχθρός έχοντας μεγάλη υπέροχη στο πεζικό και στο πυροβολικό  και υποστηριζόμενος από την επίσης συντριπτικά υπέρτερη Αεροπορία τον, συνέχισε δραστήρια την πίεση και αστραπιαία τις κινήσεις του με αποτέλεσμα:

  • Μέχρι το βράδυ της 31 Οκτ να έχει απωθήσει τα προ­καλυπτικά τμήματα, διάσπαρτα στη γενική γραμμή Πρίασπος – Κούτσουρο – Γάβρος – Βούζιο – Κεράσοβο και από εκεί στη νότια πλευρά τον Αώου, κοντά στο χ. Βρυσοχώρι.
  • Μέχρι την 3η Νοε, αφού απώθησε τα Ελληνικά τμήματα  στο Βούζιο και απέκρουσε αντεπίθεση καταπονημένων και περιορισμένων Τμημάτων του Αποσπάσματος Πίνδου υπό την Ιη Μεραρχία που είχε φθάσει στην περιοχή, (η αντεπίθεση έγινε για ανακατάληψη των υψ. Γύφτισας – Οξνάς και σ’ αυτή την 1η Νοε σκοτώθηκε ο πρώτος Ελληνας αξιωματικός, υπολοχαγός (ΠΖ) Διάκος Αλέξανδρος από τα Δωδεκάνησα, κατά την επίθεση τον Λόχου του προς κατάληψη τον υψ. Τσούκα, ανατολικά της Φούρκας), αδιαφόρησε για την έλλειψη επαρκούς καλύψεως του αριστερού του πλευρού και προέλασε ταχύτατα μέχρι τη Σαμαρίνα (2 Νοε) και Βωβούσα (3 Νοε).

Έτσι δημιουργήθηκε μεταξύ Σμόλικα και Γράμμου, δηλαδή στο όριο μεταξύ της 8η ΜΠ, που υπαγόταν στο ΓΕΣ και του Αποσπάσματος Πίνδου, που υπαγόταν στο ΤΣΔΜ, ένας πολύ επικίνδυνος εχθρικός θύλακας για ολόκληρη την ελληνική αμυντική διάταξη. Το Απόσπασμα Πίνδου, που δέχτηκε την πίεση ολόκληρης της Μεραρχίας Αλπινιστών «Τζούλια» διεξήγαγε επί διήμερο, κάτω από πολύ δυσμενείς καιρικές συνθήκες, σκληρό και άνισο αγώνα και απέδωσε ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατόν. Η παραπέρα εξέλιξη της κατάστασης περιερχόταν πλέον στα χέρια των προϊσταμένων κλιμακίων.

Η Ελληνική Αντεπίθεση στην Πίνδο

Το ΓΕΣ ανησύχησε πολύ από τη δυσμενή εξέλιξη της κατάστασης στην Πίνδο, γι’ αυτό και αποφάσισε στις 31 Οκτ να αναθέσει τη διεύθυνση των επιχειρήσεων στην Πίνδο στο Β’ ΣΣ, να φράξει πρώτα τις ορεινές διαβάσεις προς τη Νεάπολη, τα Γρεβενά και το Μέτσοβο και στη συνέχεια, μετά τη σταθεροποίηση του μετώπου, να αναλάβει επιθετικές ενέργειες στην κατεύθυνση Επταχώρι – Κεράσοβο, για την αποκοπή των Ιταλικών Δυνάμεων που κινούνταν προς τη Σαμαρίνα και ακολούθως τη συντριβή τους ή την απώθηση δυτικά της Πίνδου. Έτσι σε πρώτη φάση διέταξε:

  1. Τη Μεραρχία Ιππικού (υποστράτηγος Στανωτάς Γεώργιος, με το Στρατηγείο και 2 τάγματα πεζικού που μόλις την 1η Νοε είχαν φθάσει από Θεσσαλονίκη στην περιοχή του Μετσόβου), να φράξει την κατεύθυνση Βωβούσα – Μέτσοβο.
  2. Διά του ΤΣΔΜ (αντιστράτηγος Πιτσίκας Ιωάννης) και Β’ ΣΣ (αντιστράτηγος Παπαδόπουλος Δημήτριος) την Ταξιαρχία Ιππικού (Σχης Δημάρατος, Στρατηγείο με 1 ίλη και 1 πυροβολαρχία που στις 31 Οκτ μόλις είχαν φθάσει από Θεσσαλονίκη στο Δούτσικο) να φράξει την ορεινή κατεύθυνση Σαμαρίνα – Γρεβενά.
  3. Δια του ΤΣΔΜ και Β’ ΣΣ την Ιη Μεραρχία (υποστράτηγος Βραχνός Βασίλειος, Στρατηγείο, που στις 30 Οκτ μόλις είχε φθάσει στο Επταχώρι και αναλάμβανε τον τομέα του Αποσπάσματος Πίνδου, τον οποίον τα τμήματα  ήταν Μονάδες του 51 ΣΠ, ενός από τα οργανικά Συντάγματα της 1ης Μεραρχίας), να συγκεντρώσει όλες τις διαθέσιμες δυνάμεις της περιοχής Επταχωρίου και να φράξει την κατεύθυνση Επταχώρι – Νεάπολη.
  4. Δια τον ΤΣΔΜ και Β’ ΣΣ την 5η Ταξιαρχία Πεζικού (3 τάγματα πεζικού), να αποκαταστήσει το ρήγμα μεταξύ Κάτω Αρένας και Σούφλικα στο Γράμμο, για να καλυφτεί έτσι το αριστερό πλευρό της 9ης ΜΠ.

Πράγματι στις 31 Οκτ η 5η Ταξιαρχία με αντεπίθεση ανακτά τη γραμμή Σούφλικας – Επάνω Αρένα – Κάτω Αρένα και συνδέεται σταθερά με την 9η Μεραρχία δεξιά. Η 1η Μεραρχία όμως αριστερά, που εκτόξευσε την αντεπίθεση με περιορισμένες και καταπονημένες δυνάμεις του Αποσπάσματος Πίνδου, είχε μερική μόνον επιτυχία. Κατέλαβε το Κάντζικο και τη Λυκορράχη και σταθεροποίησε τα χείλη του θύλακα που είχαν δημιουργήσει οι Ιταλοί. Τέλος η Ταξιαρχία Ιππικού με σύντομη κίνηση εγκαθίσταται με τις λίγες δυνάμεις της στη γραμμή των υψωμάτων Λυκοκρέμασμα – Σκούρτζα – Αννίτσα και φράζει την κατεύθυνση Σαμαρίνα – Γρεβενά.

Στις 2 και 3 Νοε η 1η ΜΠ που ενισχύθηκε στο μεταξύ, ανέκτησε το υψ. Ταμπούρι και το χωριό Φούρκα και απέκοψε έτσι από τα μετόπισθεν τους τα Ιταλικά τμήματα που είχαν κινηθεί δια Κερασόβου προς Σαμαρίνα. Την παραμονή της επίθεσης, 2 Νοε, κατά τη διάρκεια απογευματινής αναγνώρισης στο υψ. Προφήτης Ηλίας Φούρκας, τραυμα­τίσθηκε σοβαρά στο στήθος ο συνταγματάρχης Δαβάκης Κωνσταντίνος και δια­κομίστηκε στο Επταχώρι. Επίσης η Ταξιαρχία Ιππικού κατέλαβε στις 3 Νοε τη Σαμαρίνα ενώ η Μεραρχία Ιππικού στις 4 Νοε κατέλαβε τη Βωβούσα. Έτσι τα χείλη του θύλακα που δημιούργησε η εισβολή της Μεραρχίας Αλπινιστών στην Πίνδο σταθεροποιήθηκαν και το ηθικό των Ελληνικών δυνάμεων ανα­πτερώθηκε.

Κατά την 5η και 6η Νοε η Ελληνική αντεπίθεση στην Πίνδο συνεχίζεται ορμητική σ’ όλες τις κατευθύνσεις και η Μεραρχία «Τζούλια» συμπιέζεται και αρχίζει να εγκαταλείπει συνεχώς τα ερείσματά της στα υψώματα Βασιλίτσα, Γομάρα και ΝΑ Σμόλικα. Για να προλάβουν οι Ιταλοί την αιχμαλωσία της Μεραρχίας Αλπινιστών «Τζούλια» στην περιοχή τον Σμόλικα, απέστειλαν βιαστικά προς ενίσχυση της το 139 ΣΠ της 47ης Μεραρχίας «Μπάρι» με αποστολή να καλύψει τις βόρειες διαβάσεις του Σμόλικα και την κοιλάδα τον Σαραντα­πόρου στο ύψος τον χωριού Πουρνιά. Η τύχη όμως της Μεραρχίας «Τζούλια» είχε κριθεί. Η Μεραρχία από τις 6 Νοε παραιτήθηκε από κάθε επιθετική προσπάθεια, γιατί δεν είχε ελπίδες ενίσχυσης και γιατί βρισκόταν χωρίς εφόδια, εκτός από ελάχιστα που είχαν ρίξει τα Ιταλικά αεροσκάφη. Έτσι άρχισε να απαγκιστρώνεται και να συμπτύσσεται από το μοναδικό δρόμο διαφυγής που της απόμεινε, την κοιλάδα του Αώου.

Από ελληνικής πλευράς, οι δυνάμεις που μπήκαν στον αγώνα στον Τομέα του Αποσπάσματος Πίνδου, συνεχώς ενισχυόμενες κλείνουν τον θύλακα και ακρωτηριάζουν τον εισβολέα. Έτσι:

  • Στις 8 Νοε τα Ελληνικά τμήματα  κατέχουν τη γραμμή Βωβούσα (Μεραρχία Ιππικού) – Δίστρατο (Ταξιαρχία Ιππικού) – υψ. Κλέφτης – χ. Πουρνιά (1η Μεραρχία) – υψ Σταυρός (5η Ταξιαρχία). Σημειώνεται ότι στο Δίστρατο πιάστηκε από την Ταξιαρχία Ιππικού το Χειρουργείο της Μεραρχίας Αλπινιστών με τους 200 περίπου τραυματίες που νοσηλεύονταν σ’ αυτό.
  • Στις 9 Νοε εκτοξεύεται τοπική Ιταλική αντεπίθεση στο υψ. Κλέφτης και Νταλιάπολη (τον Σμόλικα), που όχι μόνο δεν πέτυχε αλλά είχε ως αποτέλεσμα να εγκαταλειφθούν εκεί πυροβόλα, όλμοι, ασύρματοι και η πολεμική σημαία τον 111/9 Τάγματος Αλπινιστών.
  • Την επομένη 10 Νοε τμήματα της 1ης ΜΠ και της Μεραρχίας Ιππικού που ενεργούσαν για την κατάληψη της διάβασης Σούσνιτσα (Δυτικά τον χ. Ελεύθερο), συναντήθηκαν με φάλαγγα τον 8ου Συντάγματος Αλπινιστών, την οποία και κατόρθωσαν να διαλύσουν ύστερα από επτάωρο περίπου σκληρό αγώνα. Συνελήφθησαν 15 αξιωματικοί και 700 οπλίτες αιχμάλωτοι και κυριεύθηκε παντοειδές πολεμικό υλικό μεταξύ του οποίου ήταν και 100 ημίονοι και 5 όλμοι.
  • Από τις 11 μέχρι 13 Νοε, οι ελληνικές δυνάμεις έχουν ολο­κληρώσει την κατάληψη των ορεινών όγκων τον Γράμμου και τον Σμόλικα και τις κύριες συνοριακές διαβάσεις σ’ όλη τη ζώνη τον τομέα της Πίνδου. Εξαίρεση αποτελεί η περιοχή της Κόνιτσας, όπου οι Ιταλοί ενισχύθηκαν με το μεγαλύτερο μέρος της 47ης Μεραρχίας και την οποία κατάφεραν να διατηρήσουν μέχρι τις 16 Νοε, καλύπτοντας έτσι τη διέλευση των υπολειμμάτων της μεραρχίας «Τζούλια».

Στις 13 Νοε είχε ολοκληρωθεί η ανακατάληψη των ορεινών όγκων Σμόλικα και Γράμμου. Έτσι, οι διαβάσεις της Πίνδου εξασφαλίσθηκαν και ο κίνδυνος διαχωρισμού των ελληνικών δυνάμεων που  βρίσκονταν στην Ήπειρο και τη Δ. Μακεδονία εξέλιπε.

Οι απώλειες των ελληνικών δυνάμεων κατά τη μάχη Πίνδου – Καλαμά ήταν σημαντικές τόσο σε νεκρούς, όσο και σε τραυματίες αξιωματικούς και οπλίτες. Αλλά και οι ιταλικές απώλειες υπήρξαν πάρα πολύ μεγάλες. Σύμφωνα με τους πιο μέτριους υπολογισμούς οι νεκροί και τραυματίες ξεπέρασαν τους πεντακοσίους και οι αιχμάλωτοι τους χίλιους διακόσιους.

Διαπιστώσεις – Συμπεράσματα επί Ιταλικών Ενεργειών

Βασικό σφάλμα της ιταλικής διοίκησης ήταν η υπεραισιοδοξία της η οποία συνέβαλε στον αιφνιδιασμό των στρατευμάτων της από την πείσμονα Ελληνική αντίδραση που προβλήθηκε, δεδομένου ότι τα είχε προετοιμάσει περισσότερο για στρατιωτικό περίπατο παρά για σκληρούς και πεισματώδεις αγώνες. Αυτή η κατάσταση είχε σαν αποτέλεσμα τη διστακτι­κότητα στην εκπλήρωση των αποστολών τους και την παροχή χρόνου στην Ελληνική πλευρά για επιστράτευση και ενίσχυση της άμυνάς της.

Δεύτερο βασικό σφάλμα της Ιταλικής Διοίκησης υπήρξε η εφαρμογή τον σχεδίου της κατά τρόπο άκαμπτο. Επέμενε δηλαδή και κατέβαλε συνεχείς προσπάθειες για την ευόδωση της κύριας προς το Καλπάκι προσπάθειας και με τις ίδιες δυνάμεις που αρχικά είχε διαθέσει και δεν εκμεταλλεύτηκε την επιτυχία των δευτερεουσών κατευθύνσεων, της παραλιακής και της ορεινής, με συνέπεια τη φθορά και την πλήρη αποτυχία. Αν είχε διατηρήσει ως εφεδρεία μία Μεραρχία και την είχε διαθέσει στην παραλιακή ζώνη θα είχε απειλήσει σοβαρά τα νώτα της 8ης Μεραρχίας με διαφορετικά αποτελέσματα. Συνεπώς τα σχέδια των επιχειρήσεων κατά την εφαρμογή όχι μόνο δεν πρέπει να είναι άκαμπτα, αλλά αντίθετα επιβάλλεται να είναι εύκαμπτα και να αναπροσαρμόζονται ανάλογα με την εξέλιξη της κατάστασης, χωρίς να αποκλείεται ακόμη και η μεταφορά της κύριας προσπάθειας στη δευτερεύουσα κατεύθυνση.

Τρίτο σοβαρό σφάλμα είναι η παράλειψη της 3ης Μεραρχίας Αλπινιστών «Τζούλια» κατά την προέλαση της προς το Δίστρατο και τη Βωβούσα να καλύψει επαρκώς το αριστερό (ανατολικό) πλευρό της με αποτέλεσμα να πλευροκοπηθεί, να περικυκλωθεί και να καταστραφεί το μεγαλύτερο μέρος της δυνάμεώς της. Επομένως οι βαθιές διεισδύσεις στον επιθετικό αγώνα επιβάλλονται, αλλ’ όμως για να επιφέρουν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα πρέπει να εξασφαλίζονται επαρκώς.

Οι Ιταλικές δυνάμεις που επιτέθηκαν στο Καλπάκι δεν επεδίωξαν με επιμονή να λάβουν την επαφή με τον αντίπαλο στην αμυντική τοποθεσία και να ενεργήσουν λεπτομερείς αναγνωρίσεις των θέσεων, των όπλων και του εχθρού γενικότερα, ώστε να κατευθύνουν αναλόγως τα τμήματα επίθεσης κατ’ ευθείαν προς τους αντικειμενικούς σκοπούς. Αντίθετα τα τμήματα οδηγούνταν προς την αμυντική τοποθεσία σε σχηματισμούς μάλλον παρελάσεως παρά επιθέσεως, με αποτέλεσμα να γίνονται άριστος στόχος του Ελληνικού πυροβολικού αλλά και να μην πιέζεται η κύρια αμυντική τοποθεσία, πλην μερικών εξαιρέσεων, όπως στη Γκραμπάλα και στην Ψηλορράχη. Επομένως οι επιθέσεις εναντίον οργανωμένων τοποθεσιών, για να πετύχουν θετικά αποτελέσματα πρέπει να ενεργούνται μετά τη λήψη της επαφής και ύστερα από λεπτομερείς αναγνωρίσεις, ώστε τα επιτιθέμενα τμήματα να οδηγούνται προς τους σαφώς καθορισμένους επί του εδάφους αντικειμενικούς σκοπούς.

Διαπιστώσεις – Συμπεράσματα επί Ελληνικών Ενεργειών.

Η επιλογή της τοποθεσίας ΙΒα ήταν επιτυχής γιατί αποδείχθηκε ότι είχε φυσική εδαφική ισχύ και κάλυπτε ευρέως τις περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας και της Ηπείρου. Η απόφαση της 8ης Μεραρχίας και η εμμονή σ’ αυτή για την εκπλήρωση της αποστολής της αποτέλεσε ορθή ενέργεια γιατί η τοποθεσία Ελαίας – Καλαμά, εκτός τον ότι εξασφάλιζε την πόλη των Ιωαννίνων και κάλυπτε τη ζωτική περιοχή του Μετσόβου, διέθετε ικανοποιητική αμυντική οργάνωση και ακόμη ήταν γνώριμη στο Στρατηγείο και τις Μονάδες της 8ης Μεραρχίας. Επομένως για την επιλογή μιας αμυντικής τοποθεσίας πρέπει να εξετάζεται τόσο η ισχύς της, όσο και η δυνατότητα κάλυψης ζωτικών χώρων και ακόμη η δυνατότητα εκπλήρωσης της αποστολής κάτω από τις πιο ευνοϊκές συνθήκες.

Έγιναν σφάλματα και από Ελληνικής πλευράς, όπως η ανεπαρκής επάνδρωση του Τομέα της Θεσπρωτίας και της Πίνδου, η Διοικητική υστέρηση μερικών προκαλυπτικών Τμημάτων στο Χάνι Δελβινάκι και στο Σταυρό του Γράμμου αλλά και στην Γκραμπάλα. Αυτά όμως ήταν σφάλματα στη σφαίρα της τακτικής μάλλον και οπωσδήποτε λιγότερα και λιγότερο σοβαρά απ’ αυτά που διέπραξε η Ιταλική πλευρά, γι’ αυτό και η νίκη ήταν τελικά με το μέρος των Ελλήνων. Επομένως επιβεβαιώθηκε το αξίωμα: « Νικάει εκείνος που κάνει τα λιγότερα σφάλματα ».

Γενικές Διαπιστώσεις – Συμπεράσματα.

Η νικηφόρα έκβαση της μάχης Πίνδου – Ελαίας – Καλαμά υπέρ των Ελλήνων:

  1. Διέλυσε το μύθο για το αήττητο των δυνάμεων του Άξονα.
  2. Προκάλεσε Παγκόσμιο θαυμασμό και συμπάθεια για την μαχόμενη Ελλάδα.
  3. Ανέτρεψε τις αισιόδοξες προβλέψεις της Ανώτατης Ιταλικής Ηγεσίας και είχε δυσμενή επίδραση στο ηθικό και τη μαχητική ικανότητα των Ιταλών.
  4. Ανάγκασε τον πανίσχυρο σε άρματα, αεροπορία και πυροβολικό  (πλέον τον Ναυτικού) αντίπαλο να μεταπέσει ουσιαστικά από την επίθεση στην άμυνα, μετά από αγώνα 10 ημερών.
  5. Υποχρέωσε στη συνέχεια τους Ιταλούς να αποστείλουν στην Αλβανία 19 ακόμα μεραρχίες, αποστερώντας αυτές από το Μέτωπο της Αφρικής, τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, διευκολύνοντας έτσι την άμυνα των Βρετανών στα Αιγυπτολιβυκά σύνορα.
  6. Αποκάλυψε την έλλειψη συντονισμού των ενεργειών του πεζικού, των Αρμάτων, τον πυροβολικού και της Αεροπορίας των Ιταλών.
  7. Εξασφάλισε τον απαιτούμενο χρόνο για την ολοκλήρωση της επιστράτευσης και την προώθηση των μονάδων στο μέτωπο.
  8. Προπαρασκεύασε και δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την ανάληψη από τον Ελληνικό Στρατό επιθετικών επιχειρήσεων μέσα στην Αλβανία.
  9. Ενίσχυσε το ακμαίο αγωνιστικό πνεύμα των Ελλήνων μαχητών και την απόφασή τους για τη συνέχιση του αγώνα.
  10. Σημείωσε την αποτελεσματική επέμβαση του Ελληνικού πυροβολικού όταν και όπου αυτή ήταν αναγκαία.
  11. Απέδειξε την αξία της αμυντικής οργάνωσης του εδάφους αλλά και της συνεισφοράς τον εντοπίου πληθυσμού.

Τρεις παράγοντες κυρίως συνέβαλαν στην επιτυχία των Ελληνικών όπλων:

  1. Το υψηλό φρόνημα του Στρατού αλλά και ολόκληρου του Έθνους, από την άδικη και απρόκλητη επίθεση.
  2. Η άρτια Επιτελική προπαρασκευή, σαφήνεια και απλότητα όλων των πολεμικών σχεδίων (Επιστρατεύσεως, Επιχειρήσεων κλπ).
  3. Η υποτίμηση τον αντιπάλου εκ μέρους της Ιταλίας.

Τα αναμφισβήτητα όμως συμπεράσματα στα οποία καταλήγουμε μελετώντας την απρόκλητη Ιταλική επίθεση εναντίον της Ελλάδας, που είχε καταβάλλει κάθε προσπάθεια για να διατηρήσει την ουδετερότητά της αλλά και να υπερασπισθεί την τιμή της είναι ότι:

  • Η ουδετερότητα ενός Κράτους εξαρτάται περισσότερο από εκείνο το Κράτος πού σκοπεύει να την παραβιάσει και λιγότερο από το Κράτος που επιθυμεί να τη διαφυλάξει για τον εαυτό του, όταν μάλιστα το τελευταίο είναι μικρό και όχι αρκετά ισχυρό.
  • Δεν αρκεί μόνο η υλική ισχύς για να καταβληθεί ένα ‘Έθνος που εξεγείρεται σύσσωμο κατά της βίας και αποφασίζει να εξασφαλίσει με την εθελοθυσία του την ελευθερία τον. Και οι ‘Έλληνες του 40 ήθελαν.
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s