Μπούρας Κωνσταντίνος, αστυφύλακας


Ο αστυφύλακας Κωνσταντίνος Μπούρας, άπό τόν Μελιγαλά Μεσσηνίας, εκτός άπό τίς υπηρεσίες πού πρόσφερε στόν «Μίδα 614», ήταν καί σύνδεσμος τοΰ Ψαρρού, ό όποιος τότε οργάνωνε άνταρτικές ομάδες στήν Παρνασσίδα. Τίς πολύτιμες υπηρεσίες τού Μπούρα στήν έθνική ύπόθεση ήλθε, όπως είπαμε, νά διακόψει ένας προδότης, έμμισθος πράκτορας τής G.F.P. ( Geheime Feldpolizei ) μέλος τής φιλογερμανικής όργανώσεως Ο.Ε. Δ.Ε., ό Κωνσταντίνος Βασσατής.

«Είς τούτον», άναφέρει ό κ. Κώτσης, «άνέθεσε ή G.F.P. τήν έξιχνίασιν τών είς βάρος τών κατακτητών κατασκοπευτικών ενεργειών. Ό Βασσατής έβοηθεΐτο άπό τούς επίσης πράκτορες τών Γερμανών Θωμά  Αποστολίδη καί Ηλία Καρατζα, ναυτικό άπό τήν Καλαμάτα».  Ο Βασσατής δέν άργησε νά έντοπίση τόν Μπούρα καί νά τόν θέση ύπό συνεχή παρακολούθησιν. Τό μοιραίο έφθασε στίς 29 ’Απριλίου τού 1943. Ό Μπούρας πήγαινε νά συναντήση μερικούς άπό τούς έπιτελεΐς τού Ψαρρού πού βρίσκονταν στήν  Αθήνα.  Η συνάντησις έγινε σέ ένα καφενείο τής οδού Καρόλου, κοντά στό θέατρο Σαμαρτζή. Ό Βασσατής τηλεφώνησε στήν G. F.P., πού συνέλαβε, εκτός άπό τόν Μπούρα, τόν Δημ. Γεωργαντά, συνταγματάρχη μηχανικού, τό Γ. Φαμελίτη, τόν λοχαγό Ήλία Άθανασιάδη καί τούς Ν. Καίσαρη, Σ. Πανούση καί Γ. Σέββα. Τό άτύχημα ήταν ότι ό Μπούρας έφερε μαζί του μερικά σημειώματα μέ όδηγίες τού Ψαρρού, τά όποια δέν πρόφτασε νά καταστρέψη. Αλλά ό προδότης ενημέρωσε συμπληρωματικά τούς κατακτητάς καί γιά τό σπίτι τοΰ Μπούρα, στό όποιο βρέθηκαν ένας άσύρματος, όπλα καί πολεμοφόδια, στρατιωτικές στολές κ.ά. Τό υλικό αύτό είχε σταλή μέ υποβρύχιο άπό τήν Μ. ’Ανατολή στήν βάση υποβρυχίων πού είχε ιδρύσει ό Φ. Μανωλόπουλος στά άνατολικά παράλια τής Εύβοιας. Από έκεΐ μεταφέρθηκε στόν Πειραιά μερίμνη τού Μητροπολίτη Καρυστίας Παντελεήμονος καί έν συνεχεία στό σπίτι τού Μπούρα άπό τόν ίδιο καί τόν άλλοτε άστυνομικό Τζαβέλλα καί μέ τήν χρησιμοποίηση τοΰ υπηρεσιακού αυτοκινήτου τού Διευθυντοΰ τής Αστυνομίας Αγγέλου «Εβερτ. Μετά τήν σύλληψη του, ό Μπούρας κατόρθωσε νά πείση τούς άνακριτάς του ότι οί υπόλοιποι συλληφθέντες δέν είχαν Ιδέα γιά τά όπλα καί ότι αυτός ήταν ό μόνος υπεύθυνος. Ετσι οί ύπόλοιποι άφέθηκαν ελεύθεροι λίγο άργότερα χωρίς νά παραπεμφθοΰν σέ δίκη.

Ό Μπούρας βασανίσθηκε 45 όλόκληρες ήμερες μέ τόν πιό σκληρό καί απάνθρωπο τρόπο, χωρίς όμως νά χάσει τήν ψυχραιμία του καί χωρίς νά άποκαλύψη τό παραμικρό στούς δημίους του. «Οταν οί Γερμανοί άπελπίσθηκαν πώς θά τοΰ έπαιρναν τήν πιό άσήμαντη έστω πληροφορία, τόν παρέπεμψαν στό έκτακτο στρατοδικείο. Ο ήρωϊκός άγωνιστής καταδικάσθηκε δίς εις θάνατον καί έκτελέσθηκε στην Καισαριανή στίς 19-6-1943.’ Η άνδροπρεπής στάσις του εντυπώσιασε άκόμη καί τούς δημίους του, όπως άκριβώς συνέβη μέ τόσους καί τόσους γενναίους πατριώτες.

Τό χρονικό τής έκτελέσεως τοΰ Μπούρα περιγράφει στήν άναφορά του πρός τόν Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό, ό έφημέριος τοΰ  Οσίου Μελετίου, αΐδεσιμώτατος Κωνσταντίνος Γρηγορόπουλος.

Γράφει μεταξύ άλλων: «Τάς άπογευματινάς ώρας τής 18-6-1943, κατόπιν διαταγής τής Αρχιεπισκοπής Αθηνών, μετέβην είς τάς φυλακάς Άβέρωφ, ινα τάς πρωινός ώρας τής επομένης έξομολογήσω καί μεταλάβω Ελληνας πατριώτας, τούς όποιους θά έξετέλουν οί Γερμανοί τήν έπομένην. Πρίν καλά – καλά ξημερώση ή 19η ’Ιουνίου, μέ παρέλαβον ένοπλοι Γερμανοί, οί όποιοι μέ ώδήγησαν είς τά άνήλια καί άνθυγιεινά κελλία, όπου πρέβην εις τήν έξομολόγησιν τεσάρων άτόμων, πού θά έξετελοΰντο ολίγον βραδύτερον, είς τό Σκοπευτήριον τής Καισαριανής. Μεταξύ τούτων συμπεριλαμβάνετο καί ένα παλληκάρι, πού άπέσπασε, μέ τήν έπιδειχθεΐσαν στάσιν του, τόν θαυμασμόν, τόσον τών ‘Ελλήνων, όσον καί τών Γερμανών πού παρευρίσκοντο είς τόν περίβολον τών φυλακών. Ηταν ό Κώστας Μπούρας, πού τόν είχαν οί Γερμανοί, άκόμη καί μέσα στό κελλί του, μέ άλυσοδεμένα τά χέρια, φοβούμενοι μήν άποδράση. Άφοΰ μετέλαβε, χωρίς νά δυνηθή νά όλοκληρώση τήν έξομολόγησιν καί μοΰ έμπιστευθή τάς τελευταίας του επιθυμίας (μέ διέταξαν οί Γερμανοί νά διαθέσω μόνον 5′ λεπτά τής ώρας) τόν παρέλαβαν καί τόν ώδήγησαν είς ένα μεγάλο φορτηγό αυτοκίνητο. » Ό Κώστας, σάν πραγματικό παλληκάρι πού ήταν, δεμένος μέ τά σίδερα στά χέρια, μέ σταθερό καί άκλόνητο βήμα, όπως προχωρούσε πρός τήν κατεύθυνσιν τοΰ αύτοκινήτου μέ χαμόγελο, υπερηφάνεια καί άνδρισμό, άπεχαιρέτησε τούς πάντας καί τάς άρκετάς έκατοντάδας φυλακισμένων, οί όποιοι έκ τοΰ θορύβου είχαν ξυπνήσει καί παρηκολούθουν μέσα άπό τά κάγκελλα τών κελλιών τό δράμα τών μελλοθανάτων, τραγουδώντας τόν ’Εθνικό Υμνο καί άλλα θούρια, μέ ένα άλμα άνέβηκε στό αύτοκίνητο. Είς τά 5.30’ άκριβώς, τό αύτοκίνητον μέ τήν κουστωδίαν του διέσχισεν τούς δρόμους τής περιοχής ’Αμπελοκήπων μέ ίλιγγιώδη ταχύτητα καί σέ λίγο έφθασε είς τόν περίβολον τοΰ Σκοπευτηρίου Καισαριανής. Κατά τήν διαδρομήν ό Μπούρας δέν έπαυσε ούδ’ έπί στιγμήν νά τονώνη τό ήθικόν τών λοιπών μελλοθανάτων καί νά τραγουδά διάφορα πατριωτικά τραγούδια καί θούρια, παρασύροντας καί αύτούς είς τό τραγούδι, μέ άποτέλεσμα νά έξαγριώση τόν έπί κεφαλής Γερμανό άξιωματικόν καί νά διατάξη νά τόν κτυπήσουν διά νά σταματήση. Τήν 6ην άκριβώς ώραν, ό έπικεφαλής τοΰ άποσπάσματος μέ ένα άνθυπασπιστή καί ένα άξιωματικό τοΰ Δικαστικού, μέ διέταξαν νά τούς άκολουθήσω. Είσήλθομεν έντός τοΰ Σκοπευτηρίου. Εΰθύς άμέσως παρέλαβον τούς Παπαγιάννην καί Ντεγιάννην, τούς έδεσαν έπί πασσάλων καί άφοΰ τούς άπήγγειλε τήν καταδίκην των ό δικαστικός, τούς έξετέλεσαν. Ήκολούθησεν ή έκτέλεσις τοΰ Βαρόπουλου καί άκολούθως τοΰ ήρωος Κ. Μπούρα. Ή έκτέλεσις τοΰ Μπούρα παρουσίασε ένα άνατριχιαστικό θέαμα τό όποιον ούδέποτε θά σβήση άπό τήν μνήμην μου. »Μετά τήν άπαγγελίαν τής είς θάνατον καταδίκης του, τοΰ άφήρεσαν τίς χειροπέδες, οί όποιες έπί 50 ήμέρας τοΰ είχαν καταπληγώσει τά χέρια, τόν ώδήγησαν είς τόν πάσσαλον καί έπί τρεις φοράς έπεχείρησαν νά τοΰ καλύψουν τούς οφθαλμούς, άλλά έστάθη άδύνατον. Τότε, ό έπί κεφαλής τοΰ άποσπάσματος διέταξε καί τόν έδεσαν έπί πασσάλου, σάν τόν Χριστό καί έτσι δεμένος παρέδωσε τό πνεύμα. Τοιαύτη ήτο ή λύσσα τών έξηγριωμένων Γερμανών, πού έκ τών υπεραρίθμων ριφθεισών βολών διά τών οπλοπολυβόλων, άπεκόπη ό πάσσαλος είς δύο τεμάχια». «Μετά τήν έκτέλεσιν τοΰ Μπούρα, έπηκολούθησαν άνά δύο οί έκτελέσεις τών Βενιζέλου, Κιτσοπούλου, Δημητροπούλου καί Γκούτη. Παρηκολούθησα, Μακαριώτατε, μέ βαθυτάτην λύπην, άλλά καί ύπερεκχειλισμένην άγανάκτησιν, τό άποτρόπαιον αύτό έγκλημα τών βαρβάρων κατακτητών καί έθαύμασα τόν πατριωτισμόν, τό θάρρος καί τήν ψυχραιμίαν τών έθνομαρτύρων Χριστιανών, πού έδωσαν τήν ψυχήν των υπέρ τής ’Ελευθερίας τής Πατρίδος μας».

ΠΗΓΗ: Αστυνόμος Σαράντης Αντωνάκος, Περιοδικό Αστυνομικά Χρονικά,τεύχος Απριλίου 1978.