Μάχη του Κούρσκ (5-23 Ιουλ 1943)


Οι επιθετικές επιχειρήσεις των Γερμανών κατά τη θερινή περίοδο του έτους 1943, υπό τη συνθηματική ονομασία  «CITADELLE» (ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ), στο Ανατολικό Μέτωπο, αποτέλεσαν την τελευταία προσπάθεια για την επίτευξη σταθερής υπεροχής τους στην Ανατολή.

Οι Γερμανοί προέβλεπαν, ότι σύντομα θ’ αντιμετώπιζαν ως εφιάλτη το διμέτωπο, προς τα ανατολικά και δυτικά, αγώνα, από τον οποίο έπρεπε να εξέλθουν ταχέως, για να έχουν ελπίδες για επιτυχή τερματισμό του πολέμου.

Εξετάζοντας επιχειρησιακά την κατάσταση στο Ανατολικό Μέτωπο, θα διαπιστώσουμε, ότι κατά το έτος 1943, μέχρι την έναρξη της επιχειρήσεως «CITADELLE», είχε την ακόλουθη εξέλιξη.

Οι Ρώσοι, αφού επωφελήθηκαν από τα σφάλματα της ανωτάτης ηγεσίας των γερμανικών δυνάμεων (του Χίτλερ), πέτυχαν μέχρι την 1η Φεβρουαρίου 1943 την πλήρη συντριβή της 6ης Γερμανικής Στρατιάς στο Στάλινγκραντ. Περίπου κατά τα μέσα Φεβρουαρίου η κρίση έφθασε στο απόγειο της, όταν δηλαδή οι Ρώσοι, συνεχίζοντας την προς τα δυτικά προώθηση των δυνάμεων τους, ανακατέλαβαν το Χάρκοβ, πρωτεύουσα της Ουκρανίας, και κατόρθωσαν να διεισδύσουν σε βάθος, δυτικά και νότια του ποταμού Ντόνετς, προς την κατεύθυνση της Μαύρης Θάλασσας και του ποταμού Δνείπερ.

Βεβαίως, παρά τις θεαματικές αυτές επιτυχίες τους, η μεγάλη ευκαιρία συντομεύσεως, αν μη του τερματισμού, του πολέμου διέφυγε, διότι η Στάβκα (Κεντρική Επιτροπή Αμύνης της Σοβιετικής Ενώσεως) είχε επιδείξει διστακτικότητα.

Την κρίση αυτή διαδέχθηκε η βελτίωση της καταστάσεως των γερμανικών δυνάμεων. Σ’ αυτό συνετέλεσαν οι τεθωρακισμένες μονάδες που έστειλε προς ενίσχυση η Γερμανία, καθώς και η καταπληκτική δραστηριότητα και η ψύχραιμη αντιμετώπιση της κρίσεως από τον Ε. Μανστάιν, Διοικητή της Ομάδας Στρατιών του Νότου (περιοχής του λεκανοπεδίου του Ντόνετς).

Ενώ υπήρχε ο θανάσιμος κίνδυνος να δουν οι Γερμανοί τους Ρώσους να φθάνουν στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας, ο Μανστάιν, εμμένοντας στις απόψεις του, συνέχιζε με παγερή αταραξία τη συγκρότηση εφεδρείας.  Συγκέντρωνε τις διασκορπισμένες μονάδες της 4ης Τεθωρακισμένης Στρατιάς στην περιοχή του Ζαπορόγιε, νοτιοδυτικά του Χάρκοβ, αν και αυτό συνεπαγόταν περαιτέρω αραίωση του μετώπου, περισσότερο και από το κατώτατο παραδεκτό όριο. Ήταν ο μόνος τρόπος για την ανάκτηση της πρωτοβουλίας, που ήταν αναγκαία για τη διάσωση του Γερμανικού Στρατού, ο οποίος είχε περιέλθει σ’ αυτή τη δεινή κατάσταση.

Η προς τα δυτικά προώθηση των ρωσικών δυνάμεων προοδευτικά επιβραδυνόταν, εφόσον επιμηκύνονταν οι γραμμές συγκοινωνιών σε περιοχή που για εκατοντάδες χιλιόμετρα παρουσίαζε την εικόνα ερήμου μετά τη μεθοδική της καταστροφή από τους Γερμανούς πριν από την υποχώρηση τους προς τα δυτικά, αλλά και κατά τη διάρκειά της. Αντίθετα, η αντίσταση των γερμανικών δυνάμεων αυξανόταν εφόσον προσέγγιζαν προς τα τέρματα των σιδηροδρομικών συγκοινωνιών, στα οποία κατέφθαναν συνεχώς ενισχύσεις, εφόδια και υλικά.

Κατά το διάστημα μεταξύ 20ής Φεβρουαρίου και 1ης Μαρτίου η προώθηση των ρωσικών στρατιών του Νοτιοδυτικού Μετώπου προς τις διαβάσεις του Δνείπερ ποταμού είχε αποκοπεί. Κατόπιν αντεπιθέσεως των γερμανικών δυνάμεων, οι Ρώσοι απωθήθηκαν και πάλι ανατολικά του ποταμού Ντόνετς. Ακόμη νοτιότερα, η Δεξιά Πτέρυγα των Γερμανών στον μέσο ρου του Ντόνετς και του Μιούς ποταμού διατήρησε τελικά τις θέσεις της και οι ρωσικές δυνάμεις, που είχαν διεισδύσει προς την κατεύθυνση της Αζοφικής, κυκλώθηκαν και αναγκάσθηκαν να παραδοθούν.

Από την 1η Μαρτίου επακολούθησε επίθεση κατά των προωθουμένων προς τα δυτικά, στην περιοχή του Χάρκοβ, ρωσικών δυνάμεων του Μετώπου του Βορονέζ, από το σώμα των SS, που είχε πρόσφατα συγκροτηθεί και από την 4η Τεθωρακισμένη Στρατιά με αξιόλογα για τους επιτιθεμένους αποτελέσματα. Μέχρι τις 16 Μαρτίου το Χάρκοβ καταλήφθηκε και πάλι από τους Γερμανούς, καθώς και το Μπέλγκοροντ, οπότε o βόρβορος από την τήξη των πάγων έθεσε τέρμα στην προώθηση των Γερμανών και νέκρωσε κάθε κίνησή τους στην Ουκρανία.

Λίγες περίοδοι του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου παρουσίασαν τόσο απότομη δραματική μεταστροφή της τύχης όσο αυτή του Φεβρουαρίου – Μαρτίου 1943. Ο Γερμανικός Στρατός επέδειξε για μία ακόμη φορά την καταπληκτική ικανότητα των αναγεννημένων δυνάμεών του και την αναμφίβολη υπεροχή του στο τακτικό πεδίο. Παρά τη συνεχή και αφόρητη πίεση του τρομερότερου από τους αντιπάλους του, κατόρθωσε να αποκαταστήσει το μέτωπο, να αποκόψει την «αιχμή του ρωσικού δόρατος» και να διασκορπίσει τις πρόωρες ελπίδες των Δυτικών Συμμάχων.

Ήδη το Επιτελείο της Οberkommando heeres (Ο.Κ.Η. , δηλαδή της Ανωτάτης Διοικήσεως Γερμανικού Στρατού) άρχισε να μελετά και η Στάβκα να εξετάζει με ανησυχία την περίπτωση νέας θερινής γερμανικής επιθέσεως προς τα ανατολικά.

Περιγραφή  του  Πεδίου  της  Μάχης

ΣΧΕΔΙΑΓΡΑΜΜΑ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ 075 19430705 ΜΑΧΗ ΚΟΥΡΣΚ-1Η τελική έκβαση των χειμερινών επιχειρήσεων προς τα ανατολικά μπορούσε να θεωρηθεί για τους Γερμανούς, μετά μάλιστα την καταστροφή της 6ης Στρατιάς στο Στάλινγκραντ, ως ικανοποιητική, τουλάχιστον από απόψεως εδαφικών κερδών.

Το μέτωπο ακολουθούσε γενικά τη γραμμή του Ντόνετς ποταμού μέχρι δυτικά της πόλεως Βοροσίλωφγκραντ, όπου καμπτόταν προς το Νότο  και ακολουθούσε την κοίτη του Μιούς ποταμού. Η Χερσόνησος της Κριμαίας κατεχόταν σταθερά  από τους Γερμανούς, οι οποίοι μάλιστα είχαν διατηρήσει εκτεταμένο προγεφύρωμα στη χερσόνησο του Κουμπάν, στην περιοχή Καυκάσου.

Στην τεράστια αυτή περιοχή περιλαμβάνονταν οι εκτεταμένοι σιτοβολώνες της Ουκρανίας και περιοχές πλούσιες σε άνθρακες και σε μέταλλα απαραίτητα στην πολεμική βιομηχανία (χρώμιο, μαγγάνιο  κ.ά.). Το μόνο μελανό σημείο ήταν η εκτεταμένη εξέχουσα του μετώπου στην περιοχή του Κουρσκ, μεταξύ των Ομάδων Στρατιών Κέντρου και Νότου. Λόγω της παρεμβολής του, η γραμμή του μετώπου επιμηκυνόταν κατά 500 χιλιόμετρα περίπου.

ΣΧΕΔΙΑΓΡΑΜΜΑ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ 076 19430705 ΜΑΧΗ ΚΟΥΡΣΚ-2Εκατέρωθεν του θυλάκου του Κουρσκ σχηματίζονταν δύο εξέχουσες του γερμανικού μετώπου, του Ορέλ προς Βορρά και του Μπέλγκοροντ προς Νότο. Στο κέντρο του θυλάκου βρισκόταν η πόλη  του Κουρσκ, όπου διασταυρώνονταν   οι σιδηροδρομικές αρτηρίες Χάρκοβ – Μόσχας και Βορονέζ – Κιέβου.

Το έδαφος της περιοχής ήταν κυματοειδές με μικρές εδαφικές εξάρσεις ύψους 200-300 μέτρων. Αξιόλογα υδάτινα κωλύματα δεν υπήρχαν, πλην των παραποτάμων του Δνείπερ, Σέιμπ και Πσελ. ΄Ομως,  η εκτός οδών κίνηση των αρμάτων παρουσίαζε  κατά περιοχές σημαντικές δυσχέρειες, λόγω φυσικών αποτμήσεων του εδάφους.

Το οδικό δίκτυο της περιοχής, αν και ήταν πτωχό, επέτρεπε γενικά την άνετη κίνηση των τροχοφόρων κατά την περίοδο της ξηρασίας. Κατά την περίοδο όμως των βροχοπτώσεων και ιδίως της τήξεως των πάγων (συνήθως κατά τον Απρίλιο) καμία κίνηση δεν ήταν δυνατή εκτός των κυρίων οδεύσεων. Η φοβερή λάσπη νέκρωνε τα πάντα. Τεράστιοι σιταγροί κάλυπταν το αναπεπταμένο έδαφος και μείωναν την ορατότητα, ενώ κατά διαστήματα η κοίτη των ποταμών είχε καλυφθεί από συστάδες δένδρων.

Στρατιωτική Αξία

Η παρεμβολή του θυλάκου του Κουρσκ στη γραμμή του μετώπου των Γερμανών δυσχέραινε τις μεταξύ των δύο Ομάδων Στρατιών  (Κέντρου και Νότου) συγκοινωνίες και καθήλωνε σημαντικές δυνάμεις για την επιτήρησή του.

Στους Ρώσους παρείχε σπουδαία βάση εξορμήσεως κατά της βόρειας πτέρυγας της Ομάδας Στρατιών του Νότου, καθώς και κατά του πλευρού της Ομάδας Στρατιών του Κέντρου. Αποτελούσε γενικά, σοβαρή απειλή για τη συνοχή του γερμανικού μετώπου, επειδή ρωσική επίθεση από την κατεύθυνση του Κουρσκ μέσω Χάρκοβ προς τις διαβάσεις του Δνείπερ (μεγάλες γέφυρες Δνειπροπετρόβσα και Ζαπορόγιε) θα είχε ως αποτέλεσμα την αποκοπή των γερμανικών δυνάμεων στην κοιλάδα του Ντόνετς, με προφανή τον κίνδυνο απωθήσεώς τους προς τις ακτές του Ευξείνου Πόντου.

Για τους Γερμανούς προσφερόταν ως ΑΝΣΚ επιθέσεως, που θα απέβλεπε στην κύκλωση σημαντικών ρωσικών δυνάμεων. Σύμφωνα με αυτήν και λόγω της σημασίας, που είχε το Κουρσκ για τους  Ρώσους, θα έπρεπε να αναμένεται ταχέως η εμπλοκή των τεθωρακισμένων εφεδρειών τους, κατά τις απόψεις του Στρατάρχη Μανστάιν. Η καταστροφή αυτών, καθώς και κατά το θέρος του παρελθόντος έτους στην ίδια περιοχή, θα αποτελούσε απαρχή νέων γερμανικών επιθέσεων σε βάθος, ως μία επιθετική επιστροφή μεγάλης εκτάσεως.

Κανένας από τους άλλους τομείς του Ανατολικού Μετώπου δεν προσφερόταν καλύτερα από εκείνον του Κουρσκ για μια ανάλογη επιθετική ενέργεια, έστω και περιορισμένης εκτάσεως. Το Ορέλ προς το Βορρά και το Μπέλγκοροντ προς το Νότο αποτελούσαν ισχυρές και πολύ κατάλληλες βάσεις για μια συγκλίνουσα, ταχεία και αιφνιδιαστική επίθεση των δύο γερμανικών Ομάδων Στρατιών (Κέντρου και Νότου). Η επίθεση των Ρώσων προ του Ορέλ, η οποία έγινε το Φεβρουάριο και απέτυχε, και η προέλαση της Ομάδας Στρατιών του Νότου μέχρι το Μπέλγκοροντ το Μάρτιο είχαν ως αποτέλεσμα τη συγκέντρωση σημαντικών δυνάμεων των Μετώπων Βορονέζ και Κεντρικού στην εξέχουσα σε τρόπο, ώστε, με μικρή εύνοια της τύχης, να είναι δυνατή η προσδοκία – από γερμανικής πλευράς – της επιτυχίας αποφασιστικής νίκης.

Τέλος, σε περίπτωση επιτυχίας, η εξάλειψη της εξέχουσας θα επέφερε την ευθυγράμμιση του γερμανικού μετώπου (στο σημείο επαφής των δύο ομάδων στρατιών) και την εξοικονόμηση 15 τουλάχιστον μεραρχιών.

Κατά τις εκτιμήσεις των επιτελείων και των δύο αντιπάλων η εξέχουσα του Κουρσκ ήταν πολύ ελκυστικός στόχος. Αποτελούσε σαφή πρόκληση για τους Γερμανούς και, ως εκ τούτου,όπως ήταν φυσικό, έπρεπε να αναμένεται, ότι οι Ρώσοι θα έσπευδαν, αμέσως μόλις θα το επέτρεπε η κατάσταση του εδάφους, να προβούν στην αμυντική οργάνωση.

Δυνάμεις  και Διάταξη Γερμανών

Δυνάμεις

Οι ανάγκες σε έμψυχο δυναμικό των Γερμανών κατά τις αρχές του έτους 1943 υπήρξαν τεράστιες και δημιουργούσαν δυσχερή προβλήματα.

Ο συνεχώς επαυξανόμενος αριθμός μαχητών που κατευθυνόταν προς τα διάφορα μέτωπα, και μάλιστα το Ανατολικό, καθιστούσε μεγαλύτερες τις ελλείψεις εργατικού δυναμικού της υπεραναπτυγμένης πολεμικής βιομηχανίας. Το μέτρο της συμμετοχής στο Ανατολικό Μέτωπο συμμαχικών στρατευμάτων (δορυφόρων κρατών), παρά την αρχική ευοίωνη προοπτική, απέβη κατά τους τελευταίους  μήνες του 1942 καταστρεπτικό. Επίσης, το μέτρο της εθελουσίας προσελεύσεως εργατών από διάφορα υποταγμένα κράτη και κατακτημένες περιοχές, εξαιτίας της περιορισμένης επιτυχίας του, εξελίχθηκε τελικά σε βίαιη πολιτική επιστράτευση και καταναγκαστική εργασία τεράστιου αριθμού ατόμων και των δύο φύλων.

Οι αποτυχίες του στρατού (Wermacht) στα διάφορα μέτωπα επέτειναν τη δυσπιστία του Χίτλερ στις εθνικές γερμανικές δυνάμεις, ενώ η αποτελεσματικότητα των SS στις διάφορες επιχειρήσεις των μετόπισθεν (ερήμωση ολόκληρων περιοχών) είχε επαυξήσει την εμπιστοσύνη του στους κομματικούς (ναζιστικούς) και, κατά κάποιο τρόπο, προσωπικούς στρατούς της αεροπορίας (Στρατάρχης Γκαίριγκ) και ιδίως των SS  (Στρατάρχης   Χίμμλερ).

Η χαώδης κατάσταση που είχε δημιουργηθεί αμέσως μετά την τρομερή μάχη του Στάλινγκραντ επέβαλε στους Γερμανούς τη συγκρότηση και αποστολή στο Ανατολικό Μέτωπο μεγάλων τακτικών μονάδων της αεροπορίας και των SS. Η κατά προτεραιότητα διάθεση της παραγωγής των πολεμικών εργοστασίων στις νέες αυτές μονάδες επέτεινε την κρίση αυτή κατά τους πρώτους μήνες του 1943, λόγω των ελλείψεων σε αναπληρώσεις και οπλισμό.

Κατά την περίοδο αυτή σημειώθηκε η εμφάνιση στα πεδία των μαχών του Ανατολικού Μετώπου των πρώτων μεραρχιών αρμάτων «του τρίτου υποδείγματος» και των νέου τύπου τεθωρακισμένων μεραρχιών αναγνωρίσεως (Panzer Grenadier Division), από τη δράση των οποίων ανέμενε ο Χίτλερ τη μεταβολή της στρατηγικής καταστάσεως, αν όχι και την τελική νίκη.

Η συγκρότηση των μεραρχιών αυτών φέρει τη σφραγίδα του δημιουργού των τεθωρακισμένων γερμανικών μεραρχιών, δηλαδή του Στρατηγού Γκουντέριαν, ο οποίος, κατόπιν αποφάσεως του Χίτλερ, επανήλθε στην ενεργό υπηρεσία και διορίσθηκε Επιθεωρητής των Τεθωρακισμένων με ευρείες δικαιοδοσίες.

Οι νέες μεραρχίες εξοπλίσθηκαν με τελευταίου τύπου άρματα (εφάμιλλα και, ενπολλοίς, ανώτερα των ρωσικών).

Οι Γερμανοί διέθεταν κατά το θέρος του 1943 στο Ανατολικό Μέτωπο 210 Μεραρχίες (190 γερμανικές και 20 συμμαχικές), από τις οποίες 43 τεθωρακισμένες (3.000.000 άνδρες). Από τις μεραρχίες αυτές στη μάχη του Κουρσκ ενεπλάκησαν τελικά 39 μεραρχίες παντός τύπου (650-700.000 ανδρών, 1.081 άρματα μάχης και 376 ερπυστριοφόρα πυροβόλα).

Η Γερμανική Αεροπορία (500 καταδιωκτικά – 1.200 βομβαρδιστικά αεροσκάφη) ήταν ικανή, παρά τον περιορισμό της δυνάμεως της, να έχει τοπική αεροπορική υπεροχή για ορισμένο χρόνο χάρη στην ικανότητα των πληρωμάτων και την ποιότητα του υλικού της. Η περίοδος της απόλυτης κυριαρχίας στον αέρα είχε παρέλθει οριστικά.

Διάταξη

Σύμφωνα με τις οδηγίες επιχειρήσεων της Ο.Κ.Η., στην επίθεση  έλαβαν μέρος δυνάμεις των Ομάδων Στρατιών Κέντρου (Στρατάρχης Κλούγκε) και Νότου (Στρατάρχης Μανστάιν), εκατέρωθεν της εξέχουσας. Συγκεκριμένα :

  • Από την Ομάδα Στρατιών του Κέντρου (στον Τομέα Ορέλ)
    • 9η Στρατιά: Διοικητής Στρατηγός Μόντελ. Δυνάμεις: 41ο, 46ο, 47ο  Τεθωρακισμένα Σώματα Στρατού  (8 τεθωρακισμένες μεραρχίες). Δύο Σώματα Πεζικού (7 μεραρχίες πεζικού).
    • 2η Στρατιά: Διοικητής Στρατηγός Βάις. Δυνάμεις: Τρία σώματα πεζικού (9 εξασθενημένες μεραρχίες).
    • Εφεδρεία: 12η Τεθωρακισμένη Μεραρχία, 36η Τεθωρακισμένη Μεραρχία Αναγνωρίσεως.
    • Αεροπορική Υποστήριξη: Ο 1ος Αεροπορικός Στόλος.
  • Από την Ομάδα Στρατιών του Νότου (στον Τομέα Χάρκοβ)
    • 4η Τεθωρακισμένη Στρατιά: Διοικητής Στρατηγός Χοθ. Δυνάμεις: 1ο Τεθωρακισμένο Σώμα των SS, 48ο Τεθωρακισμένο Σώμα Στρατού (9 τεθωρακισμένες  μεραρχίες – 1 μεραρχία πεζικού).
    • 52ο Σώμα Στρατού (3 μεραρχίες πεζικού).
    • Απόσπασμα Στρατιάς Κεμπφ. Δυνάμεις: 11ο Σώμα Στρατού (3 μεραρχίες πεζικού). 3ο Τεθωρακισμένο Σώμα Στρατού (3 τεθωρακισμένες μεραρχίες).
    • Εφεδρεία: 24ο Τεθωρακισμένο Σώμα Στρατού. (2 τεθωρ. μεραρχίες).
  • Αεροπορική  Υποστήριξη: Ο 4ος Αεροπορικός Στόλος.

Δυνάμεις  και Διάταξη Ρώσων

Δυνάμεις

Οι Ρώσοι, έναντι των 3.000.000 περίπου του Γερμανικού Στρατού παρέτασσαν στο Ανατολικό Μέτωπο 5.000.000 μαχητές.

Το Φεβρουάριο διέθεταν συνολικά 513 μεραρχίες και ανεξάρτητες      ταξιαρχίες πεζικού, 43 μεραρχίες ιππικού   και περίπου 290 τεθωρακιμένες ή μηχανοκίνητες ταξιαρχίες (7.100 άρματα πρόσφατης κατασκευής).

Η Ρωσική Ηγεσία υπολόγιζε, ότι η νέα κλάση (γεννηθέντες το 1924), που επρόκειτο να κληθεί υπό τα όπλα, θα απέδιδε 1.500.000 μαχητών και, συνεπώς, δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα από πλευράς έμψυχου δυναμικού. Η βιομηχανική παραγωγή κάλυπτε τις πολεμικές ανάγκες, ενώ η συμμαχική βοήθεια συνεχώς αυξανόταν.

Οι δυνάμεις, που ήταν στον θύλακο του Κουρσκ κατά την έναρξη της μάχης, ανέρχονταν σε 54 μεραρχίες πεζικού (1.330.000 άνδρες), 12 τεθωρακισμένα σώματα (3.600 άρματα) και 16 μηχανοκίνητες ταξιαρχίες. Φαίνεται, ότι οι ανατολικά του Κουρσκ τηρούμενες γενικές εφεδρείες της Στάβκα, καθώς και οι βόρεια του Ορέλ δυνάμεις των Μετώπων Νοτιοδυτικού και Μπριάνσκ θα ήταν πολύ σημαντικές, διότι κατά τη ρωσική αντεπίθεση (12 Ιουλίου) βόρεια του Ορέλ, οι Ρώσοι ενέπλεξαν ακόμη μεγαλύτερο αριθμό μεραρχιών και τεθωρακισμένων ταξιαρχιών.

Οι Ρώσοι διέθεταν κατά τη μάχη στο Κουρσκ καταπληκτική υπεροχή σε πυροβολικό. Όπως αναφέρεται από διάφορες πηγές, υπήρχαν περισσότερα συντάγματα πυροβολικού από συντάγματα πεζικού (σε ορισμένους τομείς η αναλογία ήταν 5 προς 1).  Αναφέρεται, ότι οι Ρώσοι διέθεταν 20.000 πυροβόλα, από τα οποία τα 6.000 αντιαρματικά, καθώς και μεγάλο αριθμό εκτοξευτών πυραύλων Κατιούσα.

Διάταξη

  • Μέτωπο* Βορονέζ  (έναντι Ομάδας Στρατιών του Νότου). Διοικητής: Στρατηγός Βατούτιν. Δυνάμεις: Τέσσερις στρατιές πεζικού (6η, 7η επίλεκτες, 4η και 38η) και μια τεθωρακισμένη  (η 1η Αρμάτων). Αεροπορική Υποστήριξη: 2η Αεροπορική Στρατιά.
  • Κεντρικό Μέτωπο (Έναντι της 9ης Στρατιάς). Διοικητής: Στρατηγός Ροκοσόφσκυ. Δυνάμεις: Πέντε στρατιές πεζικού (13η, 48η, 60ή, 69η και 70ή) και μία τεθωρακισμένη (η 2η Αρμάτων). Αεροπορική Υποστήριξη: Η 16η Αεροπορική Στρατιά.
  • Μέτωπο Στέππας (Εφεδρεία). Διοικητής:Στρατηγός Κόνιεφ. Δυνάμεις: Τέσσερις στρατιές πεζικού (5η Επίλεκτη, 27η, 53η και 47η) και μία τεθωρακισμένη (η 5η Στρατιά Αρμάτων). Επίσης, δύο ανεξάρτητα σώματα αρμάτων και τρία ιππικού.

 Σχέδια και Αποστολές Γερμανών (Σχέδιο Επιθέσεως «Citadelle»)

Ο Στρατάρχης Μανστάιν, μετά την κατάληψη του Χάρκοβ (14-3-1943), είχε την πρόθεση να συνεχίσει την αντεπίθεση προς τα βορειοανατολικά, για να απαλείψει την εξέχουσα του  Κουρσκ προ της ενάρξεως της περιόδου τήξεως των πάγων.  Η αδυναμία όμως συμμετοχής στην ενέργεια από Βορρά της Ομάδας Στρατιών του Κέντρου τον ανάγκασε να παραιτηθεί από την πρόθεσή του αυτή.

Κατά την περίοδο της αναγκαστικής απραξίας, ο Μανστάιν υπέβαλε στον Χίτλερ άλλο σχέδιο «ευρείας επιθετικής επιστροφής», το οποίο εκμεταλλευόταν κατάλληλα τις επίμονες προσπάθειες των Ρώσων να προωθηθούν προς τις διαβάσεις του ποταμού Δνείπερ. Το σχέδιο αυτό προέβλεπε την παραχώρηση της λεκάνης του Ντόνετς και την εφέλκυση των Ρώσων προς τον κάτω ρου του Δνείπερ. Το βάρος των γερμανικών τεθωρακισμένων από την περιοχή του Χάρκοβ, όπου θα συγκεντρώνονταν, θα ριχνόταν προς τα νοτιοανατολικά και θα απωθούσε τους Ρώσους προς τις ακτές της Αζοφικής Θάλασσας.

Το σχέδιο αυτό εκμεταλλευόταν πλήρως τα πλεονεκτήματα που διατηρούσαν ακόμη οι Γερμανοί έναντι του αντιπάλου τους, δηλαδή, κατά τον Μανστάιν: «Διοίκηση καλύτερη και μάλλον εύκαμπτη, στρατιωτικές δυνάμεις από απόψεως ποιότητας ανώτερες και μεγαλύτερη, κατά το θέρος τουλάχιστον, ευκαμψία».

Ο Χίτλερ απέρριψε το σχέδιο του Μανστάιν, προφασιζόμενος ότι τούτο αντετίθετο σε σοβαρούς πολιτικοοικονομικούς παράγοντες. Στην πραγματικότητα όμως η απόρριψη οφειλόταν στο ότι ο Χίτλερ είχε απέχθεια στο να παραχωρεί εκούσια έδαφος στον εχθρό, πράγμα που προβλεπόταν στο σχέδιο αυτό. Ο πραγματικός κίνδυνος από τυχόν εφαρμογή του ανωτέρω σχεδίου προερχόταν από την πιθανότητα να μη παρασυρθούν οι Ρώσοι σε επίθεση πριν από τη δημιουργία δεύτερου μετώπου από τους δυτικούς Συμμάχους ή να επιτεθούν (οι Ρώσοι) στον τομέα του Μπέλγκοροντ και βορειότερα, στον θύλακα του Ορέλ, προς ανάκτηση του Χάρκοβ.

Παρόμοιες σκέψεις και φόβοι οδήγησαν το Στρατηγό Ζάιτσλερ, αρχηγό του Επιτελείου της ΟΚΗ, στη σύλληψη ενός περισσότερο σαφούς και ρεαλιστικού σχεδίου άμεσης επιθέσεως, επί συγκλινουσών κατευθύνσεων, για την  απαλοιφή του θυλάκου του Κουρσκ. Επρόκειτο περί του αρχικού σχεδίου του Μανστάιν, που βασιζόταν στην ιδέα της άμεσης εκμεταλλεύσεως της πρόσκαιρης αδυναμίας του αντιπάλου, λόγω των ηττών του κατά την αντεπίθεση της Ομάδας Στρατιών Νότου (Φεβρουάριος – Μάρτιος).

Κατόπιν εκθέσεως που υπέβαλε ο Στρατηγός Μόντελ, Διοικητής της 9ης Στρατιάς, ο οποίος διηύθυνε την επίθεση στο βόρειο τομέα του θυλάκου, πραγματοποιήθηκε σύσκεψη στο Μόναχο στις 4 Μαΐου. Σ’ αυτήν παρέστησαν, εκτός από τους αρχηγούς των  Επιτελείων, οι διοικητές Ομάδων Στρατιών Κέντρου και Νότου και ο Στρατηγός Γκουντέριαν.

Στην έκθεση του ο Στρατηγός Μόντελ ανέφερε, ότι οι Ρώσοι είχαν προβεί στην οχύρωση του θυλάκου και σε συγκέντρωση μεγάλων δυνάμεων. Για το λόγο αυτό διατύπωνε σοβαρές επιφυλάξεις ως προς την επιτυχία του σχεδίου. Κατά τη συζήτηση που επακολούθησε, έγινε φανερή η διάσταση των απόψεων.

Ο Στρατηγός Γκουντέριαν εκφράσθηκε έντονα κατά του σχεδίου, καθώς και κατά οποιασδήποτε επιθετικής ενέργειας προς τα ανατολικά, πριν από την πλήρη «ανάρρωση» του όπλου των τεθωρακισμένων. Ανέφερε, ότι δεν είχαν ακόμη διατεθεί άρματα τύπου «Πάνθηρ» και «Τίγρις» σε επαρκή αριθμό, ενώ όσα είχαν διατεθεί παρουσίαζαν, όπως ήταν φυσικό, «τις παιδικές» αδυναμίες τους και είχαν ανάγκη περαιτέρω βελτιώσεων.

Αντίθετα, ο Στρατάρχης Κλούγκε υποστήριξε ενθουσιωδώς το σχέδιο επιθέσεως του Στρατηγού Ζάιτσλερ, ενώ ο Στρατάρχης Μανστάιν αρκέσθηκε να επισημάνει, ότι πιθανόν η ευκαιρία για μια επιτυχία από την επίθεση είχε παρέλθει.

Ο Χίτλερ κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι η επιχείρηση έπρεπε να αναβληθεί για να μελετηθεί κατά τρόπο πληρέστερο.

Στις 10 Μαΐου, σε άλλη σύσκεψη για το θέμα της παραγωγής αρμάτων, ο Στρατηγός Γκουντέριαν προσπάθησε και πάλι να πείσει τον Χίτλερ να ματαιώσει το σχέδιο της επιχειρήσεως, χωρίς όμως επιτυχία.

Έτσι, παρά τις αντίθετες επί του θέματος απόψεις, που ήδη είχαν διατυπωθεί, ο Χίτλερ ενέκρινε το σχέδιο, επειδή οι λόγοι που επέβαλαν την εκτόξευση της επιθέσεως ήταν σοβαροί. Μεταξύ των κυριότερων ήταν και οι εξής:

  1. Η προσδοκία μιας μεγάλης μάχης συγκλόνιζε και μαγνήτιζε όλους τους επιτελείς που συνδέονταν με την επίθεση, και  οι στρατηγοί (εκτός από μερικές εξαιρέσεις) ισχυρίζονταν, ότι πάντοτε είχαν κατορθώσει να διασπάσουν τις ρωσικές αμυντικές τοποθεσίες με το πρώτο πλήγμα. Οι δυσχέρειες  – έλεγαν – άρχιζαν κατόπιν, όταν η ορμή των τεθωρακισμένων είχε απορροφηθεί από τον απέραντο χώρο της στέππας. Ήδη, όμως , οι αντικειμενικοί σκοποί θα ήταν περιορισμένοι, ενώ η ισχύς των τεθωρακισμένων υπέρτερη.
  2. Θα έπρεπε ο εχθρός, τον οποίο θεωρούσαν λίγο ή περισσότερο θανάσιμα τραυματισμένο, να εξουδετερωθεί το ταχύτερο και τουλάχιστον πριν πραγματοποιηθεί απόβαση των Δυτικών Συμμάχων στην Ευρώπη, οπότε οι συνθήκες θα ήταν δυσμενέστερες.
  3. Θα καταβαλλόταν προσπάθεια καταστροφής μέρους των εφεδρειών της Στάβκα μαζί με τις δυνάμεις που ήταν στον θύλακα. Το κτύπημα θα επαναλαμβανόταν στη συνέχεια σε άλλο τομέα, με αποτέλεσμα τη ματαίωση της αναμενόμενης ρωσικής επιθέσεως.

Κατά την άποψη των Γερμανών, οριστική απώλεια της πρωτοβουλίας προς τα ανατολικά συνεπαγόταν  μοιραία την απώλεια του πολέμου. Κατόπιν επανειλημμένων συσκέψεων, καθορίσθηκε ως ημέρα ενάρξεως της επιθέσεως αρχικά η 10η Ιουνίου, στη συνέχεια η 15η Ιουνίου και τέλος, οριστικά πια, η 5η Ιουλίου 1943.

Ιδέα Ελιγμού.

Στο γερμανικό σχέδιο ενεργείας η περιεχόμενη ιδέα ελιγμού ήταν απλή. Προβλεπόταν συγκλίνουσα επίθεση από Βορρά (εξέχουσα Ορέλ) και Νότο (περιοχή Χάρκοβ) που είχε τη μορφή  ηλάγρας, της οποίας οι βραχίονες (σιαγόνες) θα έκλειναν σε απόσταση 16 χιλιομέτρων ανατολικά του Κουρσκ (στην περιοχή της πόλεως Τιμ). Οι ρωσικές δυνάμεις των Μετώπων Βορονέζ και Κέντρου, καθώς και οι εφεδρείες τους, που ήταν μέσα στις σιαγόνες, θα συντρίβονταν υπό το βάρος των τρομερών χαλύβδινων αρμάτων των μεγάλων, νέου τύπου, τεθωρακισμένων γερμανικών μεραρχιών.

Στη συνέχεια, θα επιδιωκόταν η καταστροφή των ρωσικών τεθωρακισμένων εφεδρειών, τις οποίες θα ωθούσε προς το πεδίο της μάχης η Ανωτάτη Σοβιετική Διοίκηση.

Βόρειος Τομέας  (περιοχή Ορέλ): Ομάδα Στρατιών Κέντρου.

Την επίθεση θα ενεργούσε η 9η Στρατιά, που θα διέθετε προς διάσπαση τρία σώματα τεθωρακισμένα σε μέτωπο 50 χιλιομέτρων. Την ενέργεια θα κάλυπταν εκατέρωθεν δύο σώματα πεζικού, τα οποία θα επιτίθεντο προς διεύρυνση του ρήγματος.

Στη 2η Στρατιά, αναπτυγμένη περιμετρικά του θυλάκου σε μέτωπο 200 χιλιομέτρων, ανατέθηκε η καθήλωση των προ αυτής ρωσικών δυνάμεων, για να εξασφαλισθούν έτσι οι κυκλώσεις τους.

Νότιος Τομέας  (περιοχή Χάρκοβ): Ομάδα Στρατιών Νότου.

Την κύρια διάσπαση θα επιχειρούσε η 4η Τεθωρακισμένη Στρατιά (Στρατηγός Χοθ), που θα διέθετε γι΄αυτό δύο σώματα τεθωρακισμένων (48ο Τεθ. Σώμα και 1ο Τεθ. Σώμα των S.S.).

Για τη διεύρυνση του ρήγματος στο αριστερό θα επιτίθετο ένα σώμα πεζικού (το 52ο Σώμα, που διέθετε 3 μεραρχίες πεζικού), το οποίο θα υποβοηθούσε στην καταστροφή των ρωσικών δυνάμεων, που είχαν κυκλωθεί δυτικά του Κουρσκ.

Η κάλυψη από ανατολικά της ενέργειας της 4ης Τεθωρακισμένης Στρατιάς ανετίθετο στο Απόσπασμα Στρατιάς Κεμπφ (3ο Σώμα Τεθ. και 11ο Σώμα Πεζικού).

Το Απόσπασμα έπρεπε αρχικά να εξασφαλίσει την άμυνα του μετώπου ανατολικά του Χάρκοβ  (στον ποταμό Ντόνετς) και ακολούθως, προωθούμενο βόρεια του Βολτσάνσκ, να καλύψει την επίθεση της 4ης Τεθωρακισμένης Στρατιάς προς το Κουρσκ. Το Απόσπασμα αυτό, ενισχυμένο εν καιρώ από την Ομάδα Στρατιών του Νότου με το 24ο Σώμα Τεθωρακισμένων (δύο τεθωρακισμένες μεραρχίες), θα συμμετείχε στην προσβολή και καταστροφή των τεθωρακισμένων εφεδρειών, τις οποίες, όπως αναμενόταν, θα ενέπλεκε ο εχθρός στην περιοχή του Κουρσκ.

Σχέδια και Αποστολές Ρώσων (Σχέδιο Αμύνης)

Οι Ρώσοι, χάρη στη δραστηριότητα του δικτύου κατασκοπείας  «Lucy»,  είχαν συλλέξει από καιρό σημαντικές πληροφορίες για την επικείμενη γερμανική επίθεση κατά του Κουρσκ. Η πρώτη εκτίμηση για το πιθανό γερμανικό σχέδιο, από τι αρχές Απριλίου, είχε συνταχθεί από τον Στρατηγό Βατούτιν, Διοικητή του Μετώπου του Βορονέζ, που προέβλεπε με αξιόλογη ακρίβεια την τελική μορφή της γερμανικής ενεργείας.

 Ιδέα Ελιγμού

Στο αμυντικό σχέδιο των Ρώσων περιλαμβανόταν η ιδέα ελιγμού τους, στην οποία κυριαρχούσε η σκέψη περί του τρόπου της αποτελεσματικότερης αντιμετωπίσεως των γερμανικών αρμάτων, δηλαδή του πιο επικίνδυνου για την άμυνα αντιπάλου.

Γενικά προβλεπόταν σταθερή άμυνα στα χείλη του θυλάκου για τον περιορισμό του μετώπου του ρήγματος, καθώς και άμυνα σε βάθος επί διαδοχικών τοποθεσιών, που είχαν οργανωθεί ισχυρώς και υποστηρίζονταν από μάζα πυροβολικού.

Οι βαρειές γερμανικές φάλαγγες θα διοχετεύονταν με αλλεπάλληλες σειρές τακτικών ναρκοπεδίων σε κατάλληλους χώρους, όπου θα ήταν δυνατή η αποκόλληση του πεζικού, που ακολουθούσε τα άρματα, και, αμέσως μετά, η εξουδετέρωση των δύο συνεργαζόμενων στοιχείων (πεζικού-αρμάτων) χωριστά.

Μετά την εμπλοκή των γερμανικών τεθωρακισμένων σε βάθος και την απορρόφηση της ορμής τους, θα επακολουθούσε αντεπίθεση του όγκου των ρωσικών τεθωρακισμένων εφεδρειών, ενώ συγχρόνως με πλευρικές επιθέσεις θα προσβάλλονταν οι βάσεις της γερμανικής εισχωρήσεως στις περιοχές Ορέλ και Μπέλγκοροντ.

Προπαρασκευές

Εκτός από αυτό το τέλειο αμυντικό σχέδιο, οι Ρώσοι είχαν προβεί σε συστηματικές προπαρασκευές,  αν δε οι Γερμανοί Στρατηγοί, που υποστήριζαν το σχέδιο «Citadelle», γνώριζαν το μέγεθος αυτών των προπαρασκευών, ασφαλώς δεν θα ήταν τόσο ενθουσιώδεις στις συσκέψεις του Χίτλερ.

Μεταξύ  Μαΐου και Ιουνίου 1943 οι Ρώσοι οργάνωσαν με πυρετώδη ρυθμό την άμυνα στο θύλακο. Για την επεξεργασία των σχεδίων και το συντονισμό του αγώνα στα τρία μέτωπα η Στάβκα απέστειλε στην περιοχή του Κουρσκ κατά τα τέλη Απριλίου τη γνωστή από την μάχη της Μόσχας και του Στάλινγκραντ   «δυάδα Ζούκωφ – Βασιλέφσκο» με την ομάδα των συνεργατών τους.

Τα δύο εμπρός εγκατεστημένα αμυντικώς Μέτωπα – Κεντρικό και Βορονέζ – διέθεταν αρκετές δυνάμεις για την απόκρουση της γερμανικής επιθέσεως (9 στρατιές πεζικού – 2 στρατιές αρμάτων). Παρ΄ όλα αυτά, ο Στρατάρχης Ζούκωφ, με τη γνωστή εμβρίθεια, η οποία τον διέκρινε, εμμένοντας με σχολαστικότητα στην ιδέα της διατάξεως σε βάθος, μερίμνησε για την περαιτέρω ισχυροποίηση των σχετικών με την άμυνα μέτρων με την επαύξηση του βάθους του αμυντικού χώρου.

Δημιούργησε πίσω από την αμυντική ζώνη των δύο εμπρός μετώπων ένα πλήρες νέο αμυντικό μέτωπο, μέσα στο οποίο, σε περίπτωση δυσμενών συνθηκών, θα τασσόταν ολόκληρη η εφεδρεία της Στάβκα (οι υπό τον Στρατάρχη Κόνιεφ στρατιές του Μετώπου της Στέππας, δηλαδή 4 στρατιές πεζικού, 1 στρατιά αρμάτων, 2 ανεξάρτητα σώματα αρμάτων και 3 σώματα ιππικού).

Τα χρησιμοποιηθέντα άφθονα μέσα δίνουν το μέτρο της ισχύος αλλά και του μεγέθους της αμυντικής προσπαθείας των Ρώσων:

  1. Πυροβολικό: 20.000 πυροβόλα, από τα οποία 6.000 αντιαρματικά των 76 και 92 χιλιοστών, καθώς και πολυάριθμοι εκτοξευτές πυραύλων Κατιούσα.
  2. Νάρκες: Πυκνότητα ναρκοπεδίων 2.200 Α/Τ και 2.500 Κ/Π ανά μίλι (δηλαδή εξαπλάσια εκείνης που υπήρχε κατά την άμυνα προ της Μόσχας και τετραπλάσια εκείνης στο Στάλινγκραντ).

Παραδόξως, ενώ οι ρωσικές προπαρασκευές προχωρούσαν με τέτοια ενεργητικότητα και αφθονία μέσων, στο αντίπαλο στρατόπεδο οι Γερμανοί υπέφεραν ακόμη από συνεχείς αναβολές και ψιθύρους περί ματαιώσεως της επιχειρήσεως και αλλαγών.

Κατά τον Ιούνιο οι Γερμανοί, αφού διαπίστωσαν από αεροφωτογραφίες και διάφορες άλλες πληροφορίες το μέγεθος των ρωσικών προπαρασκευών, αποφάσισαν την αναβολή της επιχειρήσεως επί τρεις εβδομάδες για την ενίσχυση των τεθωρακισμένων μεραρχιών του Μόντελ με δύο ακόμη τάγματα αρμάτων «Πάνθηρ». Επίσης αποφάσισαν, επειδή οι Ρώσοι είχαν μεταβάλει τον θύλακο του Κουρσκ σε οχυρό, να χρησιμοποιήσουν προς διάσπαση των διαδοχικών σε βάθος ισχυρώς οργανωμένων τοποθεσιών τα τελευταία επιτεύγματα της πολεμικής τους βιομηχανίας σε άρματα (τύπου «Τίγρις – Χένσελ» ή  «Μάρκ VI» των 55 τόνων, τύπου «Πόρσε – Φερντινάντ» των 68 τόννων κτλ.) σε κατάλληλο σχηματισμό επιθέσεως που είχε επινοηθεί προς τούτο.

Ουδέποτε κατά το παρελθόν παρουσιάσθηκε τόσο ισχυρή διάταξη τεθωρακισμένων δυνάμεων. Ιδιαίτερα στο νότιο τομέα ο όγκος των συγκεντρωμένων αρμάτων υπήρξε επιβλητικός.

Διεξαγωγή  της Μάχης

Έναρξη της επιθέσεως

Στις 2 Ιουλίου οι διοικητές των μετώπων πληροφορήθηκαν από τη Στάβκα, ότι η γερμανική επίθεση θα έπρεπε να αναμένεται σε οποιοδήποτε χρόνο μεταξύ 3ης και 6ης Ιουλίου. Περίπου τα μεσάνυκτα προς την 5η Ιουλίου, ο Στρατάρχης Γ. Ζούκωφ διέταξε την εφαρμογή του σχεδίου αντιπροπαρασκευής. Ο βομβαρδισμός, που ήταν όχι μόνο απροσδόκητος (λίγες ώρες προ της ενάρξεως της επιθέσεως), αλλά και έντονος, διήρκεσε τέσσερις ώρες και επέφερε αναστάτωση στις γερμανικές δυνάμεις, που ήδη βρίσκονταν στους χώρους εξορμήσεως.

Οι Γερμανοί στρατιώτες, ενώ αντιμετώπιζαν το δυσοίωνο καταιγισμό του ρωσικού πυροβολικού και της αεροπορίας λάμβαναν το εξής προσωπικό μήνυμα του Αδόλφου Χίτλερ για την επίθεση: «Στρατιώτες του Ράιχ! Σήμερα θα λάβετε μέρος σε επίθεση, από την επιτυχία της οποίας εξαρτάται η έκβαση του πολέμου. Περισσότερο από κάθε άλλο η νίκη σας θ’ αποδείξει, ότι η αντίσταση στην ισχύ της Wermacht είναι ουτοπία…».

Η γερμανική επίθεση άρχισε συγχρόνως περίπου στον τομέα του Ορέλ και του Χάρκοβ. Παρουσίαζε πλέον τα χαρακτηριστικά του Blietzkrieg (Αστραπιαίου Πολέμου), χωρίς κάποια αλλαγή ή πρωτοτυπία, εκτός από την αυξημένη ισχύ των τεθωρακισμένων δυνάμεων, που λάμβαναν μέρος: κάθετες εφορμήσεις των Στούκας, βραχείς (30 δευτερολέπτων) και έντονοι βομβαρδισμοί πυροβολικού, μάζες αρμάτων συνοδευόμενες από πεζικό.

Ενώ το υπέρτερο ρωσικό πυροβολικό, επαναλαμβάνοντας τη δράση του ανέσκαπτε το έδαφος, κατά τις μεσημβρινές περίπου ώρες εμφανίσθηκε το πρώτο κύμα γερμανικών αρμάτων διά μέσου των σιταγρών, κατευθυνόμενο προς τις εκδηλωθείσες προωθημένες ρωσικές αντιστάσεις.

Τα κινούμενα εμπρός βαρέα άρματα των γερμανικών τεθωρακισμένων σφηνών («Panzerkeil») αντιμετώπισαν επιτυχώς το φραγμό του ρωσικού πυροβολικού, τα ναρκοπέδια, καθώς και το πυρ των αντιαρματικών, και διείσδυσαν σε μεγάλο βάθος στις αμυντικές τοποθεσίες με επουσιώδεις ζημιές. Αντίθετα, η κατάσταση πίσω απ’ αυτά τα άρματα, στη βάση των τεθωρακισμένων σφηνών, δεν ήταν εξίσου ικανοποιητική. Τα άρματα «Μαρκ ΙΙΙ» και «ΙV» – και μάλιστα τα τύπου «Πάνθηρ» – αποδείχθηκαν λιγότερο απρόσβλητα. Πολλά απ’ αυτά ενέπεσαν στα πυκνά ναρκοπέδια και ακινητοποιήθηκαν, ενώ άλλα, προσβαλλόμενα από τα πλευρά ή από τα νώτα (κυρίως τα «Πάνθηρ»), αναφλέγονταν.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι σφήνες αποδιοργανώθηκαν και το πεζικό που ακολουθούσε καθηλωνόταν, επειδή δεν υποστηριζόταν επαρκώς. Επίσης, υπερβαίνοντας τα τεθωρακισμένα, θεριζόταν από τα πυρά των πολυβόλων. Τα τεράστια «Πόρσε-Φέρντιναντς»  και τα «Τίγρις-Χένσελ», θανάσιμα αποτελεσματικά στον αγώνα τους κατά των περίφημων ρωσικών αρμάτων «Τ34», καθώς και των οργανωμένων θέσεων των ρωσικών πυροβόλων, μόλις απέμεναν μόνα τους, καταστρέφονταν ευχερώς από τις ομάδες «καταστροφέων αρμάτων» του ρωσικού πεζικού, επειδή δεν διέθεταν δευτερεύοντα οπλισμό για την αυτοπροστασία τους.

Πριν σκοτεινιάσει, η ορατότητα ήταν μηδαμινή λόγω της σκόνης, του καπνού των εκρήξεων και του πετρελαίου των καιόμενων αρμάτων. Οι «γρεναδιέροι» (δηλαδή οι πεζοί) των τεθωρακισμένων μεραρχιών και οι σκαπανείς με τόλμη και αποφασιστικότητα κινήθηκαν προς τα εμπρός για την εκκαθάριση των φωλεών αντιστάσεως και τη διάνοιξη διαδρόμων στα ναρκοπέδια, για τη συνένωση του όγκου των μεραρχιών με τα εμπρός βαρέα άρματα, που με τους ασυρμάτους καλούσαν συνεχώς προς βοήθεια.

Εξέλιξη του Αγώνα

Τομέας Ορέλ

Παρά τις πέντε γερμανικές επιθέσεις, δεν επιτεύχθηκε την πρώτη ημέρα διάρρηξη σε βάθος.  Οι επιθέσεις επαναλήφθηκαν και την επομένη με πείσμα και οι Ρώσοι, για να αποφύγουν τη διάσπαση της αμυντικής ζώνης των εμπρός στρατιών (13ης και 70ής), αναγκάσθηκαν να εμπλέξουν αμέσως στον αγώνα τη 2η Τεθωρακισμένη Στρατιά, εφεδρεία του Κεντρικού Μετώπου ενισχυμένη με ένα ανεξάρτητο σώμα τεθωρακισμένων (1ο Σώμα Αρμάτων).

Οι Γερμανοί, μετά από σκληρό αγώνα εναντίον υπέρτερων δυνάμεων, κατόρθωσαν  μέχρι τις 9 Ιουλίου, υποστηριζόμενοι από την αεροπορία τους, να διεισδύσουν προς Πονιρύ, σε απόσταση 18 χιλιομέτρων από την γραμμή εξορμήσεως.

Οι Ρώσοι εξαπέλυαν συνεχείς αντεπιθέσεις και η περαιτέρω προώθηση των Γερμανών αναχαιτίσθηκε. Επίμονη προσπάθεια που καταβλήθηκε για να διευρυνθεί το ρήγμα, το οποίο είχε επιτευχθεί μέχρι τότε, πλάτους 10 χλμ., απέτυχε προ των οχυρωμένων θέσεων, σε απόσταση 10 χλμ. νοτιοδυτικά του Πονιρύ. Οι προσπάθειες των Γερμανών στο Αριστερό σημείωσαν ακόμη μεγαλύτερη αποτυχία προ του Μάλο Αρχαγκέλσκ. Ο Στρατάρχης Μόντελ αντιμετώπιζε την επανάληψη της επιθέσεως από τις 12 Ιουλίου, χρησιμοποιώντας τις ακόμη διαθέσιμες εφεδρείες του. Δεν πρόλαβε όμως να πραγματοποιήσει τις προθέσεις του.

Στις 11 Ιουλίου, στον τομέα της γειτονικής 2ης Τεθωρακισμένης Στρατιάς, εξαπολύθηκε από τους Ρώσους ευρεία επίθεση προς την κατεύθυνση του Ορέλ, χωρίς τη συνήθη μακρά προπαρασκευή πυροβολικού, η οποία, αφού αιφνιδίασε την Ομάδα Στρατιών του Κέντρου, σημείωσε ταχέως σημαντική πρόοδο.

Στη ρωσική επίθεση (επιχείρηση «Κουτούζωφ») συμμετείχαν οι δυνάμεις του Μετώπου  του Μπριάνσκ (του Στρατηγού Ποπώφ) 3η, 61η και 63η Στρατιές, καθώς και η 11η Στρατιά της Φρουράς (του Στρατηγού Μπαγκραμιάν) του Δυτικού Μετώπου.

Αυτή η επικίνδυνη κατάσταση στο Ορέλ ανάγκασε την Ομάδα Στρατιών Κέντρου (Στρατάρχης Κλούγκε) στις 12 Ιουλίου να διακόψει την περαιτέρω επίθεση της 9ης Στρατιάς προς το Κουρσκ και να αποσύρει ταχυκίνητες δυνάμεις απ’ αυτή για τη συγκράτηση της ρωσικής επιθέσεως.

Τομέας Χάρκοβ – Μπέλγκοροντ

Η διείσδυση, μέσω του ισχυρού συστήματος  οχυρώσεως των Ρώσων, αποδείχθηκε δυσχερής ενέργεια και για το Απόσπασμα Στρατιάς Κέμπφ. Το 11ο Σώμα Στρατού δεν κατόρθωσε να φθάσει στο ρεύμα του ποταμού Κορόντσα, ενώ το 3ο Τεθωρακισμένο Σώμα καθηλώθηκε σε απόσταση 18 χλμ. από τον ποταμό Ντόνετς. Κατόπιν επεμβάσεως του Στρατάρχη Μανστάιν, τα δύο σώματα του Αποσπάσματος επανέλαβαν την επίθεση τους και μέχρι τις 11 Ιουλίου βρίσκονταν στους αντικειμενικούς σκοπούς.

Στον άξονα επιθέσεως της 4ης Τεθωρακισμένης Στρατιάς οι γρεναδιέροι τη νύκτα 3/4 Ιουλίου κατόρθωσαν, μετά από ηρωικές προσπάθειες να εκκαθαρίσουν τις απομένουσες – μετά την επίθεση των τεθωρακισμένων – ρωσικές αντιστάσεις και οι τεθωρακισμένες μεραρχίες του 48ου Σώματος (3η, «Μεγάλη Γερμανία» και 11η) κινήθηκαν σε βάθος 15 χλμ. από τη γραμμή εξορμήσεως. Περαιτέρω προώθησή τους μέχρι τις 8 Ιουλίου κατέστη αδύνατη, λόγω κυρίως της εκχειλίσεως του προ αυτών χειμάρρου κατόπιν νεροποντής.

Στο δεξιό του 48ου Τεθωρακισμένου Σώματος οι τεθωρακισμένες μεραρχίες του 1ου Σώματος των S.S. είχαν εισχωρήσει σε μεγαλύτερο βάθος, χωρίς όμως να πετύχουν τη συνένωση των ρηγμάτων, τα οποία δημιουργήθηκαν επιμέρους.

Οι Ρώσοι προέβησαν από τις 6 Ιουλίου στην ενίσχυση των εμπρός στρατιών (6ης και 7ης Στρατιών της Φρουράς) με την εφεδρεία του Μετώπου του Βορονέζ (1η Τεθωρακισμένη Στρατιά, 2ο και 5ο Τεθωρακισμένα Σώματα) και εξαπέλυσαν συνεχείς αντεπιθέσεις.

Παρ’ όλα αυτά η 4η Τεθωρακισμένη Στρατιά (Στρατηγός Χοθ) συνέχισε την περαιτέρω προώθηση των δυνάμεών της προς την κατεύθυνση της πόλεως Ομπόγιαν και στις 10 Ιουλίου, κατόπιν σκληρών αγώνων, έφθασε σε βάθος 35 χλμ. από τη γραμμή εξορμήσεως.

Το πρωί της 10ης Ιουλίου ο Στρατηγός Χοθ, αφού συνεννοήθηκε με το Στρατάρχη Μανστάιν, πληροφόρησε τους διοικητές των δύο σωμάτων τεθωρακισμένων, Στρατηγό Κνόμπελσντορφ (48ου Τεθ. Σώματος Στρατού) και Χάουζερ (1ου Τεθ. Σώματος των S.S.), ότι έπρεπε να εκκαθαρίσουν το ρήγμα που είχε δημιουργηθεί (με πυροβόλα εφόδων και γρεναδιέρους) και να συγκεντρώσουν όλα τα χρησιμοποιήσιμα άρματα.

Από τις 12 Ιουλίου θα γινόταν μια τελευταία αποφασιστική προσπάθεια η οποία, όπως ήλπιζε, θα κατέληγε στο να διασπασθεί η άμυνα των Ρώσων. Στην επίθεση αυτή θα μετείχαν υπό τις διαταγές του και τα άρματα του Αποσπάσματος Κεμπφ, που μπορούσαν να κινηθούν.

Η Μεγάλη Αρματομαχία

Από την επομένη, οι Τεθωρακισμένες Γερμανικές Μεραρχίες (εκτός από τη Μεραρχία «Totecampf», που είχε ακόμη στενή εμπλοκή) κατόρθωσαν να συγκεντρωθούν στον χώρο που είχε γι΄αυτό το σκοπό εκκαθαρισθεί και επιδίδονταν δραστήρια στην ανασυγκρότηση των δυνάμεων, ενόψει της αποφασιστικής επιθέσεως, που είχε καθορισθεί για την επομένη.

Στο μεταξύ η Ρωσική Στρατιωτική Ηγεσία, επειδή προαισθανόταν ότι η κρίση πλησίαζε, προώθησε προς τον τομέα της 4ης Γερμανικής Τεθωρακισμένης Στρατιάς (περιοχή Ομπόγιαν – Προχορόφκα) δύο επίλεκτες στρατιές του Μετώπου της Στέππας (την 5η Στρατιά Τεθωρακισμένων και την 5η Στρατιά Πεζικού). Η διακοπή της επιθέσεως της 9ης Γερμανικής Στρατιάς επέτρεπε τη συγκέντρωση όλων των τεθωρακισμένων δυνάμεων των Μετώπων Βορονέζ και Στέππας. Μόνο η 5η Τεθωρακισμένη Στρατιά διέθετε 800 άρματα Τ34 και αυτοκινούμενα πυροβόλα.

Στις 12 Ιουλίου ολόκληρη η κινητή ισχύς της 4ης Τεθωρακισμένης Στρατιάς και του Αποσπάσματος Στρατιάς του Στρατηγού Κεμπφ (συνολικά 600 άρματα) κινήθηκε προς τα εμπρός, σε μια γιγαντιαία επέλαση προς το θάνατο.

Από το μεσημέρι περίπου τα γερμανικά άρματα συγκρούσθηκαν κατά μέτωπον με τους τεθωρακισμένους σχηματισμούς της 5ης Τεθωρακισμένης Στρατιάς επί 8 ώρες, υπό τη σκιά ενός γιγαντιαίου νέφους και σκόνης και μέσα σε αποπνικτική ζέστη.

Η πάλη ήταν άνιση. Τα ρωσικά άρματα, εκτός του ότι ήταν περισσότερα, διέθεταν πλήρεις φόρτους πυρομαχικών, οι μηχανές τους ήταν ανέπαφες και τα πληρώματα απολύτως ξεκούραστα από μακρό χρονικό διάστημα. Αντίθετα, τα γερμανικά άρματα και τα πληρώματα είχαν καταπονηθεί λόγω των επταήμερων σκληρών και συνεχών αγώνων. Πολλά από τα άρματα κατά τις τελευταίες ημέρες είχαν υποστεί βλάβες και είχαν επισκευασθεί πρόχειρα, για να λάβουν μέρος στον αγώνα, και, ως εκ τούτου, δεν ήταν πλήρως αξιόμαχα. Στη γιγαντιαία μετωπική αυτή σύγκρουση τα πλεονεκτήματα αυτά των Ρώσων φάνηκαν υπέρτερα της ποιοτικής υπεροχής των γερμανικών πληρωμάτων και των τελειοποιήσεων των αρμάτων τους. Επί του αποτελέσματος επέδρασε δυσμενώς το γεγονός ότι η γερμανική αεροπορία δεν ήταν σε θέση να επέμβει, λόγω των νεφών καπνού και σκόνης στο πεδίο της μάχης.

Οι απώλειες εκατέρωθεν ήταν τρομερές, ιδίως των Ρώσων. Ο όγκος τους, όμως, φαινόταν ανεξάντλητος, λόγω των συνεχών ενισχύσεων, που κατέφθαναν στο πεδίο της μάχης.

Μέχρι το βράδυ οι Γερμανοί αποσύρθηκαν και οι Ρώσοι παρέμειναν κύριοι του πεδίου της μάχης, το οποίο καλυπτόταν από σωρούς καταστρεμμένων αρμάτων, στα σκάφη των οποίων βρίσκονταν ακόμη νεκροί και τραυματισμένοι άνδρες των πληρωμάτων τους.

Η Διακοπή της Επιθέσεως

Την επομένη, 13 Ιουλίου, οι Στρατάρχες Κλούγκε  και Μανστάιν, διοικητές αντίστοιχα των Ομάδων Κέντρου και Νότου, κλήθηκαν στο Στρατηγείο του Χίτλερ, όπου τους γνωστοποιήθηκε η κατάσταση που δημιουργήθηκε στη Μεσόγειο. Οι Δυτικοί Σύμμαχοι είχαν αποβιβασθεί από τη νύκτα 10/11 Ιουλίου στη Σικελία. Αυτό επέβαλε τη συγκρότηση νέων στρατιών και τη μεταφορά δυνάμεων από το Ανατολικό Μέτωπο. Συνεπώς, η επιχείρηση «CITADELLE» έπρεπε να σταματήσει.

Ο Στρατάρχης Κλούγκε ανέφερε, ότι η 9η Στρατιά δεν μπορούσε να συνεχίσει την επίθεση στο Κουρσκ μόνο λόγω των απωλειών και της ανάγκης αντιμετωπίσεως της ρωσικής επιθέσεως στην αμυντική ζώνη της 2ης Τεθωρακισμένης Στρατιάς.

Αντίθετα, ο Στρατάρχης Μανστάιν ανέφερε, ότι η επίθεση βρισκόταν στο κρίσιμο σημείο της και δεν ήταν δυνατή η διακοπή της πριν κατανικηθούν οι τεθωρακισμένες εφεδρείες, τις οποίες είχαν εμπλέξει οι Ρώσοι. Για το λόγο αυτό, ζητούσε τη συνέχιση της επιθέσεως από τον Μόντελ, για να συγκρατηθούν τουλάχιστον οι έναντι του μετώπου του ρωσικές δυνάμεις και να αποδεσμευθεί το 24ο Τεθωρακισμένο Σώμα (εφεδρεία της Ομάδας Στρατιών του Νότου).

Ο Χίτλερ επέμενε στην ανάγκη διακοπής της επιχειρήσεως και ο Στρατάρχης Μανστάιν αναγκάσθηκε να συμμορφωθεί με την απόφαση του.

Μέχρι τις 23 Ιουλίου οι γερμανικές δυνάμεις βρίσκονταν στις θέσεις που κατείχαν πριν από την έναρξη της επιθέσεως. Οι Ρώσοι, συνεχίζοντας τις επιθέσεις τους στην περιοχή βόρεια και δυτικά του Κουρσκ, κατόπιν κατακλυσμού πυρός πυροβολικού, διέσπασαν τις γραμμές των Γερμανών και κατέλαβαν το Ορέλ στις 15 Αυγούστου. Επεκτείνοντας την επιθετική τους ενέργεια προς Νότο την ίδια ημέρα, κατέλαβαν το Μπέλγκοροντ. Η πρωτοβουλία των επιχειρήσεων, μετά την μάχη του Κουρσκ, πέρασε οριστικά πια στους Ρώσους.

Οι Γερμανοί στο Ανατολικό Μέτωπο, χρησιμοποιώντας γενικά την ελαστική άμυνα, για την υιοθέτηση της οποίας ο Στρατάρχης Μανστάιν είχε καταβάλει τόσες προσπάθειες, καθώς και άλλοι διακεκριμένοι Γερμανοί στρατηγοί, κατόρθωσαν να παρατείνουν τη συνέχιση των αμυντικών επιχειρήσεων από τον Δνείπερ μέχρι τον Όντερ και ακόμη δυτικότερα.

Σ’ αυτού του είδους την άμυνα οι Τεθωρακισμένες Μεραρχίες Αναγνωρίσεως αποδείχθηκαν, στο Ανατολικό Μέτωπο, πολύ αποτελεσματικές. Δεν μπορούσαν βεβαίως μόνες τους ν’ αντιστρέψουν τη φορά του τροχού της μοίρας, αφού για κάτι τέτοιο ήταν πλέον πολύ αργά. Οπωσδήποτε όμως, κατόπιν γενικεύσεως της χρησιμοποιήσεώς τους και προς τα δυτικά, πέτυχαν να παρατείνουν την αγωνία των Δυτικών Συμμάχων, αλλά και όλου του κόσμου, για δύο έτη.

Οι άλλες, οι τρομερές Μεραρχίες Αρμάτων του «τρίτου υποδείγματος 1943», για την δημιουργία των οποίων τόσες φροντίδες κατέβαλε ο Στρατηγός Γκουντέριαν, επέστρεψαν σκιές του εαυτού τους και δεν επέζησαν. Στους απέραντους σιταγρούς του Κουρσκ, μέσα στον πάταγο της μάχης, για μοναδική φορά, ο οξύς συριγμός των πυροβόλων των 88 χιλιοστών υπήρξε το κύκνειο άσμα τους, υπό τη μονότονη και ανατριχιαστική υπόκρουση των ερπυστριών των μεγάλων αρμάτων τους.

Αποτελέσματα

Η μεγάλη αυτή αρματομαχία είχε ως αποτέλεσμα την ήττα των Γερμανών στο Κουρσκ. Οι απώλειες κατ’ αυτή τη μάχη δεν έχουν εξακριβωθεί πλήρως και οι σχετικοί αριθμοί, που έχουν ανακοινωθεί εκατέρωθεν, είναι υπερβολικοί. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, με βάση τα στοιχεία που έδωσαν οι Ρώσοι, οι εκτός μάχης Γερμανοί προσεγγίζουν το σύνολο των μαχητών, ενώ τα άρματα που καταστράφηκαν, σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, υπερβαίνουν τον αριθμό αυτών που χρησιμοποιήθηκαν κατά την επίθεση. Επίσης υπερβολικοί φαίνονται και οι από γερμανικής πλευράς αριθμοί περί των καταστραφέντων ρωσικών αρμάτων.

Σύμφωνα με πληροφορίες αξιόπιστων πηγών, κυρίως από ουδέτερες χώρες, όπως π.χ. ο E. Bayer (στο έργο του «Ο Πόλεμος των Τεθωρακισμένων»), οι απώλειες των αντιπάλων στη Μάχη του Κουρσκ ήταν:

  • Γερμανών:  20.720, από τους οποίους 3.330 νεκροί.
  • Ρώσων:       34.000 αιχμάλωτοι και 17.000 νεκροί.

Χαρακτηριστικό στις απώλειες είναι η μείωση του αριθμού των Ρώσων αιχμαλώτων, η οποία ασφαλώς οφειλόταν στην άνοδο της ποιοτικής στάθμης του Ρωσικού Στρατού, αλλά και στη γνωστή πια συμπεριφορά των Γερμανών έναντι των συλλαμβανομένων Ρώσων αιχμαλώτων.

Διαπιστώσεις – Συμπεράσματα

Η απόκρουση της γερμανικής επιθέσεως από τους Ρώσους και κυρίως η επιτυχία της αντεπιθέσεως τους, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την ανακατάληψη του Χάρκοβ, στις 23 Αυγούστου, που είναι πρωτεύουσα της Ουκρανίας, είχε τεράστια επίδραση στο ηθικό τους. Έτσι, οι Ρώσοι απέκτησαν εμπιστοσύνη στις ικανότητες τους να διεξάγουν αγώνες κινήσεων κατά των Γερμανών.

Η αποτυχία των Γερμανών στο Κουρσκ είχε ως συνέπεια την οριστική και αμετάκλητη απώλεια της πρωτοβουλίας των επιχειρήσεων. Έκτοτε οι Γερμανοί θα περιορισθούν σε αμυντικές επιχειρήσεις στο Ανατολικό Μέτωπο.

Η ορθή εφαρμογή των κανόνων της ελαστικής άμυνας και τα κατά καιρούς σφάλματα των Ρώσων θα δίνουν την ευκαιρία σε επιδέξιους Γερμανούς στρατηγούς να καταφέρουν – με αντεπιθέσεις – δεινά πλήγματα κατά των επιτιθεμένων. Η καταπληκτική όμως υπεροχή των Ρώσων σε δυνάμεις και μέσα θα επιτρέπει πάντοτε τη «διόρθωση» αυτών των σφαλμάτων χωρίς περισσότερες συνέπειες.

Η αποτυχία των Γερμανών στο Κουρσκ είχε σημαντικές επιπτώσεις στις περαιτέρω σχέσεις του Χίτλερ με τους στρατάρχες του και γενικά σε ό,τι αφορούσε τον τρόπο διευθύνσεως των επιχειρήσεων. Ο Χίτλερ αμφέβαλλε, ως προς την απόλυτη νομιμοφροσύνη των στρατηγών στο πρόσωπο του, παρά τον όρκο που είχαν δώσει. Ήδη από την περίοδο αυτή άρχισε να αμφιβάλλει σοβαρά και για την επαγγελματική τους ικανότητα. Η επιχείρηση «CITADELLE» σχεδιάσθηκε και εκτελέσθηκε από τους πιο επιφανείς στρατάρχες και στρατηγούς της Βέρμαχτ, οι οποίοι χειρίσθηκαν το όλο θέμα ως καθαρά «επαγγελματικό» ζήτημα.

Η προσωπική επέμβαση του Χίτλερ έγινε σε στρατηγικό επίπεδο, όταν πια η μάχη είχε κριθεί. Οπωσδήποτε το αποτέλεσμα ήταν πλήρης ήττα με βαρύτατες συνέπειες: τη διάλυση της τεθωρακισμένης δυνάμεως που είχε συγκροτηθεί και στην οποία στήριζε τόσες ελπίδες, καθώς και την υποχώρηση προς τον ποταμό Δνείπερ και πέρα απ’ αυτόν. Η αποτυχία στο Κουρσκ, κατά τον Χίτλερ και το ναζιστικό περιβάλλον του, οφειλόταν στο ότι οι στρατηγοί του αποδεδειγμένα δεν στηρίζονταν στην πίστη προς τον Φύρερ και στη δύναμη της θελήσεώς του.

Από τον θύλακο του Κουρσκ προερχόταν συνεχής απειλή για τη συνοχή του Ανατολικού Μετώπου, επειδή αφενός εισχωρούσε – σε μεγάλο βάθος – σε ευπαθή περιοχή που αποτελούσε το όριο μεταξύ των δύο Ομάδων Στρατιών (Κέντρου και Νότου) και αφετέρου δέσποζε στους νευραλγικούς κόμβους του Ορέλ και του Χάρκοβ, διά μέσου των οποίων διέρχονταν άξονες προελάσεως, οι οποίοι οδηγούσαν προς τις στρατηγικής σημασίας γεφυρώσεις του Ζαπορόγιε και Δνειπεροπετρόβσκ, στον ποταμό Δνείπερ.

Για την επιθετικότητα των γερμανικών δυνάμεων ήταν σαφής και έντονη πρόκληση, επειδή με την απαλοιφή του εξουδετερωνόταν η διαγραφόμενη απειλή, ενώ συγχρόνως παρεχόταν η ευκαιρία καταστροφής σημαντικών δυνάμεων (δύο μετώπων, 11 περίπου στρατιών) του Ρωσικού Στρατού, με συνέπεια την ανάκτηση από τους Γερμανούς της πρωτοβουλίας των επιχειρήσεων, που είχε απολεσθεί στο Στάλινγκραντ. Πρέπει εδώ να προστεθεί, ότι οι Γερμανοί, κατέχοντας σταθερά το Ορέλ και το Μπέλγκοροντ, είχαν στη διάθεσή τους εκατέρωθεν του θυλάκου δύο πολύτιμες βάσεις για την εκτόξευση επιθέσεως που θα συνέκλινε και θα επέφερε, μετά από εισχώρηση περίπου 60 χλμ. συνολικά, την κύκλωση των ρωσικών δυνάμεων του θυλάκου και την επίτευξη μιας ακόμη νίκης για τη Βέρμαχτ.

Αυτοί που σχεδίασαν την επιχείρηση νόμιζαν προφανώς, ότι ήταν εκατέρωθεν του σάκκου (όπως παρομοίαζαν τον θύλακο), κρατώντας ανά χείρας σταθερά (στο Ορέλ και στο Μπέλγκοροντ) τα σχοινιά για το κλείσιμο του λαιμού, προς σύλληψη του θηράματος. Δεν σκέφθηκαν ίσως, ότι ήταν δυνατόν αυτός ο «σάκκος» να αποτελούσε το δόλωμα θανάσιμης παγίδας που είχε στηθεί πριν από μήνες.

Oι κυριότεροι παράγοντες poy υποβοήθησαν στο να λειτουργήσει αυτή η παγίδα είναι:

  1. Η περίοδος της τήξεως των πάγων παρέσχε τον απαιτούμενο χρόνο για την ανασυγκρότηση και ενίσχυση των ρωσικών δυνάμεων.
  2. Η απροθυμία ή η αδυναμία της Ομάδας Στρατιών του Κέντρου να δεχθεί να συμβάλει στον έγκαιρο περιορισμό του θυλάκου, όπως πρότεινε ο Διοικητής της Ομάδας Στρατιών του Νότου.
  3. Οι συνεχείς αναβολές για την έναρξη της επιχειρήσεως έδωσαν επαρκή χρόνο για τη μετατροπή της τοποθεσίας σε πραγματικό οχυρό.
  4. Η γνώση, από την Ανωτάτη Σοβιετική Ηγεσία, του σχεδίου της επιθέσεως των Γερμανών υποβοήθησε τους Ρώσους στο να επιδοθούν με εξαίρετη επιμέλεια στο «στήσιμο του σκηνικού» λεπτομερώς.
  5. Περισσότερο απ’ όλα βοήθησε η εκ μέρους των Γερμανών συνεχής υποτίμηση των ικανοτήτων του αντιπάλου τους.
  6. Τέλος, πρέπει να τονισθεί στην περίπτωση του Κουρσκ, ότι ουδέποτε ίσως σύγχρονος στρατός γνώριζε τόσα πολλά και διέθετε τόσες υπέρτερες δυνάμεις και μέσα, για να συντρίψει τον αντίπαλό του. Ως προς το χρόνο, οι Ρώσοι ήταν ενήμεροι από μήνες για την κατά προσέγγιση ημέρα επιθέσεως και τυχαίως, σαν να μην έφθαναν όλα αυτά, πληροφορήθηκαν την προηγουμένη και την ώρα.

Εντούτοις, οι Γερμανοί ξέφυγαν από την παγίδα και ίσως μάλιστα τελικά η νίκη να μη τους διέφευγε στο Κουρσκ, αν δεν μεσολαβούσε, κατά την άποψη του Στρατάρχη Μανστάιν, η απόβαση στη Σικελία.

Στην έκθεση που υπέβαλε στον Χίτλερ ο Στρατηγός Μόντελ, Διοικητής της 9ης Στρατιάς (στον τομέα Ορέλ), ανέφερε, ότι οι Ρώσοι είχαν προβλέψει και μελετήσει την εκτόξευση της γερμανικής επιθέσεως και, κατόπιν αυτού, θα έπρεπε να εφαρμοσθεί κατά την επίθεση νέα τακτική μέθοδος. Οι φόβοι αυτοί του Μόντελ (ο οποίος μέχρι τέλος ήταν κατά της επιθέσεως στο Κουρσκ) οδήγησαν στην αναβολή της επιθέσεως μέχρι να φθάσουν στις τεθωρακισμένες μεραρχίες νέου τύπου άρματα σε επαρκή αριθμό και μέχρι να μετατραπεί το αρχικό σχέδιο. Η ισχυρή κρούση, που προβλεπόταν αρχικά, είχε μετατραπεί σε μετωπική σύγκρουση δυνάμεων.

Οι τεθωρακισμένες δυνάμεις με τη μέθοδο των τεθωρακισμένων σφηνών (Panzerkeile) θα χρησιμοποιούνταν για τη διατήρηση της ισχυρώς οργανωμένης τοποθεσίας. Αντί να χρησιμοποιηθούν ως σπάθη κατά του πλευρού και των νώτων του αντιπάλου (όπως μέχρι τότε) θα ρίχνονταν ως πολεμικός πέλεκυς κατά του μετώπου του αντιπάλου.

Με βάση τα στοιχεία αυτά, είναι δυνατό να εξαχθεί ότι η επίθεση θα ενεργούνταν εκεί ακριβώς, όπου την ανέμενε ο αντίπαλος. Τα τρομερής ισχύος γερμανικά άρματα υπό τους προαναφερθέντες σχηματισμούς θα ρίχνονταν στο πεδίο της μάχης, για να δοκιμασθεί η αντοχή και η ισχύς τους στα αλλεπάλληλα ναρκοπέδια, τις αντιαρματικές τάφρους και τον βαρύτατο φραγμό του ρωσικού πυροβολικού (20.000 πυροβόλων, υπεροχή των Ρώσων 1,9:1).  Πρέπει, τέλος, να ληφθεί υπόψη ο κύριος αντίπαλος του άρματος, τα αντιαρματικά. Σε όλο το βάθος της τοποθεσίας ανέμεναν 6.000 αντιαρματικά, που είχαν ταχθεί σε ομάδες των 5-6 αντιαρματικών με αποστολή την εξουδετέρωση ενός τουλάχιστον γερμανικού άρματος. Στο τέρμα, μετά 6 ημέρες, όπως υπολόγιζε ο Στρατηγός Μόντελ, τους ανέμενε η τελευταία δοκιμασία, ένας ακόμη άθλος: να καταβάλουν τη συγκεντρωμένη μάζα των ρωσικών αρμάτων, η οποία τους ανέμενε. Επρόκειτο για τα άρματα Τ34, εφάμιλλα γενικώς σε ποιότητα και υπέρτερα σε αριθμό, με πληρώματα που είχαν ακμαίες τις δυνάμεις, με πλήρεις φόρτους και καλή συντήρηση.

Στις ισχυρές τεθωρακισμένες μεραρχίες του «τρίτου υποδείγματος» έλαχε να χρησιμοποιηθούν για τη διάσπαση ισχυρώς οργανωμένης τοποθεσίας (του Κουρσκ), χωρίς ισχυρή υποστήριξη, και μάλιστα σε περιοχή όπου δεν θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν πλήρως την τρομερή δύναμη κρούσεως που διέθεταν, για ν’ αποδώσουν κατά την αξία τους. Τα τεράστια άρματα «Τίγρις» και «Φέρντιναντς» μπορούσαν ευχερώς να αντιμετωπίζουν τα ρωσικά άρματα, καθώς και τις ομάδες των αντιαρματικών πυροβόλων υπό ανεκτές συνθήκες. Δεν ήταν, όμως, άτρωτα. Εφόσον αποκόπτονταν από το πεζικό και περιοριζόταν η  ευκινησία τους, εξουδετερώνονταν εύκολα, το ένα μετά το άλλο, από μικρές ομάδες απλών πεζών.

Εκτός από αυτά, ως προς τη Διοίκηση, οι Ρώσοι είχαν εφαρμόσει το δοκιμασμένο σύστημα διευθύνσεως του αγώνα στην Μόσχα και στο  Στάλινγκραντ.

Για να ληφθούν ταχείες αποφάσεις στο στρατηγικό πλαίσιο, απέστειλαν και πάλι το Στρατάρχη  Γ. Ζούκωφ, επικεφαλής της γνωστής ομάδας «των πυροσβεστών του» για την διεύθυνση του αγώνα. Το σύστημα αποδείχθηκε εύκαμπτο, πρωτότυπο και επιτυχές.

Από γερμανικής πλευράς, το θέμα της διευθύνσεως του αγώνα δεν φαίνεται να αντιμετωπίσθηκε επιτυχώς. Οι επιχειρήσεις της 9ης Στρατιάς στον τομέα του Ορέλ ήταν υπό τον έλεγχο του Διοικητή της Ομάδας Στρατιών Κέντρου, όπως και των δύο στρατιών στο Μπέλγκοροντ – Χάρκοβ, υπό τον έλεγχο του Διοικητή της Ομάδας Στρατιών του Νότου. Δεν υπήρχε ενιαία διοίκηση στο πεδίο της μάχης. Οι προσπάθειες για τον διορισμό αρχιστρατήγου απορρίφθηκαν από τον Χίτλερ με διάφορες ανάξιες λόγου (αστείες) προφάσεις.

Το ότι η διεύθυνση του αγώνα υπήρξε από γερμανικής πλευράς ικανοποιητική, πρέπει να αποδοθεί στους εξαίρετους ηγήτορες, οι οποίοι ήταν επικεφαλής των γερμανικών δυνάμεων, όπως ο Στρατάρχης Μανστάιν, οι Στρατηγοί Γκουντέριαν, Μόντελ, Χόθ, κτλ.

Όπως αποδείχθηκε, απαιτείται συνταύτιση των προσπαθειών διαφόρων όπλων (πεζικού, μηχανικού, τεθωρακισμένων), πλήρης συντονισμός των ενεργειών κατά τις διάφορες φάσεις (διάρρηξη, αγώνες στο εσωτερικό, διάσπαση) και κυρίως συντριπτική υπεροχή πυρός υποστηρίξεως.

Η σπατάλη των πολύτιμων βαρέων αρμάτων κατά τη διάρρηξη και τον αγώνα στο εσωτερικό της τοποθεσίας (λόγω ελλείψεως επαρκούς πεζικού και υποστηρίξεως πυροβολικού), είχε ως αποτέλεσμα την ήττα των γερμανικών τεθωρακισμένων κατά τη φάση της τελικής διασπάσεως και εκμεταλεύσεως της επιτυχίας (του θερισμού και της συγκομιδής).

Οι Ρώσοι διέθεταν πράγματι ανεξάντλητες δυνάμεις και μέσα. Παρ’ όλα αυτά απέφυγαν την άκαιρη εκδήλωση επιθέσεων, αναμένοντας τη συμμαχική απόβαση. Γνώριζαν από την πείρα τους, ότι τα στελέχη και το τεχνικό προσωπικό των αρμάτων δεν ήταν ανεξάντλητο και ήταν δυσαναπλήρωτο.

Αντίθετα, οι Γερμανοί, εντελώς αψυχολόγητα, έπεσαν στη ρωσική παγίδα και σπατάλησαν τις τόσο πολύτιμες (ανεκτίμητες) μεγάλες μεραρχίες των αρμάτων τους για ένα επουσιώδη ΑΝΣΚ, όπως αποδείχθηκε ότι ήταν το Κουρσκ.

Κατά τη μάχη που διεξήχθη στην εξέχουσα του Κουρσκ έλαβε μέρος ο μεγαλύτερος  αριθμός αρμάτων στην Ιστορία. Πράγματι, κατά το αποφασιστικό της στάδιο κινούνταν 3.000 περίπου άρματα και αυτοκινούμενα πυροβόλα και από τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές. Ως προς τον κύριο αγώνα, αυτός διεξήχθη σε στενή ζώνη, όπου υπήρχαν ώριμοι σχεδόν σιταγροί, και κρίθηκε κατόπιν μιας αποφασιστικής επελάσεως, κατά την οποία άνθρωποι, που οδηγούσαν χαλύβδινα τέρατα, φαίνονταν αιωρούμενοι σε νέφη καπνού και σκόνης, άλλοτε προς τα εμπρός και άλλοτε προς τα πίσω. Το αποφασιστικό αποτέλεσμα, μετά την έναρξη της συγκρούσεως, κρίθηκε όχι από τους ελιγμούς και τον πνευματικό μόχθο της ηγεσίας των αντιπάλων, αλλά από την πυκνότητα των ναρκοπεδίων, την δασύτητα και την ισχύ του πυρός και, κυρίως, από τον αριθμό και το βάρος των χαλύβδινων αρμάτων.

Χαρακτηριστικό της μάχης υπήρξε το ότι η αργοπορία στην έναρξή της (λόγω της πληθώρας των επιχειρημάτων «υπέρ» και «κατά» του σχεδίου «Ακρόπολις»)είχε ως αποτέλεσμα να τεθεί τέρμα στην παντοδυναμία των γερμανικών τεθωρακισμένων και να περιέλθει η πρωτοβουλία των επιχειρήσεων οριστικά στους Ρώσους.

Μπορεί να θεωρηθεί τραγική ειρωνεία το γεγονός ότι οι σημαντικότεροι από τους ηγέτες της επιχειρήσεως (Στρατάρχης Μανστάιν, Στρατηγός Γκουντέριαν, Μόντελ) και ο ίδιος ο Χίτλερ είχαν ταχθεί με πείσμα κατά της επιχειρήσεως. Εντούτοις, το σχέδιο της επιθέσεως, μόλις άρχισε να συζητείται, γέννησε τόσες ελπίδες, ώστε βαθμηδόν, σαν να είχε αποκτήσει δική του βούληση, τους συνεπήρε όλους, και τους παρέσυρε με ορμή -άλλους με ενθουσιασμό, άλλους με δισταγμό ή και διαμαρτυρίες – στον πυρετό της δράσεως και την καταστροφή.

Για τα «Ελεύθερα Έθνη»  η νίκη του Κουρσκ, σε συνδυασμό με την επιτυχή απόβαση των Δυτικών Συμμάχων στη Σικελία, υπήρξε η αποφασιστική καμπή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Για τους Γερμανούς οι ημέρες της μάχης υπήρξαν από τις περισσότερο δραματικές και συγχρόνως μακρές για το τόσο βραχύβιο «Χιλιετές Γ’ Ράιχ» του Χίτλερ. Τέλος, στην Παγκόσμια Ιστορία, η μάχη του Κουρσκ υπήρξε η μεγαλύτερη αρματομαχία όλων των αιώνων.

*Με τον όρο αυτό νοείται κλιμάκιο αντίστοιχο προς την Ομάδα Στρατιών.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s