Απόσπασμα απο τη Δίκη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη .30 Απρ – 26 Μαϊ 1834


Ξυπνά λεβέντη μου ραγιά
και σηκου το κεφάλι
τι δόξα που είχες μια φορά απόκτησε και πάλι

ΠΡΟΕΔ.: (Δείχνοντας το). Είναι αληθινό αυτό το γράμμα τον Υπουργού των Εξωτερικών της Ρωσίας προς εσένα;

ΚΟΛΟΚ.: Ναι, είναι.

ΠΡΟΕΔ.: Πώς πήρε αφορμή να σου γράψει ο Ρώσος υπουργός;

ΚΟΛΟΚ.: Ήταν απάντηση σ’ ένα δικό μου γράμμα. Πήρ’ αφορμή για να του γράψω από τούτο δω το περιστατικό: Άμα ήρθε ο Βασιλιάς μας, ο πρεσβευτής της Ρωσίας Ρονκμαν άφησε ένα γράμμα του στο περιβόλι μου συστήνοντας με στους Ρώσους καπετάνιους του Αιγαίου. Γι’ αυτό έκαμα κι εγώ ένα ίδιο γράμμα συστήνοντας αυτόν και το ναύαρχο τους Ρίκορντ σε δικούς μας. Δε μου πέρασε η ιδέα πως αυτό βλάφτει είτε είν’ εμποδισμένο. Τόκαμα από λεπτότητα.

ΠΡΟΕΔ.: Τι άλλο έγραφες σ’ αυτό το γράμμα;

ΚΟΛΟΚ.: Τίποτις άλλο απ’ τη σύσταση. Όσο για το γράμμα πον έλαβα έλεγε ν’ αγαπούμε το βασιλιά μας και τη Θρησκεία μας. Άλλο δε θυμούμαι… Σ’ αυτό φαίνεται τι μου γράφει ο Ρώσος υπουργός, φανερώνοντας έτσι με ποιο πνεύμα τούγραψα κι εγώ.

ΠΡΟΕΔ.: Πότε έφυγες για τελευταία φορά από δω;

ΚΟΛΟΚ.: Δε θυμάμαι καλά. Θαρρώ στις αρχές του Ιούλη. Ήτανε η πρώτη φορά πού-ψυγα από όταν ήρθε ο βασιλιάς.
ΠΡΟΕΔ.: Και γιατί έφυγες;

ΚΟΛΟΚ.: Η αιτία όπου μ’ έκανε ν’ αφήσω την εδώ ήσυχη ζωή μου είναι, πρώτο γιατί εγώ είμαι βουνίσιος και με πειράζει η ζέστη, δεύτερο για να στεφανώσω ένα αντρόγενο και τρίτο γιατί μούγραψε ο γιος μον ο Γενναίος μην αρρωστήσω και γι’ αντό καθόμουνα στην Τριπολιτσά για τον καθαρό αέρα.

ΠΡΟΕΔ.: Και σ’ όσους ερχόντουσαν να σε ιδούν τι τους έλεγες;

ΚΟΛΟΚ.: Τους Συμβούλευα, καθώς/έκανα και στην Άγια-Μονή, όπου έβαλα λόγο γι’ αυτό.

ΠΡΟΕΔ.: Έχεις άλλο τίποτα να πεις για όσα σε κατηγορούν;

ΚΟΛΟΚ.: Τούτω δω μονάχα. Μετά το φόνο του Κυβερνήτη η Πατρίδα ήτανε χωρισμένη στα δύο. Εγώ άμα έμαθα το διορισμό του βασιλιά, έκαμα τη σημαία του και σύναξα κι όλους τους φίλους μου και κάμαμε μιαν αναφορά στη Βαυαρία φανερώνοντας την αφοσίωση μας. Όταν ήρθ’ ο Βασιλιάς σκόρπισα τους ανθρώπους μου κι’ ησύχασα .

ΕΠΙΤΡ.: Τότε, γιατί αντενέργησες στο βασιλιά σου και στην Αντιβασιλεία.

ΚΟΛΟΚ.: Εγώ ν’ αντενεργήσω; Μα δε ξέρετε λοιπόν κι εσείς οι ίδιοι κι όλοι οι Έλληνες πόσο πάσκισα στον καιρό του σηκωμού ν’ αποχτήσει το έθνος κεφαλή και να μου λείψονν οι φροντίδες ; Άμα ο θεός μούδωσε Βασιλέα, εγώ είπα σ’ όλους τους φίλους μου: Τώρα. είμ’ ευτυχισμένος, θα κρεμάσω την κάπα μου στον κρεμανταλά και θα πλαγιάσω στην καλύβα μου ν’ αποθάνω ήσυχος κι ευχαριστημένος .

Advertisements