Η ιταλική αεροπορία το 1940


H ΙΤΑΛΙΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ ΣΤΗ XEIMEPINH ΕΠΙΘΕΣΗ TOY ΜΟΥΣΟΛΙΝΙ TO 1940

Του Γιώργου Χαραλαμπόπουλου

H πρώτη φάση της ιταλικής επίθεσης κατά της Ελλάδας τον Οκτώβριο του 1940 απέτυχε. Στα άγνωστα παρασκήνια της ιταλικής στρατιωτικής ηγεσίας, η ευθύνη βάρυνε ολοκληρωτικά το όπλο της αεροπορίας. Διάφορα ντοκουμέντα, προερχόμενα από τις εκθέσεις και τις αναφορές των Ιταλών στρατηγών, αλλά και από το χώρο
του αεροπορικού τύπου, μας δίνουν την εικόνα της δράσης της Ιταλικής Αεροπορίας και τις ενέργειες της αεροπορικής ηγεσίας.

Σύμφωνα με τις εκθέσεις του αρχηγού των ιταλικών δυνάμεων στην Αλβανία στρατηγού Βισκόντι Πράσκα, η επίθεση κατά της Ελλάδας προέβλεπε τέσσερις βασικές ενέργειες. Επιχειρήσεις στα ελληνικά σύνορα, κατάληψη της Κέρκυρας, μαζική αεροπορική δράση και συγκέντρωση και προώθηση των ενισχύσεων. Από αυτές, ενώ οι επιχειρήσεις άρχισαν ευνοϊκά, ούτε η Κέρκυρα καταλήφθηκε, ούτε ενισχύσεις συγκεντρώθηκαν.

Οι ευθύνες επιρρίφθηκαν στην Αεροπορία, η επέμβαση της οποίας ήταν ανεπαρκής και κάθε άλλο παρά μαζική. Ωστόσο, πριν ακόμα αρχίσει ο πόλεμος, όλοι είχαν υποστηρίξει τη βασική ανάγκη της αεροπορικής συνεργασίας. Αυτό φαίνεται καθαρά στην παρακάτω αναφορά του στρατηγού:
«Όλοι οι διοικητές είχαν σημειώσει από την έναρξη της εκστρατείας την ανεπαρκή επέμβαση της Αεροπορίας τακτικού βομβαρδισμού. Έτσι, τα καταδιωκτικά σπάνια εμφανίζονταν με αποτέλεσμα, η μικρή Ελληνική Αεροπορία να μπορεί να
βομβαρδίζει τα τμήματά μας στο πεδίο της μάχης καθώς και τα
μετόπισθεν…».
Στη συγκέντρωση της 15ης Οκτωβρίου στο Παλάτσο Βενέτσια, ο Μουσολίνι και ο Μπαντόλιο είχαν εκφρασθεί κατηγορηματικά υπέρ της αποστολής της Αεροπορίας στον πόλεμο κατά της Ελλάδας. H επέμβαση της Αεροπορίας υποστηρίχθηκε τότε σαφέστατα. Τα γεγονότα όμως έδειξαν ότι δεν έγινε καμία προετοιμασία από
τους αρμόδιους υπεύθυνους για το συντονισμό και τη συνεργασία μεταξύ αεροπορικών και χερσαίων δυνάμεων. Και δεν μπορεί να υποτεθεί ότι το υπουργείο Αεροπορίας δεν γνώριζε τις προθέσεις του Μουσολίνι, γιατί εκτός από τις επαφές του Πρόκολο με το Μουσολίνι, η Αεροπορία είχε στην Αλβανία ένα σημαίνοντα
αντιπρόσωπό της, το στρατηγό Ράντσα, ο οποίος γνώριζε τις προπαρασκευαστικές ενέργειες κατά της Ελλάδας.
Όπως φαίνεται στην παραπάνω αναφορά, ο Βισκόντι Πράσκα κατέβαλε μεγάλες προσπάθειες για την οργανωμένη επέμβαση της ιταλικής αεροπορίας στις επιχειρήσεις της Αλβανίας. Ύστερα από αλλεπάλληλες τέτοιες ενέργειες ο Αρχηγός του Γενικού
Επιτελείου του Στρατού Μπαντόλιο, έστειλε στις 3 Νοεμβρίου διαταγή στην Ανωτάτη Διοίκηση Ενόπλων Δυνάμεων, στην Αλβανία, με την οποία συνιστούσε ολοκληρωτική δράση. Να αναλάβουν δηλαδή οι αεροπορικές δυνάμεις που στάθμευαν στην Αλβανία, τακτικές και συντονισμένες επιχειρήσεις διαθέτοντας όλα τα αεροσκάφη. Παράλληλα δε, η αεροπορία που στάθμευε στην Ιταλία θα επενέβαινε κι αυτή στις επιχειρήσεις, ιδιαίτερα εναντίον των στόχων που είχαν υποδειχθεί από την Ανωτάτη Στρατιωτική Διοίκηση της Αλβανίας. Ωστόσο και μετά από τη διαταγή αυτή, η
αεροπορία συνέχισε τη δράση της χωρίς συντονισμό και με αυτοσχέδιες επιχειρήσεις. Στις 4 Νοεμβρίου από το Σταθμό Διοίκησης στη Δερβίσιανη, δόθηκαν οι οδηγίες για την προέλαση της επομένης μέρας στον επιθετικό τομέα της Ηπείρου. H συνδρομή της αεροπορίας ήταν σαφής και προκαθορισμένη:
«Συνεχής και μαζική δράση υποστήριξης του Σώματος Στρατού Τσαμουριάς και της Παράκτιας Ομάδας. Μεταξύ 9 και 10 το πρωί βομβαρδισμός κοντινών στόχων. Μεταξύ 10 και 13 βομβαρδισμός μακρινών στόχων. O διοικητής του 78ου Αναγνωστικού Σμήνους, θα έχει απ’ ευθείας επαφή με την Ανώτερη Διοίκηση Αεροπορίας Αλβανίας, για να καθορίζονται οι λεπτομέρειες, οι οποίες θα
προκύπτουν από τα αποτελέσματα των αναγνωρίσεων και από το φωτογραφικό αρχείο».
Στην επίθεση της επόμενης ημέρας οι μεραρχίες ΦΕΡΑΡΑ και ΚΕΝΤΑΥΡΟΙ άρχισαν την προέλαση στις 10 το πρωί, αφού μάταια περίμεναν την υποστήριξη της αεροπορίας, για την οποία αναφέρει ο διοικητής του Σ.Σ. Τσαμουριάς στην έκθεσή του:
«Το πρωί της 5ης Νοεμβρίου άρχισαν από τις μεραρχίες Φεράρα και Κενταύρων οι επιθετικές επιχειρήσεις… Σε υποστήριξη των επιχειρήσεων έπρεπε να επέμβει η αεροπορία με βομβαρδιστική δράση εναντίον των αντικειμενικών σκοπών του πεζικού… αλλά η προβλεπόμενη μέχρι τη στιγμή εκείνη επέμβαση της αεροπορίας
δεν έγινε».
Ωστόσο, το βράδυ της ίδιας μέρας ο Πράσκα με νέα επιχειρησιακή διαταγή για την 6η Νοεμβρίου, υπενθυμίζει στο διοικητή των αεροπορικών δυνάμεων της Αλβανίας στρατηγό Ράντσα:
«Οι στόχοι έχουν περιορισθεί στο ελάχιστο, γι’ αυτό πρέπει να βομβαρδιστούν με όσο το δυνατό μεγαλύτερο αριθμό αεροπλάνων, γιατί μέχρι σήμερα, ίσως επειδή οι στόχοι ήταν πολυάριθμοι, η Αεροπορία Βομβαρδισμού στον τομέα Καλπακίου της μεραρχίας Φεράρα υπήρξε πολύ ασθενική».

ΠΟΥ EINAI TA ΑΕΡΟΠΛΑΝΑ;

Οι προσπάθειες του στρατηγού Βισκόντι Πράσκα για την οργανωμένη επέμβαση της αεροπορίας, φαίνεται ότι δεν βρήκαν ανταπόκριση. Οι σκέψεις του πάνω στο γεγονός αυτό, συνοψίζονται επιγραμματικά στο παρακάτω απόσπασμα του βιβλίου
του «Io Ho Aggreditto Fa Grecia» (Εγώ επιτέθηκα κατά της Ελλάδας), το οποίο κυκλοφόρησε το Φθινόπωρο του 1946:
«Στις πρώτες μέρες των εχθροπραξιών, η έλλειψη επέμβασης της αεροπορίας, δικαιολογήθηκε λόγω των κακών καιρικών συνθηκών, αλλά όταν ο καιρός άλλαξε, η κατάσταση παρέμεινε η ίδια. H επέμβαση της αεροπορίας μας, εκτός των άλλων απογοήτευσε τα τμήματά μας».

Σε ένα άλλο βιβλίο του Αρχηγού της Ιταλικής Αεροπορίας, πτεράρχου Πρίκολο με τίτλο «Ignacia Contro Eroismo» (Αδράνεια Εναντίον Ηρωισμού), γίνεται μια προσπάθεια να συγκαλυφθεί η αρνητική δράση της αεροπορίας. Γράφει ο
Πρίκολο:
«Όταν κηρύχθηκε ο πόλεμος της Ιταλίας κατά της Ελλάδας, οι πρώτες αεροπορικές επιχειρήσεις, έγιναν φυσικά σε στρατηγικές περιοχές, δηλαδή αεροδρόμια, λιμάνια, σιδηροδρομικές γραμμές, οδικούς κόμβους και κέντρα. H Θεσσαλονίκη ο Πειραιάς, το Τατόι, η Κέρκυρα, η Πρέβεζα, και τα Ιωάννινα, ήταν οι πρώτοι προσβληθέντες στόχοι και κατά τη μέρα και κατά τη νύχτα. Όμως, οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες και η μη δυνατή διάθεση ορισμένων μονάδων, οι οποίες δεν ήταν ακόμα σε θέση να
αναλάβουν δράση, δεν επέτρεψαν να δοθεί στις αεροπορικές αυτές επιθέσεις, επιθυμητός χαρακτήρας της συνέχειας και του βάρους, παραγόντων αναγκαίων για την επίτευξη καλών αποτελεσμάτων. Εξάλλου, οι πρώτες ενέργειες έπρεπε να είχαν χαρακτήρα δοκιμής και εξερεύνησης. Μόλις πέρασαν λίγες μέρες, άρχισαν οι
απεγνωσμένες αιτήσεις, από τους διοικητές των δυνάμεων ξηράς για την επέμβαση της αεροπορίας στο τακτικό πεδίο. Έτσι, η δράση της αεροπορίας στις στρατηγικές περιοχές διακόπηκε τη στιγμή κατά την οποία δεν είχε ακόμα αρχίσει’.

OI ΕΥΘΥΝΕΣ ΤΩΝ ΣΤΡΑΤΗΓΩΝ

O πτέραρχος Φραντζέσκο Πρίκολο, ο οποίος ήταν επιφορτισμένος προσωπικά από τον Μουσουλίνι να παρακολουθεί τις επιχειρήσεις, έστειλε ιδιόχειρη επιστολή του Ιταλού δικτάτορα στο στρατηγό Πράσκα. Με την επιστολή αυτή έπαυε να ισχύει η επιχείρηση κατάληψης της Κέρκυρας από τον Πράσκα, τον οποίο διέταξε να
προελάσει. O Πράσκα βεβαίωσε τον Πρίκολο ότι σε τρεις μέρες θα βρίσκεται στα Ιωάννινα και μέσα σε μια εβδομάδα στην Πρέβεζα, αφού, όπως είπε, οι Έλληνες τράπηκαν σε φυγή και πρόβαλαν μικρή αντίσταση. H έλλειψη επικοινωνίας με τη μεραρχία Τζούλια, λόγω της κακοκαιρίας η οποία κατέστρεψε τις κεραίες,
γράφει ο Πρίκολο, δεν εμπόδισε τον Πράσκα να απαντήσει για την τύχη της ότι «οπωσδήποτε προελαύνει προς τη διάβαση του Μετσόβου». O αρχηγός της Αεροπορίας δεν έμεινε ευχαριστημένος από τις ενθαρρυντικές απαντήσεις του Πράσκα και σε συζήτησή του με το στρατηγό Σοντού στη Ρώμη, πήρε απ’ αυτόν την απάντηση ότι «ο Πράσκα ήταν ένας από τους καλύτερους στρατηγούς».
Με την ευκαιρία της έκδοσης του βιβλίου του Πράσκα με το χαρακτηριστικό τίτλο «Εγώ Επιτέθηκα Κατά της Ελλάδας», το έγκυρο αεροπορικό περιοδικό Rivista Aeronautica, δημοσίευσε το παρακάτω άρθρο σχετικά με τη δράση της Αεροπορίας στο διάστημα 28 Οκτωβρίου μέχρι 9 Νοεμβρίου 1941:
«O στρατηγός Κάρλο Ρόσι, διοικητής του 25ου Σώματος Στρατού Τσαμουριάς, σε αναφορά του σχετικά με την επίθεσή του κατά του εχθρικού τομέα Καλπακίου (επίθεση που αποτελούσε την κύρια προσπάθεια των Ιταλών) γράφει:
-31 Οκτωβρίου. Παρά τη μη επέμβαση των αεροπλάνων στις επιχειρήσεις, η μεραρχία Φεράρα αρχίζει επίθεση. H στερεότητα της εχθρικής αμυντικής οργάνωσης επιβάλλει τη διεύρυνση του μετώπου επίθεσης και την ακτίνα της κυκλωτικής κίνησης.
-3 Νοεμβρίου. H επίθεση δεν προοδεύει αισθητά και σε αυτό συντείνει η αδράνεια της αεροπορίας, η οποία ενώ διαφημιζόταν ιδιαίτερα δεν εμφανίστηκε καν ισχυρή. H απουσία αυτή έγινε περισσότερο αισθητή γιατί η εχθρική αεροπορία με την παρουσία
της δυσκόλεψε τις επιθέσεις μας.
-6 Νοεμβρίου. H Αεροπορία Βομβαρδισμού, της οποίας η επέμβαση ζητήθηκε επίμονα, συμμετείχε στη μάχη αλλά όχι ομαδικά και στην καθορισμένη ώρα. Βγήκε στο θέατρο των επιχειρήσεων αργοπορημένη και κατά πολύ αραιά διαστήματα. Έτσι, ενώ οι διοικητές των δυνάμεων ξηράς ζητούσαν έντονο και συνεχή
αεροπορικό βομβαρδισμό στο τακτικό πεδίο των μαχών, η Αεροπορία βομβάρδιζε στρατηγικά κυρίως σημεία, τα οποία δεν είχαν αισθητή και άμεση σχέση με τις επιχειρήσεις εδάφους. Αυτοί οι στρατηγικοί βομβαρδισμοί ήταν ως επί το πλείστον κατά τον αυτό χρόνο πολυάριθμοι με συνέπεια τη διασπορά των μέσων
και επομένως με ελάχιστα αποτελέσματα’.
Στην ημερολογιακή αυτή αναφορά του στρατηγού Ρόσσι, η οποία δημοσιεύτηκε στο τέλος του πολέμου, δίνεται και η εκτίμηση σχετικά με τις δυνατότητες της Ιταλικής Αεροπορίας:
«…Μπορούμε να συμπεράνουμε λοιπόν, ότι οι δυνατότητες της Αεροπορίας μας Βομβαρδισμού κατά την εποχή εκείνη (100 τουλάχιστον βομβαρδιστικά αεροπλάνα συμπεριλαμβανομένων και των καταδιωκτικών βομβαρδιστικών), αν αυτή  εχρησιμοποιείτο μαζικά θα ήταν τέτοιες, ώστε να επιτευχθεί η διάσπαση ή
τουλάχιστον η ισχυρή εξουδετέρωση της οχυρωμένης άμυνας του Καλπακίου. Μόνο έτσι θα ήταν δυνατή και περισσότερο αποδοτική η προέλαση προς τα Ιωάννινα και την Αρτα, γιατί θα διαχωρίζονταν τα εχθρικά στρατεύματα της Ηπείρου από τα
συγκεντρωμένα στην οροσειρά Γράμμος-Πίνδος (Μακεδονίας-Θεσσαλίας). Θα ήταν δυνατή η απώθηση τουλάχιστον μέρους των εχθρικών δυνάμεων της Ηπείρου προς τη θάλασσα, όπου κυριαρχούσε ο στόλος μας, θα επραγματοποιείτο η προέλαση μέχρι την Αρτα και θα ελεγχόταν το λιμάνι της Πρέβεζας, όπου θα αποβιβαζόνταν τρεις μεραρχίες όπως είχε καθοριστεί στα σχέδια».
Και καταλήγει το άρθρο:
«… Δεδομένου ότι δεν έγιναν μαζικές έξοδοι από την αεροπορία στα θέατρα των επιχειρήσεων, οι δυνατότητες της τεθωρακισμένης μεραρχίας Κενταύρων εκμηδενίστηκαν, γιατί η μεραρχία αυτή δεν προστατευόταν αρκετά από την αεροπορία και το πυροβολικό. O στρατηγός Κάρλο Ρόσσι, δήλωσε στις 7 Νοεμβρίου ότι θεωρούσε ανεπαρκή τα στρατεύματα που είχε στη διάθεσή του για να εξακολουθήσει την επίθεση κατά της οχυρωμένης τοποθεσίας του Καλπακίου και ζητούσε η Αεροπορία Βομβαρδισμού να δράσει μαζικά και όχι τμηματικά, στον κατάλληλο χρόνο και με τρόπο που θα καλύπτει τις κινήσεις των στρατευμάτων’.

TA ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΑ

Στις αποκαλύψεις αυτές διαφαίνεται και μια διαμάχη μεταξύ των στρατηγών οι οποίοι εποφθαλμιούσαν τη διοίκηση του εκστρατευτικού σώματος. Στις 3 Νοεμβρίου, σε επιστολή του κόμητα Τσιάνο, προς τον Μουσολίνι που στάλθηκε αεροπορικά από τα Τίρανα (ο Τσιάνο ήταν αντισμήναρχος και διοικητής μοίρας
αεροπλάνων και είχε λάβει μέρος στον αεροπορικό βομβαρδισμό της Θεσσαλονίκης στις επιχειρήσεις της 1ης Νοεμβρίου), διαβάζουμε:
«…Οι επιχειρήσεις βαίνουν καλά και η ελληνική αντίσταση παρουσιάζεται ασθενής, όμως, για να επιταχυνθεί η επίθεση και να καταληφθούν οι αντικειμενικοί στόχοι μέσα στον καθορισμένο χρόνο είναι απαραίτητη η διάθεση τριών μεραρχιών…».
Σε παρατήρηση του Μουσολίνι για την καθυστέρηση των ενισχύσεων στον υπουργό Στρατιωτικών στρατηγό Σοντού, ο τελευταίος αποποιήθηκε την ευθύνη της αποστολής των μεραρχιών προβάλλοντας γραφειοκρατικούς λόγους και είπε στον Μουσολίνι:
«… Αν ήταν δυνατόν να είχα μια διοίκηση, θα μπορούσα να απαντήσω για τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν. Σας ζητώ, Ντούτσε, να αναλάβω τη διοίκηση των Ενόπλων Δυνάμεων στην Αλβανία».
Μάλιστα ο Σοντού, σύμφωνα με τα λεγόμενα του στρατηγού Πράσκα, ενώ ονομάστηκε διοικητής της ομάδας Στρατιών, είπε ψέματα στον Πράσκα ότι περίμενε την επικύρωση από το Μουσολίνι για να αναλάβει τη διοίκηση των Ενόπλων Δυνάμεων. Εκ των υστέρων αποδείχτηκε ότι ο Σοντού ανέλαβε πράγματι τη διοίκηση. Σε μια άλλη σύσκεψη, που έγινε στις 10 Νοεμβριου, ο Μουσολίνι κάλεσε
στο γραφείο του το στρατάρχη Μπαντόλιο, ο οποίος στο βιβλίο του «H Ιταλία στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο», σημειώνει τον τρόπο που απολογήθηκε στον Ντούτσε:
«…Εξέθεσα τα παραπάνω για να αποδείξω ότι, τόσο το Γενικό Επιτελείο όσο και το Επιτελείο του Στρατού, ήταν αντίθετα στις ληφθείσες αποφάσεις για την οργάνωση της εκστρατείας και αντίθετα, επίσης, στην τακτική της μεθοδικής προπαρασκευής. H δήλωσή μου αυτή δεν γράφηκε στα πρακτικά από τον ταγματάρχη Τρομπέτα, εγώ όμως σαν αρχηγός του Γενικού Επιτελείου του Στρατού κράτησα αντίγραφο. Μετά από αυτά, λήφθηκε απόφαση να ενισχυθεί η εκστρατεία με την αποστολή της Αεροπορίας. Ωστόσο, η κατάσταση παρέμεινε λίαν επικίνδυνη…».
Στο τέλος του Νοεμβρίου ο τύπος έκανε βίαιη επίθεση κατά του Γενικού Επιτελείου. Στη συνέχεια ο Μπαντόλιο αντικαταστάθηκε, γιατί, όπως γράφει ο ίδιος, η ευθύνη «βαρύνει πάντα τους διοικούντες και ειδικά αυτόν τον ίδιο (τον Μουσολίνι), ο
οποίος ζητούσε εξιλαστήριο θύμα».

Τα παρασκήνια αυτά της ιταλικής πολιτικής ηγεσίας, τα γεγονότα που  επακολούθησαν και ιδιαίτερα οι διαμάχες των στρατηγών, δείχνουν την
επιπολαιότητα της εκστρατείας. Αυτά από την πλευρά των Ιταλών.
Ένας αντικειμενικός ερευνητής θα μπορούσε να εντοπίσει τα στεγανά της εσωτερικής διαμάχης των Ιταλών και να δει με ορθό μάτι τους παράγοντες της αποτυχίας της εκστρατείας. O κυριότερος από αυτούς είναι η αποφασιστική δράση του Ελληνικού
Στρατού και ιδιαίτερα της Αεροπορίας. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, από τον καιρό της ίδρυσης του υπουργείου Αεροπορίας, το 1929, (με πρώτο υπουργό τον Ελευθέριο Βενιζέλο) μέχρι τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο, δημιουργήθηκε το θαύμα της οργάνωσης της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας. Αυτό φάνηκε καθαρά στη δράση
της το 1940, όπου η πρακτική εφαρμογή της θεωρητικής εκπαίδευσης, καθώς επίσης και η εφαρμογή ενός εκπληκτικού προγράμματος αεράμυνας έφεραν τα γνωστά αποτελέσματα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1). Visconti Prasca, Io Ho Aggredito La Grecia, Roma 1946.
2). Rivista Aeronautika, Novembre 1946.
3). Nico Sgarlato, Scoppio La Seconda Guerra Mondiale, AEPEI,9, 1989.
4). Perrucio Betti-Mario Cermelli, La Teoria Della Guerra Aerea In Italia Dalle Irigini Alla Seconda Guerra Mondiale, Roma 1989.
5). Pietro Badoglio L’Italia Nella Seconda Guerra Mondiale.
6). Francesco Pricolo, Ignacia Contro Eroismo.
7). Giussepe Santoro, L’Aeronautica Italiana Nella Seconda Guerra Mondiale.
8). Andrea Curami, Il Concorso Dell 1922, 49, 1989.

Advertisements