Heinz Guderian


HEINZ GUDERIAN: O «ΠΑΤΕΡΑΣ» ΤΩΝ PANZER

Ορμητικός και θυελλώδης ως χαρακτήρας, ο στρατηγός Χάιντς Γκουντέριαν υπήρξε η ψυχή των Panzer και του αστραπιαίου πολέμου, που χάρισαν τις λαμπρότερες νίκες στα γερμανικά όπλα

Νωρίς τα χαράματα της Κυριακής 17 Ιουνίου 1888, σε μια πολίχνη της Πομερανίας που έφερε το ασυνήθιστο όνομα Κουλμ (το σημερινό Χέουμνο της Πολωνίας) είδε το φως της ζωής ο πρωτότοκος γιος του Friedrich Guderian και της Clara Kirchhoff. Τον ονόμασαν Χάιντς – Βίλχελμ (Heinz – Wilhelm). Δύο χρόνια αργότερα του χάρισαν έναν αδελφό -τον Φριτς (Fritsch).

Ο πατέρας του Χάιντς υπήρξε αξιωματικός του Αυτοκρατορικού Στρατού (υπολοχαγός στο 2ο Σύνταγμα Κυνηγών της Πομερανίας), αλλά γενικά η οικογένεια δεν είχε στρατιωτική παράδοση. Οι πρόγονοι ήταν στην πλειοψηφία τους αγρότες ή δικηγόροι. Η οικονομική δυσπραγία και η αγάπη για την στρατιωτική ζωή ώθησαν και τους δύο αδελφούς να επιλέξουν την Σχολή Ευελπίδων της Καρλσρούης, στην οποία εισήχθησαν την 1η Απριλίου 1901.

Μετά από 2 έτη ο Heinz μετατέθηκε στα κεντρικά εκπαιδευτήρια του Gross Lichterfelde στο Βερολίνο και τον Φεβρουάριο του 1907 έλαβε το απολυτήριό του. Ως δόκιμος τοποθετήθηκε στο 10ο Τάγμα Κυνηγών του Αννόβερο, που διοικούσε ο πατέρας του μέχρι τον Δεκέμβριο του 1908 και που τότε βρισκόταν κοντά στην Λωρραίνη. Από τον Απρίλιο έως τον Δεκέμβριο του 1907 φοίτησε στην Σχολή Πολέμου του Μετς και στις 27 Ιανουαρίου του 1908 ονομάστηκε ανθυπολοχαγός.
Όταν την 1η Οκτωβρίου 1909 το τάγμα του επέστρεψε στην κανονική του έδρα, την πόλη Γκόσλαρ κοντά στο Αννόβερο, γνώρισε την μελλοντική του σύζυγο  Margarete Görne. Ο αρραβώνας κράτησε λίγο περισσότερο από ό,τι συνηθιζόταν γιατί ο πατέρας του τον θεωρούσε ακόμη «ανώριμο» και τον έστειλε στο 3ο Τάγμα Τηλεγραφητών για 2 έτη.

Ο γάμος τελέστηκε την 1η Οκτωβρίου 1913 -χρονιά κατά την οποία ο Χάιντς εισήλθε στην Σχολή Πολέμου του Βερολίνου, χωρίς ωστόσο να αποπερατώσει τις σπουδές του λόγω του πολέμου. Με την Margarete απέκτησαν δυο γιους, τον Heinz – Günther και τον Kurt, στις 23 Αυγούστου 1914 και 17 Σεπτεμβρίου 1918 αντίστοιχα.

Το 1915, ύστερα από μια δύσκολη χειρουργική επέμβαση έχασε τον πατέρα του, που από τον Μάιο του 1914 είχε αποστρατευθεί λόγω κλονισμένης υγείας. Η μητέρα του έζησε ακόμη 16 χρόνια και έφυγε από την ζωή τον Μάρτιο του 1931. Η απώλεια του πατέρα επισκιάσθηκε από την αγωνία του πολέμου, στην διάρκεια του οποίου ο Χάιντς υπηρέτησε εναλλάξ στις Διαβιβάσεις και στο Γενικό Επιτελείο. 

ΤΑ ΤΕΘΩΡΑΚΙΣΜΕΝΑ ΚΑΙ ΟΙ ΝΕΕΣ ΙΔΕΕΣ

Μεταπολεμικά, ύστερα από ένα σύντομο διάστημα υπηρεσίας στα Freikorps, ο Γκουντέριαν τοποθετήθηκε διοικητής λόχου στο παλαιό του Τάγμα Κυνηγών του Γκόσλαρ. Το φθινόπωρο του 1921 ο διοικητής του, συνταγματάρχης Άμσμπεργκ (Joachim von Amsberg), του πρότεινε να επανενταχθεί στο προσωπικό του Γενικού Επιτελείου -μια αναπάντεχη ευκαιρία ανέλιξης, καθώς το περιορισμένο σε 100.000 άνδρες σώμα της Reichswehr παρείχε ελάχιστες πιθανότητες για μια γρήγορη καριέρα.

Τον Ιανουάριο του 1922 ο συνταγματάρχης Στιλπνάγκελ (Joachim von Stülpnagel) της Υπηρεσίας Στρατού του Υπουργείου Στρατιωτικών τον πληροφόρησε ότι ο επιθεωρητής του τμήματος Μεταφορών στο Βερολίνο, στρατηγός Τσίσβιτς (Tschiswitz), είχε ζητήσει έναν επιτελικό αξιωματικό και ότι για την θέση είχε προταθεί ο ίδιος. Η μετάθεση ορίστηκε για την 1η Απριλίου, αλλά επειδή κρίθηκε απαραίτητη μια πρώτη εξοικείωση στα θέματα των μηχανοκίνητων δυνάμεων τοποθετήθηκε για δυόμισι μήνες στο 7ο Τμήμα Μηχανοκινήτων στο Μόναχο.

Οι γνώσεις που απέκτησε στο Μόναχο πολύ λίγο του χρησίμευσαν σε πρώτη φάση, γιατί τελικά το αντικείμενο που του ανατέθηκε στο Γενικό Επιτελείο δεν ήταν ο μηχανοκίνητος πόλεμος, αλλά οι υπηρεσίες των συνεργείων, οι συντηρήσεις των δεξαμενών καυσίμων και των κτιριακών εγκαταστάσεων και γενικά ο τομέας των συγκοινωνιών. Παρά την απογοήτευσή του ο Γκουντέριαν προσαρμόστηκε στα νέα του καθήκοντα και συνεργάστηκε με υφισταμένους και προϊσταμένους άψογα.

Ο Τσίσβιτς υπήρξε λεπτολόγος και μεθοδικότατος σε βαθμό τελειομανίας -κάτι που σαφώς ωφέλησε τον νεαρό Χάιντς. Μια μελέτη του στρατηγού σχετικά με την μεταφορά στρατευμάτων με αυτοκίνητα άσκησε ιδιαίτερη επίδραση στον Γκουντέριαν, ο οποίος δεν έπαψε να αναζητά επίμονα βιβλιογραφία γύρω από τα τεθωρακισμένα. Η γνώση της αγγλικής και της γαλλικής, επίσης, του έδωσαν την δυνατότητα να εντρυφήσει στις εργασίες αλλοεθνών ειδικών επί των ζητημάτων των τεθωρακισμένων -κυρίως του Βρετανού ταξίαρχου και στρατιωτικού αναλυτή Φούλερ (John Frederick Charles Fuller) και, αργότερα, του λοχαγού και ιστορικού συγγραφέα Λίντελ Χαρτ (sir Basil Henry Liddell Hart).

Ήταν η εποχή κατά την οποία τα άρματα μάχης κέρδιζαν ολοένα έδαφος στην σκέψη των ανωτάτων διοικήσεων των στρατών της Ευρώπης, που έδειχναν πρόθυμοι (αλλά αρκετά διστακτικοί στην αρχή) να εγκαταλείψουν τις παλαιές μεθόδους του στατικού πολέμου των χαρακωμάτων και να επενδύσουν σε μια περισσότερο ευέλικτη μορφή ταχυκίνητου πολέμου.

Ο Γκουντέριαν γρήγορα κατανόησε πως τα τεθωρακισμένα έπρεπε να πάψουν να θεωρούνται όπλο επικουρικό προς το πεζικό και ότι στο μέλλον θα μπορούσαν να δράσουν ανεξάρτητα, πραγματοποιώντας βαθιές διεισδύσεις πίσω από τις εχθρικές γραμμές, παραλύοντας τις γραμμές ανεφοδιασμού του αντιπάλου και προξενώντας του ακόμη και πανικό με κυκλωτικές κινήσεις αποκοπής από τον κύριο κορμό των αμυντικών του σχηματισμών.

Παρά το ότι το Γενικό Επιτελείο δεν ήταν την εποχή εκείνη ώριμο να δεχθεί αυτές τις ριζοσπαστικές ιδέες, η επιμονή του κέρδισε την συμπαράσταση μιας ισχυρής προοδευτικής μερίδας αξιωματικών και αργότερα του ίδιου του Χίτλερ, ο οποίος πάντα αρεσκόταν σε μεγαλόπνοα και παράτολμα επιθετικά πλάνα.

Δειλά στην αρχή, δημοσιεύοντας άρθρα στο περιοδικό Militärwochenblatt και παραδίδοντας μαθήματα ως καθηγητής της πολεμικής τακτικής και ιστορίας, και κατόπιν με ταχύτερο ρυθμό, με την διεξαγωγή πολλών ασκήσεων, είτε υπό την αιγίδα του τμήματος επιχειρήσεων της Υπηρεσίας Στρατού του Υπουργείου, είτε με πρωτοβουλία του Γενικού Επιτελείου, κατάφερε τελικά να στρέψει την προσοχή των ανώτατων κλιμακίων προς την χρησιμότητα των αρμάτων μάχης και τις δυνατότητές τους, αν οργανώνονταν σε διμοιρίες, λόχους και σώματα στρατού.

Οι ασκήσεις βέβαια γίνονταν αρχικά με χρήση ομοιωμάτων, εξαιτίας των περιορισμών που επέβαλε η συνθήκη των Βερσαλλιών, και μεταγενέστερα με κανονικά άρματα, που όμως δεν υπερέβαιναν τους 24 τόννους και τα πυροβόλα τους είχαν διαμέτρημα 5 και 7,5 χιλ. Αλλά η επιτυχία τους υπήρξε τόσο οφθαλμοφανής, ώστε πολλοί ενθουσιώδεις αξιωματικοί του Ιππικού μεταπήδησαν σταδιακά στα τεθωρακισμένα, την στιγμή που αρκετοί άλλοι έβλεπαν με καχυποψία την άνοδο των τεθωρακισμένων και σχεδίαζαν κρυφά την καταστρατήγηση του νέου αυτού όπλου.

Ο αποφασιστικός παράγοντας, ώστε ο Γκουντέριαν να απολαύσει εκ μέρους της ανώτατης ηγεσίας των Ενόπλων Δυνάμεων πλήρη εμπιστοσύνη προς τα σχέδιά του, ήταν η άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία. Φυσικά η εμπιστοσύνη αυτή ήταν επίπλαστη, καθώς το Γενικό Επιτελείο περισσότερο επιθυμούσε την συμπάθεια του Φύρερ παρά  συγκινείτο πραγματικά από την επαναστατικότητα των ιδεών του Γκουντέριαν.

Όλα άλλαξαν από την στιγμή που υπουργός στρατιωτικών ανέλαβε ο στρατηγός Μπλόμπεργκ (Werner von Blomberg) και ο Ράιχεναου (Walter von Reichenau) διευθυντής του Γραφείου Στρατού του υπουργείου, εκτελώντας ταυτόχρονα χρέη αξιωματικού συνδέσμου του Στρατού με το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα. Και οι δύο επέδειξαν ανέλπιστη κατανόηση για τα τεθωρακισμένα, όπως άλλωστε και ο Χίτλερ, αντιλαμβανόμενος πως αυτά θα εξυπηρετούσαν μελλοντικά τους κατακτητικούς του σκοπούς. Έτσι, στα πλαίσια της αναδιοργάνωσης και του επανεξοπλισμού των Ενόπλων Δυνάμεων, τα άρματα μάχης έλαβαν επιτέλους την δέουσα προσοχή.

Το 1934 ο Γκουντέριαν ανέλαβε επιτελάρχης της νεοσύστατης Διοίκησης Τεθωρακισμένων (Kommando der Panzertruppen) και τον Ιούλιο του 1935 ευτύχησε να δει την επιτυχία των ασκήσεων μιας μεραρχίας αρμάτων στο Μούνστερλαγκερ, νότια του Αμβούργου.
Την διετία 1935 – 1936 υπηρέτησε ως διοικητής της 2ης Τεθωρακισμένης Μεραρχίας στο Βούρτσμπουργκ, παρά το ότι ο βαθμός του συνταγματάρχη που έφερε δεν το επέτρεπε. Η Γερμανία τότε διέθετε ακόμη 2 Τ/Θ Μεραρχίες: Την 1η στην Βαϊμάρη, με διοικητή τον αντιστράτηγο Βάιχς (Maximilian von Weichs), και την 3η του αντιστράτηγου Φέσμαν (Ernst Fessmann) στο Βύνσντορφ, κοντά στο Βερολίνο.

Το διάστημα μέχρι το 1938 υπήρξε παραγωγικότατο για τον παθιασμένο «αρματιστή». Μελετούσε και μετέφραζε στην γερμανική γλώσσα ανελλιπώς κάθε εργασία σχετικά με τα τεθωρακισμένα που έπεφτε στα χέρια του. Εκείνη την περίοδο συνέγραψε και την δική του μελέτη σχετικά με τα πλεονεκτήματα των αρμάτων και της αεροπορίας στον σύγχρονο πόλεμο, με τίτλο: «Προσοχή! Τεθωρακισμένα!» (Achtung! Panzer!).

Μέχρι την έναρξη του β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον αξιωματικό, ο Γκουντέριαν προσπάθησε να εκσυγχρονίσει τα άρματα με ασύρματες επικοινωνίες, ισχυρά πυροβόλα και επαρκείς θωρακίσεις, χωρίς ασφαλώς να αδιαφορεί για τον τομέα εφοδιασμού τους με καύσιμα και πυρομαχικά εφόσον επιθυμούσε να τα δει να προελαύνοντα σε αρκετό βάθος πίσω από τις εχθρικές αμυντικές διατάξεις.

Το πρόβλημα τούτο το έλυσε δυναμικά, ενσωματώνοντας οργανικά τις μονάδες ανεφοδιασμού στα κυρίως μαχόμενα τμήματα των τεθωρακισμένων σχηματισμών, ώστε αυτά πλέον να έχουν επάρκεια δράσης 3-4 ημέρες. 

ΤΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ ΤΟΥ ΠΥΡΟΣ
Τον Σεπτέμβριο του 1939, η ευκαιρία που ζητούσε ο Γκουντέριαν για να επαληθεύσει στην πράξη την θεωρία του περί αστραπιαίου πολέμου (Blitzkrieg) δόθηκε με την εισβολή στην Πολωνία. Βέβαια, ως διοικητής του 19ου Σώματος της 4ης Στρατιάς του αντιστράτηγου Κλούγκε (Günther von Kluge), ο Γκουντέριαν αρχικά είχε στην διάθεσή του μόνο μια Τ/Θ Μεραρχία, την 3η, καθώς ο κύριος όγκος των αρμάτων διατέθηκε στην ΟΣ Νότος του στρατάρχη Ρούντστεντ.
Ο άμεσος διοικητής της συγκεκριμένης μεραρχίας ήταν ο πρώην στρατιωτικός ακόλουθος της Γερμανίας στην Αγγλία, υποστράτηγος Σβέπενμπουργκ (Geyr von Schweppenburg), που ήταν κατά πολύ αρχαιότερος από τον Γκουντέριαν και δυσανασχετούσε επειδή ο τελευταίος τον πέρασε ιεραρχικά. Όταν ο ενθουσιώδης Γκουντέριαν προσπάθησε να αναμιχθεί απευθείας με την διοίκηση της 3ης Μεραρχίας, μοιραία ήρθε σε ρήξη με τον θιγμένο υφιστάμενό του.
Ωστόσο λίγο αργότερα του παραχωρήθηκε μια ακόμη μεραρχία Panzer, η 2η, και όρμησε ασυγκράτητος από την Πομερανία για να βρεθεί μέσα σε 36 ώρες τόσο προωθημένος που υποχρεώθηκε να παύσει την προέλαση λόγω έλλειψης καυσίμων! Αφού ανεφοδιάστηκε, μέσω της Ανατολικής Πρωσίας κατευθύνθηκε νότια, πέρασε δυτικά από το Μπιαουΐστοκ (Białystok) και έφτασε στο Μπρεστ – Λιτόφσκ, ολοκληρώνοντας τον βόρειο άξονα της διπλής λαβίδας εγκλωβισμού των πολωνικών δυνάμεων -ένα αριστοτεχνικό στρατήγημα, που όμοιό του μέχρι τότε δεν είχε ξανασυμβεί. Η φήμη του Γκουντέριαν έφτασε στα ύψη.

Πολλοί στρατηγοί, που μέχρι πρότινος υπήρξαν διστακτικοί, παραδέχθηκαν τα πλεονεκτήματα των αρμάτων και άρχισαν να αναθεωρούν τις αρχικές τους απόψεις -όπως οι Ρούντστεντ και Κλάιστ (Paul Kleist), υπό τις διαταγές των οποίων ο Γκουντέριαν ανέλαβε κατά την επόμενη εκστρατεία (Γαλλία) την διοίκηση της εμπροσθοφυλακής των τεθωρακισμένων που θα επιτίθεντο δια μέσου των Αρδενών.

Εκεί κατάφερε να μετατρέψει το ρήγμα της γαλλικής διάταξης στο ύψος του Σεντάν σε ένα αποφασιστικό κτύπημα, παραλύοντας τις εχθρικές δυνάμεις με μια βαθύτατη διείσδυση που τον έφερε προ της Δουγκέρκης.

Ακόμη κι αυτός ο Χίτλερ παρακολουθούσε ανήσυχος την ξέφρενη πορεία των τεθωρακισμένων του, την οποία ανέκοψε, ώστε το συμμαχικό Εκστρατευτικό Σώμα να μπορέσει τελικά να διαφύγει στην Βρετανία από το κανάλι της Μάγχης. Όμως η νέα τακτική πολέμου, που με τόσο πάθος και επιμονή ο Γκουντέριαν φρόντισε να εμφυσήσει στις γερμανικές Ένοπλες Δυνάμεις, εδραιώθηκε πανηγυρικά δικαιώνοντας απόλυτα τον εμπνευστή της στα μάτια και του πλέον δύσπιστου επιτελικού. 

ΠΡΟ ΤΩΝ ΠΥΛΩΝ ΤΗΣ ΜΟΣΧΑΣ

Κατά την έναρξη της επιχείρησης Μπαρμπαρόσα ο Γκουντέριαν υπήρξε διοικητής της 2ης Τ/Θ Στρατιάς της ΟΣ Κέντρο του στρατάρχη Μποκ (Fedor von Bock). Πρώτη του μέριμνα ήταν η κατάληψη του Μπρεστ – Λιτόφσκ, μια πόλη στην μεθοριακή γραμμή μεταξύ Ρωσίας και Πολωνίας, που πλέον βρισκόταν υπό γερμανική κατοχή. Ήταν η δεύτερη φορά που θα καταλάμβανε την πόλη με τα οχυρωματικά της έργα, καθώς στον πόλεμο του 1939 την είχε κυριεύσει από τους Πολωνούς για πρώτη φορά, αλλά μετά την παρέδωσε στους Σοβιετικούς στο πλαίσιο των συμφωνιών των δύο χωρών.

Ο πρώτος κύριος αντικειμενικός σκοπός σε εκείνη την φάση ήταν η κατάληψη του Σμόλενσκ με την αρωγή της 3ης Τ/Θ Στρατιάς του αντιστράτηγου Χοτ (Hermann Hoth). Η διπλή ακινητοποίηση των ρωσικών στρατευμάτων πρώτα στο Μινσκ και μετά στο Σμόλενσκ υπήρξε τόσο επιτυχής, ώστε οι ελπίδες του Χίτλερ για την κατάκτηση της Μόσχας φαινόταν πως θα γίνονταν πραγματικότητα. Ο «Γρήγορος Χάιντς» (Schnelle Heintz) ή «Τυφώνας Χάιντς» (HeinzBrausewetter), όπως πλέον τον αποκαλούσαν, είχε ξανά δικαιώσει την φήμη του.

Αλλά την στιγμή που ήταν έτοιμος για το αποφασιστικό κτύπημα, το οποίο θα τον έφερνε στην καρδιά της ρωσικής πρωτεύουσας, ο Φύρερ τον διέταξε να στραφεί νότια για να συνδράμει στις προσπάθειες κατάληψης του Κιέβου. Παρά τις έντονες αντιδράσεις του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου, στρατηγού Χάλντερ (Franz Halder), και του αρχηγού του Στρατού, στρατάρχη Μπράουχιτς (Walther von Brauchtisch), που θεωρούσαν την κατάκτηση της Μόσχας πολύ πιο αποφασιστική για την εξέλιξη της εκστρατείας, ο Χίτλερ έθεσε ως προτεραιότητα την κατάληψη του Λένινγκραντ και της Ουκρανίας.
Η αγανάκτηση του Γκουντέριαν υπήρξε μεγάλη, και έγινε ακόμη εντονότερη εξαιτίας της απαίτησης του Χίτλερ να περικυκλώσει την Μόσχα από τα νότια και τα δυτικά και κατόπιν να ωθήσει τα άρματα του Γκουντέριαν στο Γκόρκι, που απείχε περίπου 480 χλμ. από την σοβιετική πρωτεύουσα -και όλα αυτά στην καρδιά του χειμώνα!

Η διαφωνία του Γκουντέριαν εκφράστηκε κατά την διάρκεια μιας πεντάωρης σύσκεψης που είχε με τον Φύρερ στο στρατηγείο του στην Ανατολική Πρωσία. Λίγες ημέρες αργότερα, καθώς οι καιρικές συνθήκες επέβαλαν την συνετή αναδίπλωση στην οχυρωμένη τοποθεσία Σούσα – Όκα, ο Γκουντέριαν διέταξε την προσωρινή εγκατάλειψη των θέσεών του στην Τούλα.

Ο προϊστάμενός του τότε, στρατάρχης Κλούγκε (Günther von Kluge), που στο μεταξύ αντικατέστησε τον Μποκ στην διοίκηση της ΟΣ Κέντρο, τον κατηγόρησε για ανυπακοή. Ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι: ο Χίτλερ έπαυσε τον Γκουντέριαν την 25η Δεκεμβρίου 1941, στερώντας το στράτευμα από τις υπηρεσίες ενός ικανότατου ηγέτη. Αποτελούσε τραγική ειρωνεία της τύχης ότι ο άνθρωπος που πάντα ευνοούσε τολμηρά επιθετικά σχέδια έχανε την θέση του επειδή για μια και μοναδική φορά προτίμησε να δειχθεί επιφυλακτικός! 

ΑΡΧΗΓΟΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΠΙΤΕΛΕΙΟΥ

Ο Γκουντέριαν παρέμεινε στην εφεδρεία του Αρχηγείου Στρατού μέχρι την 1η Μαρτίου 1943, οπότε ο Χίτλερ τον ανακάλεσε για να αναδιοργανώσει τις τεθωρακισμένες δυνάμεις μετά την ήττα στο Στάλινγκραντ, διορίζοντάς τον Γενικό Επιθεωρητή Τεθωρακισμένων (Generalinspekteur der Panzertruppen).

Μέσα σε λίγους μήνες το έργο που παρουσίασε ήταν αξιοθαύμαστο. Μετά την ρήξη του Χίτλερ με τον Τσάιτσλερ (Kurt Zeitzler), που στις 22 Σεπτεμβρίου 1942 είχε διαδεχθεί τον Χάλντερ στην θέση του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου, ανέλαβε επιπλέον των καθηκόντων του την κενή θέση στις 21 Ιουλίου 1944.

Η κίνηση αυτή του Χίτλερ σκανδάλισε τότε την ιεραρχία, με το σκεπτικό ότι ο ορμητικός στρατηγός των Panzer θεωρείτο ακατάλληλος για μια τόσο υψηλή διοικητική θέση επειδή στερείτο τυπικών προσόντων και γιατί ως χαρακτήρας υπήρξε τραχύς και δυσμεταχείριστος. Οι υφιστάμενοί του, ωστόσο, είχαν την καλύτερη γνώμη, όπως και πολλοί άλλοι στρατηγοί που κατά καιρούς συνεργάστηκαν μαζί του.

Αλλά το ουσιαστικό έργο του δεν έτυχε καμίας ευκαιρίας επιτυχίας, τόσο γιατί ο Χίτλερ ήταν αποφασισμένος να πραγματοποιεί τις ιδέες του χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις αντίθετες γνώμες (τις οποίες μάλιστα μετά την αποτυχημένη απόπειρα κατά της ζωής του, της 20ης Ιουλίου 1944, εκλάμβανε ως εκδήλωση προδοσίας), όσο και γιατί οι Ένοπλες Δυνάμεις της Γερμανίας είχαν ήδη φθαρεί κατά την προσπάθεια υλοποίησης ανούσιων σκοπών.

Όταν στα μέσα του 1944 ο Γκουντέριαν πρότεινε μια σύμπτυξη των μεραρχιών στο Ανατολικό Μέτωπο, τούτο δεν έγινε αποδεκτό, με αποτέλεσμα να θυσιαστούν άσκοπα σχεδόν 20 μεραρχίες. Αργότερα χρειάστηκε η εσπευσμένη ανάκληση μεραρχιών από την Ρουμανία για να συγκρατηθεί η ρωσική πλημμυρίδα, με αποτέλεσμα η αμυντική γραμμή των Γερμανών να εξασθενίσει περισσότερο.
Κι όταν πια ο Χίτλερ αποφάσισε την αντεπίθεση των Αρδενών, τα Χριστούγεννα εκείνου του έτους, η αποδυνάμωση των γερμανικών δυνάμεων στην Ανατολική Πρωσία και την Κεντρική Πολωνία προκειμένου να εξοικονομηθούν στρατεύματα υπήρξε ακόμη μεγαλύτερη.

Η αποτυχία στις Αρδένες δεν συνέτισε τον Χίτλερ, ο οποίος συνέχιζε να αδρανεί όταν ο Γκουντέριαν του έκρουε τον «κώδωνα του κινδύνου» για επικείμενη ρωσική επίθεση. Αντίθετα, φρόντισε επιπλέον να του στερήσει 3 από τις πλέον μάχιμες μεραρχίες Panzer, αποστέλλοντάς τες στην Ουγγαρία προς βοήθεια των μαχομένων δυνάμεων που είχαν κυκλωθεί στην Βουδαπέστη.

Όταν εκδηλώθηκε η ρωσική επίθεση της 12ης Ιανουαρίου 1945, ο Γκουντέριαν διέθετε μόνο 12 μεραρχίες σε ένα μέτωπο 1.300 χλμ. και του είχε απαγορευτεί κάθε σκέψη για υποχώρηση. Αν και ήταν αδύνατον να συγκρατηθεί η επίθεση του εχθρού, μια τελευταία ευκαιρία σταθεροποίησης του μετώπου φάνηκε όταν ο Κόκκινος Στρατός αντιμετώπισε κάποιες δυσκολίες ανεφοδιασμού.

Αλλά και τότε ο Χίτλερ δεν απέστειλε την 6η Τ/Θ Στρατιά του Ντίτριχ (Joseph «Sepp» Dietrich) σε βοήθεια του Γκουντέριαν, αλλά στην Ουγγαρία. Έτσι οι Σοβιετικοί μπόρεσαν να προωθηθούν μέχρι τον Όντερ και αμέσως μετά να εισορμήσουν στα γερμανικά εδάφη.

Ο Γκουντέριαν πλέον είχε πεισθεί ότι ο άνδρας στον οποίον πίστεψε ήταν η προσωποποίηση της καταστροφής της αγαπημένης του πατρίδας. Ήρθε σε επαφή με κάποιους στρατηγούς και ανώτερους αξιωματικούς που εργάζονταν στην ιδέα να ζητήσουν ανακωχή από τους Συμμάχους, αλλά ο Χίτλερ υποψιάστηκε αυτές τις κινήσεις του και τον έπαυσε τον Μάρτιο του 1945, ένα μήνα πριν την τελική πτώση του Γ΄ Ράιχ.

Τα τελευταία του χρόνια τα έζησε στο ήρεμο οικογενειακό του περιβάλλον, με την γαλήνη του ανθρώπου που έχει επιτελέσει το καθήκον του προς την πατρίδα. Ο θάνατος τον βρήκε στις 14 Μαΐου 1954, αλλά σίγουρα στην συνείδηση όλων τέτοιοι πολεμιστές παραμένουν άφθαρτοι από τον χρόνο. 
ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ

1.4.1901 Σχολή Ευελπίδων Καρλσρούης

1.4.1903 Ίδρυμα Ευελπίδων Gross Lichterfelde Βερολίνου

28.2.1907 Δόκιμος στο 10ο Τάγμα Κυνηγών Ανόβερου (Γκόσλαρ)

4.1907 Σχολή Πολέμου Μετς

27.1.1908 Ανθυπολοχαγός

1.10.1912 3ο Τάγμα Τηλεγραφητών Κόμπλεντς

1.10.1913 Ακαδημία Πολέμου Βερολίνου

2.8.1914 Διοικητής Σταθμού Διαβιβάσεων της 5ης Μεραρχίας Ιππικού, επιτελικός αξιωματικός της 4ης Στρατιάς στην Φλάνδρα

10.1914 Υπολοχαγός

4.1915 Αξιωματικός Διαβιβάσεων της 4ης Στρατιάς

12.1915 Λοχαγός

1.1916 Επιτελικός αξιωματικός Διαβιβάσεων της 5ης Στρατιάς

8.1916 Αξιωματικός Διαβιβάσεων της 4ης Στρατιάς

4.1917 Στο επιτελείο της 4ης Μεραρχίας Πεζικού

5.1917 Επιτελικός αξιωματικός της 52ης Μεραρχίας Εφεδρείας

7.1917 Επιτελικός αξιωματικός του Χ Σώματος Εφεδρείας

9.1917 Διοικητής του 2ου Τάγματος του 14ου Συντάγματος Πεζικού

10.1917 Επιτελική θέση στο ΙΙΙ Σώμα Στρατού

1.1918 Απόσπαση στο Διδακτήριο επιτελών του Σεντάν

5.1918 Επιτελείο του XXXVIII Σώματος Εφεδρείας ως υπεύθυνος στρατωνισμού 10.1918 Επιτελείο της γερμανικής αποστολής στην κατεχόμενη Ιταλία

11.1918 – 5.1921 Δράση ως μέλος διαφόρων Freikorps, διοικητής 3ου Λόχου 10ου Τάγματος Κυνηγών στο Γκόσλαρ

16.1.1922 7ο Τάγμα Οδηγών στο Μόναχο

1.4.1922 Υπουργείο Στρατιωτικών, Τμήμα Μηχανοκινήτων

1.10.1924 Επιτελικός αξιωματικός 2ης Μεραρχίας στο Στετίν

1.2.1927 Ταγματάρχης

1.10.1927 Διορισμός στο Υπουργείο Στρατιωτικών, στην Υπηρεσία Στρατού, Τμήμα Μεταφορών

1.10.1928 Καθηγητής τακτικής στο Επιτελείο Εκπαίδευσης Μηχ/των στο Βερολίνο

1.2.1930 Διοικητής 3ου Τάγματος Μηχ/των στο Λάνκβιτς

1.2.1931 Αντισυνταγματάρχης

1.10.1931 Αρχηγός Επιτελείου Επιθεώρησης Μηχ/των

1.4.1933 Συνταγματάρχης

1.7.1934 Επιτελάρχης Διοίκησης Τεθωρακισμένων

15.10.1935 Διοικητής 2ης Μεραρχίας Panzer  στο Βύρτσμπουργκ

1.8.1936 Υποστράτηγος

4.2.1938 Αντιστράτηγος, διοικητής XVI Σώματος στο Βερολίνο

10.3.1938 Συμμετοχή στην κατάληψη της Αυστρίας

2.10.1938 Συμμετοχή στην κατάληψη της Σουδητίας

20.11.1938 Στρατηγός, αρχηγός Ταχυκίνητων Δυνάμεων

8.1939 Διοικητής ΧΙΧ Σώματος

9.1939 Συμμετοχή στην πολωνική εκστρατεία

5.9.1939 Σιδηρούς Σταυρός Β΄Τάξης

13.9.1939 Σιδηρούς Σταυρός Α΄Τάξης

27.10.1939 Σταυρός των Ιπποτών

5.1940 Συμμετοχή στην εκστρατεία κατά της Γαλλίας

1.6.1940 Διοικητής Ομάδας Τεθωρακισμένων Γκουντέριαν

19.7.1940 Στρατηγός τεσσάρων αστέρων (Generaloberst)

16.11.1940 Διοικητής 2ης Ομάδας Τεθωρακισμένων

22.6.1941 Συμμετοχή στην επιχείρηση Μπαρμπαρόσα

17.7.1941 Φύλλα Δρυός στον Σταυρό των Ιπποτών

5.10.1941 Διοικητής της 2ης Στρατιάς

26.12.1941 Εφεδρεία

1.3.1943 Γενικός Επιθεωρητής Τεθωρακισμένων

21.7.1944 Αρχηγός Γενικού Επιτελείου Στρατού

28.3.1945 Σε άδεια μέχρι την λήξη του πολέμου

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο μηνιαίο περιοδικό Παγκόσμια Πολεμική Ιστορία τεύχος 22, τον Ιανουάριο του 2008

 

Advertisements