Η Εκκλησία, κατά την περίοδον του Ελληνοϊταλικού πολέµου του 1940


 Ουδεµία τοπική εκκλησία συνεδέθη, συνεταυτίσθη και προσέφερε όσα η της Ελλάδος εις το Έθνος, το οποίον περιέθαλψε εις τους κόλπους της. Κατά την περίοδο του Ελληνοϊταλικού πολέµου του 1940, η εκκλησία επρωτοστάτησε και πολυποικιλοτρόπως.

  • Η Ιερά Σύνοδος, ευλόγησε από της πρώτης στιγµής τα όπλα των αγωνιστών και κατέφυγε εις τας Χριστιανικάς Εκκλησίας του κόσµου, καταγγέλλουσα την φασιστικήν εισβολήν.
  • Το Ιερόν Ίδρυµα Ευαγγελιστρίας Τήνου, εξεποίσε τα τιµαλφή της Μεγαλόχαρης και ενίσχυσε τον αγώνα, δια του ποσού των 5.000.000 δρχ. της εποχής εκέινης.

Ωσαύτως, εκινητοποιήθησαν οι ανά τον κόσµον Ορθόδοξοι Εκκλησίαι, αποστείλασαι ενισχύσεις εις χρήµα και είδη. Εις την Αρχιεπισκοπήν Αθηνών, συνεστήθη πρόνοια στρατευοµένων (αρχικώς ενίσχυσης της οικογενείας των αγωνιστών) µε 173 παραρτήµατα εις ολόκληρον την πρωτεύουσαν και τον Πειραιά, αριθµούσα 2.500 επισκεπτρίας, αι οποίαι επεσκέπτοντο κατά µέσο όρον και παρηκολούθουν 20-25 οικογένειες εκάστη (περίπου 60.000 άνδρες είχαν στρατευθεί εις τας Αθήνας).

Ενώ η πρόνοια στερείτο κατά την ίδρυσιν αυτήν χρηµατικών κεφαλαίων, τον Απρίλιο 1941, ο προϋπολογισµός του µηνός ανήλθεν εις τον ποσόν των 15.140.000 δραχµών. Τα πρώτα βήµατα επραγµατοποιήθηκαν µε ποσόν 200.000 δρχ. το οποίον προσέφερε η Αποστολική ∆ιακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Εν συνόλω, εξυπηρετήθηκαν 61.235 οικογένειαι (εις 10.178 παρείχετο ανελλιπώς διατροφή). Εις 15.753 έφθασαν αι οικογένειαι εις τας οποίας εδόθη ρουχισµός και εις 9.983 αι λαβώσαι κονσέρβας. Εις 14.245 οικογενείας εξ άλλου εξευρέθη εργασία.

Εις τα µετόπισθεν, η Εκκλησία είχε κηρύξει συναγερµόν. Η Αρχιεπισκοπή Αθηνών εξεποίησε τα τιµαλφή των Ιερών Ναών δια την ενίσχυσιν του αγώνος, καθ’ ηµέραν εγένοντο παρακλήσεις και δεήσεις υπέρ ευοδώσεως του και δοξολογίαι δια τας Ελληνικάς νίκας. Εις όλας τας Μητροπόλεις συνεκεντρούντο χρήµατα, ρουχισµός κλπ. Εξετυπούντο έντυπα και αποστέλλοντο εις το µέτωπον. Η Εκκλησία είχεν  εφοδιάσει έκαστον στρατιώτην µε την εικόνα της  Παναγίας ως φυλακτήριον και τους Αξιωµατικούς µε  σταυρούς. Οι Ιεράρχαι των παραµεθορίων περιοχών, ως και ο Ιωαννίνων Σπυρίδων Βλάχος, ο Αργυροκάστρου Παντελεήµων κλπ. διεδραµάτισαν σπουδαίον εθνικόν  ρόλον. Η Μητρόπολις Ιωαννίνων είχε καταστεί Εθνικόν Κέντρον. Ο Μητροπολίτης Καρυστίας και Σκύρου Παντελεήµων (Φωστίνης) επραγµατοποίησεν περιοδείαν  εις το µέτωπον, από άκρον εις άκρον, συνοδευόµενος από τον ∆ιάκονόν του, τον σηµερινόν µητροπολίτην  Κορίνθου κ.κ. Παντελεήµονα. Με το Β. ∆ιάταγµα της 12 Ιουνίου 1940, επεστρατεύθησαν πλείστοι κληρικοί, ως στρατιωτικοί ιερείς, µεταξύ δε αυτών, οι µετέπειτα Μητροπολίται, Αργολίδος Χρυσόστοµος (∆εληγιαννόπουλος), Κίτρους, Βαρνάβας (Τζωρτζάτος), ∆ηµητριάδος ∆αµασκηνός (Χατζόπουλος), Κεφαλληνίας Ιερόθεος (Βουής), Πατρών Κωνσταντίνος (Πλατής), Θηβών και Λεβαδείας ∆ωρόθεος (Βασιλάς), Ρέντος Λεωνίδας (Παρασκευόπουλος), Πρεβέζης Στυλιανός (Κορνάρος), Παρίσσης Ιάκωβος (Σχίζας), ∆αµαλών Κωνστάντιος (Χρόνης), Παραµυθίας, Φιλιατών και Ξηροµερίου, Τίτος (Ματθαιάκης), Αττικής ∆ωρόθεος (Γιανναρόπουλος), Νέας Ιωνίας και Φιλαδελφείας Τιµόθεος (Ματθαιάκης), Ξάνθης Αντώνιος (Κλαουδάτος), Γαλλίας Μελέτιος (Καραµπίνης), Σπάρτης και Μονεµβασίας Κυπριανός (Παυλάκος), Θασσαλιώτιδος Κύριλλος (Καρµπαλιώτης), Εδέσσης και Πέλλης ∆ιονύσιος (Παπανικολόπουλος), ο Επίσκοπος Ροδοστόλου Τιµόθεος (Χαλόφτης) κ.ά. Οι στρατιωτικοί ιερείς, απεχώρησαν τελευταίοι από το µέτωπον, όταν επήλθεν η κατάρρευσις του και επανειληµµένως διεκινδύνευσαν και αυτήν την ζωήν των, εις την πρώτην γραµµήν του πυρός. Νεκροί έπεσαν εις το µέτωπον, ο Αρχιµανδρίτης Ιερόθεος Μπαζιώτης από το Ναύπλιον (εφονεύθη την 14ην ∆εκεµβρίου 1940 εις Ρεµεγκί Κλεισούρας, ο Αρχιµανδρίτης Χρυσόστοµος Τσοκώνας, Πρωτοσύγκελος 4 Μ. ∆ρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης (εφονεύθη την 25ην Νοεµβρίου 1940 εις Κεράσοβο Πωγωνίας) κ.ά. Πολλοί ιερείς εξ άλλου εβασανίσθησαν ή εθανατώθησαν υπό των επιδροµέων. Εν γένει η εκκλησία επροµάχησε κατά τον Ελληνοϊταλικόν πόλεµον, εσφυρηλάτησε την πίστην των αγωνιστών και του λαού και οδήγησε εις το «θαύµα του Σαράντα».

Αλέκος Α. Φραγγιάς