Θ.Ε Βαλκανίων Ελληνική Εθνική Αντίσταση (1941–1944)


Η επική Μάχη των Οχυρών (6-9 Απριλίου 1941) αποτέλεσε την τελευταία φάση του Πολέμου 1940-41 στην ηπειρωτική Ελλάδα και έγραψε νέες σελίδες ηρωισμού και αυτοθυσίας με το αίμα των γενναίων μαχητών μας. Τελικά, οι Γερμανοί κατέλαβαν τη χώρα μας και στις 27 Απριλίου 1941 ύψωσαν στον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης τη σημαία του 3ου Ράιχ, τη σβάστικα. Περίπου ένα μήνα αργότερα, παρά τον πείσμονα δεκαήμερο αγώνα των δυνάμεων, οι Γερμανοί κατέλαβαν και την Κρήτη, το τελευταίο προπύργιο της Ελευθερίας στον ελληνικό χώρο.

Έκτοτε, γερμανικά και ιταλικά στρατεύματα εγκαταστάθηκαν σ’ όλη την Ελλάδα, ενώ ο Χίτλερ επέτρεψε την εγκατάσταση των Βουλγάρων συμμάχων του στην Ανατολική Μακεδονία και το μεγαλύτερο μέρος της Δυτικής Θράκης. Έτσι, ο Ελληνικός Λαός υπέστη για μία τριετία και πλέον τα δεινά και τις φοβερές δοκιμασίες της τριπλής Κατοχής (Γερμανών, Ιταλών και Βουλγάρων). Κατά τον τρομερό χειμώνα 1941-42 χιλιάδες Ελλήνων πέθαναν, από έλλειψη τροφίμων. Ήταν, τότε, συνηθισμένο φαινόμενο να βλέπει κανείς σωρούς πτωμάτων στην Αθήνα και άλλες μεγάλες πόλεις, που έμεναν άταφα αρκετές ημέρες. Εκτός από την πείνα, στα κατεχόμενα ελληνικά εδάφη επικρατούσε η τρομοκρατία των κατακτητών και των συνεργατών τους, οι οποίοι προέβαιναν σε μαζικές συλλήψεις αμάχων, που τους υπέβαλαν σε μαρτύρια πολύ επώδυνα. Πολλοί από τους αθώους αυτούς πολίτες εκτελούνταν από τους κατακτητές, σε αντίποινα για το φόνο στρατιωτών τους από μέλη αντιστασιακών οργανώσεων, που η δράση τους θα εξιστορηθεί εδώ περιληπτικότατα.

Τη δυστυχία των υποδούλων έκανε μεγαλύτερη η οικονομική δυσπραγία, η οποία ήταν απόρροια του μεγάλου πληθωρισμού. Αν σ’ αυτά προστεθεί η παντελής έλλειψη φαρμάκων, καθώς και η ανυπαρξία και των πλέον στοιχειωδών μέσων υγιεινής, συμπληρώνεται αυτόματα η ζοφερή εικόνα κατά την απεχθή εκείνη περίοδο.

Βέβαια, οι τρεις κατοχικές κυβερνήσεις των Αθηνών (υπό τους Γ. Τσολάκογλου, Κων. Λογοθετόπουλο και Ιω. Δ. Ράλλη), αν και κατά καιρούς προσπαθούσαν ν’ αντιμετωπίσουν τα τεράστια αυτά προβλήματα, που προέρχονταν από την τριπλή Κατοχή, εκ των πραγμάτων δεν μπορούσαν παρά ελάχιστα ν’ ανακουφίσουν τον αφάνταστα ταλαιπωρούμενο λαό. Εκτός αυτού, οι παράγοντες εκείνων των κυβερνήσεων, συνεργαζόμενοι κατ’ ανάγκη με τις Αρχές Κατοχής, στερούνταν το λαϊκό έρεισμα, που τους ήταν απαραίτητο, για να ευδοκιμήσουν οι προσπάθειές τους στην αντιμετώπιση των προβλημάτων.

Το βάρος των αντιξοοτήτων και ο όγκος των κακουχιών δεν κατόρθωσαν ν’ αφανίσουν τους πεινασμένους και καταπονημένους Έλληνες, οι οποίοι, διατηρώντας πάντοτε την εθνική υπερηφάνεια και το πάθος της Ελευθερίας, ανέλαβαν να φέρουν σε πέρας την ιερή αποστολή της Εθνικής Αντιστάσης, σκοπός της οποίας ήταν η αποτίναξη του εχθρικού ζυγού, και η άμεση απελευθέρωση της Πατρίδας.

Η Εθνική Αντίσταση, που είχε ως συστατικά στοιχεία τον ηρωισμό και την εθελοθυσία, ήταν κίνημα προερχόμενο από τους απλούς Έλληνες, από το πλήθος των «ανωνύμων», οι οποίοι ανιδιοτελώς επιθυμούσαν να προσφέρουν την ίδια τους τη ζωή ως μία μικρή προσφορά στο βωμό της ελευθερίας. Ήθελαν να αντισταθούν στους κατακτητές της χώρας μας.

Η αντίσταση αυτή αποτελούσε αρχικά σποραδικό φαινόμενο και μέχρι το τέλος του 1941 ήταν αρκετά ανοργάνωτη. Ήδη, όμως, από το 1942 η δράση εκείνη μεταβλήθηκε σε καθολικό και οργανωμένο κίνημα, που δεν βράδυνε ν’ αποφέρει πολλούς καρπούς. Ήταν, πράγματι, το κίνημα εκείνο, στο οποίο οφειλόταν η απελευθέρωση του Ελληνικού Κράτους, τον Οκτώβριο του 1944.

Μεγάλο μέρος των Ελλήνων πολιτών, καθώς και των στρατιωτικών, που δεν είχαν τη δυνατότητα να διαφύγουν στη Μέση Ανατολή, κατόρθωναν να ενεργούν –στο πλαίσιο αντιστασιακών οργανώσεων- στις πόλεις. Αποστολή τους ήταν η κυκλο­φορία μυστικού τύπου, δηλ. εφημερίδων που ήταν παράνομες, όπως επίσης, η συλλογή πληροφοριών για τη δραστηριότητα του εχθρού, καθώς και η πραγματο­ποίηση δολιοφθορών σε βάρος του. Άλλοι Έλληνες, πολίτες και στρατιωτικοί, βρίσκονταν ήδη σε απομακρυσμένες και δυσπρόσιτες, περιοχές, δηλαδή στην Ελεύθερη Ορεινή Ελλάδα. Εκεί, είχαν ενταχθεί σε ένοπλες αντιστασιακές οργανώσεις, ονομαζόμενες τότε ανταρτικές ομάδες, οι οποίες συχνά διεξήγαγαν αιφνιδιαστικές επιχειρήσεις κατά των κατακτητών. Με τον τρόπο αυτό, οι εχθρικές δυνάμεις υφίσταντο μεγάλες απώλειες τόσο στην ύπαιθρο, όσο και στα αστικά κέντρα. Η συνεχής φθορά των κατακτητών προκαλούσε αύξηση του μίσους τους εναντίον των αμάχων, με αποτέλεσμα να εφαρμόζουν σειρά αντιποίνων, που ήταν πολύ βάρβαρα και απάνθρωπα. Χιλιάδες πατριωτών εύρισκαν το θάνατο από τα εκτελεστικά αποσπάσματα στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, στο Στρατόπεδο Συγκέντρωσης Χαϊδαρίου και σε άλλα μέρη. Επίσης, πολλές πόλεις και χωριά πυρπολούνταν και καταστρέφονταν εκ θεμελίων, ενώ συγχρόνως οι άμαχοι κάτοικοί τους, ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας, θανατώνονταν εν ψυχρώ από τους κατακτητές. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτών των περιπτώσεων είναι η Κάνδανος, η επαρχία Βιάννου, τα Ανώγεια Κρήτης, το Δοξάτο Δράμας, τα Καλάβρυτα Αχαΐας, το Κομμένο Άρτας, η Αγία Ευθυμία, η Βουνιχώρα Παρνασσίδας, το Δίστομο Βοιωτίας και πολλά άλλα.

Με αυτά τα τρομερά εγκλήματα οι κατακτητές προσπαθούσαν να περιστείλουν την Εθνική Αντίσταση. Νόμιζαν, ότι με μια τέτοια τρομοκρατία θα έκαμπταν το φρόνημα των υποδούλων. Παρ’ όλες όμως τις προσδοκίες τους, η Εθνική Αντίσταση ισχυροποιήθηκε ακόμη περισσότερο και διαδόθηκε σ’ ολόκληρη την Ελλάδα σαν φωτιά που κατέκαιε τον όλο μηχανισμό των κατακτητών. Στα πλαίσια αυτού του κινήματος, όλοι οι Έλληνες έσπευδαν προθυμότατα να πυκνώσουν τις τάξεις των αντιστασιακών, έχοντας ως μόνη ευγενή φιλοδοξία ν’ απελευθερώσουν το ταχύτερο τον τόπο από το ζυγό των Γερμανών, των Ιταλών και των Βουλγάρων.

Τη συστηματική δράση κατά των κατακτητών είχαν αναλάβει διάφορες αντιστασιακές οργανώσεις. Οι κυριότερες από αυτές ήταν ο «Εθνικός Δημοκρατικός Εληνικός Σύνδεσμος» (ΕΔΕΣ), η «Εθνική και Κοινωνική Απελευθέρωσις»( ΕΚΚΑ), το «Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο» (ΕΑΜ), η «Πανελλήνιος Απελευθερωτική Οργάνωσις» (ΠΑΟ), η «Ένωσις Συμπολεμιστών Εθνικού Αγώνος» (ΕΣΕΑ), η «Εθνική Οργάνωσις Κρήτης» (ΕΟΚ), ο «Ελληνικός Στρατός» (ΕΣ). Οι οργανώσεις αυτές είχαν συγκροτήσει ένοπλα τμήματα, ανταρτικές ομάδες, όπως λέγονταν την εποχή εκείνη, τα οποία με επιχειρήσεις κατάφεραν αποφασιστικά πλήγματα στον εχθρό, με αποτέλεσμα το ηθικό του να μειώνεται σε μεγάλο βαθμό. Τα τμήματα αυτά κατόρθωσαν να διατηρήσουν ελεύθερες εκτεταμένες ορεινές περιοχές, δημιουργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την Ελεύθερη Ορεινή Ελλάδα. Από τον ΕΔΕΣ συγκροτήθηκαν οι «Εθνικαί Ομάδες Ελλήνων Ανταρτών» (ΕΟΕΑ), η ΕΚΚΑ συγκρότησε το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων, ενώ το ένοπλο τμήμα του ΕΑΜ ονομαζόταν «Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός» (ΕΛΑΣ).

Οι οργανώσεις που ανέπτυσσαν δράση στις πόλεις είναι γνωστές ως οργανώσεις εσωτερικού. Οι σημαντικότερες ήταν η «Πανελλήνιος Ένωσις Αγωνιζομένων Νέων» (ΠΕΑΝ), «Απόλλων», «Προμηθεύς ΙΙ», «Μίδας 614», «Μπουμπουλίνα», «Τρίαινα», «Ζευς», «Κόδρος» κ.ά. Οι οργανώσεις αυτές ανέπτυσσαν ποικίλη δράση εναντίον των δυνάμεων των κατακτητών, εκτός από την ένοπλη δράση (ανταρτοπόλεμο, σύμφωνα με τον όρο, που χρησιμοποιούνταν τότε). Το έργο αυτών των οργανώσεων, που δρούσαν στην ορεινή ύπαιθρο, ήταν περισσότερο δυσχερές και πολύ επικίνδυνο, επειδή πραγματοποιούνταν κάτω από το βλέμμα του εχθρού, που συχνά, ύστερα από προδοσία, κατόρθωνε να τις εξαρθρώνει.

Το ιστορικό συγκρότησης και δράσης των σπουδαιότερων απ’ αυτές συνοπτικά έχει ως εξής:

Ο ΕΔΕΣ ιδρύθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου 1941 και το καταστατικό του συνέταξε ο Γενικός Αρχηγός του Υποστράτηγος Ναπολέων Ζέρβας. Υπαρχηγός της οργάνωσης ήταν ο καθηγητής Κομνηνός Πυρομάγλου. Ανώτατος Αρχηγός του ΕΔΕΣ ήταν ο Αντιστράτηγος Νικόλαος Πλαστήρας, αυτοεξόριστος τότε στη Γαλλία. Ήταν δημοκρατική οργάνωση αστικής προέλευσης, στους κόλπους της οποίας γίνονταν δεκτοί όλοι οι Έλληνες, ανεξάρτητα από την πολιτική ιδεολογία, εκτός από αυτούς, που ενσυνείδητα συνεργάζονταν με τους κατακτητές. Έδρασε κυρίως στην Ήπειρο, αλλ’ είχε και αλλού τμήματα, τα οποία ανέπτυξαν δράση, συλλέγοντας πληροφορίες για τον εχθρό και πραγματοποιώντας δολιοφθορές σε βάρος του (π.χ. στην Αθήνα, Λευκάδα, Μακεδονία, Κέα, Πελοπόννησο κ.α.). Παρά το γεγονός, ότι μεταξύ Οκτωβρίου 1943 και Φεβρουαρίου 1944 δέχθηκε επανειλημμένες επιθέσεις από τον ΕΛΑΣ, που επιζητούσε τη διάλυσή του, ο ΕΔΕΣ όχι μόνο δεν διαλύθηκε, αλλά κατόρθωσε να προσφέρει πολλά στην ιερή υπόθεση της Εθνικής Αντίστασης και πέτυχε ν’ απαλλάξει οριστικά τη Θεσπρωτία από την ανθελληνική δράση των Τουρκοτσάμηδων, οι οποίοι σκοπό είχαν την ενσωμάτωση της περιοχής αυτής στο τότε Ιταλο-αλβανικό βασίλειο.

Η ΕΚΚΑ, οργάνωση και αυτή δημοκρατική, είχε Αρχηγό της τον Συνταγματάρχη (ΠΒ) Δημήτριο Ψαρρό και ιδρύθηκε τον Οκτώβριο του 1942. Την 20ή Απριλίου 1943 ο Ψαρρός συγκρότησε το 5/42 ΣΕ, το οποίο ανέπτυξε πολύ αξιόλογη δράση κατά των κατακτητών στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα. Ο ΕΛΑΣ πέτυχε να διαλύσει αυτή την οργάνωση και να θανατώσει τον Ψαρρό και πολλούς συμμαχητές του στις 17 Απριλίου 1944, στο Κλήμα Δωρίδας.

Το ΕΑΜ, οργάνωση που ιδρύθηκε από το ΚΚΕ στις 27 Σεπτεμβρίου 1941, συγκρότησε τον ΕΛΑΣ στις 16 Φεβρουαρίου 1942. Αρχηγός του ήταν ο Υποστράτηγος Στέφανος Σαράφης και κυριότερος από τους «καπετάνιους» ο Αθανάσιος Κλάρας (ψευδώνυμο Άρης Βελουχιώτης). Έδρασε σχεδόν σε όλη την Ελλάδα, με αρκετές επιτυχείς επιχειρήσεις εναντίον των κατακτητών. Αρχικά συνεργαζόταν με τις ΕΟΕΑ-ΕΔΕΣ και το 5/42 ΣΕ, αλλ’ αργότερα, θέλοντας ν’ αποτελεί τη μοναδική παρουσία στην αντιστασιακή δράση, διέλυσε το 5/42 ΣΕ, τον ΕΣ και την ΠΑΟ, αλλά δεν είχε τη δυνατότητα να κάνει το ίδιο και με τον ΕΔΕΣ. Δυστυχώς, αυτή η τακτική, από τον Οκτώβριο 1943 και μετά, μετέτρεψε την, αρχικά ενιαία, Εθνική Αντίσταση σε εμφύλιο σπαραγμό, γεγονός που κόστισε πολύ ακριβά στο Έθνος.

Η ΕΟΚ, την οποία διηύθυνε πολυμελής ηγεσία στρατιωτικών και κρατικών λειτουργών που προερχόταν από όλους τους Νομούς της Κρήτης, ιδρύθηκε στις 20 Ιουλίου 1943 και αντικατέστησε την «Ανωτάτην Επιτροπήν Αγώνος Κρήτης» (ΑΕΑΚ) που είχε ιδρυθεί στις 15 Ιουνίου 1941, αλλά είχε ήδη αποδεκατισθεί από τους κατακτητές. Τόσο η ΕΟΚ, όσο και η ΑΕΑΚ συνεργάσθηκαν με πολλές αντιστασιακές οργανώσεις της μεγαλονήσου (Εμμ. Μπαντουβά, Π. Ζωγραφιστού, Κων. Λουμπούνη, Ιω. Βελεγρή, Μ. Καρκάνη, Αντ. Γρηγοράκη ή Σατανά, Γ. Πετρακογεώργη, Π. Πέτρακα κ.ά.). Η ΕΟΚ, στα πλαίσια των δυνατοτήτων της, συντόνιζε τις ενέργειες αυτών των οργανώσεων κατά του εχθρού, συνέδραμε και διευκόλυνε το έργο τους και γενικά ήταν αρωγός σε κάθε αντιστασιακή δραστηριότητα, όπως, π.χ., στη γνωστή επιχείρηση απαγωγής του Γερμανού Στρατηγού Κράιπε, τη νύκτα 26/27 Απριλίου 1944, από το Ηράκλειο Κρήτης, ενώ μετέβαινε από τις Αρχάνες στη βίλα Αριάδνη της Κνωσού, όπου έμενε.

Στις 10 Ιουλίου 1941 ιδρύθηκε η αντιστασιακή οργάνωση «Υπερασπισταί Βορείου Ελλάδος» (ΥΒΕ), που έδρασε στην Κεντρική και Δυτική Μακεδονία. Διοικούνταν από 12μελή εκτελεστική επιτροπή, στην οποία μετείχαν ο Συνταγματάρχης (ΠΒ) Γ. Παπαγεωργίου, ο Συνταγματάρχης (ΠΒ) Μιλτ. Βίμπλης, ο Ταγματάρχης (ΠΖ) Ιω. Παπαθανασίου κ.ά.

Για λόγους ασφαλείας, μετονομάσθηκε το φθινόπωρο του 1942 σε ΠΑΟ και συνέχισε, όσο της ήταν δυνατό, τη δράση της κατά των Βουλγάρων κατακτητών. Τον Φεβρουάριο 1944, υπό την πίεση του ΕΛΑΣ, διαλύθηκε.

Στην Ανατολική Μακεδονία έδρασε κατά των Βουλγάρων η ΕΣΕΑ, από τον Φεβρουάριο 1943, με Αρχηγό τον Έφεδρο Αντισυνταγματάρχη (ΠΖ) Αντ. Φωστηρίδη (ψευδώνυμο Τσαούς Αντών). Κατόρθωσε να συνεχίσει την αντιστασιακή δράση της μέχρι το τέλος της Κατοχής.

Η μυστική 12μελής αποστολή «Μίδας 614», με αρχηγό τον Ταγματάρχη (ΠΖ) Ιω. Τσιγάντε, έδρασε στην Αθήνα από τις 18 Αυγούστου 1942 με βάση τις οδηγίες της Κυβέρνησης Εμμ. Τσουδερού και του βρετανικού «Στρατηγείου Μέσης Ανατολής» (ΣΜΑ), το οποίο είχε εφοδιάσει την αποστολή με υπέρογκο χρηματικό ποσόν, υλικά δολιοφθορών και 3 σταθμούς ασυρμάτου. Σκοπός της αποστολής ήταν να συγκροτήσει ένοπλα τμήματα που θα δρούσαν εναντίον των κατακτητών. Ο Τσιγάντες εργαζόταν με ζήλο, για την υλοποίηση του σκοπού αυτού, αλλά δυστυχώς, κατόπιν προδοσίας, περικυκλώθηκε στο κρησφύγετό του από όργανα των Αρχών κατοχής και μετά από ηρωική άμυνα φονεύθηκε στις 14 Ιανουαρίου 1943. Στη διασταύρωση της Λεωφόρου Αλεξάνδρας με την Πατησίων, υπάρχει η προτομή του ήρωα.

Η οργάνωση «Μπουμπουλίνα» ιδρύθηκε την 1η Μαΐου 1941 από τη γενναία Ελληνίδα Λέλα Καραγιάννη και έδρασε στην Πρωτεύουσα και σε διάφορες περιοχές της Αττικής. Συνέλεγε πληροφορίες για τον εχθρό, που χρησίμευαν στην πραγματοποίηση δολιοφθορών σε βάρος των εγκαταστάσεών του. Κυρίως έκρυβε Έλληνες και Βρετανούς, που ήταν καταζητούμενοι, λόγω της αντιστασιακής τους δράσης, και τους φυγάδευε στη Μ. Ανατολή. Όλη τη δαπάνη γι’ αυτή τη δράση είχε αναλάβει προσωπικά η Καραγιάννη. Μετά από προδοσία, συνελήφθη στις 11 Ιουλίου 1944. Οι κατακτητές και οι συνεργάτες τους την υπέβαλαν σε επώδυνα μαρτύρια, κατά τη διάρκεια των οποίων επέδειξε αξιοθαύμαστο θάρρος. Εκτελέσθηκε μαζί με συνεργάτες της στις 8 Σεπτεμβρίου 1944.

Μερικές από τις γνωστότερες δολιοφθορές και επιχειρήσεις κατά των Στρατευμάτων Κατοχής, που οφείλονταν στη δράση των αντιστασιακών οργανώσεων, είναι οι παρακάτω :

Στις 22 Σεπτεμβρίου 1942 ο «Ουλαμός Καταστροφέων» της ΠΕΑΝ ανατίναξε τα γραφεία της «Εθνικοσοσιαλιστικής Πατριωτικής Οργανώσεως» (ΕΣΠΟ). Επρόκειτο για φιλοαξονική οργάνωση με καθαρά αντιπατριωτικό έργο. Πολλά μέλη της, επίλεκτοι συνεργάτες των κατακτητών, καταπλακώθηκαν από τα ερείπια των γραφείων της, επί της οδού Πατησίων, κοντά στην Πλατεία Ομονοίας.

Τη νύκτα 25/26 Νοεμβρίου 1942 τμήματα των ΕΟΕΑ-ΕΔΕΣ, του ΕΛΑΣ και Βρετανοί δολιοφθορείς ανατίναξαν τη Γέφυρα του Γοργοποτάμου, σε μικρή απόσταση από τη Λαμία. Αποτέλεσμα της ανατίναξης ήταν η διακοπή του ανεφοδιασμού των Γερμανικών Στρατευμάτων υπό τον Στρατάρχη Ρόμμελ, που μάχονταν τότε στη Β. Αφρική, για διάστημα 40 ημερών.

Στις 5 και 6 Μαρτίου 1943 τμήματα της ΠΑΟ εκτόξευσαν επίθεση και εξουδετέρωσαν ιταλική φάλαγγα (τάγμα (ΠΖ) και πυροβολαρχία) στην περιοχή Φαρδύκαμπου κοντά στα Γρεβενά και τη Σιάτιστα.

Κατά το διάστημα 4-31 Ιουλίου 1943, 5.000 άνδρες των ΕΟΕΑ-ΕΔΕΣ ενήργησαν συνεχείς επιθέσεις, καθηλώνοντας έτσι σε διάφορες περιοχές της Ηπείρου τις εκεί πολυάριθμες γερμανικές και ιταλικές δυνάμεις. Οι επιχειρήσεις αυτές διεξήχθησαν με βάση το σχέδιο παραπλανήσεως του εχθρού ως προς το ακριβές σημείο αποβάσεως των Συμμάχων (Συμμαχική Επιχείρηση «Τα Ζώα»).

Μεταξύ 13 και 21 Ιουλίου 1943 το Σύνταγμα Βάλτου των ΕΟΕΑ-ΕΔΕΣ κατέφερε καίρια πλήγματα στην Ιταλική Μηχανοκίνητη Μεραρχία Μπρενέρο, στην περιοχή Μακρυνόρους.

Στις 9 Σεπτεμβρίου 1943 λόχος του 9ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ εξουδετέρωσε τμήμα 15 Γερμανών περίπου στο χωριό Αετός Τριφυλίας.

Τρεις ημέρες αργότερα ανταρτικά τμήματα υπό τον Εμμανουήλ Μπαντουβά προξένησαν σοβαρές απώλειες σε γερμανικές δυνάμεις, στη Σύμη Βιάννου Κρήτης.

Μεταξύ 12 και 17 Σεπτεμβρίου 1943 το 5/42 ΣΕ με συνεχείς επιθέσεις του σε διάφορα σημεία της οδού Άμφισσα-Λιδορίκι προξένησε πολλές απώλειες στις εκεί δυνάμεις των Γερμανών.

Στις 11 Ιανουαρίου 1944 το 5/42 έπληξε καίρια γερμανική φάλαγγα κατά την κίνησή της στην οδό Γραβιά-Άμφισσα.

Στις 16 Φεβρουαρίου 1944 τμήματα της ΕΣΕΑ προκάλεσαν σοβαρές απώλειες σε ισχυρές δυνάμεις των Βουλγάρων κατακτητών στο Κοτζά-Ορμάν, σε μικρή απόσταση από τις εκβολές του Νέστου.

Μεταξύ 6 και 15 Μαΐου 1944 τμήματα της ΕΣΕΑ υπέστησαν επιθέσεις μεγάλων βουλγαρικών δυνάμεων στη Γέφυρα Παπάδων Δράμας. Απαντώντας στα εχθρικά πυρά, τα τμήματα αυτά προκάλεσαν βαρύτατες απώλειες στον εχθρό.

Μεταξύ 12 και 14 Ιουλίου 1944 τμήματα του ΕΛΑΣ έπληξαν με επιτυχία γερμανικές δυνάμεις στην Αμφιλοχία και τους επέφεραν σημαντικές απώλειες.

Λίγο αργότερα, στις 19 Ιουλίου 1944, το 1ο Τάγμα του 9ου ΣΠ του ΕΛΑΣ, κατά τη διεξαγωγή μάχης στη θέση Μανούσου του χωριού Χώρα Μεσσηνίας, κατέφερε καίρια πλήγματα σε γερμανική φάλαγγα, η οποία κινούνταν σ’ αυτή την περιοχή.

Στις 17 και 18 Αυγούστου 1944 τμήματα του 3/40 ΣΕ και του 16ου ΣΠ των ΕΟΕΑ-ΕΔΕΣ, πραγματοποίησαν σφοδρή επίθεση εναντίον ισχυρών γερμανικών δυνάμεων στη Μενίνα Ηπείρου και εξουδετέρωσαν τον εχθρό.

Οι επιχειρήσεις αυτές ήταν ένα μέρος μόνο της όλης δραστηριότητας των αντιστασιακών οργανώσεων, οι οποίες, ενεργώντας συνεχώς και συστηματικά, επέφεραν διαρκή και μεγάλη φθορά στις δυνάμεις των κατακτητών.

Η πολύ συνοπτική εξιστόρηση των γεγονότων, που σχετίζονται με τις προσπάθειες για την αποτίναξη του εχθρικού ζυγού κατά την περίοδο 1941-1944, κατέδειξε την έκταση και την απήχηση που είχε η Εθνική Αντίσταση σ’ όλη την Ελλάδα.

Ήταν ένα κίνημα που πραγματοποίησαν οι Έλληνες αποφασισμένοι να απελευθερώσουν την Πατρίδα και να την απαλλάξουν από τα δεινά της σκληρής Κατοχής.

Πολέμησαν με γενναιότητα, αρκετοί έχασαν τη ζωή τους και άλλοι έμειναν ανάπηροι. Υπέστησαν με προθυμία κάθε θυσία που ήταν επιβεβλημένη, προκειμένου ν’ αναγκασθούν οι κατακτητές να αποχωρήσουν από την Ελλάδα, την οποία ποικιλοτρόπως ταλαιπωρούσαν κατά το μακρό εκείνο διάστημα.

Έκτοτε, η Εθνική Αντίσταση υπήρξε και παραμένει λαμπρό παράδειγμα φιλοπατρίας και αυτοθυσίας και όσοι αγωνίσθηκαν τότε αποτελούν τους οδηγούς των μεταγενεστέρων για την επιτέλεση του πλέον ιερού χρέους έναντι του Έθνους, δηλαδή τη διατήρηση της Ελευθερίας και την υπεράσπιση των ιδανικών, τα οποία μας κατέλειπαν οι πρόγονοί μας.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s