Κατασκευή οχυρών Γραμμής Μεταξά


Στις αρχές του 1935, η κυβέρνηση έθεσε στο ΓΕΣ ερώτημα σχετικά με την οχύρωση των βορείων συνόρων της χώρας.

Μετά τη συνθήκη της Λοζάννης και μέχρι του έτους 1933, οι εκάστοτε κυβερνήσεις της χώρας και η ανώτατη στρατιωτική ηγεσία δεν είχαν αντιμετωπίσει σοβαρά το θέμα της οχύρωσης της παραμεθόριας ζώνης, διότι υπολόγιζαν ότι βρίσκονται μπροστά σε μία μακρά ειρηνική περίοδο. Αλλά και τα διατιθέμενα κάθε φορά κονδύλια του προϋπολογισμού για τη στρατιωτική προπαρασκευή της χώρας ήταν πάντοτε περιορισμένα, λόγω του πλήθους των αναγκών που είχαν προκύψει από τη μικρασιατική καταστροφή.

Ως εκ τούτου, καμία άξια λόγου εργασία οχύρωσης δεν είχε γίνει μετά τη μικρασιατική καταστροφή, εκτός από κάποια ατελέστατη απλή τακτική μελέτη οχύρωσης με ενισχυμένα έργα εκστρατείας των περιοχών βορείως της Ξάνθης, Κάτω Νέστου, Πόρτο Λαγός και της βορείως Κομοτηνής περιοχής της Νυμφαίας, κατά τα έτη 1924 και 1925.

Μετά το σχετικό ερώτημα λοιπόν της κυβέρνησης, το ΓΕΣ συγκρότησε επιτροπή, η οποία υπέβαλλε το από 21 Ιανουαρίου 1935 πρακτικό της, με το οποίο υπολόγισε την απαιτούμενη δαπάνη για την ολοκλήρωση της οχύρωσης (από Αξιό ποταμό μέχρι και Δυτική Θράκη) στο ποσό άνω των 4.000.000.000 δρχ. Για την οχύρωση της Δυτικής Θράκης η δαπάνη είχε υπολογισθεί χονδρικά στο ποσό των 100 εκατομμυρίων δρχ.

Το ΓΕΣ υπέβαλλε στη συνέχεια υπόμνημα προς την κυβέρνηση και τους πολιτικούς ηγέτες, με το οποίο ζητούσε τη διάθεση 200 εκατομμυρίων δρχ ως πρώτη δόση για την οχύρωση της ζώνης προκαλύψεως προς Βουλγαρία, έναντι του χονδρικώς προϋπολογισθέντος ποσού των 4 δις δρχ. Στο υπόμνημα αυτό, αρχικά, δε δόθηκε συνέχεια.

Μετά όμως την Ιταλοαιθιοπική ρήξη, στις 2 Οκτωβρίου 1935, και με την εμφάνιση νεφών στο διεθνή ορίζοντα, η στρατιωτική ηγεσία εισηγήθηκε στην κυβέρνηση τη λήψη των ενδεδειγμένων μέτρων προς εξασφάλιση των στοιχειωδών συνθηκών στο σπουδαιότερο τούτο κεφάλαιο της άμυνας της χώρας.

Σε ό,τι αφορά στην περίπτωση ελληνοβουλγαρικού πολέμου, η στρατιωτική ηγεσία πρότεινε όπως η οχύρωση υπεισέλθει κυρίως στην ενίσχυση της προκαλύψεως, με σκοπό την εξασφάλιση της συγκέντρωσης του στρατού εκστρατείας στην επιθυμητή ζώνη και τη διευκόλυνση έτσι της ανάπτυξης του επιθυμητού ελιγμού ή και τη διεξαγωγή αρχικά αμυντικών επιχειρήσεων. Μετά την πρόταση αυτή της στρατιωτικής ηγεσίας, το Υπουργείο των Στρατιωτικών εξέδωσε τις απαραίτητες διαταγές για την υλοποίηση των αναφερθέντων.

Σχετικά με την οχύρωση, από τον καιρό της ειρήνης οι απόψεις είναι διισταμένες, διότι άλλοι μεν από τους στρατιωτικούς ηγέτες κρίνουν μια τέτοια ενέργεια απαραίτητη για να δύναται η χώρα να εκτελέσει τις πολεμικές αποστολές και άλλοι αποφαίνονται ότι δεν είναι ούτε σκόπιμη ούτε απαραίτητη.

Και στην περίπτωση της οχύρωσης των βορείων περιοχών της Ελλάδας υπήρχαν αυτές οι διισταμένες γνώμες, αν και αυτοί που υποστήριζαν τη μη οχύρωση αποτελούσαν μειοψηφία. Στην Ευρώπη, όλες σχεδόν οι χώρες αυτής, μεγάλες και μικρές, θεώρησαν ανέκαθεν επιτακτική την ανάγκη της οχύρωσης των συνόρων τους με μόνιμα έργα. Μετά δε τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, άπαντα σχεδόν τα κράτη, τα ευρισκόμενα στο χοίρο του ευρωπαϊκού θεάτρου επιχειρήσεων, θεώρησαν την ανάγκη αυτή ως επιτακτική.

Άπαντες σχεδόν, οι από του 1924 μέχρι το 1935 Αρχηγοί του Γενικού Επιτελείου Στρατού, υποστηρίζουν την ανάγκη της οχύρωσης της χώρας προς τις εκάστοτε ελληνικές κυβερνήσεις, χωρίς όμως αποτέλεσμα.

Σε ό,τι αφορά τον ελληνικό χοίρο, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι σχέσεις της Ελλάδας με τη Βουλγαρία ήταν πάντοτε τεταμένες. Η κατάσταση αυτή υπήρχε όχι μόνο από το 1935 αλλά από το 1923 και μετά, όταν η Βουλγαρία είχε αναλάβει δυνάμεις από την ήττα του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου και η Ελλάδα ήταν ακόμη εξασθενημένη από την ατυχή μικρασιατική εκστρατεία.

Ορθότατα λοιπόν οι ελληνικές κυβερνήσεις και το ΓΕΣ, κατά το 1935 και μετά, ελάμβαναν υπόψη τους τη δυσμενέστερη περίπτωση εμπλοκής σε πόλεμο της Ελλάδας μόνης κατά της Βουλγαρίας μόνης ή και κατά της Αλβανίας, η οποία θα ενεργούσε ταυτόχρονα με τη Βουλγαρία.

Το ΓΕΣ, διαβλέπον ότι η κυβέρνηση θα διέθετε τα απαιτούμενα κονδύλια για την οχύρωση της χώρας και με δεδομένη την έλλειψη συστηματικών μελετών, ως πρώτο βήμα συγκρότησε, στις 2 Αυγούστου 1935 επιτροπή υπό την προεδρία του τότε συνταγματάρχη Μηχανικού Στρίμπερ Ι, η οποία αργότερα έλαβε τον τίτλο επιτροπή μελετών οχύρωσης (ΕΜΟ). Το Σεπτέμβριο δε του 1935, το ΓΕΣ συγκρότησε στο 3° γραφείο αυτού, το τμήμα III, το οποίο μετονομάσθηκε αργότερα σε ΙΙΙ/β ως αρμόδιο γραφείο οχυρωτικής. Η διεύθυνση ΙΙΙ/β ανατέθηκε στον τότε αντισυνταγματάρχη Μηχανικού Κανελόπουλο Κωνσταντίνο, ο οποίος διατήρησε συνεχώς τη διεύθυνση του τμήματος τούτου μέχρι τον Οκτώβριο του 1940. Η αναφερθείσα επιτροπή είχε εντολή, αφού λάβει υπόψη τα ισχύοντα σχέδια ενεργείας προς Βουλγαρία όπως και διάφορα άλλα στοιχεία που θα έπαιρνε από το ΓΕΣ, να υποβάλλει πρακτικό στο οποίο να καθορίζεται η μορφή οχύρωσης, η γενική γραμμή χάραξης των έργων, η δαπάνη που θα απαιτηθεί και ο τρόπος οργάνωσης της εργασίας. Η ανατεθείσα στην επιτροπή μελέτη έγινε σε χάρτη κλίμακας 1:100.000, τα δε πορίσματα αυτής υποβλήθηκαν από την ΕΜΟ στο ΓΕΣ με το υπ’ αριθμόν 1 της 1ης Οκτωβρίου 1935 πρακτικό της.

Για την περιοχή της Κομοτηνής, πρότεινε την κατασκευή στη Νυμφαία οχυρού αντοχής σε βολή των 155 για την απαγόρευση της οδού Κίρτζαλι – Νυμφαία – Κομοτηνή, καθώς και πολυβολείων αντοχής των 105 στο ύψος της γραμμής Γιοβά Χαλίλ (Μαχαίρας) – Νυμφαία – Κάτω Μεγάλη Αδα – Δράνια για την απαγόρευση των ορεινών οδεύσεων. Γενικά η μελέτη της ΕΜΟ παρείχε την εντύπωση ότι κρινόταν όχι απαραίτητη η οχύρωση της ζώνης αυτής και επαφιόταν στην κρίση του ΓΕΣ η λήψη απόφασης για την κατασκευή των προτεινομένων έργων.

Αναφορικά με τη δαπάνη που θα απαιτείτο, η επιτροπή αυτή (ΕΜΟ) υπέβαλλε ,στις 21 Οκτωβρίου 1935, το υπ’ αριθμ. 2 πρακτικό, με το οποίο ανάφερε ότι ,κατά χονδρική προσέγγιση, η δαπάνη οχύρωσης των προς Βουλγαρία συνόρων θα ανέλθει στο ποσό των 550 εκατομμυρίων δραχμών. Τελικώς, δαπανήθηκαν 1322 εκατομμύρια δραχμές. Σε τούτο συντέλεσε τόσο η υποτίμηση της δραχμής όσο και η εξέλιξη των ιδεών επί της μορφής της οχύρωσης κατά την πρόοδο των εργασιών. Το ποσό τούτο υπήρξε εκπληκτικά μικρό, συγκρινόμενο προς την έκταση, την αρτιότητα και την αποτελεσματικότητα του εκτελεσθέντος έργου.

Το φθινόπωρο του 1935 και μετά την έγκριση των μελετών από τον τότε αρχηγό του ΓΕΣ αντιστράτηγο Χασαπίδη Α., εκδόθηκαν από το ΓΕΣ γενικές οδηγίες οχύρωσης βάσει των οποίων συγκροτούνταν μία κεντρική επιτροπή οχύρωσης (ΚΕΟ) στο ΓΕΣ και τέσσερις υποεπιτροπές ανά μία για τις περιοχές προκάλυψης των μεραρχιών XI (περιοχή της κοιλάδας του Αξιού Π.), VI (περιοχή της κοιλάδας του Στρυμόνα Π.), VII (περιοχή υψιπέδου Κ. Νευροκοπίου – Νέστου Π.) και XII (περιοχές Ξάνθης – Κομοτηνής).

Κάθε υποεπιτροπή αποτελείτο από τρεις ανώτερους αξιωματικούς (ένας του Πεζικού ως πρόεδρος και ανά ένας του Πυροβολικού και Μηχανικού ως μέλη).

Από τα μέσα του 1936, όταν την αρχηγία του ΓΕΣ ανέλαβε ο αντιστράτηγος Παπάγος Αλέξανδρος, επήλθαν σημαντικές τροποποιήσεις και προσθήκες στο πρόγραμμα των υπό μελέτη και κατασκευή έργων οχύρωσης της προκάλυψης, μετά την αναγνώριση των αμυντικών τοποθεσιών και των έργων οχύρωσης από το Στρυμόνα μέχρι την Κομοτηνή και Αλεξανδρούπολη στην οποία προέβη το Σεπτέμβριο του 1936 (19 Σεπ – 3 Οκτ), συνοδευμένος από αρμόδιους επιτελείς του ΓΕΣ.

Οι πρώτες σε μεγάλη έκταση εργασίες έργον εκστρατείας σημειώθηκαν κατά το έτος 1937. Το 1938, συνεχίσθηκαν οι εργασίες που είχαν αρχίσει το προηγούμενο έτος.

Γενικά, κατά το έτος 1939, σημειώθηκε σημαντική πρόοδος στα έργα εκστρατείας, ιδίως στις περιοχές του Δ’ και Ε’ (Θράκη) Σωμάτων Στρατού.

Κατά το έτος 1940. τα Δ’ και Ε Σώματα Στρατού, μετά από διαταγές του ΓΕΣ, περιορίσθηκαν στην αποπεράτωση του προγράμματος έργων εκστρατείας, του προηγουμένου έτους.

Κατά την εκτέλεση των εργασιών μπορούσε κανείς να διακρίνει δυο χρονικές περιόδους: την εντατική (Μάιος – Οκτώβριος), στην οποία επιζητείτο η εκτέλεση του ετήσιου προγράμματος και τη χειμερινή (Νοέμβριος – Απρίλιος), στην οποία οι εργασίες απέβλεπαν κυρίως στην προώθηση των υπόγειων κατασκευών, σε περιορισμένη πάντως κλίμακα. Ο παρακάτω πίνακας δείχνει το μέσο όρο των εργασθέντων ημερησίως κατά τις θερινές και χειμερινές περιόδους.

Έτη Θερινή Περίοδος Χειμερινή Περίοδος
1936 960 425
1937 3025 1180
1938 3630 550
1939 3395 1240
1940 2425

 

Κατά προσέγγιση, διατέθηκαν για τα έργα οχύρωσης των βουλγαρικών συνόρων (απo Στρυμόνα μέχρι Αλεξανδρούπολη) 2.900.000 ημεροδούλια εργατοτεχνικού ιδιωτικού προσωπικού. Σε ό,τι αφορά το οχυρό της Νυμφαίας τα ημεροδούλια κατά έτος είχαν ως εξής:

Έτος Ημεροδούλια
1936 6216
1937 27104
1938 49084
1939 30044
1940 8512
1941 1120
Σύνολο 122080

Τα ημερομίσθια ήταν διαφορετικά ανά έτη με ανοδική πορεία, όπως:

1937 1939
Ημερομίσθιο Χειρώνακτος (εργάτη) 64 80
Ημερομίσθιο Χωματουργού 72 88
Ημερομίσθιο Υπονομοποιού 128 128
Ημερομίσθιο Τεχνίτη 120 120

Για την εκτέλεση των έργων χρησιμοποιήθηκαν πλήθος υλικών προερχόμενα από την περιοχή όπως άμμος, πέτρες, χαλίκι, σκύρα οδοποιίας και σκυροδέματος, ακατέργαστη ξυλεία.

Επιπλέον, γινόταν προμήθεια υλικών από το εμπόριο απευθείας από τη στρατιωτική υπηρεσία προς επίτευξη οικονομικότερων όρων, εξασφάλισης ειδικής ποιότητας και της αναγκαίας ποσότητας κατά τα διάφορα στάδια της εκτέλεσης. Τέτοια υλικά ήταν το τσιμέντο, ο σίδηρος, η θηραϊκή γη, τα ελάσματα, οι λαμαρίνες επένδυσης και κατασκευής σιδηρών θυρών και θυρίδων φατνωμάτων, σύρμα ακιδωτό, πάσσαλοι συρματοπλέγματος, υλικά διαβιβάσεων και υλικά φωτισμού και ύδρευσης.

Η Κατασκευή των Οχυρών

Τα οχυρά της «Γραμμής Μεταξά», αποτελούσαν μία μέση οδό μεταξύ του γαλλικού τρόπου οχύρωσης και του συστήματος οχύρωσης άλλων Κρατών. Χαρακτηριστικό της γαλλικής οχύρωσης ήταν η υπερβολική κάλυψη και φροντίδα ευζωίας του προσωπικού, ενώ δυσανάλογα μικρή ήταν η ποσότητα οπλισμού σε σχέση με το μέγεθος των εγκαταστάσεων. Τα αντίθετα χαρακτήριζαν τον τρόπο οχύρωσης άλλων κρατών. Τα ελληνικά οχυρά παρείχαν ικανοποιητική κάλυψη και πυκνότητα οπλισμού, ανάλογη με την πυκνότητα των έργων.

Η παραλλαγή τους (καμουφλάζ) ήταν πλήρης και άριστη από κάθε πλευρά και ακόμα και σήμερα δύσκολα, και μόνο από πολύ κοντινή απόσταση, διακρίνονται από τον περιβάλλοντα χώρο. Κάθε οχυρό περιβαλλόταν από απαγορευμένη ζώνη πλάτους 5 – 10χμ. με διάφορα φυλάκια επιτήρησης εντός αυτής που απαγόρευαν την είσοδο στη ζώνη χωρίς ειδική άδεια. Όσο πλησίαζε κανείς το οχυρό, συναντούσε σειρές συρματοπλεγμάτων, παγίδες με χειροβομβίδες και όπου το έδαφος το επέτρεπε, αντιαρματικά εμπόδια ή αντιαρματική τάφρο βάθους 4μ., πολύ καλά καμουφλαρισμένη.

Τα οχυρά σκάβονταν από την πίσω) (νότια) πλευρά, με την ίδια μέθοδο που χρησιμοποιείτο για τη διάνοιξη στοών σε ορυχεία. Η εκσκαφή άρχιζε από ένα κεντρικό διάδρομο οριζόντια και από ένα σημείο και μετά συνεχιζόταν κάθετα σε κυμαινόμενο ύψος 15-45μ., ανάλογα με την κλίση του εδάφους. Από εκεί διάφοροι μικρότεροι διάδρομοι διακλαδώνονταν σε μεγάλη έκταση. Αυτοί οι υπόγειοι διάδρομοι συνδέουν και συνδέονται με θαλάμους οπλιτών, γραφεία διοίκησης, αποθήκες πυρομαχικών, νερού, εφοδίων, παρατηρητήρια, πυροβολεία και πολυβολεία.

Όλες οι εγκαταστάσεις προστατεύονται από μπετόν αρμέ πάχους 1-2μ., ανάλογα με τη θέση. Η κεντρική υπόγεια στοά έχει την είσοδο της στο επάνω μέρος του οχυρού και διακόπτεται από πλευρικές στοές που χρησιμεύουν για την εξυπηρέτηση του προσωπικού. Μέσα στις στοές είχαν κατασκευαστεί αρκετές παγίδες (»τυφλοί» διάδρομοι μήκους 20μ. περίπου, χωρίς πλευρικές πόρτες, ώστε να μη προσφέρουν κάλυψη στον εισβολέα, στο τέλος των οποίων υπήρχε θυρίδα – φάτνωμα – με πολυβόλο από την εσωτερική πλευρά κλπ.) προκειμένου ο εισβολέας να εξοντωθεί στα σημεία αυτά.

Σε ειδικές υποδοχές στους τοίχους των διαδρόμων, ειδικοί λαμπτήρες φώτιζαν το χώρο, ενώ μηχανήματα εξαερισμού και χαλύβδινα «σαλιγγάρια» εξασφάλιζαν τον αερισμό του οχυρού. Χαλύβδινες πλάκες κάλυπταν τα φατνώματα των πολυβολείων και των πυροβολείων ώστε να προστατεύουν το προσωπικό που τα χειριζόταν.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε επίσης ότι, όταν άρχισαν να σχεδιάζονται οι εγκαταστάσεις, στρατηγικός αντίπαλος της Ελλάδας ήταν η Βουλγαρία, που διέθετε ένα στρατό περίπου των ελληνικών δυνατοτήτων και προδιαγραφών. Κανένας δεν φανταζόταν ότι στατικές γραμμές άμυνας, όπως είναι τα οχυρά, θα καλούνταν ν» αντιμετωπίσουν ένα σύγχρονο, μηχανοκίνητο στρατό, όπως ο γερμανικός, ο οποίος διέθετε την ταυτόχρονη υποστήριξη της αεροπορίας, ιδιαίτερα του «ιπτάμενου πυροβολικού», των αεροσκαφών Ju – 87 πιο γνωστών ως «Stuka». Γιατί, στην περίπτωση αυτή, όλοι, όσοι είχαν έστω και ελάχιστες στρατιωτικές γνώσεις, δεν αμφέβαλλαν για το αποτέλεσμα.

Στο σημείο αυτό άλλωστε έγκειται και το μεγαλείο της ελληνικής αντίστασης έναντι της γερμανικής εισβολής. Στο ότι οι υπερασπιστές των οχυρών πολέμησαν μέχρι τέλους, γνωρίζοντας το μάταιο τους αγώνα έναντι της γερμανικής πολεμικής μηχανής. Το γεγονός δε ότι τα περισσότερα οχυρά δεν κατελήφθησαν αλλά υπερκεράστηκαν από τον δευτερεύοντα γερμανικό ελιγμό, μέσω Γιουγκοσλαβίας, που δεν προέβαλλε αντίσταση, αποδεικνύουν την αξία των υπερασπιστών των οχυρών.

Περιγραφή του Οχυρού Νυμφαίας

Το οχυρό της Νυμφαίας, αποτελεί το τελευταίο προς ανατολάς συγκρότημα, των μονίμων έργον οχύρωσης της «Γραμμής Μεταξά», η οποία με εικοσιένα (21) τέτοια έργα, φράσσει τους άξονες εισβολής, από τη Βουλγαρία στην Ελλάδα.

Σχεδιάστηκε και κατασκευάστηκε, όπως και τα υπόλοιπα οχυρά, κατά τα έτη 1936-1941, κατόπιν εντατικής προσπάθειας του Γενικού Επιτελείου Στρατού, λόγω της διαγραφόμενης απειλής του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.

Τα οχυρά της «Γραμμής Μεταξά»
Ποποτλίβιτσα Περιθώρι Ιστίμπεη
Παρταλούσκα Κελκαγιά Ντάσαβλη
Αρπαλούκι Λίσσε Παληουριώνες
Πυραμιδοειδές Ρούπελ Καστίλο
Καρατάς Αγ. Νικόλαος Καλή
Μπαρτίσεβα Περσέκ Εχίνος
Μπαμπαζώρα Νυμφαία Μαλιάγκα

Το οχυρό είναι ακριβώς κάτω από το μνημείο. Εκτείνεται σε μεγάλο βάθος και αποτελείται από τρεις (3) ορόφους, στους οποίους υπάρχουν οι θέσεις των όπλων, καθώς και όλες οι βοηθητικές εγκαταστάσεις.
Το ανάπτυγμα των καταφυγίων του είναι 910 τρέχοντα μέτρα και οι υπόγειες στοές συγκοινωνίας του 1910 τρέχοντα μέτρα.
Ο πρώτος όροφος, ο οποίος είναι και ο σπουδαιότερος, εκτείνεται προς όλες τις κατευθύνσεις, διαθέτει τέσσερις (4) κυρίες στοές, οι οποίες καταλήγουν σε θέσεις όπλων και έργα επιφανείας, θαλάμους για δύναμη 500 ανδρών περίπου, αποθήκες πυρομαχικών, εφοδίων και νερού, γραφεία, μηχανοστάσιο, ιατρείο, μαγειρεία και λοιπούς βοηθητικούς χώρους.
Ο δεύτερος όροφος, 99 σκαλοπάτια κάτω από τον πρώτο, και ο τρίτος, 66 σκαλοπάτια κάτω από το δεύτερο, διαθέτουν έργα επιφανείας προς βορρά και θαλάμους για το προσωπικό.

Εξοπλισμός

Στην επιφάνεια του οχυρού, υπήρχαν θέσεις αντιαεροπορικών όπλων και προς βορρά αυτού (σε απόσταση 500μ. περίπου) αντιαρματικές τομές, πυραμίδες από οπλισμένο σκυρόδεμα και μεταλλικά εμπόδια.
Οι εξωτερικές είσοδοι, έκλειναν με σταθερές πόρτες και προστατεύονταν από πολυβολεία.
Ο ηλεκτροφωτισμός του οχυρού δεν είχε τελειώσει, μέχρι τον Απρίλιο του 1941, γι’ αυτό φωτίζονταν με λάμπες πετρελαίου, ενώ ο εξαερισμός του οχυρού επετυγχάνετο με αεραγωγούς. οι οποίοι κατέληγαν στην επιφάνεια του.

Συμπληρωματικά Έργα

Για την αποτελεσματική άμυνα της διάβασης Νυμφαίας και την προστασία του οχυρού, είχαν προβλεφθεί έργα οχύρωσης στα υψώματα 840, Λιθάρι, Φρουρός και Στρογγυλό, τα οποία όμως, μέχρι τον Απρίλιο του 1941, δεν είχαν κατασκευασθεί λόγω έλλειψης χρόνου, χρημάτων και προσωπικού.

ΠΗΓΗ: Συνταγματάρχης (ΠΖ) Γεώργιος Καραμπατσόλης