Η ελληνική κομμουνιστική κοινότητα του Μπούλκες (σημ. Μαγκλίτς, Σερβία)


bulkes2Το Μπούλκες (σήμερα Μαγκλίτς) ήταν ένα πλούσιο χωριό γερμανόφωνων της τέως Γιουγκοσλαβίας βόρεια του Βελιγραδίου,  στα σύνορα με την Ουγγαρία. Σύμφωνα με τις Γιουγκοσλαβικές πηγές της εποχής οι κάτοικοί του συνεργάστηκαν, με τους Ναζί. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, όλοι οι άντρες να εκτελεστούν και οι γυναίκες να σταλθούν σε στρατόπεδα εργασίας, μακριά από τα σπίτια τους, στα οποία δεν επέστρεψαν ποτέ.

Από το 1945 και ως το τέλος του Εμφυλίου (συμμοριτοπόλεμου) λειτούργησε αρχικά ως χώρος φιλοξενίας μέλών του ΚΚΕ και του ΕΛΑΣ μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας και Στρατόπεδο Εκπαίδευσης ανταρτών του ΔΣΕ. Οι Γιουγκοσλάβοι δεν ανακατεύτηκαν σε τίποτα, εκτός από την τελευταία φάση, μετά τη ρήξη Στάλιν – Τίτο, όπου έπρεπε να αποφασιστεί που θα πάνε οι πρόσφυγες που απόμειναν στο χωριό.

Στο Μπούλκες έμειναν για μήνες περί τα 5.000-7.000 στελέχη του ΚΚΕ και αντάρτες του ΔΣΕ. Στην τελευταία φάση, στο χωριό ήρθαν και γυναικόπαιδα. Υπήρξε λοιπόν μια μικρή περιοχή, στο Μπούλκες και τη γύρω εύφορη πεδιάδα, όπου η ηγεσία του ΚΚΕ είχε απόλυτη εξουσία. Αποκαλούσαν μάλιστα το Μπούλκες 7η Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας.

Διοικητής ήταν ο (Μ)πεxτασίδης[1] με υποδιοικητή τον Περικλή Καλοδίκη[2]. Την τριάδα της καθοδήγησης  συμπλήρωνε ο Οδυσσέας Μπάστης[3].

Η οργάνωση της ζωής στο Μπούλκες

Η ζωή οργανώθηκε ως αυτόνομη κοινότητα σύμφωνα με την κομμουνιστική θεωρία και πρακτική: δουλειά, εκπαίδευση (σχολική και στρατιωτική), κομματική διαφώτιση, συλλογικές δραστηριότητες. Ήταν μια ευκαιρία, ένα στοίχημα. Το οποίο χάθηκε – όπως και όλα τα άλλα στοιχήματα που πρόσφερε η ιστορία στον κομμουνισμό, ο οποίος, όπως ο σκορπιός που δάγκωσε το βάτραχο που τον μετέφερε από τη μια όχθη του ποταμού στην άλλη και πνίγηκαν και οι δύο, πολύ απλά δε μπορούσε να ξεφύγει από την ίδια του τη φύση.

Διέθετε[4] σχεδον όλα τα χαρακτηριστικά ενός κράτους: σύνορα, νόμους, κυβέρνηση (εσωτερική γραμματεία από 9 μέλη), νόμισμα, εκπαιδευτικό σύστημα, όργανα εξουσίας και καταστολής. Ιδρύθηκαν επαγγελματικά σωματεία (οικοδόμοι, ξυλουργοί, ράφτες κ.λπ.) και οι κάτοικοί του χωρίστηκαν σε ομάδες. Υπήρχε η ομάδα των μορφωμένων (ομάδα αριθμός 67), η γεωργική ομάδα (αριθμός 14), νοσοκομείο (ομάδα αριθμός 16), ορφανοτροφείο, δημοτικό και γυμνάσιο στην ελληνική γλώσσα, βιβλιοπωλείο, θέατρο, κινηματογράφο, ορφανοτροφείο αλλά και στρατιωτική Ακαδημία στην οποία εκπαιδεύονταν αξιωματικοί για τις ανάγκες των μονάδων του ΔΣΕ που μάχονταν εναντίον του Ελληνικού Στρατού.

Στην τοποθεσία όπου σήμερα βρίσκεται το δημοτικό σχολείο του χωριού ήταν η θεατρική αίθουσα “Αθήνα”, στην οποία ανέβασαν παραστάσεις επαγγελματίες ηθοποιοί, μέλη και συμπαθούντες του ΔΣΕ. Το τοπικό τυπογραφείο εξέδιδε την εφημερίδα “Φωνή του Μπούλκες”, το παιδικό περιοδικό “Αετόπουλα”, σχολικά βιβλία και εγχειρίδια ιδεολογικής καθοδήγησης, αλλά και υλικό της προπαγάνδας για τους στόχους του ΚΚΕ στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Εκεί τυπώθηκαν νομίσματα (Ελληνικό δηνάριο), περίπου 9.253.255 δηνάρια που χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά μέσα στο χωριό,.

Οι Έλληνες του χωριού εργάστηκαν στην κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής Brcko-Banovic και Šamac – Sarajevo (216 χλμ)

Οι πεντάδες[5]

Η πιο διεστραμμένη επινόηση άκρατου ολοκληρωτισμού υπήρξε η πεντάδα, η οποία αποτέλεσε τον βασικό πυρήνα της κοινωνικής ζωής, κυρίως στις πιο κρίσιμες ώρες της κομματικής επαγρύπνισης. Πέντε προσεχτικά επιλεγμένα άτομα, δύο ύποπτα και τρία σίγουρα απαρτίζανε την πεντάδα, παρακολουθούσαν ο καθένας τους άλλους και όφειλαν κόντρα σε κάθε νόμο της ανθρώπινης φύσης να ζούνε και να κινούνται συνέχεια ομαδικά. Μαζί και οι πέντε πήγαιναν στη δουλειά, μαζί επέστρεφαν περπατώντας πάντοτε με την ίδια διάταξη στο πεζοδρόμιο, δηλαδή τα «ύποπτα» στοιχεία βάδιζαν ανάμεσα στα «σίγουρα» ώστε να αποφευχθεί η πιθανότητα κάποιος «ύποπτος» να μιλήσει σε κάποιον ανεπιθύμητο. Μαζί και οι πέντε πήγαιναν παντού, μαζί είχαν οποιαδήποτε κοινωνική επαφή, απαγορεύονταν κάποιος να συναντήσει κάποιον ατομικά, μαζί έτρωγαν και μαζί κοιμόντουσαν. Ακόμη και τη νύχτα αν κάποιος ήθελε να πάει στο μπάνιο έπρεπε να ξυπνήσει κάποιον από την πεντάδα για να τον συνοδεύσει. Δεν υπήρχε κανένα περιθώριο ατομικής ζωής. Το άτομο δεν ήταν πλέον ξεχωριστός άνθρωπος, γινόνταν μέλος μιας ομάδας, υπατάσσσονταν απολύτως σε αυτήν και έχανε κάθε στοιχείο ατομικής ιδιαιτερότητας. Με αυτό τον τρόπο ο έλεγχος πάνω στα μέλη της ομάδας ήταν απόλυτως και συνεχής και τα «προβληματικά» μέλη της κοινότητας απομονώνονταν και αποκλείονταν από κάθε επαφή.

Διακρίσεις[6]

Για να υπογραμμίσουν καθαρά τις διαβαθμίσεις της νέας ιεραρχίας, προνόμια παραχωρήθηκαν στους γραφειοκράτες του κόμματος. Μεγάλα σπίτια, φαγητό σε λέσχη και καλός ρουχισμός. Οι καπετάνιοι κι οι παλιοί αντάρτες είναι μαντρωμένοι σαν αιχμάλωτοι. Χαρακτηριστικό το ακόλουθο περιστατικό: Σε μια συγκέντρωση, ένας καπετάνιος απευθύνεται στο ακροατήριο. «Γιατί αυτή η ανισότητα ανάμεσα στη διοίκηση και στα μέλη του στρατόπεδου; Γιατί αυτή η δυσπιστία και η αδιαφορία για τους ήρωες της Αντίστασης;» Ο Πεχτασίδης σηκώνεται στην έδρα. «Πρέπει να διαγραφεί ο σύντροφος.» Η συνέλευση απορρίπτει την πρόταση και διαλύεται αμέσως. Οι αμφισβητίες όμως εντοπίζονται και καταγράφονται στο μαυροπίνακα ενός κακόβουλου και συχνά αιματηρού καταδιωγμού. Η κομμουνιστική τοξίνωση δηλητηριάζει όλες τις ανθρώπινες σχέσεις, διαβρώνει τις θελήσεις και τελικά παραλύει κάθε διάθεση κριτικής.

“Αν κουβεντιάσεις με τον τάδε που έχει αντικομματική στάση, θα παρασυρθείς απ’ αυτόν. Πρόσεχε, γιατί διαφορετικά θα υποχρεωθούμε να λάβουμε μέτρα εναντίον σου.” Αν η προειδοποίηση δε φέρει αποτέλεσμα, χρησιμοποιούνται πιο δραστικά μέσα.

Ο καπετάν Μαύρος[7]

Ο Πεχτασίδης οργανώνει την πρώτη του εκκαθάριση το καλοκαίρι του 1945. Στο Μπουλκές υπήρχαν γύρω στους 100 άνδρες που άνηκαν στην μυστική κομματική αστυνομία. Μετά την παράσταση της δημόσιας ανάγνωσης των κατηγοριών, με εξέδρα, μουσική και σκηνοθεσία κατάλληλη, ο καπετάν Μαύρος και 20 αντάρτες οδηγούνται στο σταθμό ανάμεσα σε δύο σειρές αντρών που σφυρίζουν περιφρονητικά και φτύνουν κατάμουτρα τους παρίες. Εκείνοι που δε συμμετέχουν, θα περιμένουν τη σειρά τους. Είναι τα σκουλήκια. Ο Μαύρος, ο «προδότης», πεταγμένος από τους γραφειοκράτες, θα επσιτρέψει στην Ελλάδα και θα πεθάνει, δύο χρόνια αργότερα, πολεμώντας στις γραμμές του Δημοκρατικού Στρατού εναντίον των Ελλήνων σαν «ήρωας»!

Διώξεις[8]

Όπως ήταν επόμενο οι πικρίες ανάμεσα στους προσφυγές, δημιούργησαν αντιρρήσεις και απογοητεύσεις σχετικά με την πολιτική που ακολουθήθηκε. Οι συζητήσεις αυτές, κατά την αντίληψη της ηγεσίας, έπρεπε να “κοπούν με το μαχαίρι”. Με βάση αυτή τη λογική άρχισαν οι νυχτερινές συλλήψεις και εξαφανίσεις κατοίκων του Μπούλκες. Τα θύματα της εγκληματικής αυτής νοοτροπίας και πρακτικής σύμφωνα με εκείνους που επέζησαν τα ανεβάζουν σε πάνω από εκατό. Οι διαφωνούντες στέλνονταν στο νησί του Δούναβη με το αιτιολογικό να κόβουν ξύλα για το ασβεστοκάμινο. Παρά τις προσπάθειές δεν μπόρεσαν να βρθούν όλα τα ονόματα των εξοντωθέντων στο Μπούλκες.

Η διοικούσα επιτροπή του στρατοπέδου, που αποτελείται αποκλειστικά από παλαιά μέλη της ΟΠΛΑ, έχει συστήσει μια εσωτερική πολιτοφυλακή. Οι εκπρόσωποι της τάξης, φορώντας το περιβραχιόνιο με τα τρία γράμματα του ΥΤΟ (Υπηρεσία Τάξης Ομάδας) σε ατμόσφαιρα τρομοκρατίας, απομονώνουν τους διανοούμενους και τους καπετάνιους που αντιπροσωπεύουν τις «τροτσκιστικές και μικροαστικές τάσεις» που έχουν κληρονομηθεί από τον ΕΛΑΣ. Το νόημα αυτής της κάθαρσης, που δεν θα πραγματοποιηθεί ολοκληρωτικά παρά δεκαοχτώ μήνες αργότερα, είναι αποκαλυπτικό για τις επαναστατικές αντιλήψεις του Ζαχαριάδη. Τα «σκουλήκια», σταμπαρισμένα ήδη δημόσια κατά τη διάρκεια των συνελεύσεων, ζουν μέσα σ’ ένα κλίμα καταδίωξης και τρόμου. Ένα πρωί, ο επίτροπός του στρατοπέδου ζητάει έναν κατάλογο αυτών που επιθυμούν να επιστρέψουν στην Αθήνα. – Ήταν ένα τέχνασμα, δηλώνει ο Πεταχτσίδης μια βδομάδα αργότερα, για να αποκαλυφθούν τα σκουλίκια που δεν τους αρέσει εδώ και θέλουν να πάνε να συνεργαστούν με τους μοναρχοφασίστες. Όταν ένας οργανισμός μολύνεται, όλα τα μέσα είναι καλά, προκειμένου να τον απαλλάξεις από τα μικρόβια!!

Ο Αλέκος Κουτσούκαλης, καπετάνιος του 2ου Τάγματος του Συντάγματος Αρτας του ΕΛΑΣ και υπεύθυνος διαφώτισης του ΔΣΕ στη Μουργκάνα αναφέρει: Ο εξτρεμιστής της ΟΠΛΑ στην Αθήνα, Στέλιος Κάλφας, αφού προηγουμένως βασάνισε άγρια περί τους 20-30 συντρόφους του, τους ρίχνει μισοπεθαμένους στο Δούναβη, όπου πνίγονται. Δεκαπέντε διανοούμενοι κομμουνιστές, που χαρακτηρίζονται «τροτσκιστές», «αρχειομαρξιστές» και «ύποπτοι», βασανίζονται άγρια.

Ο Κουτσούκαλης γράφει στο βιβλίο[9] του: «Χαραγμένα τα κορμιά τους με χοντρά μαστίγια, αναμμένα τσιγάρα, σπασμένα πλευρά, ξεριζωμένα μαλλιά από τα κεφάλια τους …». Οι κρατούμενοι του Μπούλκες, περίπου 300, ζούσαν σε ειδικό χώρο και ο στρατοπεδάρχης Χάρης είπε στον Κουτσούκαλη γι’ αυτούς: «Εδώ αυτοί ζουν χειρότερα από τα ζώα. Τα ζώα έχουν κάποια αξία. Αυτοί δεν έχουν καμμιά απολύτως αξία. Είναι σαν τους λεπρούς».

Και αναρωτιέται ο Αλέκος Κουτσούκαλης: «Κι εμείς πολεμήσαμε γι αυτή τη λευτεριά. Για να φτιάχνουμε στρατόπεδα χιτλερικού τύπου, να βασανίζουμε και να σκοτώνουμε τους αγωνιστές που πολέμησαν για τη λευτεριά; Καλύτερα να μην είχα γεννηθεί!».

Ο Χρήστος Καινούριος[10] αναφέρει : Την άνοιξη του 1946, νομίζω Απρίλης μήνας, δόθηκαν οδηγίες στις κόβες να διωχτούν από τις γραμμές μας αυτά τα «σκουλίκια». Αν δεν σφάλλω δεν υπερέβαιναν τους 100 από όλη την παροικία του Μπούλκες. Ήταν 98. Έπρεπε να συγκεντρωθούν στο τσαϊρι, όπου ήταν παραταγμένες, από τις δύο πλευρές του δρόμου, όλες οι γκρούπες (συνολικά 24). Οι καθοδηγητές του Μπούλκες, ύστερα από έγκριση των γιουγκοσλαβικών αρχών και δεν αμφιβάλλω και του υπεύθυνου εκπροσώπου της ΚΕ του ΚΚΕ, πήραν απόφαση να τους παραδώσουν στην ΟΣΝΑ (γιουγκοσλαβική υπηρεσία ασφαλείας) και να τους «πετάξουν» στο ελληνικό έδαφος, μέσω των συνόρων. (…) Στο τσαΐρι, ώσπου να μπουν στο τρένο οι δύσμοιροι αυτοί αγωνιστές, έγιναν ανήκουστα πράγματα… Επονείδιστα και βάρβαρα για κομμουνιστές – αγωνιστές. Φτύνανε, σπρώχνανε, κλωτσούσανε και χλευάζανε φριχτά, σαν «προέπεμπαν» στην πατρίδα, τους «ανάξιους» αυτούς συντρόφους, συναγωσιτές και συμπολεμιστές. Νομίζω, περισσότερη χλεύη και ατίμωση δε δέχτηκε και ο Χριστός από το , φανατισμένο όχλο (…) Ταυτόχρονα, με τις άπρεπες και βάναυσες χειρονομίες, ακούονταν και οι ανατριχιαστικοί χαρακτηρισμοί: «Σκουλίκια!», «προδότες!», «πουλημένοι!…» (…) Ποια ήταν η παραπέρα τύχη αυτών των αγωνιστών; Τους «πέταξαν» σε κάποιο μέρος του νομού Κιλκίς στο φρικτό «λάκκο των λεόντων», για να τους κατασπαράξουν οι αιμοβόροι παρακρατικοί (…) Ελάχιστοι παραδόθηκαν στις Ελληνικές αρχές. Οι άλλοι κατατάχτηκαν σε διάφορες ένοπλες ομάδες καταδιωκόμενων αγωνιστών.

Παραφωνία[11]

Στάλιν Τίτο Δημητρώφ Ζαχαριάδης Χότζα Μιχάλης Περικλής. Ο κομματικός μηχανισμός στο Μπούλκες λειτουργούσε ακαριαία, εύστοχα και αποφασιστικά. Αρκεί να πατούσε το  κουμπί η καθοδήγηση και οι μάζες ξεχύνονταν στους δρόμους (…) Σε πανηγυρικές και θριαμβευτικές στιγμές της ζωής του Μπούκλες, αλλά και σε μηνύματα συνταρακτικά και βαρυσήμαντα (πολλές φορές σε ανύποπτο χρόνο και αργά το βράδυ) οι νεολαίοι μας ανάπεμπαν με τα χωνιά και με στεντόρεια τη φωνή συνθήματα πίστης στα ιδανικά του αγώνα με επωδό πάντα: «Στάλιν- Τίτο- Δημητρώφ – Ζαχαριάδη – Χότζα!…» Και σαν εκνευριστική παραφωνία ακουόταν στη συνέχεια: «Μιχάλης- Περικλής!…». Ο αναγνώστης θα διερωτηθεί: «Αυτό, τέλος πάντων, είναι έξω φρενών να συγκαταλέγεις τα λιοντάρια με τις γάτες»…

Εξομολόγηση (Μαργαρίτα Λαζαρίδου, Πόλεμος και Αίμα:Ταξίδι στο παρελθόν, ταξίδι στον πόνο, Αθήνα 2007)

. . . Τον Απρίλιο του 1946 πήραμε κι’ εμείς εντολή να φύγουμε για το Μπούλκες. . .

. . . Το σπίτι που μας δώσανε να μείνουμε , ήταν μία όμορφη μονοκατοικία με μεγάλη αυλή και έναν τεράστιο λαχανόκηπο στο πίσω μέρος. . .

. . . Δεν πέρασαν παρά λίγες μέρες από την εγκατάσταση μας στο Μπούλκες και μια νύχτα ξυπνήσαμε από έναν μεγάλο θόρυβο. Ένα αλαλάζον πλήθος, με χοντρά ξύλα, με σιδερόβεργες, με πέτρες φτυσίματα και γιουχαΐσματα έδιωχνε τους αντικομματικούς, τους «φραξιονιστές» από το Μπούλκες . . .

….θα ήταν περίπου 100 άνθρωποι, συναγωνιστές άλλοτε αυτού του πλήθους, περιτριγυρισμένοι τώρα από την αστυνομία του Μπούλκες ΥΤΟ (Υπηρεσία Τάξεως Ομάδας) με δεμένα τα χέρια τους προσπαθούσαν να σωθούν από τα κτυπήματα των μανιασμένων καταδιωκτών τους. Λίγο πιο κάτω τους περίμεναν οι κλούβες.

Που τους πήγαιναν μέσα στη νύχτα;

Κυκλοφορούσαν διάφορες φήμες: Ότι τους άφησαν στα σύνορα της Ελλάδας. Aλλοι έλεγαν ότι πολλούς τους εξαφάνισαν στα στρατόπεδα. Αυτό που σε εντυπωσίαζε ήταν η αγριάδα των Ανθρώπων που υπερασπίζονταν «την κομματική γραμμή».

Ήταν ένα αφηνιασμένο πλήθος, ρομπότ, άνθρωποι μηχανές, χωρίς ψυχή, χωρίς αισθήματα, χωρίς αγάπη . . . .

Με υψωμένες τις γροθιές, ουρλιάζοντας ρυθμικά «Μιχάλης – Περικλής» ζητούσαν το κεφάλι των «φραξιονιστών» . . .

Η βία κυριαρχούσε παντού. . .

. . . Όλοι μιλούσαν για ένα στρατόπεδο έξω από το Μπούλκες όπου στρατοπεδάρχης ήταν ο «μπάρμπα Στέλιος Κάλφας» (Σιδέρης). Εκεί σε βαθιά πηγάδια έριχναν ζωντανούς, τον ένα μετά τον άλλον, όσους έκαναν κριτική στην καθοδήγηση του Μπούλκες (και κυρίως όσους μιλούσαν ενάντια στον Μιχάλη Πεχτασίδη ή Τερζή.

. . . . Ο γιος μου πάθαινε αναφυλαξία, πρηζόταν, γέμιζε σπυριά, είχε φαγούρα, υπέφερε . . . Το παιδί το πείραζε το αυγό, το σκέτο γάλα, η σοκολάτα. Του έκανα μια ειδική δίαιτα. Πήγαινε καλά. Σταμάτησαν τελείως φαγούρα και τα σπυράκια του.

. . . . Στο διάστημα αυτό φούντωνε στην Ελλάδα το καινούργιο Αντάρτικο. Το Μπούλκες ετοιμαζόταν εντατικά να στείλει στο βουνό τις δικές του δυνάμεις. Το φθινόπωρο του 1947 έφυγε για το Δημοκρατικό Στρατό σχεδόν όλη η Γραμματεία της Κομματικής Οργάνωσης του Μπούλκες: Μιχάλης Πεχτασίδης-Τερζής, Οδυσσέας Μπάστης, Περικλής Καλοδίκης, Δημήτρης Βίσσιος, Γιώργης Κοντογιώργης  «Παύλος» . . . Ο Ζαχαριάδης έπρεπε να διαλέξη! . . .

. . . . Τον Μιχάλη Πεχτασίδη τον έστειλε πίσω στο Μπούλκες. Kαι εκεί ένα βράδυ τον εξαφάνισαν. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, που και αυτός εξαφάνιζε μέσα στη αθώους ανθρώπους για τους οποίους μάθαινε από τους «απαγρυπνητές -πληροφοριοδότες» του ότι του έκαναν κριτική. ….

….. ίσως να χρησιμοποιήθηκαν και οι ίδιοι οι άνθρωποι που άλλοτε ο Μιχάλης χρησιμοποιούσε, εξαφανίστηκε κι’ αυτός μέσα στη νύχτα….. Το έριξαν κι αυτόν σ’ ένα από πηγάδια όπου βρήκαν φριχτό θάνατο εκατοντάδες αγωνιστές. ….

Και στρατοπεδάρχης ήταν ακόμα ο ίδιος ο μπάρμπα Στέλιος, ο Κάλφας, ο άλλοτε συνεργάτης του στην ΟΠΛΑ και στη Λαϊκή Πολιτοφυλακή των Αθηνών. . . . .

. . . . Το βουνό είχε ανάγκη από ανθρώπους. Κάθε μέρα έστελναν από το Μπόυλκες στο βουνό αγωνιστές. Δεν σε ρωτούσαν αν ήθελες ή όχι!. . . . .

Και ένα βράδυ χτύπησαν την πόρτα μου. Ήταν η ώρα 11 τη νύχτα, Δεκέμβριος 1947. Έξω το κρύο δυνατό, 32 βαθμοί κάτω από το μηδέν.

Το δωμάτιο ζεστό, διατηρούσα τη φωτιά συνέχεια στη σόμπα, είχαμε ξύλα και κοτσάνια από καλαμπόκια. Ακούγοντας το χτύπημα στην πόρτα μου άναψα το φώς. Aνοιξα την πόρτα. Με ήθελαν στο γραφείο της Οργάνωσης η ώρα 11 τη νύχτα με εκείνο το κρύο. Η καρδιά μου μάτωσε. Ήρθε η σειρά μου. Με σπασμωδικές κινήσεις ντύθηκα και πήγα στα Γραφεία. Μας έστελναν στο βουνό, μια αποστολή από 130 ανθρώπους μ’ εμένα επικεφαλής. Οι αποστολές γινόταν πάντα νύχτες και κρυφά. Όλοι ξέραμε τι γινόταν. Κάθε τόσο βλέπαμε να αδειάζουν τα σπίτια, όμως όσοι έφευγαν δεν είχαν δικαίωμα να πούν στους γείτονες τους πως φεύγουν για την Ελλάδα. Μέτρα ασφαλείας για τις σχέσεις Γιουγκοσλαβίας και Ελλάδας.

Δεν έπρεπε να γίνει γνωστό ότι η Γιουγκοσλαβία βοηθούσε το ελληνικό αντάρτικο. Στα γραφεία είδα το «μπάρμπα Αλέξη», Λευτέρη Ματσούκα. Μαυροκίτρινος σαν το χάρο μου φάνηκε. Καθισμένος στο γραφείο του με περίμενε για να μου δώσει την εντολή:

– » Φεύγεις για το βουνό.»

– » Και το παιδί μου;»

– » Φύγε ήσυχη. Θα στείλουμε γυναίκα στο παιδί σου, και το πρωί θα το πάμε στο βρεφικό σταθμό. Μην πεις τίποτε στους γείτονες σου.»

Του μίλησα για την κατάσταση της υγείας του παιδιού μου. Για την δίαιτα του, για τα φάρμακα που έπρεπε να του δίνουν. Του μίλησα για τα χρήματα που μάζεψα και θέλω να τους τα αφήσω γι αυτόν το σκοπό και γύρισα σπίτι να ετοιμαστώ για το μεγάλο μου ταξίδι. Η γειτόνισσα μου η Μάρθα με το κτύπημα της πόρτας μέσα στη νύχτα όλα τα κατάλαβε. Μόλις μπήκα τη βρήκα να με περιμένει στο δωμάτιο μου. Με αγκάλιασε κλαίγοντας, έκλαιγαν και τα παιδιά της μαζί. Εγώ έριχνα γρήγορα λίγα πράγματα σε ένα σάκο, εσώρουχα, μπλούζες μάλλινες κάλτσες. Κάθισα και έγραψα το διαιτολόγιο του παιδιού μου, το ιστορικό της αρρώστιας του. Έβαλα σε μια βαλιτσούλα τα πραγματάκια του και τα πήγα στα Κομματικά Γραφεία, τα έδωσα στον ίδιο το Γραμματέα του Μπούλκες στον  » μπάρμπα-Αλέξη».  Του έδωσα και τις οικονομίες μου για να αγοράζουν ό,τι χρειάζεται για το μικρό μου αγόρι. Που να ήξερα όταν του τα έδινα όλα αυτά, -κάτι που έμαθα αργότερα από Μπουλκιώτες που ήρθαν στο βουνό, μα και από την ίδια τη Μάρθα που τη συνάντησα πολύ αργότερα στην Τσεχοσλοβακία, ότι εκείνος, ο Γραμματέας της Κομματικής Οργάνωσης, θα έβαζε στην τσέπη του τα χρήματα, θα πετούσε όλα τα χαρτιά τα σχετικά με τη υγεία του παιδιού μου στον κάλαθο των αχρήστων και ότι θα άφηνε το παιδί μου μόνο του σε ένα δωμάτιο με 32 βαθμούς κάτω από το μηδέν χωρίς να στείλει καμιά γυναίκα δίπλα του, όπως μου είχε υποσχεθεί όταν με δάκρυα στα μάτια τον εκλιπαρούσα μπαίνοντας στο αυτοκίνητο κλούβα που μες στην παγερή νύχτα του Δεκέμβρη μας πήγαινε στα ελληνικά βουνά-.

Σ’ όλο το δρόμο, άλλοι είχαν κοιμηθεί, άλλοι ήταν βυθισμένοι στις σκέψεις τους, εγώ είχα μπροστά στα μάτια μου το αγοράκι μου με την άσπρη φανελένια πιζάμα, κοιμισμένο σαν αγγελούδι στο κρεβάτι μου, ούτε καν ξύπνησε με τον θόρυβο που γινόταν γύρω του.

Ευτυχώς, που παραβαίνοντας την εντολή της οργάνωσης, είπα στην Μάρθα ότι φεύγουμε για το βουνό και κλαίγοντας την παρακάλεσα να φροντίσει το παιδί μου. Και το φρόντισε. Kοιμήθηκε μαζί του. Καμιά γυναίκα δεν έστειλε η οργάνωση κοντά στο παιδί που του πήραν τη μητέρα για να τη στείλουν στο βουνό. Το μικρό μου ξύπνησε ζητώντας τη μανούλα του.

Ήταν τότε δύο χρονών. Η Μάρθα το χάιδεψε, συντήρησε τη φωτιά στη σόμπα, το έντυσε, του έδωσε το πρωινό του και περίμενε, περίμενε. Δεν πήγε στη δουλειά της. Περίμενε να έρθουν από την οργάνωση να πάρουν το απορφανεμένο παιδί. Τρεις μέρες περίμενε και κανένας δεν ήρθε. Κι αυτή έπρεπε να πάει στη δουλειά της.

Πήγε τότε η ίδια στην οργάνωση και τους μίλησε για ένα μικρό παιδί που στο διπλανό δωμάτιο κλαίει ζητώντας τη μητέρα του. Έτσι το θυμήθηκαν το πήραν και το πήγαν στο βρεφικό σταθμό. Χωρίς τα ρουχαλάκια του, χωρίς το σημείωμα για την υγεία του, χωρίς τα χρήματα για τα φρούτα και για τα φάρμακα του.

Θεέ μου! Πως μπορούσε να υπάρχει τόση απανθρωπιά σ’ αυτούς που βροντοφώναζαν ότι παλεύουν για τον άνθρωπο; Τα σχετικά με την, υγεία και τη ζωή του παιδιού μου στον παιδικό Σταθμό του Μπούλκες τα έμαθα πρώτη φορά, όπως γράφω παραπάνω, από νεοφερμένους στο αντάρτικο Μπουλκιώτες. Όταν στο βουνό, στις ατέλειωτες πορείες μέσα στα χιόνια, βαδίζαμε με τον παγωμένο άνεμο να χτυπά τα πρόσωπα μας, ή όταν ξαπλώναμε να κοιμηθούμε στο μουσκεμένο, κρύο χώμα που ήταν τις περισσότερες φορές το στρώμα μας, ερχόταν στα μάτια μου η εικόνα εφιάλτης ενός αγοριού, δύο χρονών, με τις πιζάμες και ξυπόλυτο μες τον πάγο του Δεκέμβρη, να βγαίνει στην αυλή, με 32 βαθμούς κάτω από το μηδέν και να ζητά τη μητέρα του και τα ποδαράκια του να κολλούν στις γεμάτες πάγο πλάκες.

Με βασάνιζε και άλλος εφιάλτης. Το έβλεπα να υποφέρει με τις ανοιγμένες πληγές του και να τρέμει μπρος στα μεγάλα άγρια σκυλιά. Στριφογύριζα στο παγωμένο χώμα, βογκούσα, και μου ερχόταν να Ουρλιάξω, να σκίσω, να σκοτώσω. Και τα μήνυσα όλα αυτά στο Γραμματέα της Κομματικής Οργάνωσης του Μπούλκες, στον «μπάρμπα Αλέξη».

Του μήνυσα ακόμα : «Εμείς Εδώ παλεύουμε. Εσείς έχετε υποχρέωση να φροντίζετε τα παιδιά που σας εμπιστευτήκαμε. Εσύ εγκατέλειψες τον γιο μου». Του τα είπανε όλα αυτά και δεν με συγχώρησε.

. . Όταν το 1952 περνούσα από ανακαταγραφή, (οργανωμένος από το Κόμμα διασυρμός των αγωνιστών) σηκώθηκε ο «μπάρμπα Αλέξης» και είπε πως ήμουν εγωίστρια και πως ζητούσα ιδιαίτερη περιποίηση για το δικό μου παιδί. Το παιδί που θα είχε τότε πεθάνει ξυλιασμένο στον πάγο αν δεν ήταν η άγια γυναίκα, η γειτόνισσά μου η Μάρθα να του παρασταθεί.

…. Καημένη Μάρθα! Που να ήξερε τότε ότι ένα χρόνο μετά θα έπαιρναν το κοριτσάκι της, τη Μαρικούλα, 13 χρονών για το βουνό. Εκεί, στην πρώτη γραμμή, βλέποντας ένα στρατιώτη στα απέναντι υψώματα, σε αυτά που κρατούσε ο Κυβερνητικός Στρατός, σηκώθηκε όρθια και φώναζε γελώντας και δείχνοντας με το μικρό της χεράκι «Να ένας μπουραντάς!» όμως ο «μπουραντάς» δεν ήταν η κούκλα που έπαιζε, της έστειλε με το βόλι του το θάνατο και δεν ήξερε πως σκότωνε ένα κοριτσάκι 13 μόνο χρόνων.

Από το Μπούλκες πήραν και τα τρία κοριτσάκια της Μάρθας Κεραμίδου, τη Δάφνη, την Παρθένα και την 15 χρονη Χρυσούλα και τα έστειλαν στο βουνό το καυτό καλοκαίρι του 1948. Την ίδια χρονιά σκοτώθηκαν και τα τρία. .

Καταχραστές

Το Συμβούλιο του Μπουλκές κατηγορήθηκε ότι καταχράστηκε και προξένησε ζημιά στην Γιουγκοσλαβία 5.900.000.000 δηνάρια, δεν κατέβαλε ποτέ φόρο στο Γιουγκοσλαβικό δημόσιο και από αυτό χάθηκαν 344.300.040 δηνάρια, γίνηκαν κομπίνες με την προμήθεια πρώτων υλών ενώ οι εργαζόμενοι (Έλληνες) στο Μπουλκές έγιναν αντικείμενο μεγάλης εκμετάλλευσης πχ ένας Γιουγκοσλάβος εργάτης αμοιβόταν με 3.120 δηνάρια (μεροκάματο πενιχρότατο) ενώ ένας εργάτης του Μπουλκές (Έλληνας) με 1.946 δηνάρια. Στις πρώτες ύλες που προμήθευε η Γιουγκοσλαβία για να λειτουργήσουν τα εργαστήρια γινόταν τεράστια κατάχρηση πχ για την κατασκευή στο εργαστήριο υποδηματοποιίας για κάθε ζευγάρι έπαιρναν 10, 25 κιλά δέρμα ενώ για το αντίστοιχο Γιουγκοσλαβικό εργαστήριο ξοδευόταν 9 κιλά δέρμα, το «κέρδος» πήγαινε προφανώς στις τσέπες κάποιων κομμουνιστών. Αυτό συνέβαινε και με το ύφασμα και με τα τρόφιμα και με όλα τέλος πάντων τα πράγματα.

Το τέλος

Στις 8/8/1949 ο Πρόεδρος του Συμβουλίου Μ. Σούστας ζήτησε από τον Τίτο «Επειδή η γιουγκοσλαβική κυβέρνηση έκλεισε τα σύνορα προς την Ελλάδα και ήρθε σε σύγκρουση με την ΠΚ ……….» να επιτραπεί να μετακομίσουν στην Τσεχοσλαβακία. Δεκτοί γινόντουσαν και από την Ουγγαρία. Τέλη του 1949 το χωρίο άδειασε από τους κατοίκους του που πήγαν σε άλλες περιοχές και καταστράφηκε. Μια γιουγκοσλαβική δημοσίευση[12] γράφει ότι 60.000 βρήκαν στο Μπουλκες «δικό τους σπίτι, στέγη, δουλειά και ψωμί» αλλά το νούμερο πρέπει να είναι υπερβολικό. Από το Μπουλκές πρέπει να πέρασαν 5.250 άτομα[13].

Η επιστολή Κόκκαλη και η απάντηση (Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 12/2/2009)

Στις 25 Ιουνίου του 1949, λίγες βδομάδες πριν από την κατάρρευση του μετώπου στις πλαγιές του Γράμμου και του Βιτσίου, ο υπουργός Παιδείας και Λαϊκής Υγείας της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης Πέτρος Κόκκαλης απέστειλε στη γιουγκοσλαβική Πρεσβεία στη Βουδαπέστη επιστολή, με την οποία ζητούσε να επιτραπεί «…η αναχώρηση και η αποδοχή από εκπροσώπους μας των ακόλουθων: 1) Πέντε περίπου χιλιάδων (5.000) ατόμων, τα οποία βρίσκονται σήμερα στην κοινότητα Μπούλκες και είναι στην πλειοψηφία τους γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι άνω των πενήντα ετών. 2) Εκατόν εξήντα (160) περίπου τραυματισμένων καθώς και του προσωπικού εξυπηρέτησής τους, ενενήντα (90) περίπου ατόμων, οι οποίοι βρίσκονται στο νοσοκομείο πλησίον του Τίτο Βέλες. 3) 1.850 παιδιών, τα οποία βρίσκονται στο “Σπίτι του Παιδιού” στην Μπέλα Τσρκβα της Σλοβενίας καθώς και σε άλλα μέρη, υπό την εποπτεία του δασκάλου Νίκου Γεωργιάδη, που τοποθετήθηκε στη θέση αυτή από την Ελληνική Επιτροπή για τη Βοήθεια του Παιδιού. 4) Ενός μεγάλου αριθμού Ελλήνων προσφύγων από τη Μακεδονία, οι οποίοι προσωρινά βρίσκονται στην περιοχή των Σκοπίων και οι οποίοι αρκετές φορές εξέφρασαν την επιθυμία τους να εγκαταλείψουν τη Γιουγκοσλαβία». Ο Κόκκαλης στην επιστολή του επικαλέσθηκε λόγους σοβαρούς και επείγοντες, όπως την ανάγκη καθημερινής και άμεσης φροντίδας αναφορικά με την εκπαίδευση κα τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών στο εθνικό πνεύμα καθώς και λόγους οργανωτικής φροντίδας για τους ηλικιωμένους και τους αρρώστους.

Η απάντηση των Γιουγκοσλάβων, λίγες ημέρες αργότερα, αντανακλά με γλαφυρό τρόπο το βαρύ κλίμα που επικρατούσε στις διμερείς σχέσεις. Στις 7 Ιουλίου του 1949 ο Γιουγκοσλάβος υπουργός Εσωτερικών Αλεξάνταρ Ράνκοβιτς σε έγγραφό του με αποδέκτη τον πρεσβευτή της Γιουγκοσλαβίας στη Βουδαπέστη τον επέκρινε για την επιλογή του να συζητήσει με τον Κόκκαλη ένα τέτοιο ζήτημα. Υποστήριξε μάλιστα τα εξής: «Σε ό,τι αφορά τη [χορήγηση] άδειας στους πρόσφυγές τους [να μεταβούν] σε άλλες χώρες, θεωρώ ότι πρέπει να επιτραπεί στους Ελληνες, οι οποίοι βρίσκονται μόνο στο Μπούλκες, να αναχωρήσουν, εάν οι ίδιοι το επιθυμούν. Η αποχώρησή τους, ουσιαστικά, θα ήταν χρήσιμη, καθώς η ηγεσία τους στο Μπούλκες περιήλθε στα χέρια κλεφτών και εχθρών της χώρας μας. Επέφεραν μεγάλη οικονομική και υλική ζημία στη χώρα μας και για το ζήτημα αυτό θα σας αποστείλω χωριστή έκθεση. Οι Μακεδόνες και τα Μακεδονόπουλα δεν επιθυμούν να εγκαταλείψουν τη Γιουγκοσλαβία και αυτό είναι πολύ καλά γνωστό και στην ελληνική ηγεσία».

Ο αντίλογος

Σήμερα, ωστόσο, ο ισχυρισμός του Γιουγκοσλάβου υπουργού περί της εθνοτικής σύστασης και των επιλογών των προσφύγων από την Ελλάδα που αναζήτησαν καταφύγιο στη Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας, επιδέχεται κριτικής. Από τις πληροφορίες που αντλούνται από τα γιουγκοσλαβικά αρχεία, προκύπτει ότι αρκετές εκατοντάδες σλαβόφωνοι αλλά και ελληνόφωνοι μαχητές του ΔΣΕ εγκλωβίσθηκαν στην επικράτεια της ΛΔΜ και εν συνεχεία «μακεδονοποιήθηκαν» εκόντες άκοντες, προκειμένου να εξυπηρετηθούν τα φιλόδοξα σχέδια της σλαβομακεδονικής πολιτικής ηγεσίας. Αντίθετα, το επιχείρημα του Κόκκαλη δεν στερείται ερεισμάτων, προσανατολίζοντας ώς ένα βαθμό και πάλι την πολιτική του ΚΚΕ προς τις πατριωτικές καταβολές του ΕΑΜ, οι οποίες είχαν μερικούς μήνες νωρίτερα υπονομευθεί λόγω της απόφασης της 5ης Ολομέλειας «Περί ενιαίας και ανεξάρτητης Μακεδονίας».

Η ανωτέρω επιστολή αποτελεί μία εκ των τελευταίων που διαπραγματεύονται ζητήματα που απασχολούσαν αμφότερες τις δύο πλευρές, τους Γιουγκοσλάβους και τους Ελληνες κομμουνιστές. Για τον Τίτο και τους Παρτιζάνους του ο «ακήρυχτος πόλεμος» με την Ελλάδα είχε κριθεί. Το «έπαθλο» της ελληνικής Μακεδονίας είχε αποδειχθεί απλησίαστο και τα όνειρα προς απόκτησή του βυθίστηκαν στα θολά νερά του Αξιού. Γι’ αυτούς προείχε πλέον η εσωτερική οργάνωση και η εδραίωση της κυριαρχίας τους, κυρίως στις νότιες επαρχίες της ομοσπονδίας και ιδιαίτερα στα Σκόπια, όπου το ιδεολόγημα του Μακεδονισμού έμπαινε σε νέα φάση. Για το ΚΚΕ, από την άλλη, ο Εμφύλιος είχε χαθεί. Ωστόσο, το όπλο παρέμεινε παρά πόδα για μερικά χρόνια ακόμη.

Μπεργκοβίτσα- Μπέλενε (Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 13/4/2008)

Τον Μάιο του 1947, στο στρατόπεδο του ΔΣΕ στην Μπερκοβίτσα (Βουλγαρία), δημιουργήθηκε με «άνωθεν» εντολή μία λίστα 100 «λυγισμένων». Σύμφωνα με το πόρισμα, από τον κατάλογο των «100» ο Ζαχαριάδης προσωπικά διάλεξε 36 ανθρώπους οι οποίοι μεταφέρθηκαν στο περιβόητο νησί – κάτεργο στο Δούναβη, το Μπέλενε. Οποιος έμπαινε εκεί, δεν ξανάβγαινε ζωντανός. «Ούτε έμαθα ούτε άκουσα αν απόμεινε κανένας ζωντανός από κείνους τους “36”», καταλήγει στη γραπτή του μαρτυρία ο Κ. Σιαπέρας που είχε άμεση προσωπική αντίληψη της ανατριχιαστικής αυτής ιστορίας.

Το ΚΚΕ

Η 3η Συνδιάσκεψη του Κ.Κ.Ε. το 1950 όρισε επιτροπή για να εξετάσει την υπόθεση Μπούλκες. Με βάσει τη δουλειά της επιτροπής αυτής το Π.Γ. του Κ.Κ.Ε στις 25 Απριλίου 1951 πήρε σχετική απόφαση.Η απόφαση ανάμεσα σε άλλα αναφέρει:

«Το Μπούλκες δεν έγινε φυτώριο δημιουργίας στελεχών του αγώνα, αλλά εστία αντικομματικής μόλυνσης και διαφθοράς. Η κομματική καθοδήγηση του Μπούλκες, με επικεφαλής το Μ. Πεχτασίδη, εφάρμοζαν στρατοκρατικές τραμπούκικες – αντικομματικές μεθόδους καθοδήγησης, μέθοδες αστυνομικές, χαφιέδικες. Στο Μπούλκες επιβλήθηκε ένα καθεστώς φόβου, τρομοκρατίας, χαφιεδισμού και φαυλοκρατίας. Δημιούργησαν στον κόσμο το αίσθημα της επιφυλακτικότητας, καχυποψίας και χαφιεδοφοβίας. Καλλιέργησαν το πνεύμα της δουλικότητας, της υποταγής και κολακείας. Κάθε προσπάθεια ελέγχου και κριτικής χαρακτηρίζονταν εχθρική ενέργεια και επακολουθούσαν μέτρα απομόνωσης, φτάνοντας μέχρι εγκλήματα σε βάρος αγωνιστών. Γι’ αυτές τους τις πράξεις οι υπεύθυνοι έχουν κομματικές – πολιτικές και ποινικές ευθύνες». Η απόφαση τέλος καταλόγισε ευθύνη στο Π.Γ. της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε. και στους Γ. Ιωαννίδη και Π. Ρούσσο που σαν κλιμάκιο του Π.Γ. είχαν ευθύνη για το Μπούλκες.

19501210-bulkes-epitropi

ΠΗΓΕΣ

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Μιχάλης Πεταχτσίδης. Ανεψιός της γυναίκας του Γ. Ιωαννίδη, στέλεχος της ΟΠΛΑ στην Κατοχή. Το φθινόπωρο του ’47 πήρε εντολή να κατέβει στο ΔΣΕ, όπου αμέσως ανέλαβε το νεοσυσταθέν γραφείο επαγρύπνησης, μέσω του οποίου εξόντωσε αρκετά στελέχη του ΔΣΕ (π.χ στην 7η Μεραρχία). Κάποια στιγμή «εξαφανίστηκε» – μάλλον τον δολοφόνησε ο Ζαχαριάδης. Στοιχεία πάντως για το θάνατό του δεν υπάρχουν, με αποτέλεσμα να διακινούνται πολλές διαφορετικές εκδοχές.

[2] Επέζησε στην εξορία και επέστρεψε στην Αθήνα, όπου και πέθανε

[3] Επέζησε κι αυτός στην εξορία και πέθανε στην Ελλάδα.

[4] Χρήστος Καινούριος, Στα άδυτα του Εμφυλίου. Στρατόπεδα Ρουμπίκ και Μπούλκες, Εκδ. Ιωλκός

[5] : Eudes D, Οι καπετάνιοι, εκδ. Εξάντας, σελ. 370

[6] Eudes D, Οι καπετάνιοι, εκδ. Εξάντας, σελ. 323

[7] Eudes D, Οι καπετάνιοι, εκδ. Εξάντας

[8] Eudes D, Οι καπετάνοι, εκδ. Εξάντας, σελ. 239

[9] Αλέκος Κουτσούκαλης, Το χρονικό μιας τραγωδίας, 1945-1949, Εκδόσεις Ιωλκός

[10] Χρήστος Καινούριος (Βρασίδας), Στα άδυτα του Εμφυλίου, εκδ. Ιωλκός, σελ. 129-131

[11] Χρήστος Καινούριος (Βρασίδας), Στα άδυτα του Εμφυλίου, εκδ. Ιωλκός, σελ. 128.

[12] La Yougoslanie pour lew refugies de Grece Βελιγράδι 1949

[13] Μίλαν Ρίστοβιτς, το πείραμα του Μπούλκες

Advertisements