Ψυχολογικές επιχειρήσεις της Αγγλίας στις ΗΠΑ


To 1940 ήταν ένας δύσκολος χρόνος για τη Βρετανία. Οι Γερμανοί προέλαυναν και μοναδική ελπίδα των Βρετανών ήταν η εμπλοκή των ΗΠΑ στον πόλεμο. Τότε ακριβώς άρχισε η μεγαλύτερη επιχείρηση συγκάλυψης στην Ιστορία της Βρετανίας. Σύμφωνα με την εφημερίδα «Guardian», εκείνη την περίοδο ιδρύθηκε μια ειδική υπηρεσία με την επωνυμία «British Security Coordination», που ουσιαστικά αφορούσε τη μεγαλύτερη επιχείρηση συγκάλυψης στην ιστορία της βρετανικής κατασκοπείας, η οποία δεν έγινε στην κατεχόμενη Γαλλία ή στη Σοβιετική Ένωση αλλά στις ΗΠΑ!

Κατά τη διάρκεια της κρίσιμης διετίας (1940-1941) πριν από την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ, ο Βρετανός πρωθυπουργός, Ουίνστων Τσώρτσιλ, κατέστησε σαφές ότι η Βρετανία δεν θα έχανε τον πόλεμο εφόσον οι ΗΠΑ συμμετείχαν σε αυτόν. Ωστόσο έπρεπε να σιγουρευτεί ότι οι Αμερικανοί θα ήταν σύμμαχοι των Βρετανών. Με τη συμπαράταξη και την αρωγή των ΗΠΑ η Γερμανία θα ηττάτο. Χωρίς τους Αμερικανούς στον πόλεμο και με δεδομένη τη στάση της Σοβιετικής Ένωσης, η οποία είχε υπογράψει συνθήκη ειρήνης με τη Γερμανία, το μέλλον της «γηραιάς αλβιόνος» προδιαγραφόταν ζοφερό. Παρά την προσπάθεια του προέδρου Ρούζβελτ να βοηθήσει τη Βρετανία μέσω του νόμου περί Δανεισμού και Εκμισθώσεως, οι ΗΠΑ παρέμεναν πιστές στο πνεύμα του απομονωτισμού. Αλώστε το 80% της αμερικανικής κοινής γνώμης τασσόταν κατά της πολεμικής εμπλοκής της χώρας στο ευρωπαϊκό θέατρο επιχειρήσεων. Επικρατούσε «αγγλοφοβία» και το Κογκρέσο δεχόταν ισχυρές πιέσεις προκειμένου να αποφύγει οποιασδήποτε μορφής παρέμβαση στις «ευρωπαϊκές υποθέσεις». Μετά την πτώση της Γαλλίας, τον Μάιο του 1940, η θέση της Βρετανίας έγινε ακόμη πιο επισφαλής. Πολλοί θεωρούσαν ότι το Λονδίνο θα έπεφτε σύντομα στα χέρια των Γερμανών και κανένας δεν ήθελε να εκδηλώσει φιλοπόλεμα αισθήματα, ιδιαίτερα την ώρα που επίκειντο οι αμερικανικές εκλογές. Αν ο Ρούζβελτ υιοθετούσε σύνθημα υπέρ του πολέμου, ήταν σίγουρο ότι θα έχανε. Ο Τσώρτσιλ συσκεπτόταν με τους επιτελείς του με στόχο ένα σχέδιο μεταστροφής της αμερικανικής κοινής γνώμης υπέρ του πολέμου. Οι Αμερικανοί έπρεπε να πεισθούν ότι ήταν προς το συμφέρον τους να εμπλακούν στον πόλεμο στο πλευρό των Βρετανών.

Η BSC οργανώθηκε από έναν Καναδό, τον Ουίλιαμ Στέφενσον, ο οποίος εργαζόταν για τις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες. Αρχικά άνοιξε ένα γραφείο στο Κέντρο Ροκφέλερ, στο Μανχάταν, με τη διακριτική υποστήριξη του προέδρου Ρούζβελτ αλλά και του διευθυντή του FBI, Εντγκαρ Χούβερ. Ομως κανένας δεν γνώριζε ακριβώς την αποστολή της BSC, ούτε την κλίμακα των επιχειρήσεων της. Ουσιαστικά η μεγάλη αυτή μυστική υπηρεσία διαχειριζόταν κατά το δοκούν την ειδησεογραφία και κατασκεύαζε ειδήσεις μέσω της μαύρης προπαγάνδας. Σειρά αντιγερμανικών ιστοριών και άρθρων προωθείτο στις αμερικανικές εφημερίδες και τους ραδιοσταθμούς, ενώ την ίδια στιγμή βάλλονταν και κατηγορούντο όσοι τηρούσαν φιλογερμανική στάση ή τάσσονταν υπέρ της απομόνωσης. Ο Στέφενσον χαρακτήρισε τις ενέργειες του ως «πολιτικό πόλεμο» (political warfare), έχοντας κατορθώσει ένα αξιοσημείωτο επίτευγμα στη συγκεκριμένη μορφή επιχειρήσεων. Ο στόχος ήταν να αλλάξει η νοοτροπία της αμερικανικής κοινής γνώμης και να πεισθεί ότι ήταν καλό οι ΗΠΑ να πολεμήσουν κατά της Γερμανίας. Με αυτόν τον τρόπο θα «λύνονταν τα χέρια» του Ρούζβελτ, ο οποίος θα μπορούσε να περάσει από το Κογκρέσο ακόμη πιο φιλοβρετανικές διατάξεις, οδηγώντας τις ΗΠΑ εγγύτερα στον πόλεμο.

Η BSC στρατολόγησε επιφανείς προσωπικότητες από τις ΗΠΑ, όπως ο αρθρογράφος Βάλτερ Ουίντσελ και ο Ντρού Πίρσον, και αύξησε την επιρροή σε εφημερίδες όπως η «Herald Tribune», η «New York Post» και η «Baltimore Sun». Ακόμη δημιούργησε δικό της ραδιοφωνικό σταθμό, τον WRUL, και μια υπηρεσία Τύπου, την Overseas News Agency (ONA). Μέσω αυτής τροφοδοτούσε τον Τύπο με «ειδήσεις» που ελέγχονταν πλήρως από την ίδια. Ετσι η πηγή φαινόταν ότι ήταν αμερικανική και όχι βρετανική. Τα «νέα» αναπαράγονταν στο εσωτερικό των ΗΠΑ από τα άλλα αμερικανικά μέσα. Κανένας δεν είναι σε θέση να προσδιορίσει επακριβώς τον αριθμό των εμπλεκομένων στην τεράστια επιχείρηση συγκάλυψης, ωστόσο υπολογίζεται ότι συμμετείχαν περισσότεροι από 3.000.

Η BSC δημιούργησε ακόμη και παιχνίδι με την ονομασία «Vik». Το καλοκαίρι του 1941 έστειλε τον Ούγγρο αστρολόγο Λούις ντε Βολ στις ΗΠΑ. Σε μια συνέντευξη Τύπου ο ντε Βολ απεκάλυψε ότι είχε μελετήσει το ωροσκόπιο του Χίτλερ και είχε δει ότι το μέλλον ήταν καταστροφικό για τον Γερμανό δικτάτορα. Ο ίδιος έγινε διάσημος και προσκαλείτο πολύ συχνά σε διάφορες αμερικανικές πόλεις, όπου πραγματοποιούσε προβλέψεις βασισμένες στα ωροσκόπια του Χίτλερ και των συμμάχων του. Στη συνέχεια οι αστρολογικές προγνώσεις δημοσιεύονταν σε εφημερίδες μεγάλης κυκλοφορίας.

Μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της BSC ήταν αναμφίβολα το ότι κατάφερε να πείσει την αμερικανική κοινή γνώμη ότι στα σχέδια του Χίτλερ περιλαμβανόταν η μεταφορά του πολέμου στο έδαφος των ΗΠΑ. Τον Οκτώβριο του 1941 εκλάπη από έναν Γερμανό ταχυδρόμο ένας χάρτης του Μπουένος Αϊρες. Η BSC διαμόρφωσε τον χάρτη έτσι ώστε να δείχνει ότι η Νότια Αμερική θα χωριζόταν σε πέντε περιοχές- έδρες τοπικών γκαουλάιτερ. Μια από αυτές, η επονομαζόμενη ως «Neuspanien», θα περιλάμβανε, μεταξύ άλλων περιοχών, και τον Παναμά, μαζί με τη στρατηγικής σημασίας διώρυγα. Ο στόχος ήταν προφανής: να δημιουργηθεί ανασφάλεια στον αμερικανικό λαό από τη σχεδιαζόμενη γερμανική επέκταση στον νότο. Ακόμη και ο Ρούζβελτ πραγματοποίησε δηλώσεις, θεωρώντας τον χάρτη αυθεντικό!

Μετά το τέλος του Β’ ΠΠ, η αλήθεια για τη δράση του Στέφενσον δεν αποκαλύφθηκε. Στη δημοσιότητα δόθηκαν ανακριβή στοιχεία. Το 1998 δημοσιοποιήθηκε ένα από τα δύο υπάρχοντα-γνωστά έγγραφα σχετικά με τη δράση της BSC. Ακόμη και σήμερα λέγεται πως υπάρχουν σκοτεινά σημεία και έγγραφα τα οποία δεν έχουν αποχαρακτηριστεί και στα οποία κρύβονται μυστικά σχετικά με τις επιχειρήσεις συγκάλυψης της BSC. Η υπηρεσία αυτή, χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα (τα περισσότερα ανορθόδοξα), κατάφερε να μεταστρέψει σημαντικά την κοινή γνώμη. Κανένας δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα αν θα κατόρθωνε να πετύχει την είσοδο των ΗΠΑ στον πόλεμο. Αυτό κατέστη δυνατό μόνο μετά την επίθεση των Ιαπώνων στο Περλ Χάρμπορ.