Οι Γερμανικές Δυνάμεις Κατοχής στην Ελλάδα 1941-1944


Μάνος Μαστοράκος, Περιοδικό Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, Δεκέμβριος 2006-Ιανουάριος 2007,σελίδα 30

Τα δεδομένα άλλαξαν κατά το 1943. Επειδή με την δυσμενή εξέλιξη στην Βόρειο Αφρική πρόβαλε ο κίνδυνος συμμαχικής εισβολής οτην Ελλάδα, συνέρρευσαν στην χώρα νέες μονάδες για την περιφρούρηση της. Η καλύτερη μονάδα που αφίχθη ήταν η 1 η Τεθωρακισμένη Μεραρχία, που η παραμονή της περιορίσθηκε σε μερικούς μόλις μήνες μέχρι την διασαφήνιση των συμμαχικών προθέσεων. Οι 104η και 117η Μεραρχίες Κυνηγών κατήλθαν επίσης για την φύλαξη των εκτεταμένων ακτογραμμών με αυξανόμενη εμπλοκή παραλλήλως σε αντιανταρτικές επιχειρήσεις αφού από τον Μάρτιο αυτού του έτους εγκαινιάσθηκαν οι προσβολές των γερμανικών τμημάτων από τους αντάρτες. Η ποιότητα αυτών των μεραρχιών κρίνεται γενικά ικανοποιητική αφού χρειάσθηκε να ξεπεράσουν πρώτα κάποιες αδυναμίες που προέκυψαν από την αναδιοργάνωση και αναβάθμιση τους εν σχέσει με την πρότερα κατάσταση τους. Η 11 η Μεραρχία Εκστρατείας της Λουφτβάφε ήταν ένας ακόμη σχηματισμός δευτέρας κατηγορίας από πλευράς στελεχώσεως και ισχύος, όπως έχει αναλυθεί. Τα Τάγματα 999 ήσαν επίσης μονάδες κυμαινόμενης αξίας αφού τα αναξιόπιστα στοιχεία που εμφιλοχωρούσαν στις γραμμές τους αποτελούσαν πηγή ανωμαλιών. Δεν παραβλέπεται βέβαια το γεγονός ότι αυτό δεν εμπόδισε τον κύριο όγκο των στρατευμάτων των μονάδων αυτών να εκτελέσει ικανοποιητικά την αποστολή του, αλλά σε κάθε περίπτωση τα καθήκοντα φρουράς και η συμπλήρωση των κενών σε μία υπερεκτεταμένη μεν αμυντική διάταξη αλλά ήρεμη χωρίς πολεμικές περιπλοκές, όπως αυτή των ελληνικών ακτών και νήσων, ήταν το περισσότερο που μπορούσε να αναμένει κάποιος από αυτές. Μόνο τυχαία δεν είναι η διασπορά τους σε ολόκληρο τον ελληνικό χώρο κι αφού πρώτα έγινε σαφές ότι η Ελλάδα δεν απειλείτο με συμμαχική απόβαση. Η παρουσία τους σε αυτόν τον αριθμό εξοικονόμησε καλά στρατεύματα για άλλα μέτωπα.
Η 4η Τεθωρακισμένη Μεραρχία των SS αποτελούσε επίσης μία αξιόμαχη από κάθε άποψη μονάδα όπως αναμφισβήτητα και η 1 η Ορεινή Μεραρχία παρότι η τελευταία δεν είχε συνεχή παραμονή στην Ελλάδα αφού ήλθε σε δύο περιόδους.
Η Μεραρχία Εφόδου «Ρόδος» έχοντας δημιουργηθεί αποκλειστικά για την άμυνα της Ρόδου δεν ενεπλάκη σε άξιες ιδιαιτέρας μνείας συγκρούσεις και θεωρητικά τουλάχιστον αποτελούσε αξιόμαχο σχηματισμό αφής στιγμής είχε συγκροτηθεί από καλές μονάδες. Ό,τι απέμεινε μετά την αναχώρηση των καλυτέρων στοιχείων της τον Σεπτέμβριο του 1944, κάλυψε στοιχειωδώς μέχρι λήξεως του πολέμου την Ρόδο και τις γύρω νήσους και μόνο η έλλειψη σοβαρών ενεργειών από μέρους του εχθρού δεν απεκάλυψε τις αντικειμενικές ανεπάρκειες. Οι 41η και 133η Μεραρχίες ήσαν επίσης χαρακτηριστικές περιπτώσεις μονάδων δευτέρας διαλογής συγκροτημένες εκ των ενόντων με όλες τις παρεπόμενες αδυναμίες και περιορισμούς.
Πολύ συχνά και κατά κύριο λόγο από ιστοριογράφους της ελληνικής Αριστεράς, αναφέρεται ότι το ελληνικό αντιστασιακό κίνημα καθήλωσε στην χώρα 11 και πλέον επίλεκτες γερμανικές μεραρχίες που θα μπορούσαν να είχαν χρησιμοποιηθεί σε άλλα κρίσιμα μέτωπα. Η πρόθεση βεβαίως είναι προφανής καθώς επιδιώκεται η μεγιστοποίηση του ρόλου της αντιστάσεως και ειδικά του ΕΛΑΣ, ως αριθμητικά μεγαλυτέρου ανάμεσα στις άλλες οργανώσεις. Έτσι όχι μόνο η συμβολή στην συμμαχική υπόθεση λειτουργεί ως άλλοθι για τις ολέθριες ενέργειες της Αριστεράς εκείνη την εποχή αλλά αφού τις καλύπτει δημιουργεί μία πολιτική παρακαταθήκη μέσω μίας διογκωμένης εθνικής προσφοράς.
Η ανάλυση των προεκτεθέντων αποδεικνύει ότι ο αριθμός των γερμανικών στρατευμάτων αυξήθηκε μεν κατακόρυφα κατά το 1943, ύστερα από δύο έτη κατοχής, χωρίς ωστόσο η ποσοτική αυτή αύξηση να είναι εξίσου ποιοτική. Επιπλέον δεν προήλθε αποκλειστικά από την σταδιακή ανάπτυξη εκείνο το έτος του ανταρτικού κινήματος αφού οι ανταρτικές δυνάμεις και κυρίως ο ΕΛΑΣ μπόρεσαν να αναπτυχθούν με τις ποσότητες των ιταλικών όπλων που κυρίευσαν μόνο μετά την ιταλική συνθηκολόγηση της 9ης Σεπτεμβρίου. Ήδη όμως από τους προηγουμένους μήνες η απειλή μίας ενδεχομένης συμμαχικής αποβάσεως είχε αναγκάσει την γερμανική ηγεσία να αποστείλει στην Ελλάδα αξιόλογο αριθμό στρατευμάτων ως αποτρεπτική δύναμη. Επομένως στον γερμανικό σχεδιασμό πρυτάνευε η σκέψη της αποκρούσεως της συμμαχικής εισβολής θέτοντας καθαρά σε δεύτερη μοίρα την αντί
μετώπιση της όποιας ανταρτικής δραστηριότητος.
Ο Χίτλερ επέμενε να κρατήσει την Ελλάδα πάση θυσία με το σύνολο του ηπειρωτικού και νησιωτικού χώρου της προς αποφυγή δυσμενών στρατιωτικών, διπλωματικών και οικονομικών εξελίξεων. Στην πρώτη περίπτωση θα εδημιουργείτο ένα νέο μέτωπο, αναβίωση του «Βαλκανικού» του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, στην πλάτη μάλιστα του Ανατολικού Μετώπου. Διπλωματικά, τυχόν εγκατάλειψη της Ελλάδος θα σηματοδοτούσε την βέβαιη είσοδο στον πόλεμο της Τουρκίας στο πλευρό των Συμμάχων ενώ παραλλήλως τόσο η Βουλγαρία όσον και η Ρουμανία που ήσαν σύμμαχες με την Γερμανία, θα εκλονίζοντο και θα την εγκατέλειπαν αλλάζοντας το πιθανότερο και στρατόπεδο. Τέλος, ο οικονομικός παράγοντας κάθε άλλο παρά αμελητέος ήταν για την γερμανική πολεμική οικονομία που εστερείτο πηγών πρώτων υλών. Υπελογίζετο ότι το 50% του πετρελαίου και μία σειρά άλλων απαραιτήτων μετάλλων για την παραγωγή πολεμικού υλικού όπως ολόκληρη η παραγωγή χρωμίου, προήρχοντο από την Χερσόνησο του Αίμου. Από την στιγμή που κατά τις αρχές του 1943 φάνηκε καθαρά ότι οι ιταλικές δυνάμεις στην Ελλάδα ήταν ανίκανες να αποκρούσουν μία ενδεχομένη συμμαχική απόβαση η ενίσχυση τους με αξιόμαχες γερμανικές μονάδες κατέστη αναπόφευκτη. Πολύ περισσότερο, μετά την συνθηκολόγηση της 9ης Σεπτεμβρίου, όταν κατέρρευσε ο ισχνός έστω ιταλικός αμυντικός μηχανισμός που εκάλυπτε το μεγαλύτερο μέρος της Ελλάδος, ο γερμανικός στρατός υποχρεώθηκε εκ των πραγμάτων να καλύψει το μεγάλο κενό που δημιουργήθηκε. Το γεγονός αυτό οδήγησε αναγκαστικά στην αύξηση των δυνάμεων κατοχής της χώρας αφού τα στρατεύματα έπρεπε να εφαρμόσουν μία περιφερειακή άμυνα, καλύπτοντας την ατελείωτη ακτογραμμή από τα ελληνοαλβανικά σύνορα μέχρι την Πελοπόννησο, περιλαμβάνοντας και τις νήσους του Ιονίου Πελάγους κι’ ακολούθως να αποφράξουν την είσοδο στο Αιγαίο, ξεκινώντας από τα Κύθηρα και καταλήγοντας μέσω Κρήτης στην Ρόδο, οργανώνοντας παράλληλα σε βάθος και πολλές νήσους του Αρχιπελάγους. Εάν σε αυτή την αμυντική διάταξη συνυπολογισθεί και ένας αριθμός αναγκαίων στρατευμάτων για την εξασφάλιση των αρτηριών εφοδιασμού μέσα από μία κατ’εξοχήν ορεινή χώρα με υπανάπτυκτο οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο, εύλογα συμπεραίνεται ότι η παρουσία κατά το καλοκαίρι του 1944 στον ελλαδικό χώρο 9 μεραρχιών διαφόρων κατηγοριών και κυμαινόμενης ποιότητος με την προσθήκη κάποιων μικρότερων σχηματισμών, δεν αποτελούσε παρά τον ελάχιστο επιβαλλόμενο αριθμό δυνάμεων κατοχής για την φύλαξη από εξωτερική απειλή μίας χώρας με πολύπλοκη γεωγραφική διαμόρφωση.
Ακόμη, η πραγματοποιηθείσα τον Ιούλιο του 1943 συμμαχική εισβολή στην Σικελία και τον Σεπτέμβριο στην ηπειρωτική Ιταλία απεμάκρυνε μεν προσωρινά μία ενέργεια κατά της Ελλάδος αλλά η απειλή στον επιτελικό σχεδιασμό συνέχιζε να υπάρχει ως πιθανότητα. Η παρατεταμένη γερμανική αντίσταση στην Ιταλία και ο πολύ αργός ρυθμός προελάσεως των Συμμάχων καθιστούσαν μία απόβαση, κάπου στις ακτές της Δυτικής Ελλάδος για την διάνοιξη ενός νέου μετώπου και παράκαμψη του ιταλικού αδιεξόδου, ως λογική ενέργεια που θα έπρεπε να ληφθεί υπ’όψιν.
Η παράλληλη διεξαγωγή αντιανταρτικού αγώνος δεν αναιρεί το γεγονός ότι η διατήρηση της περιφερειακής αμύνης του ελληνικού χώρου με την επιτευχθείοα εν τέλει οικονομία δυνάμεων, αποτελούσε το πρωταρχικό ζητούμενο των γερμανικών στρατηγικών επιλογών τόσο πριν όσον και μετά την ιταλική συνθηκολόγηση μέχρι την οριστική αποχώρηση από την Ελλάδα.

Advertisements