Ιων (Ιωάννης) Δραγούμης


Ο Ίωνας ή Ιωάννης Δραγούμης, Έλληνας εθνικιστής, ο θεμελιωτής και ο κύριος εκπρόσωπος του Ελληνικού Εθνικισμού αλλά και ακούραστος Εθνικός αγωνιστής, διπλωμάτης, πολιτικός και λογοτέχνης, γεννήθηκε το Σεπτέμβριο του 1878 στην Αθήνα όπου και δολοφονήθηκε από τα Βενιζελικά «Τάγματα Ασφαλείας» του Παύλου Γύπαρη στις 31 Ιουλίου 1920, απέναντι από το ξενοδοχείο «Χίλτον».

Πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της νεώτερης Ελλάδας. Υπήρξε πολιτικός, στοχαστής αλλά και συγγραφέας. Έζησε σε μία ταραγμένη εποχή και δυστυχώς έγινε ένα από τα πιο γνωστά θύματα του Εθνικού Διχασμού.

Ο Ίων Δραγούμης ήταν μεταξύ άλλων και «ακτιβιστής». Συνέβαλε όσο μπορούσε στην οργάνωση των Ελληνικών πληθυσμών στην Μακεδονία κατά της τρομοκρατίας των Βουλγάρων κομιτατζήδων, ενώ υπεράσπισε σε κάθε ευκαιρία τα εθνικά συμφέροντα. Από το 1908 έγινε σκληρός πολέμιος της Μεγάλης Ιδέας, ενώ συντάχθηκε και με τις απόψεις των βασιλοφρόνων, κάτι που τον χαρακτήρισε ως «αντιβενιζελικό».

Πέμπτος γιος του Στέφανου Δραγούμη και της Ελισάβετ Κοντογιαννάκη, με καταγωγή από το Βογατσικό Φλώρινας, γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στον ατυχή πόλεμο του 1897 υπηρέτησε ως εθελοντής. Το 1899, ύστερα από εξετάσεις, έγινε δεκτός στη διπλωματική υπηρεσία.

Το Νοέμβριο του 1902 τοποθετήθηκε υποπρόξενος στο Ελληνικό Γενικό Προξενείο στο Μοναστήρι. Από τη θέση αυτή εργάστηκε για την οργάνωση των ορθόδοξων κοινοτήτων της Δυτικής Μακεδονίας και από κοινού με τον πατέρα του και τον Παύλο Μελά, σύζυγο της αδελφής του Ναταλίας, ενίσχυσαν το Μακεδονικό Αγώνα.

Ο Χαρακτήρας

Ο Δραγούμης ήταν ενθουσιώδης οπαδός της δημοτικής και υπήρξε από τα ιδρυτικά στελέχη του Εκπαιδευτικού Ομίλου. Το συγγραφικό του έργο, όπου υπέγραφε συχνά με το ψευδώνυμο Ίδας, είναι σχεδόν πάντα εμπνευσμένο από τις εθνικές και πολιτικές του δραστηριότητες. Το πρώτο του βιβλίο, το «Ηρώων και Μαρτύρων Αίμα», έχει ως θέμα το Μακεδονικό Αγώνα και κορυφώνεται με το θάνατο του Παύλου Μελά.

Κύρια πρόθεσή του είναι να αφυπνίσει τη νεολαία για τα κρίσιμα εθνικά θέματα. Άλλα έργα του είναι η Σαμοθράκη (1909), το Όσοι Ζωντανοί (1911), το οποίο είναι αφιερωμένο στη μνήμη του φίλου του Περικλή Γιαννόπουλου, του ποιητή που είχε τερματίσει τη ζωή του ένα χρόνο νωρίτερα, Ο Ελληνισμός μου και οι Έλληνες (1904-1909), ο Ελληνικός Πολιτισμός (1914) και το Σταμάτημα (1917), γραμμένο στην Κορσική. Επίσης, έγραψε πολλά άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά, ενώ ανατυπώθηκαν σε τόμο άρθρα του στο περιοδικό Νουμάς.
Ο Ίων Δραγούμης υπήρξε αγωνιστής, πατριώτης, λόγιος και στοχαστής. Σε μια εποχή όπου τα πολιτικά πάθη οδηγούσαν τη χώρα σε ακρότητες και δογματισμούς, ο ίδιος υπήρξε ιδιαίτερα μετριοπαθής. Πατώντας από τη μια πλευρά στη διπλωματία και την πολιτική και από την άλλη στις καλλιτεχνικές του αναζητήσεις που έβρισκαν διέξοδο στη συγγραφή, υπήρξε ένα από τα πιο καθαρά μυαλά της τότε πολιτικής ζωής της Ελλάδας.
Με τη ζωή, το έργο και τους αγώνες του, υπερασπιζόμενος με πάθος και αφοσίωση τις ιδέες του για την ενίσχυση της Ελλάδας, δίχως να εντάσσεται σε κομματικές σκοπιμότητες, δίκαια θεωρήθηκε ότι συνέβαλε τα μέγιστα στη διαμόρφωση της εθνικής ιδεολογίας της χώρας μας.
Η ιδεολογία του βρίσκεται ανάμεσα στις αρχές του εθνικισμού, του σοσιαλισμού αλλά και του ανθρωπισμού. Πέραν των πολλών αναφορών που έχουν γίνει και επικεντρώνονται στο τί πίστευε ο Ίων Δραγούμης, ο ίδιος γράφει στο ημερολόγιό του στις 18 Μαρτίου του 1919:

 «Αγαπώ πάρα πολύ τον άνθρωπο για να γίνω στενός σοσιαλιστής. Αγαπώ πάρα πολύ τον άνθρωπο για να γίνω στενός πατριώτης. Αγαπώ πάρα πολύ τον άνθρωπο για να νοιώσω τον εαυτό μου άτομο. Από άνθρωπος μιας τάξης με ορισμένα συμφέροντα τάξης, γίνομαι σοσιαλιστής με την πλατιά έννοια, και θέλω μια καινούρια οικονομία της κοινωνίας μου και των άλλων κοινωνιών. 

Από στενός πατριώτης, γίνομαι εθνικιστής, με τη συνείδηση του έθνους μου και όλων των άλλων εθνών, γιατί οι διαφορές των εθνών πάντα θα υπάρχουν, και έχω τη συνείδησή τους και χαίρομαι που υπάρχουν αυτές οι διαφορές, που με τις αντιθέσεις τους, με τις αντιλήψεις τους, υψώνουν την ανθρώπινη συνείδηση και ενέργεια. Από άτομο γίνομαι άνθρωπος».

Διπλωματική Δράση

Το 1899 μπήκε στο διπλωματικό σώμα και κατά το Μακεδονικό Αγώνα υπηρέτησε ως προξενικός υπάλληλος στα προξενεία Μοναστηρίου, Σερρών, Πύργου και Φιλιππούπολης.

Στην θητεία του αυτή στα Ελληνικά προξενεία, υπήρξε ηγετική μορφή, οργανωτής και εμψυχωτής ενώ βοήθησε στην οργάνωση και την άμυνα των Ελληνικών κοινοτήτων της Μακεδονίας, σε συνεργασία με τον πατέρα του και τον Παύλου Μελά, για το θάνατο του οποίου, δημοσιεύει το πιο γνωστό έργο του, το «Μαρτύρων και Ηρώων Αίμα» χρησιμοποιώντας ψευδώνυμο, ένα βιβλίο που τάραξε την Ελληνική κοινωνία και ανάγκασε το υπουργείο εξωτερικών να τον μεταθέσει σε πρεσβεία εκτός των Βαλκανίων.To 1904 υπηρέτησε στην Αλεξάνδρεια όπου γνώρισε και έγινε φίλος με τον Κωνσταντίνο Καβάφη, το 1907 στην Ελληνική πρεσβεία της Κωνσταντινούπολης, όπου ίδρυσε, με την βοήθεια του Αθανασίου Σουλιώτη-Νικολαΐδη την «Οργάνωση Κωνσταντινουπόλεως», η οποία είχε στόχο να εξοπλίσει τους Έλληνες της Πόλης, και να τους συμφιλιώσει με την Οθωμανική διοίκηση, σε μια σχέση ισοτιμίας, με κοινό αντίπαλο τους Σλάβους.

Ταυτόχρονα, στην Πόλη ήρθε σε επαφή και συζήτησε για το έθνος και τις ανάγκες του, με τον Γεώργιο Παπανδρέου, και η κυβέρνηση ενοχλημένη από τη δραστηριότητα του τον μεταθέτει, το 1909 στη Ρώμη και το 1910 στο Λονδίνο. Ήταν το πρώτο πρόσωπο που συζητήθηκε στον Στρατιωτικό σύνδεσμο για να αναλάβει τις πολιτικές του τύχες, δεύτερος ήταν ο Δημήτριος Γούναρης πριν επιλεγεί τελικά ο Ελευθέριος Βενιζέλος.

Το 1911 οργάνωσε στην Πάτμο το συνέδριο των Δωδεκανήσων, στο οποίο ζήτησε την ένωση με την Ελλάδα. Το 1913 τέθηκε σε δίμηνη διαθεσιμότητα από το διπλωματικό σώμα, γιατί ενέκρινε την ένωση του Καστελλόριζου χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με το υπουργείο και οργάνωσε επιτροπή Δωδεκανησίων η οποία ζήτησε από την Ιταλική κυβέρνηση, την ένωση με την Ελλάδα.

Πριν την κήρυξη του Ά’ παγκοσμίου πολέμου, υπηρετεί στις Πρεσβείες της Βιέννης, του Βερολίνου και με τις αναφορές του προτρέπει για ένταξη της Ελλάδος στην συμμαχία κατά των Κεντρικών Αυτοκρατοριών. Πήρε μέρος ως δεκανέας στον Α΄ Βαλκανικό πόλεμο και συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις για την παράδοση της Θεσσαλονίκης, ενώ ύψωσε τη Ελληνική σημαία στο μητροπολιτικό μέγαρο. Το 1914 τηλεγραφεί από την Πετρούπολη προτρέποντας για την συμμετοχή της χώρας στην εκστρατεία στα Δαρδανέλια, φοβούμενος πιθανή κάθοδο των Ρώσων στην Πόλη.Ο Ίων Δραγούμης πήρε πολλές μεταθέσεις σε πρεσβείες όπως στην Αγία Πετρούπολη, στην Βιέννη αλλά και στο Βερολίνο, που οφείλονταν κυρίως στην αντίθεσή του στο τότε κραταιό για την Ελληνική πολιτική, δόγμα της Μεγάλης Ιδέας.

Η Συμβολή του στον Μακεδονικό Αγώνα

Ο Ίων (Ιωάννης) Δραγούμης γεννήθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου του 1878 και ήταν υιός του πολιτικού και μετέπειτα πρωθυπουργού, Στέφανου Δραγούμη. Είχε καταγωγή από την Καστοριά, ωστόσο γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Νομικά στο Παρίσι, ενώ από το 1902 τοποθετήθηκε υποπρόξενος της Ελλάδας στο Γενικό Προξενείο Μοναστηρίου. Η παρουσία του στην γη της Μακεδονίας συνδυάστηκε με τις προσπάθειές του προκειμένου οι Έλληνες να αντιταχθούν στους σχησματικούς Βουλγάρους οι οποίοι προσπαθούσαν να εκβουλγαρίσουν την περιοχή.

Συνεργάστηκε για αυτόν τον σκοπό και με τον γαμπρό του και αγωνιστή, Παύλο Μελά, παρά το γεγονός πως δεν έμεινε μόνο στο Μοναστήρι. Υπηρέτησε τόσο στο Προξενείο Σερρών, όσο και στην Ανατολική Ρωμυλία στο Προξενείο του Πύργου (της Βουλγαρίας), στην Θράκη και στο Προξενείο Φιλιππούπολης, ως το 1907.

Την διετία 1907-1909 βρίσκεται στην Ελληνική πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη. Κατά την παρουσία του ξεσπά και η επανάσταση των Νεότουρκων. Οι αρχικές διακηρύξεις του κινήματος περί «ισονομίας και ισοπολιτείας των εθνοτήτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας» τον βρίσκουν σύμφωνο με τις απόψεις του σχετικά με τον ρόλο που θα έπρεπε να διαδραματίσει ο Ελληνισμός στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων.

Μάλιστα όπως ο ίδιος είχε πει, το Ελληνικό ζήτημα θα λυνόταν μόνο μέσω της «δημιουργίας των συνθηκών που θα επέτρεπαν την ελεύθερη οικονομική, πολιτική και πολιτισμική ανάπτυξη των Ελλήνων στην ανατολική τους κοιτίδα». Ο ίδιος θεωρούσε πως υπήρχε η δυνατότητα συνεννόησης με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ωστόσο θεωρούσε μέγιστο κίνδυνο για τα συμφέροντα των Ελλήνων, το δόγμα του πανσλαβισμού.

Μπορεί να ήταν πολέμιος της ενσωμάτωσης στην εθνικό κορμό των αλύτρωτων πατρίδων, ωστόσο υπηρέτησε στο επιτελείο του τότε Αρχιστράτηγου διαδόχου Κωνσταντίνου, ενώ τον Οκτώβριο του 1912 συμμετείχε και στις διαπραγματεύσεις με τους Τούρκους για την παράδοση της Θεσσαλονίκης.

Πρωταρχικός στόχος του Δραγούμη για την επιτυχή έκβαση του Αγώνα ήταν ο συντονισμός του αλύτρωτου Ελληνισμού με την ελεύθερη Ελλάδα και η αφύπνιση της πολιτικής ηγεσίας και της κοινής γνώμης στην Αθήνα για τους κινδύνους που θα εγκυμονούσε η αρνητική έκβαση του Αγώνα αλλά και για τα οφέλη που θα αποκόμιζε η θετική έκβασή του. Έτσι, αποτέλεσε την αιχμή ενός πυρήνα ανήσυχων πατριωτών, οι οποίοι υπήρξαν και η πρώτη ομάδα πίεσης στην πρωτεύουσα με σκοπό την ανάληψη συντονισμένων ενεργειών για την ενίσχυση του αγώνα αυτού.
Έως το 1907, ο Ίων Δραγούμης κινείται στην Ανατολική Μακεδονία, την Ανατολική Ρωμυλία και τη Θράκη (προξενεία Δεδέαγατς (Αλεξανδρούπολης), Σερρών, Πύργου και Φιλιππούπολης) προσπαθώντας να συσπειρώσει και να ενδυναμώσει τους Ελληνικούς πληθυσμούς των περιοχών αυτών. Ανάλογες πατριωτικές προσπάθειες ανέλαβε και μετά το 1907, οπότε και τοποθετήθηκε ως Γραμματέας στην πρεσβεία της Κωνσταντινούπολης.
Εκεί, συνέχισε να μετέχει σε ενέργειες για την προώθηση και την κατοχύρωση των Ελληνικών συμφερόντων οργανώνοντας το Ελληνικό στοιχείο της Κωνσταντινούπολης και διευρύνοντας το πεδίο δράσης του «Μακεδονικού Κομιτάτου» που δρούσε μέχρι τότε στα εδαφικά όρια της Μακεδονίας. Πλέον, με την επωνυμία «Πανελλήνιος Οργάνωσις» αποσκοπούσε να συντονίζει εθνικές δραστηριότητες πέραν της Μακεδονίας, στην Κωνσταντινούπολη, τη Θράκη και την Ήπειρο.
Την περίοδο εκείνη, μαζί με τον Σουλιώτη-Νικολαΐδη, αποτέλεσαν το επίκεντρο ενός βαθύτερου πολιτικού προβληματισμού που αφορούσε στην ύπαρξη ενός ενιαίου «Ανατολικού» κράτους εντός του οποίου οραματίζονταν την πλατιά επικράτηση του Ελληνικού στοιχείου σε συνδυασμό με την ουσιαστική κατοχύρωση των εθνικών συμφερόντων των λαών της περιοχής έναντι σε κάθε εξωτερική πίεση.
Μετά το 1909 υπηρετεί σε Ευρωπαϊκές Πρεσβείες, ενώ το 1911, όταν κατέλαβαν τα Δωδεκάνησα οι Ιταλοί, οργάνωσε στην Πάτμο συνέδριο με αίτημα την Ένωση της Δωδεκανήσου με την Ελλάδα ή την παραχώρηση αυτονομίας. Είχε ενεργό συμμετοχή στους Βαλκανικούς πολέμους και ως δεκανέας στο επιτελείο του αρχιστράτηγου Κωνσταντίνου διαπραγματεύτηκε το 1912 με τον Τούρκο διοικητή την παράδοση της Θεσσαλονίκης, στην οποία και πρώτος ύψωσε την Ελληνική σημαία.
Στα 1914 ονομάστηκε Πρεσβευτής στην Πετρούπολη, όπου μεταξύ άλλων χειρίστηκε επιτυχώς και το θέμα του Αγίου Όρους. Από εκεί, το 1915, υποστηρικτής τότε της εξωτερικής πολιτικής του Βενιζέλου, συμβούλευε την έξοδο της Ελλάδας στον πόλεμο, στο πλευρό της Entente. Τον ίδιο χρόνο παραιτήθηκε από τη διπλωματική υπηρεσία, πήρε μέρος στις εκλογές και εξελέγη ανεξάρτητος βουλευτής Φλωρίνης.
Τον Ιανουάριο του 1916 εξέδωσε σε συνεργασία με τον Μπούσιο και τον Καραπάνο το περιοδικό Πολιτική Επιθεώρηση το οποίο συμμεριζόταν τις επιλογές της αντιβενιζελικής παράταξης. Η στάση του αυτή τον οδήγησε το 1917, μετά την επικράτηση του Βενιζελικού κινήματος, στην εξορία μαζί με άλλους αντιβενιζελικούς πολιτικούς, αρχικά στην Κορσική και έπειτα στη Σκόπελο. Απελευθερώθηκε στα τέλη του 1919.
Πολιτική Δράση

Στις αρχές του 1915 και ενώ υπηρετούσε ακόμη στην Πετρούπολη, παραιτήθηκε και πολιτεύτηκε στο νομό Φλώρινας επικεφαλής ανεξάρτητου συνδυασμού, όπου αρχικά απέτυχε, για να εκλεγεί τελικά στις επαναληπτικές τοπικές στις 31 Μαΐου 1915, ανεξάρτητος βουλευτής Φλώρινας. Αρχικά ήταν ένθερμος υποστηρικτής του Ελευθερίου Βενιζέλου, ωστόσο στην πορεία αποφάσισε να «αλλάξει στρατόπεδο».

Ο λόγος για τον οποίον ήρθε σε ρήξη με τον Βενιζέλο ήταν διότι όπως έχει ειπωθεί είδε στο πρόσωπό του σημάδια αυταρχισμού, καθώς και εθνικής υποτέλειας στην πολιτική του. Ως αντιβενιζελικός πλέον ασπάζεται της απόψεις της παράταξης όχι όμως λόγω της τυφλής του πίστης στην Μοναρχία. Μάλιστα το 1916 εκδίδει και το περιοδικό «Πολιτική Επιθεώρησις» μέσω του οποίου φαίνεται ξεκάθαρα η στροφή του προς τον αντιβενιζελισμό.

Το 1916 εκδίδει το περιοδικό «Πολιτική Επιθεώρησις» καταγγέλλοντας, όπως και στη Βουλή-οπερέτα όταν με βασιλικά διατάγματα ακυρώθηκαν οι εκλογές του 1916 και επανήλθε η προηγούμενη σύνθεσή της χωρίς εκλογές, τη βία και τη λειτουργία των αντιλαϊκών μηχανισμών και το 1917 εξορίσθηκε στην Κορσική μαζί με άλλους αντιβενιζελικούς, ενώ με την επιστροφή του στην Ελλάδα, βιώνει και πάλι την εξορία στην Σκόπελο αυτήν την φορά, μέχρι την απελευθέρωσή του το 1919.

Ελεύθερος πλέον δρα υπέρ της «Ηνωμένης Αντιπολιτεύσεως» μίας παράταξης στην οποία συγκεντρώνονταν κατά κύριο λόγο όλοι οι αντιβενιζελικοί. Με νέο άρθρο στις 16 Ιουνίου 1917 στο περιοδικό του εξαπέλυσε δριμεία επίθεση εναντίον της Ανταντ και του Ελευθέριου Βενιζέλου ενώ κατακρίνει την Βενιζελική πολιτική, που είχε καταργήσει την εθνική κυριαρχία, εγκαθιστώντας αποικιακά στρατεύματα στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη και ο Σαρλ Ζονάρ,

Ύπατος Αρμοστής της Γαλλίας στην Ελλάδα, ζήτησε την εξορία του στην Κορσική. Τελειώνοντας η εξορία του στη Γαλλία, εκτοπίστηκε στη Σκόπελο και όταν επέστρεψε στην Αθήνα αναδείχθηκε σε ηγετική μορφή της αντιπολίτευσης.Η Εξορία

Το 1918 από την εξορία στο Αιάκειο της Κορσικής, όπου έγραψε το τελευταίο του έργο «Σταμάτημα», έστειλε υπόμνημα στις Βερσαλίες, υποδεικνύοντας τις υπηρεσίες που πρόσφεραν οι κυβερνήσεις πριν την επιβολή της Βενιζελικού καθεστώτος, δείχνοντας την πολιτική του οξύνοια και διαύγεια, αλλά και την οριστική του τοποθέτηση στην παράταξη του Δημητρίου Γούναρη. Το 1919 οι βενιζελικοί τον εκτόπισαν στη Σκόπελο υπό απάνθρωπες συνθήκες κρατήσεως και του αρνήθηκαν ακόμη και να κατέβει από το πλοίο στον Πειραιά, ώστε να χαιρετίσει τον υπέργηρο πατέρα του.

Στην εξορία μαθαίνει την απόβαση των Ελληνικών σταρτευμάτων στη Σμύρνη και γράφει

«Ρωτώ, μπορούσε ο ελληνισμός ν’ ακολουθήσει δύο δρόμους; Ή τη διατήρηση της Τουρκίας και την καλυτέρεψη της ζωής των Ελλήνων εκεί ή την πολιτική της προσθήκης κομματιών της Τουρκίας στην Ελλάδα: (ή την αυτονόμηση των Ελληνικών περιφερειών της Τουρκίας);»

Η Δολοφονία του Ίωνος Δραγούμη

Με τον Δημήτριο Γούναρη, και πλήθος άλλων αντιβενιζελικών, εξόριστο η αντιπολίτευση έβλεπε στο πρόσωπο του Ίωνα Δραγούμη τον άνθρωπο που θα μπορούσε «επιτέλους» να δώσει τέλος στην κυριαρχία των Φιλελευθέρων. Σχετικά νέος στην πολιτική, με μεγάλη οικογενειακή παράδοση και δράση στους μακεδονικούς αγώνες, ο Δραγούμης είχε τεθεί απο το 1917 στο πλευρό του Βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄ διαφωνώντας με την εκδίωξη του τελευταίου.Η διαφωνία του βέβαια δεν περιοριζόταν μόνο στο πρόσωπο του Βασιλιά αλλά και στη γενικότερη πολιτική του Βενιζέλου έναντι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η εκθρόνιση όμως του Κωνσταντίνου και η απροκάλυπτη ανάμειξη των ξένων δυνάμεων στα εσωτερικά του κράτους προκάλεσε την έντονη αντίδρασή του αποστασιοποιημένου, ως ένα βαθμό, απο την ενεργή πολιτική σκηνη Δραγούμη.

Με άρθρο του στις 16 Ιουνίου 1917 στο περιοδικό «Πολιτική Επιθεώρησις» που εξέδιδε ο ίδιος εξαπέλυσε δριμεία επίθεση εναντίον της Ανταντ και του Βενιζέλου. Το άρθρο αυτό, που εξόργισε τον Γάλλο γερουσιαστή Ζονάρ, στάθηκε η αφορμή για να συμπεριληφθεί και ο Δραγούμης στη λίστα με τους ανεπιθύμητους και να εξοριστεί αρχικά στην Κορσική και αργότερα στη Σκόπελο.Έτσι λοιπόν το 1919 επέστρεψε στην Ελλάδα και γρήγορα, εν τη απουσία του Γούναρη, αναδείχθηκε σε ηγετική μορφή της αντιπολίτευσης. Στις 30 Ιουλίου 1920 πραγματοποιήθηκε δολοφονική απόπειρα κατά του Βενιζέλου στον σιδηροδρομικό σταθμό της Λιόν. Δράστες ήταν δύο απόστρατοι αξιωματικοί του στρατού, ο Γεώργιος Κυριάκης και ο Απόστολος Τσερέπης.
Ως συνήθως τα νέα για το περιστατικό παραποιήθηκαν με αποτέλεσμα να διαδοθεί στην Αθήνα η πληροφορία οτι ο Βενιζέλος δολοφονήθηκε. Ένα νέο κύμα τρομοκρατίας εξαπολύθηκε. Η αρχή του τέλους για τον Ίωνα Δραγούμη, ήρθε με την απόπειρα δολοφονίας κατά του Ελευθερίου Βενιζέλου στο Παρίσι στις 30 Ιουλίου του 1920. Η διάδοση της πληροφορίας αυτής, ήρθε στην Ελλάδα διαστρεβλωμένη, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα, πλήθος Βενιζελικών να βγει στους δρόμους εξαγριωμένο.Ο παρακρατικός αυτός όχλος κατέστρεψε πλήθος γραφείων του αντιπολιτευόμενου Τύπου. Λεηλατήθηκαν τα γραφεία των εφημερίδων, Καθημερινή, Ριζοσπάστης, θέατρα όπως το «Κοτοπούλη», αλλά και σπίτια πολιτικών της αντιπολίτευσης.

Ο Δραγούμης βρισκόταν εκείνη την ημέρα στο σπίτι της ερωμένης του, Μαρίκας Κοτοπούλη στην Κηφισιά. Ωστόσο ο ίδιος θέλησε να φύγει και να κατευθυνθεί γρήγορα προς την Αθήνα προκειμένου να κλείσει την ύλη για την Πολιτική Επιθεώρησι η οποία θα κυκλοφορούσε την επόμενη ημέρα. Προφανώς από προαίσθημα, η Μαρίκα Κοτοπούλη τον προέτρεψε να μην φύγει από το σπίτι λόγω των επεισοδίων.

Ζούσε με τη Μαρίκα Κοτοπούλη σε σπίτι στην οδό Ξενίας και μετά τη γνωστοποίηση στην Αθήνα της επιθέσεως εναντίον του Βενιζέλου, οι οπαδοί του επιτέθηκαν και κατέστρεψαν το θέατρο Κοτοπούλη καθώς και γραφεία της εφημερίδας «Καθημερινή», αλλά και σπίτια πολιτικών αντιπάλων, όπως του Στέφανου Σκουλούδη, ο Δραγούμης αποφάσισε για λόγους ασφαλείας να πάνε στο σπίτι του στην Κηφισιά.

Οδήγησε την Μαρίκα Κοτοπούλη στο σπίτι της στην Κηφισιά για να την προστατεύσει από τυχόν βιαιοπραγίες εις βάρος της λόγω των πολιτικών της φρονιμάτων και υπό το καθεστώς μιας έντιμης αλλά μοιραίας αντίληψης του καθήκοντος, αποφάσισε να επιστρέψει στα γραφεία της εφημερίδας του, ώστε να επιμεληθεί την έκδοση της. Είχε απόλυτη συναίσθηση του κινδύνου της απόφασης του. Ένιωθε την υποχρέωση να μην κρυφτεί αλλά να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, αναλαμβάνοντας τις ευθύνες του ως ένας από τα ηγετικά στελέχη της αντιπολίτευσης.

Ο Ίων Δραγούμης μπαίνει στο αυτοκίνητό του και κατευθύνεται προς την Αθήνα. Στο ύψος των Αμπελοκήπων, τον σταματούν άνδρες της στρατιωτικής φρουράς του Ελευθερίου Βενιζέλου. Επρόκειτο για ενέδρα ανδρών του τότε αρχηγού της Χωροφυλακής, Εμμανουήλ Ζυμβαράκη. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που διέρρευσαν, υπήρξαν έντονες διαβουλεύσεις του επικεφαλής του Τάγματος Ασφαλείας, Παύλου Γρυπάρη με τον στενό συνεργάτη του Βενιζέλου, Εμμανουήλ Μπενάκη.

Στη συμβολή Αλεξάνδρας και Κηφισίας (απέναντι απο την έπαυλη Θων) ο Παύλος Γύπαρης, μέλος της προσωπικής φρουράς του Βενιζέλου και επικεφαλής στρατιωτικού τάγματος, στάματησε το αυτοκίνητο του Δραγούμη. Ύστερα απο διαβουλεύσεις που κράτησαν αρκετή ώρα τους επετράπηκε να φύγουν. Αφου έφτασε σπίτι, και παρα τις αντιρρήσεις της Κοτοπούλη, ο Δραγούμης έφυγε αμέσως για τα γραφεία του περιοδικού του «Πολιτική επιθεώρησις».

Παρά τις συμβουλές της συντρόφου του, Κοτοπούλη, ο Ίωνας Δραγούμης επέλεξε να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο με πριν, αν και γνώριζε οτι το τάγμα ασφαλείας είχε παραμείνει στο ίδιο σημείο. Εκεί τον σταμάτησε μια ομάδα ενόπλων που άνηκαν στο περίφημο τάγμα ασφαλείας του Παύλου Γύπαρη. Ο Δραγούμης συναισθάνθηκε τον κίνδυνο και ζήτησε από τον οδηγό να προχωρήσει.Το σκηνικό επαναλήφθηκε. Το τάγμα ασφαλείας σταμάτησε το ford του Δραγούμη και τον κατέβασε. Ύστερα απο κάποιες διαβουλεύσεις στις οποίες -τραγική ειρωνία- φέρεται να πήρε μέρος ο Εμμανούηλ Μπενάκης, πατέρας της Πηνελόπης Δέλτα και ακραιφνής Βενιζελικός.

Οι ένοπλοι όμως ακινητοποίησαν το αυτοκίνητο, συνέλαβαν τον Δραγούμη τον χτήπησαν στο πρόσωπο και τον οδήγησαν βίαια στον στρατώνα του τάγματος τους. Στο προαύλιο του στρατώνα βρίσκονταν ο Παύλος Γύπαρης, διοικητής των Βενιζελικών ταγμάτων ασφαλείας, παλαιός γνώριμος του Δραγούμη από τον Μακεδονικό Αγώνα, και ο Εμμανουήλ Μπενάκης, επίσης γνώριμος του Δραγούμη απο την θητεία του στην πρεσβεία της Αλεξάνδρειας.

Αρχικά οι δύο άνδρες συζητούσαν χαμηλόφωνα κοιτάζοντας βλοσυρά τον Δραγούμη. Η αγωνιώδης αναμονή του αιχμαλώτου διήρκεσε 20 λεπτά. Μετά από ένα μυστηριώδες τηλεφώνημα που δέχτηκε, ο Γύπαρης διέταξε 18 στρατιώτες με οπλισμένα τα ντουφέκια, να οδηγήσουν τον Δραγούμη αιχμάλωτο, πεζή ως το φρουραρχείο.

Οι στρατιώτες περιστοίχισαν τον Δραγούμη και τον οδήγησαν στην συμβολή των οδών Κηφισίας και Ρηγίλλης. Εκεί σταμάτησαν και τον έστησαν σε έναν μαντρότοιχο. «Δεν υπάρχει πλέον ελπίδα?» τους ρώτησε ο μελλοθάνατος μέσα στην επιθανάτια αγωνία του. Κανείς από τους ενόπλους δεν απάντησε. Πρότειναν όλοι τα όπλα τους και έριξαν στον άτυχο άνδρα εξ επαφής χωρίς καν παράγγελμα. Ο Δραγούμης δεν αντιστάθηκε, ούτε και προσπάθησε να ξεφύγει από τους δολοφόνους του.

Ήρεμα στάθηκε μπροστά τους, κοιτώντας τον Αττικό ουρανό που τόσο ύμνησε και αγάπησε, για τελευταία φορά…Οι εύστοχες ριπές των όπλων τον άφησαν στον τόπο χωρίς πνοή. Οι δολοφόνοι του, πλησίασαν την σωρό του και τον λόγχισαν για να βεβαιωθούν για τον θάνατο του. Αμέσως μετά επέστρεψαν στον στρατώνα τους.Αυτόπτης μάρτυρας υποστήριξε πως ο Ίων Δραγούμης οδηγήθηκε πεζή, συνοδεία στρατιωτών, προς την συμβολή των οδών Βασιλίσσης Σοφίας (τότε λεγόταν Κηφισίας) και Παπαδιαμαντοπούλου, κοντά στην περιοχή που βρίσκεται σήμερα το ξενοδοχείο Χίλτον. Τελικά μετά από λίγο, ακούστηκαν πυροβολισμοί με αποτέλεσμα ο Ίων Δραγούμης να πέσει νεκρός στο έδαφος. Εκεί τουφεκίστηκε απο το απόσπασμα γύρω στις 4 το μεσημέρι. Στο συγκεκριμένο σημείο έχει αναγερθεί σήμερα και αναμνηστική στήλη.

Οι συγγενείς του όταν το πληροφορήθηκαν απέκρυψαν αρχικά την είδηση από τη Μαρίκα Κοτοπούλη, ενώ ο Ελευθέριος Βενιζέλος καταδίκασε τη δολοφονία και έστειλε συλλυπητήριο τηλεγράφημα στον πατέρα του, το Στέφανο Δραγούμη. Οι εφημερίδες που υποστήριζαν το Βενιζέλο ασχολούνταν με την απόπειρα δολοφονίας και δεν αναφέρθηκαν στη δολοφονία του Δραγούμη, ενώ οι εφημερίδα «Καιροί», παραποίησε τα γεγονότα.

Φυσικοί αυτουργοί της δολοφονίας του ήταν τα «Τάγματος Ασφαλείας» του Βενιζελικού λοχαγού Παύλου Γύπαρη, τους «γυπαραίους», με πρωτοστάτη τον επιλοχία Σαρτζέτη ή Σαρτζετάκη, ενώ μετά από ανακρίσεις που διέταξε ο αντιπρόεδρος της Κυβερνήσεως Ρέπουλης, οδηγήθηκαν σε δίκη ως κατηγορούμενοι οι Παύλος Γύπαρης, Εμμανουήλ Μπενάκης, Βούλγαρης και Γεωργαντάς, όμως όλοι αθωώθηκαν.

Η δολοφονία του ήταν, πιθανόν, πράξη αντεκδικήσεως για την απόπειρα δολοφονίας σε βάρος του Ελευθέριου Βενιζέλου στο σιδηροδρομικό σταθμό της Λιόν της Γαλλίας την προηγούμενη ημέρα, από τους απόστρατους Βασιλόφρονες αξιωματικούς του στρατού, Γεώργιο Κυριάκη και Απόστολο Τσερέπη.Αυτόπτης μάρτυρας ήταν ο Ρώσος στρατιωτικός Ιγκόρ Λεμπέντιεφ ο οποίος αναφέρει μεταξύ άλλων: «την προσοχήν μου επέσυρεν ομάς στρατιωτικών αγόντων εν συνοδεία έναν πολίτην καλού παρουσιαστικού και βαδίζοντος μετά πολλής αξιοπρέπειας […] οι στρατιώτες επυροβόλησαν […] Ουδέν πρόσταγμα ηκούσθη. Ο πυροβοληθείς πολίτης κατέπεσεν άπνους χωρίς να βγάλει κραυγήν, χωρίς να πεί τι.» Οι συγγενείς του Δραγούμη πληροφορήθηκαν το γεγονός αποκρύπτοντάς το απο την Μαρίκα Κοτοπούλη, λόγω του ευαίσθητου χαρακτήρα της.
Ο Βενιζέλος καταδίκασε την ενέργεια και απέστειλε συλλυπητήριο τηλεγράφημα στον πατέρα του Ίωνα, Στέφανο Δραγούμη. Παράλληλα οι φιλοβενιζελικές εφημερίδες ασχολούνταν με την απόπειρα δολοφονίας του Βενιζέλου χωρίς να αναφερθούν στη δολοφονία του ηγέτης της αντιπολίτευσης.

Αλλά και όταν αναφέρθηκαν το χρονικό της δολοφονίας σκόπιμα παραποιήθηκε. Χαρακτηριστικά η εφημερίδα «Καιροί» γράφει: «Καθ’ον η φρουρά αυτή φόνευσε τον Δραγούμην, διότι ηθέλησε να δραπετεύσει». Οι αντιβενιζελικές εφημερίδες μετά από μέρες ασχολήθηκαν με το θέμα αφού οι καταστροφές που είχαν προκληθεί στα τυπογραφεία τους άργησαν να διορθωθούν.Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Ρέπουλης διέταξε ανακρίσεις και οδηγήθηκαν ως κατηγορούμενοι οι Παύλος Γύπαρης, Εμμανουήλ Μπενάκης, Βούλγαρης και Γεωργαντάς. Ο Γύπαρης φωτογράφισε ως ηθικό αυτουργό τον Μπενάκη. Όλοι τους αθωώθηκαν και οι ευθύνες τελικά καταλογίστηκαν στο τάγμα ασφαλείας. Αναμφίβολα όμως ο Μπένακης, που αποδειγμένα συνάντησε 1 – 2 ώρες πριν την εκτέλεση τον Γύπαρη, και ο Ρέπουλης, ως αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, φέρουν σοβαρές ευθύνες για αυτή την εξέλιξη.

Με τη δολοφονία του Δραγούμη η παράταξη των αντιβενιζελικών έχασε ένα σημαντικό στέλεχος ενώ οξύνθηκε η πολιτική αντιπαράθεση. Αν και οι πολιτικές του απόψεις άγγιζαν τα όρια του εθνικισμού, ο πολιτικός του λόγος ήταν γόνιμος και δεν θύμιζε καθόλου την στείρα αντιπολίτευση που ασκούσαν συνήθως οι Βενιζελικοί ή οι αντιβενιζελικοί. Οι διαφωνίες του ήταν καθαρά ιδεολογικές και σε καμία περίπτωση δεν γινόνταν από εμπάθεια για τον αντίπαλό του.

Η εκτέλεση του Δραγούμη ήταν μια ψυχρή πράξη αντεκδίκησης για την απόπειρα δολοφονιας του Βενιζέλου και ίσως αποτελεί το αποκορύφωμα του Εθνικού Διχασμού. Σήμερα στο σημείο όπου δολοφονήθηκε, απέναντι απο το ξενοδοχείο Hilton, υπάρχει μαρμάρινη στήλη, έργο του Αριστοτέλη Ζάχου.Ένα από τα τραγικά παιχνίδια της μοίρας είναι ότι ο Δραγούμης κατευθυνόμενος προς τα γραφεία του περιοδικού του, σκόπευε να συγγράψει άρθρο στο οποίο θα καταδίκαζε την απόπειρα δολοφονίας κατά του Βενιζέλου. Ο τότε πρωθυπουργός φαίνεται να αναφώνησε μόλις του ανήγγειλαν την είδηση της δολοφονίας του Δραγούμη: «Φρικτό! Φρικτό! Φρικτό!».

Η εκτέλεση-δολοφονία του Ίωνα Δραγούμη, τόσο άδικη όσο και άσκοπη, συγκίνησε την κοινή γνώμη και την πολιτική ηγεσία της πρωτεύουσας και σηματοδότησε την ιστορία του ελληνικού Διχασμού.

Η Επόμενη Ημέρα – Αντιδράσεις του Πολιτικού Κόσμου

Το πτώμα του Δραγούμη έμεινε σκυλευμένο στο πεζοδρόμιο για πολλές ώρες. Αργά το απόγευμα μεταφέρθηκε στο νεκροτομείο, όπου μετά από ειδοποίηση αργά το βράδυ, προσήλθε τραγική μορφή ο γηραιός πατέρας του Στέφανος Δραγούμης, (πρώην πρωθυπουργός και τελευταίος ύπατος αρμοστής στην Κρήτη) για να αναγνωρίσει τον νεκρό γιο του. Η οικογένεια του νεκρού απαίτησε νεκροψία που έδειξε ότι ο άτυχος άνδρας έφερε 9 σφαίρες στο κορμί του, έντεκα λογχισμός διαμπερείς δια ξιφολόγχης και κάταγμα του αριστερού μηρού δια υποκοπάνου όπλου.

Την επομένη δεν κυκλοφόρησε (όπως είναι λογικό μετά την καταστροφική λαίλαπα της προηγούμενης ημέρας) καμία εφημερίδα της Αντιπολίτευσης. Όλες οι Βενιζελικές εφημερίδες φιλοξενούσαν την είδηση της απόπειρας κατά του Βενιζέλου, αφιερώνοντας λίγες μόνο λέξεις για την στυγερή δολοφονία. Αρκετές μάλιστα υποστήριζαν ότι ο Δραγούμης σκοτώθηκε ενώ προσπαθούσε να ξεφύγει.

Κάποιες δε, υποστήριξαν ότι οι εκτελεστές ήταν σε αυτοάμυνα γιατί δήθεν τους άνοιξε πυρ ο Δραγούμης με το περίστροφο του! Αντιπολιτευόμενες εφημερίδες κυκλοφόρησαν δέκα μέρες μετά αποκαθιστώντας την αλήθεια.Η κηδεία του έγινε μέσα σε ανείπωτη θλίψη από τους οικείους του και συνοδεύτηκε από ένα μεγάλο πλήθος πολιτών. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος συγκλονίστηκε όταν έμαθε το στυγερό έγκλημα και αμέσως απέστειλε θερμό συλλυπητήριο τηλεγράφημα στον πατέρα του Δραγούμη, φανατικό πολιτικό του εχθρό. Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα η μνήμη του θλιβερού γεγονότος τονκατέτρεχε για αυτό και μερίμνησε προσωπικά για την ανεύρεση των δολοφόνων αλλά όχι και για την ανεύρεση τυχόν ηθικών αυτουργών (αν υπήρχαν).Έτσι τα μέλη του εκτελεστικού αποσπάσματος που είχαν φυγαδευτεί στην Κρήτη από τους Βενιζελικούς, παραπέμφθηκαν σε δίκη. Σε προ ημερησίας διατάξεως συζήτηση στην Ελληνική βουλή για τα τραγικά γεγονότα, ο αντικαταστάτης του πρωθυπουργού εν απουσία του Εμμανουήλ Ρέπουλης, προσπάθησε άνευρα και ομολογουμένως διόλου πειστικά να υποστηρίξει την κυβερνητική εκδοχή των γεγονότων για δήθεν σύντονες προσπάθειες του να αποφευχθούν τα επεισόδια και η δολοφονία.

Στις αιτιάσεις της Αντιπολίτευσης απάντησε με δικαιολογίες και υπεκφυγές, ενώ στο τέλος ανήγγειλε εμφανώς συντετριμμένος και πιθανή πρόθεση του να εγκαταλείψει τον δημόσιο βίο. Η ηθική αυτουργία του φόνου χρεώθηκε στον ίδιο τον Γύπαρη και στον Μπενάκη, χωρίς όμως ποτέ να αποδειχθεί κάποια κατηγορία. Το 1922 ο Μπενάκης παραπέμφθηκε σε δίκη για ηθική αυτουργία αλλά απαλλάχτηκε, με την κόρη του, την Πηνελόπη Δέλτα να είναι κατηγορηματική στο αρχείο της, για την αθωότητα του πατρός της.Η δολοφονία του Ιωνος Δραγούμη κηλίδωσε τον πολιτικό βίο της χώρας βαθαίνοντας το ψυχικό χάσμα ανάμεσα στους δύο κόσμους (Βενιζελικών-αντιβενιζελικών), επιβεβαίωσε την κοινωνική αίσθηση για τον Βενιζελικό αυταρχισμό στην άσκηση της εξουσίας και τελικά αποτέλεσε έναν ρυθμιστικό παράγοντα για το απρόσμενα θετικό αποτέλεσμα για την «Ηνωμένη Αντιπολίτευση» στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920, κάτι που υποβαθμίζει συστηματικά η σύγχρονη Ελληνική ιστοριογραφία.

Η Σχέση του με την Οικογένεια Μπενάκη

Τη μέρα της δολοφονίας, ο Εμμανουήλ Μπενάκης επιχειρηματίας της εποχής, Βενιζελικός υπουργός και βουλευτής αλλά και πατέρας της Πηνελόπης Δέλτα, με την οποία ο Ίωνας Δραγούμης διατηρούσε παράνομη ερωτική σχέση και την εγκατέλειψε δημιουργώντας σχέση με την ηθοποιό Μαρίκα Κοτοπούλη, περνώντας από τον τόπο της συλλήψεως του, σταμάτησε, ρώτησε τι συμβαίνει, είχε συζήτηση με τον λογαχό Παύλο Γύπαρη επικεφαλή του αποσπάσματος και στη συνέχεια αναχώρησε με το αυτοκίνητό του.

Ενώ σύμφωνα με μάρτυρα ακούστηκε να λέει «Χρειάζεται λεπίδι για να τελειώσωμε μια για πάντα με την κατάστασι αυτή». Η κατάθεση αυτή τον μετέτρεψε σε κατηγορούμενο για ηθική αυτουργία της δολοφονίας και ενώ το συμβούλιο Πλημμελειοδικών τον απήλλαξε τον Μπενάκη από την κατηγορία της ηθικής αυτουργίας, τον κήρυξε ένοχο σε βαθμό πλημμελήματος διότι αδιαφόρησε, ενώ μπορούσε να επέμβει ώστε να εμποδίσει το έγκλημα.

Με βούλευμα του Εφετείου περιελήφθη μεταξύ των ηθικών αυτουργών, αν και η οικογένεια του νεκρού απέκλεισε την περίπτωση της ηθικής αυτουργίας, όμως οι εφέτες δεν πείστηκαν και τον παρέπεμψαν σε δίκη το Μάρτιο του 1922, στην οποία ο Εμμανουήλ Μπενάκης ερημοδίκησε. Μόλις στην εξουσία επανήλθαν οι Βενιζελικοί, αμέσως μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή επί καθεστώτος των Νικολάου Πλαστήρα-Στυλιανού Γονατά, ζήτησε ο ίδιος να εκδικαστεί η υπόθεση και στις 19 Νοεμβρίου 1922 έγινε δίκη στην οποία κηρύχθηκε αθώος.

Το Μάιο του 1935 ο Γύπαρης που δικάζονταν για τη συμμετοχή του στο κίνημα του Μαρτίου του ίδιου χρόνου, απολογούμενος υπέδειξε τον νεκρό Εμμανουήλ Mπενάκη, ως εκείνον ο οποίος διέταξε τη δολοφονία του Δραγούμη, και τον Ελευθέριο Βενιζέλο ως εκείνον ο οποίος συγκάλυψε την υπόθεση της δολοφονίας.

Το γεγονός της ομολογίας του Παύλου Γύπαρη προκάλεσε την αντίδραση του Αντώνη Μπενάκη που έστειλε απαντητική επιστολή στους ισχυρισμούς του, η οποία δημοσιεύθηκε στις Αθηναϊκές εφημερίδες την 29ην Μαΐου 1935. Οι καταθέσεις δύο ακόμη αυτοπτών και αυτήκοων μαρτύρων, εμπίστων ανθρώπων του Εμμανουήλ Μπενάκη, του προσωπικού του οδηγού Βασιλείου καθώς και του Μπαβαβέα, που ήταν ο ιδιαίτερος γραμματέας του, δεν διασώθηκαν.Ο Άγγελος Σικελιανός συνέθεσε ελεγεία για τη δολοφονία του και ο Κωστής Παλαμάς έγραψε

 

«Λευκή ας βαλθεί όπου έπεσες κολώνα
πως έπεσες γραφή να μην το λέει 
λευκή με της πατρίδας την εικόνα 
μόνο εκείνη ταιριάζει να σε κλαίει, 
βουβή, μαρμαρωμένη να σε κλαίει».

Στη σύντομη ζωή του δεν συμβιβάσθηκε, ούτε προσπάθησε να αναδειχθεί σε ηγετική μορφή της αντιπολιτεύσεως στο Βενιζέλο και πολιτεύτηκε ανεξάρτητος, χωρίς να πλησιάσει ποτέ το Βασιλικό περιβάλλον. Επιστρέφοντας από τη δεύτερη εξορία του επανεξέδωσε το περιοδικό του, ασκώντας δριμύτατη κριτική στους Βενιζελικούς.

Η δολοφονία του είχε τεράστιο εθνικό κόστος και αποστέρησε στον τόπο ένα ανιδιοτελή πολιτικό και επιφανή διανοούμενο, ο οποίος πάλεψε για την Ελληνική ιδέα. Στον τόπο όπου τον δολοφόνησαν, υπάρχει επιτύμβια μαρμάρινη στήλη, έργο του Αριστοτέλη Ζάχου, ενώ διοργανώνονται ετήσιες τιμητικές εκδηλώσεις και στην Αθήνα λειτουργεί από το 2004 το Ίδρυμα «Ίωνας Δραγούμης».

Η ανεκπλήρωτη σχέση της Πηνελόπης Δέλτα με τον Ίωνα Δραγούμη

«…Και εγώ γράφω για κείνον, γιατί γνώρισα ένα μέρος της ψυχής του που δεν είδε άλλος, και θέλω αυτό, που είναι το ωραιότερο μέρος της ψυχής του, να μην ξεχαστεί.» Με αυτά τα λόγια ζητούσε η Πηνελόπη Δέλτα τα ημερολόγια του αγαπημένου της Ίωνα Δραγούμη από τον ίδιο του τον αδελφό, Φίλιππο.

Με την έκδοση του τελευταίου τόμου των αναμνήσεών της για τον Ίωνα Δραγούμη συμπληρώνεται ένα κεφάλαιο της ζωής δύο ξεχωριστών προσώπων, που είναι ταυτoχρόνως και μια ανθρώπινη, ερωτική ιστορία. Οι πρώτες αναφορές στον Δραγούμη έγιναν στις Αναμνήσεις 1921 και στις Αναμνήσεις 1940 της Π.Σ. Δέλτα. Σε αντίθεση όμως με τις προηγούμενες εκδόσεις, που αποτελούν αυτοβιογραφικά κείμενα, εδώ έχουμε την παρουσίαση και τον σχολιασμό των ημερολογίων του Ίωνα Δραγούμη σε μια προσπάθεια να σκιαγραφήσει τον πολιτικό έτσι όπως τον γνώρισε εκείνη.

Μέρος της ανεξίτηλης αγάπης της είναι και η (συγκινητική) εμμονή της ότι εκείνη τον γνώρισε καλύτερα από κάθε άλλον, η απονενοημένη προσπάθεια να διατηρήσει τη φαντασίωση μιας αποκλειστικότητας μαζί του, η οποία δεν πραγματώθηκε ποτέ. «Ποια θέλετε;» είχε ρωτήσει ο Φίλιππος. «Όλα, ως το τέλος» είχε αποκριθεί εκείνη.

Στον τόμο δημοσιεύονται τα τρία χειρόγραφα της Δέλτα, στα οποία σχολιάζονται τα ημερολόγια του Δραγούμη. Στο πρώτο χειρόγραφο σχολιάζονται τα ημερολόγια που καλύπτουν την περίοδο Νοέμβριος 1908- Ιανουάριος 1910. Στο δεύτερο χειρόγραφο τα ημερολόγια από τον Ιανουάριο του 1910 ως τον Ιούνιο του 1917. Στο τρίτο τα ημερολόγιά του από την εξορία του στη Σκόπελο.Η Δέλτα εμπιστεύτηκε τη διάσωση της ανάμνησης αυτής της σχέσης στην κόρη της Σοφία Μαυρογορδάτου, παραχωρώντας της τα ημερολόγιά της με την παράκληση να ανοιχτούν μετά τον θάνατό της: η κορυφαία απόδειξη της πίστης της στο πρόσωπό του. Αρχείο το οποίο συνθέτει μια τοιχογραφία της νεότερης ιστορίας μας, ιδωμένη μέσα από τα μάτια των πρωταγωνιστών της.

«Και τότε ήλθε ο κυκλώνας, που σάρωσε τα πάντα… και με ανέβασε σε άλλους κόσμους υπερκόσμιους». Με αυτά τα λόγια αποτύπωσε την πρώτη τους επαφή (έχει καταχωριστεί σε άλλους τόμους): τo 1905, η Πηνελόπη Δέλτα ήταν 31 ετών, παντρεμένη με τον Στέφανο Δέλτα και μητέρα τριών κοριτσιών. Ο Ίων ήταν 26 ετών, είχε μόλις διοριστεί υποπρόξενος στην Αλεξάνδρεια.

Πέραν της εντύπωσης που γεννιέται στον αναγνώστη ότι κοιτάζει μέσα από την κλειδαρότρυπα στιγμές προσωπικές και «απόκρυφες», υπάρχει και η αίσθηση του δέους μπροστά στα πραγματικά αυτά πρόσωπα: η Πηνελόπη Δέλτα, κόρη του Εμμανουήλ και της Βιργινίας Μπενάκη, αδελφή του Αντώνη Μπενάκη, ιδρυτού του ομώνυμου μουσείου, δεν ήταν απλώς μια βαθύπλουτη κληρονόμος. Από το ενδιαφέρον της για τα κοινά και τον διάλογό της με τους δημοτικιστές και τους μακεδονομάχους διέσωσε ζωντανές μαρτυρίες για την Ιστορία μας (από τον Βενιζέλο και τον Πλαστήρα, μεταξύ άλλων), έγραψε κλασικά παιδικά μυθιστορήματα ( Παραμύθι χωρίς όνομα και Στα Μυστικά του Βάλτου, μεταξύ άλλων).

Την ημέρα που οι Γερμανοί εισβάλλουν στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου του 1941, η Πηνελόπη Δέλτα δεν αντέχει τη συμφορά, καταπίνει δηλητήριο και εκπνέει πέντε ημέρες αργότερα· θάνατος συμβολικός του ήθους της, που εξύμνησαν ο Ψυχάρης και ο Τερζάκης. Η αγωνία της όμως ήταν ο Ιωνας: «Εσπασα τις σφραγίδες που τόσα χρόνια βούλωναν τους φακέλους και ξαναβούτηξα στη λάβρα του καημού» έγραψε.Για να ξεφύγει από την τυραννική επιρροή των γονιών της, η Πηνελόπη παντρεύεται τον αρκετά μεγαλύτερό της Στέφανο Δέλτα. Ενώ εμπλούτισε τη ζωή της πνευματικά, δεν μπόρεσε ποτέ να ενωθεί μαζί του συναισθηματικά. Όταν γνώρισε τον Ίωνα ο πατέρας της την έθεσε προ του διλήμματος: «Τα παιδιά σου ή τον Δραγούμη»- και έστειλε τον Δέλτα στο παράρτημα της επιχείρησής του στη Φραγκφούρτη.
Από το 1908 που χωρίζουν οριστικά με τον Ίωνα, δεν ξαναβάζει ποτέ χρώμα, φοράει μαύρα ως τον θάνατό της: «Με ρώτησε αν θα φορώ πάντα μαύρα και του αποκρίθηκα, “Ναι, όσο βαστώ μέσα μου το πένθος μου, όσο σ΄ αγαπώ”. Και μου είπε: “Είσαι τόσο δυνατή!”. Και του αποκρίθηκα, “Ένα δυνατό θέλω όλα τα νικά”». Το 1908, ο Δραγούμης συνδέεται με τη Μαρίκα Κοτοπούλη με την οποία παραμένει μέχρι τη δολοφονία του το 1920. Υπάρχουν και άλλα θηλυκά που παρουσιάζονται στα γραπτά του.

Εκείνος γράφει στο ημερολόγιό του: «Με τραβούν ακόμα τα κορμιά τους». Και εκείνη σημειώνει: «Η γυναίκα, παντού και πάντα η γυναίκα». Όπως παρατηρεί και ο Αλέκος Ζάννας, «κεντρική ιδέα που επανέρχεται συνεχώς είναι η πεποίθησή της ότι μόνον αυτή τον γνωρίζει πολύ καλά». Για να αντέξει τη συναισθηματικά κενή ζωή της δημιουργεί μια φανταστική σχέση, στην οποία παραμένει πιστή μέχρι τέλους.Θα συναντηθούν όμως ξανά και ξανά, στην Αθήνα και αλλού. Το 1913 γίνεται για πρώτη φορά ύστερα από χρόνια μια συζήτηση για τον χωρισμό τους. «Και είδα στα μάτια του πως ήταν αλήθεια, πως δεν παρηγορήθηκε ποτέ. Και με μιας γκρεμίστηκαν και έλιωσαν και σκόρπισαν τα βουνά από πάγη που πέντε χρόνια στοίβαζα στην ψυχή μου, και τον είδα πάλι όπως τον έβλεπα άλλοτε, σαν άλλον εαυτό μου, το συμπλήρωμα του εαυτού μου, σβήστηκαν τα χρόνια και η απόσταση και ο χωρισμός, και ήμασταν πάλι εμείς, δύο ψυχές που είχαν τσουρουφλιστεί και εξαγνιστεί στο ίδιο καμίνι της απελπισμένης αγάπης».

Βλέπει στο δάχτυλό του ένα δαχτυλίδι με μια σκούρα σκαλισμένη πέτρα. «Ναι, είναι δικό της», «Ναι, την αγαπώ»… Αλλά η Δέλτα δεν αποχωρεί. Παίρνει αυτό που θέλει: «Με ξέχασες γρήγορα» του είπε. «Δεν σε ξέχασα ποτέ» της απάντησε.
Στο τρίτο χειρόγραφο αντιγράφονται σε μεγάλο βαθμό τα ημερολόγια του Ίωνα Δραγούμη όταν εκείνος βρίσκεται σε εξορία στη Σκόπελο. Τη Μαρίκα Κοτοπούλη η Δέλτα την αποκαλεί «πρώτης τάξεως θεατρίνα, και μαθημένη σ΄ όλες τις πολύπλοκες μηχανορραφίες της γυναίκας που τα παίζει με δυο ή και τρεις εραστές συγχρόνως» σε αντίθεση με τη βραχύβια «αγάπη του της Κορσικής» (σ.σ.: όπου ήταν εξόριστος). «Αγαπώ γυναίκα παντρεμένη… Δεν μπορώ να της το γράψω, για να μην την εκθέσω, παραπέφτουν τα γράμματα… γιατί δεν είναι σωστό απέναντι της γυναίκας μου, που και αυτήν την αγαπώ»: είναι ο διάλογος με έναν φίλο του που αποτυπώνεται στο ημερολόγιό του και η Δέλτα σχολιάζει:

«Συλλογίζεται την αγάπη του της Κορσικής, την τελευταία του; Αυτός ο “παντρεμένος” και αστεφάνωτος (σ.σ.: δεν παντρεύτηκε ποτέ την Κοτοπούλη), που έχει συνδέσει πια την τύχη του με την ερωμένη του, που τη θεωρεί πια καθήκον και δεσμό… Κάπου σε κάποια παλαιά γράμματα…ο διάλογος αυτός ξαναβρίσκεται λέξη σχεδόν προς λέξη, πιο καυτός μόνο, πιο θλιμμένος, και απείρως πιο δραματικός, και απελπισμένος έως θανάτου».Ο Διχασμός όμως έχει ήδη σφραγίσει αρνητικά τη σχέση τους. Η Πηνελόπη Δέλτα είναι Βενιζελική και ο Ίων Δραγούμης βρίσκεται στο αντίθετο στρατόπεδο, βουλευτής της αντιβενιζελικής παράταξης. Το 1916 θα της δώσει κάποια χειρόγραφά του: «Ο,τι και να κάνεις, ό,τι και να κάνω, οι ψυχές μας είναι ένα» της εκμυστηρεύεται. Και εκείνη θυμάται: «Ηταν μοναδική η ώρα αυτή, στην εξοχή, το σούρουπο, ένα σεπτεμβριάτικο απόγευμα… και μεις ζούσαμε την τελευταία σελίδα της μεγάλης αυτής αγάπης».

Στα Νοεμβριανά ο πατέρας της συλλαμβάνεται και ο Δραγούμης δεν της συμπαραστέκεται όπως εκείνη ελπίζει. Είναι «η πρώτη, η μόνη απογοήτευση που μου έδωσε εκείνος». «Και τον ξαναμεθά». Στο απόσπασμα που ακολουθεί,η Πηνελόπη Δέλτα σχολιάζει τη σχέση τού Δραγούμη με τη Μαρίκα Κοτοπούλη.Είναι φανερή η περιφρόνησή της για την ηθοποιό.Μια περιφρόνηση ταξική: Τι να περιγράφει κανείς την ασχημιά του βούρκου αυτού; Καλύτερα σιωπή. Αλλά δεν την εγκαταλείπει· φεύγει μαζί της. «Ποτέ δεν πέρασα ασκημότερες μέρες απ΄ αυτές που ήμουν στη Σμύρνη», γράφει φεύγοντας.
Και λέγει παραπάνω: «Αυτά μ΄ αηδίασαν, τόσο που την ημέρα που φεύγαμε από τη Σμύρνη μαζί, της είπα πως ούτε αργότερα δε θέλω να παντρευτώ μαζί της, γιατί φοβούμαι μη χαλάσει ολότελα η αγάπη μας». Τι είχε πια να χαλάσει; Το είδωλό του είχε γκρεμισθεί. Μα δεν την εγκαταλείπει· την παίρνει πίσω και στο πλοίο ξανανάβει η αγάπη του, και την Πρωτομαγιά, στον Αϊ-Γιώργη της Σαλαμίνας, ζει την «τελευταία ωραία μέρα που πέρασα κοντά της, ημέρα πολύ ωραία της ζωής μου», ημέρα γεμάτη σαρκικές ηδονές, που σκορπά επάνω του για να τον ξαναμεθύσει.
Και τον ξαναμεθά. Και σαν νομίσει πως τον ξανάπιασε καλά, του ξανακάνει, στις 5 Μαΐου 1911, μια σκηνή ίσως πιο πρόστυχη και πιο οδυνηρή από τις δυο της Σμύρνης, όπου τα μίση των τάξεων ανεβαίνουν στην επιφάνεια, όπου του πετά κατάμουτρα την καλοπέρασή του, ενώ αυτή, σα γύρισε από τη Λόντρα όπου ήταν μαζί, ζούσε με δανεικά, γιατί της είχαν λείψει τα χρήματα, και αυτός, χρεωμένος ως στο λαιμό, δεν είχε να της δώσει, και τον βρίζει έτσι που τρομάζει εκείνος μπρος στην αντίληψη που έχει κείνη της ζωής.
«Οχι πολύ εξαιρετικά όμορφη ήταν η αντίληψη αυτή, αντίληψη πιο πολύ των δικών της ανθρώπων και του κύκλου της παρά δική της. Την αδίκησε και την αδικεί ο κύκλος της», γράφει, για να την λαφρώσει. «Ο έρωτας την εξευγένιζε την ώρα που αγαπούσε, και την έκανε θηρίο, τίγρη- και τίγρη με γλώσσα- την ώρα που μισούσε. Και όταν γίνουνταν θηρίο, ανάβρυζε από μέσα της ό,τι ασκημιά μπορεί κανείς να φανταστεί, ασχημιά σε λόγια…». «Ηταν τότε ζωγραφιά του κύκλου της…». «Μου έριχνε κατάμουτρα βρομιές κοινωνικές για το γάμο και για την τιμιότητα.

Μου έριχνε κατάμουτρα βρομιές κοινωνικές και δεν παραδέχουνταν καμιά ευγένεια στη δική μου αντίληψη του κόσμου…». Και αφού τον έβρισε, τον έδιωξε. Και ενώ έφευγε, γύρισε και την είδε, «είχε βγάλει» από την πόρτα της κάμαράς της «το μαύρο της κεφαλάκι- κεφαλάκι αγριμιού- και με κοίταζε και κείνη- για τελευταία φορά».

Οι Ιδέες του

Θεωρείται ως ο θεμελιωτής και ο κύριος εκπρόσωπος του Ελληνικού Εθνικισμού και στάθηκε πιστός στις ιδέες του μέχρι το τέλος. Επιζητούσε την οργάνωση σε Κοινότητες -θεσμό ελληνικό- θεωρώντας ότι το κράτος που φροντίζει για όλες τις ανάγκες των πολιτών καταστρέφει τις δημιουργικές του δυνάμεις και υποστήριζε

«Το υγιές κύτταρο του Ελληνισμού είναι οι κοινότητες. Η δραστηριοποίηση τους θα αποκεντρώσει το υδροκεφαλικό αθηναϊκό κράτος, που αγνοεί της ανάγκες της περιφέρειας. Πρέπει να δοθούν αυξημένες αρμοδιότητες στις κοινότητες για να ανθήσει παντού ο Ελληνισμός και να αποφευχθεί ο συγκεντρωτισμός και ο κοσμοπολιτισμός των αστικών κέντρων».

Περιέγραψε το νεοελληνικό του όραμα και ήθελε ο πολιτισμός του να βασισθεί στη γλώσσα, στα έθιμα, στον τρόπο ζωής του απλού Ελληνικού λαού. Θεωρούσε ότι έπρεπε να διατηρηθούν οι ελληνικές παροικίες στα κατεχόμενα από την Τουρκία εδάφη και η Ελλάδα να προσπαθήσει να αναπτύξει την άμυνά της προς το βορρά, μέσα από μια ομοσπονδία, εμπόδιο στην κάθοδο των Σλάβων κατά των οποίων η απέχθεια του είχε ενταθεί από τον Μακεδονικό Αγώνα, και η οποία θ’ άρχιζε από την Αδριατική και θα έφτανε ως τη Συρία, ώστε ο Ελληνισμός να παραμείνει στις εστίες του κυριαρχώντας πολιτισμικά.

Αγαπούσε το Ελληνικό Έθνος για το οποίο έγραψε

«Ο καθένας πρέπει να φαντάζεται πως αυτός πρέπει να σώσει το έθνος του. Να μην κοιτάζω τι κάνουν οι άλλοι και να φαντάζομαι μόνον πως εγώ έχω το μεγάλο χρέος της σωτηρίας. Δεν είναι εύκολο να πείσεις ένα έθνος. Εγώ βλέπω τόσα πράγματα που πρέπει να γίνουν και όμως οι άλλοι Έλληνες τα βλέπουν αλλιώς. Αν είμαι δυνατός θα τους πείσω».

Η σκέψη του εκφράζει τον ουμανιστικό, τον έλλογο και λειτουργικό εθνικισμό, που σέβεται το ανθρώπινο πρόσωπο, είναι προσηλωμένος στις αρχές της άμεσης δημοκρατίας, του Κοινοτισμού, που απορρέει από τον Ελληνικό πολιτισμό και υπερασπίζεται τις ελευθερίες και τα δικαιώματα των Ελλήνων.

Τα αξιακά του προτάγματα είναι

Η Ελευθερία

Ως εθνική ή αυτοδιάθεση των υποδούλων Ελλήνων ή στο επίπεδο της προσωπικής αυθυπαρξίας του ανθρώπου, για την οποία αναφέρει «Ακουμπώντας στο έθνος μου να γίνω πιο άνθρωπος. Δεν μπορεί κανείς να είναι άνθρωπος ξεχνώντας την καταγωγή του. Να θυμάται κανείς από πού βγήκε, που μεγάλωσε, ποιο έθνος τον ανέθρεψε. Μου αρέσει να βλέπει κανείς τους δεσμούς του. Αυτό θα πει ελευθερία».

Ο Πολιτισμός

Στον οποίο προσβλέπει ως «νομιμοποιητική» βάση της αξίας του έθνους και γράφει «Ποιος είναι ο τελικός των εθνών, πες τον προορισμό, πες τον αποστολή; Ο πολιτισμός! Να ένα έργο άξιο για τα έθνη, έργο αληθινά ανθρώπινο. Να η δικαιολογία των εθνών. Να πως τα έθνη είναι χρήσιμα στην ανθρωπότητα και να που έσφαλε ο Μαρξ πολεμώντας τα έθνη. Πολιτισμούς γεννούν τα έθνη και αυτά μονάχα. Δεν φθάνει όμως να είναι ένα έθνος πολιτισμένο, πρέπει να είναι πολιτισμένο και από δικό του πολιτισμό. Σε αυτό λοιπόν χρησιμεύουν τα έθνη. Οι πολιτισμοί γεννιούνται ο καθένας σε κάποια πατρίδα, σε κάποια εποχή και σε κάποιο έθνος. Έξω από αυτά δεν μπορεί να σταθεί πολιτισμός».

Ρήσεις του

Για τον Εθνικισμό

«Ο εθνικισμός είναι μορφή ενέργειας. Όλοι λοιπόν οι ενεργητικοί άνθρωποι είναι εθνικιστές, είτε το ξέρουν είτε όχι. Ο διεθνιστής είναι στοιχείοθανάτου για το έθνος του».

Για την Παιδεία

«Τα Ελληνικά σχολεία είναι για δύο σκοπούς: να ανοίγουν τα μυαλά και να φουσκώνουν το παιδί με τον εθνισμό του. Η παράδοση είναι ο σύνδεσμος των ατόμων μίας φυλής, τωρινών και περασμένων, που τα κάνει έθνος. Ιστορία είναι η συνείδηση του συνδέσμου αυτού. Να νοιώθεις την καταγωγή σου, την συνέχεια του εθνικού εγώ σου, την ιστορία που σου κάνει συνειδητό το πέρασμα του έθνους σου μέσα στους αιώνες».

Για τους Νεοραγιάδες

«Τι θα πει ραγιάς; Ραγιάς είναι εκείνος που τρέμει τους μπάτσους του Τούρκου, που είναι σκλάβος του φόβου του. Ο ραγιάς είναι μισός άνθρωπος. Την ραγιαδοσύνη του την ονομάζει αναγκαία φρονιμάδα. Τον κυνηγάς και κρύβεται. Τον δέρνεις και ακόμα σκύβει. Τον σκοτώνεις και σωπαίνει».

Για την Ενωμένη Ευρώπη

«Ναι, το βλέπω πως η Ευρώπη ενώνεται, πως τα έθνη και οι φυλές ζυγώνουν η μία την άλλη. Αλλά εγώ είμαι ένας και εγώ θα ακουμπήσω επάνω στους γύρω μου ανθρώπους. Και αυτοί είναι οι Έλληνες».

Για την Παγκόσμια Δημοκρατία,

«Τόσο αγαπώ την Ελληνική ύπαρξη, που αν ήταν να γίνουμε όλοι οι άνθρωποι κοσμοπολίτες, θα έλεγα να μην ονομαζόμασταν Έλληνες. Δεν χρειάζεται η λέξη Έλληνες όταν όλοι οι άνθρωποι της γης γίνουν κοσμοπολίτες μίας απέραντης δημοκρατίας».

Για τον Πολυπολιτισμό,

«Μόνο εμείς, όσοι νοιώθουμε την δική μας την πατρίδα, μπορούμε να νοιώσουμε και των άλλων τις πατρίδες. Πρώτα πρέπει να νοιώσω τον εαυτό μου καλά, έπειτα καλά το έθνος μου και έτσι φθάνω στην ανθρωπότητα. Όσοι λένε πως είναι κοσμοπολίτες και δεν περνούν από όλα αυτά τα στάδια δεν μπορούν να νοιώσουν την ανθρωπότητα».

Για τους Βουλευτές,

«Το Σύνταγμα θέλησε να δώσει στο έθνος αντιπροσώπους και είπε να υπάρχουν βουλευτές. Επρόκειτο αυτοί οι βουλευτές να αντιπροσωπεύσουν το έθνος. Αλλά η πραγματικότητα τα χάλασε και οι βουλευτές δεν είχαν κανένα συμφέρον να καταγίνουν με το έθνος. Τέτοιοι μια φορά δεν είναι. Για όνομα του Θεού, βρείτε άλλους να αντιπροσωπεύσουν το έθνος».

Η Εξέλιξη της Σκέψης του Ι. Δραγούμη

Ενδιαφέρον για την εξέλιξη της σκέψης του Ι.Δραγούμη παρουσιάζουν τα Φύλλα Ημερολογίου (Εκδόσεις ΕΡΜΗΣ ) (η ορθογραφία σύμφωνα με το πρωτότυπο).

« Όταν με κατατάσσουν στους νασιοναλιστές με μικραίνουν, με κάνουν κομματάρχη, ενώ κομματάρχης δεν είμαι».(Φ.Η. τ.Ε’ σελ.74).
«Όταν ανακατόνεται αίμα Ελληνικό με αίμα Ρούσικ, γεννιούνται άνθρωποι ενεργητικοί και ζουμεροί …. Πηγαίνοντας στην Ελληνική εκκλησία σήμερα συλλογίστηκα την αποστολή μου. Ελληνορώσος Ανατολίτης να διδάξω στους Ρώσους και στους Έλληνες την Ανατολική ψυχή τους, την τόσο διαφορετική από τη Δύση και τον Ευρωπαικό πολιτισμό.
Άμα οι Ρώσοι και οι Έλληνες νοιώσουν αυτό θα κάμουν μεγάλα έργα. Μα οι Ρώσοι είναι οι πιο κατάλληλοι να εκπληρώσουν την ανατολική αποστολή τους, γιατί είναι πιο θρησκευτικοί, πιο νέοι, πιο ακατέργαστοι, πιο μελλοντικοί! Δεν τους βαραίνουν τόσο παλιοί πολιτισμοί μες΄την ψυχή τους» (Φ.Η. τ.Ε’ σελ.74).
« Ο τρόπος που με μεταχειρίστηκαν και με μεταχειρίζονται οι κυβερνήσεις της Αγγλίας και Γαλλίας, εμένα το άτομο στον κόσμο, το άτομο χωρίς δικό μου κράτος να με προστατέψει, μ’ έκαμε να σιχαθώ ολότελα τις κυβερνήσεις και τα κράτη που και πριν τα σιχαινόμουν, και μ ‘ έκαμαν να συμπαθήσω τους σοσιαλιστές που αποδοκιμάζουν τα κράτη όπως είναι τώρα οργανωμένα, στηριζόμενα στην κεφαλαιοκρατία, και τους αναρχικούς που δε θέλουν κράτη καθόλου. Και μούρχεται να συμμαχήσω μαζί τους» (Φ.Η. τ.ΣΤ’ σελ.43).
«Μα ο αρχικός εγωισμός μεταμορφόνεται με τον καιρό, και σ΄έναν πολιτισμένο άνθρωπο και σε μια πολιτεία έχει καταντήσει, αυτοθυσία και αυταπάρνηση και αγάπη, και ο πατριωτισμός, αλληλεγγύη (σολινταρισμός ) ο σοσιαλισμός, και αλληλοβοήθεια η ηθική» (Φ.Η. τ.ΣΤ’ σελ.54).
«Τι είμαι εθνικιστής, κοινωνιστής; όλ’ αυτά, αλλά προπάντων άνθρωπος» (Φ.Η. τ.ΣΤ’ σελ.57).
«Δηλαδή όποιος δεν αγαπά πρώτα την πατρίδα του δεν μπορεί να αγαπά αληθινά την ανθρωπότητα. Όποιος δεν αγαπά τον εαυτό του, δεν αγαπά αληθινά τους άλλους….
Όχι, αλλά η βαθειά συνείδηση δείχνει στον άνθρωπο πως δεν είναι άτομο παρά έχει μιαν αλληλεγγύη με τους άλλους ανθρώπους, κοντινούς του και μακρινούς, ζωντανούς και πεθαμένους, και μελλόμενους ακόμη, και αυτή η εικόνα της αλληλεγγύης τον κάνει να νοιώθει τους δεσμούς του και παραδέχεται τις αναποδιές του, τις δυσκολίες του και τα δεσμά του ακόμη, τη μικρότητα του με κάποια φωτεινή γαλήνη, πλαταίνει τον εγωισμό του, τον κάνει επιεικέστερο για τους άλλους και σκληρότερο για τον εαυτό του, τον υψόνει από στενό συμφεροντολόγο σε ασυμφεροντολόγητο άνθρωπο, αγαθότερο για τους άλλους, σημαντικότερο.
Και έχοντας πάντα μπροστά του σαν όραμα την εικόνα αυτής της αλληλεγγύης, ζώντας μέσα στο φώς της, και ενεργεί πια σύμφωνά της, αναγνωρίζει τα δικαιώματα των άλλων, στεριόνει τον αυτοπεριορισμό του και την αυτοκυριαρχία του…. Αγαπώ παρά πολύ τον άνθρωπο για να γίνω στενός σοσιαλιστής. Αγαπώ παρά πολύ τον άνθρωπο για να γίνω στενός πατριώτης. Αγαπώ παρά πολύ τον άνθρωπο για να νοιώσω τον εαυτό μου άτομο» (Φ.Η. τ.ΣΤ’ σελ.58-59).

«Κάτω όλοι οι ιμπεριαλισμοί! Θα ησυχάσουν πολύ και θα καλητερέψουν πολύ οι άνθρωποι άμα πάψουν να έχουν χωματική λαιμαργία, δηλαδή να διψούν για ν’ απλωθούν σε ξένα χώματα, να ορίζουν όλο και περισσότερα χώματα. Να θέλουν τα έθνη να ορίζουν ανθρώπους το εννοώ, μα πως να τους ορίζουν; με το πνεύμα, με τον πολιτισμό τους τον ανώτερο. Άς δημιουργήσουν τα έθνη πολιτισμούς και άς επηρεάζου τα άλλα έθνη, άν μπορούν. Κι όποιος κάμει τον καλήτερο» (Φ.Η. τ.ΣΤ’ σελ.58-59).

«Μια περίοδο της ζωής μου εθνικιστική (από τα 1902 ως τα 1914 απάνω κάτω). Έπειτα έβαλα μια petition de principe στο νασιοναλισμό μολονότι ενεργούσα σύμφωνά του. Τώρα μπαίνω σε μια σοσιαλιστική και ανθρωπιστική περίοδο. Αρχίζω να λαβαίνω συνείδηση του αναρχισμού μου (1917-1919) και προχωρώ. Δόξα στην εξορία μου και στην καταναγκαστική αδράνεια. Και σ’αυτό να βάλω une petition de principe. Στην πρώτη περίοδο επίδραση του Nietsche και Barres. Στη δεύτερη Τολστόι, Rousseau, Κροπότκιν, Gide.

Στην πρώτη περίοδο Μακεδονική ενέργεια. Στη δεύτερη Ρώσικη επανάσταση και κοινωνική επανάσταση παντού. Στη Μακεδονική ενέργεια έλαβα μέρος, στην κοινωνική επανάσταση όχι ακόμα. Ο Barres στο νασιοναλισμό που έπλασε δεν έκαμε άλλο παρά να δώσει συνείδηση σ’ ένα αίσθημα βαθιά ριζωμένο στην ανθρώπινη ψυχή, στον πατριωτισμό. Ο Κροπότκιν και Μπακούνιν δεν κάνουν άλλο παρά να δίνουν συνείδηση (τη συνείδηση που αυτοί οι ίδιοι έλαβαν) ενός άλλου βαθιού αισθήματος, της αλληλοβοήθειας μεταξύ στους ανθρώπους » (Φ.Η. τ.ΣΤ’ σελ.73).
Στον ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ (Εκδόσεις ΕΥΘΥΝΗ ) γράφει για τον δημοτικισμό:

«Δυό παραδόσες μας κληροδότησε ο Βυζαντινός πολιτισμός, μια τη σχολαστική λογιωτάτη και μια τη λαική δημοτική. Αυτή η δεύτερη παράδοση είναι ο εσωτερικότερος και γνησιότερος κρίκος, που μας συνδένει με τους παλιότερους Ελληνικούς πολιτισμούς όλους ….Η λογιώτατη παράδοση είναι το τελευταίο φανερό απομεινάρι του Βυζαντινού πολιτισμού, σαν ένα ξερό φύλλο που δεν έπεσε ακόμα από το δέντρο. Ο χυμός του δέντρου είναι η δημοτική παράδοση»(σελ. 112).

Το Κοινοτικό Πνεύμα στο Έργο του Ίωνος Δραγούμη

Ο κοινοτισμός, ως σύστημα ιδεών, εισέβαλε τα τελευταία χρόνια στην κοινωνική, πολιτική και οικονομική σκέψη. Οι πρώτοι θεωρητικοί του μάλλον τον τοποθέτησαν στον αντίποδα τόσο του φιλελευθερισμού, όσο και του ατομικιστικού πνεύματος. Οι πιο καχύποπτοι θα μπορούσαν να πουν ότι­ δεν είναι τίποτε άλλο από μία ακόμη προσπάθεια του διεθνούς εξουσιασμού να υποκαταστήσει τα σοσιαλιστικά οράματα.

Ο κατ’ εξοχήν θεωρητικός του κοινοτισμού στην Ελλάδα θεωρείται ο Επτανήσιος Κωνσταντίνος Καραβίδας. Όπως έγραφε χαρακτηριστικά:
«Σύντομα λέγω εδώ ότι ο Κοινοτισμός, είνε ολοκληρωτική συνθετική αντίληψις της ζωής, είναι βίωσις – περιέχει συνεπώς βάσεις οικονομικής αναπλάσεως και στοιχεία πολιτισμού, επαληθευμένα από την Ιστορία μας και αναζωογονούμενα από την ανάγκη των καιρών σήμερα, ως το πιο ζωτικό αίτημα: 
 

Χωρίς να κλωνίζωμε την ατομική ιδιοκτησία και το ιερό όραμα της ανθρωπίνης προσωπικότητος – ζητάμε να βγάλωμε απ’ την αναρχία και να τάξωμε και τις δύο αυτές τεράστιες δυνάμεις μέσα στην ιεραρχημένην κοινοτική ομάδα, η οποία εξευμενίζει και εξυψώνει την προσωπικότητα του ατόμου και γονιμοποιεί κοινωνικώς την ιδιοκτησία και ζητάμε πρακτικώς, να οργανώσωμε το χωρικό και μικροαστικό κεφάλαιο απάνω στην προσωπική ομαδική εκμετάλλευση των στοιχείων του τοπικού μας πλούτου, τα οποία ακριβώς προσφέρονται στους κοινοτικούς θεσμούς».Ο Κωνσταντίνος Καραβίδας συναντήθηκε με τον Ίωνα Δραγούμη, όταν για ένα μικρό χρονικό διάστημα, πριν μεταβεί στην Ύπατη Αρμοστεία της Σμύρνης με την ιδιότητα του δημοσιογράφου, ανέλαβε την διεύθυνση του περιοδικού «Πολιτική Επιθεώρησις», που εξέδιδε ο Φίλιππος Δραγούμης, αδελφός του Ίωνος. Είναι βέβαιον ότι αυτό το χρονικό διάστημα οι δύο άνδρες αντάλλαξαν απόψεις επί του κοινοτικού οράματος. Η επαφή αυτή επηρέασε καταλυτικά και τους δύο.

Ο Ίων Δραγούμης επιθυμούσε την οργάνωση των Ελλήνων σε κοινότητες. Θεωρούσε τον θεσμό αυτό καθαρώς ελληνικό δημιούργημα και ότι η ενδυνάμωση και επικυριαρχία του κράτους ουσιαστικά αδρανοποιεί την δυναμική της κοινωνίας. Έγραφε χαρακτηριστικά: «Το υγιές κύτταρο του Ελληνισμού είναι οι κοινότητες. Η δραστηριοποίησή τους θα αποκεντρώσει το υδροκεφαλικό αθηναϊκό κράτος, που αγνοεί της ανάγκες της περιφέρειας. Πρέπει να δοθούν αυξημένες αρμοδιότητες στις κοινότητες για να ανθήσει παντού ο Ελληνισμός και να αποφευχθεί ο συγκεντρωτισμός και ο κοσμοπολιτισμός των αστικών κέντρων».
Ο Ίων, χάρη στην περιήγησή του ως διπλωμάτης σε περιοχές που ο Ελληνισμός διατηρούσε ακόμη την κοινοτική του οργάνωση (και ιδιαιτέρως στην Τουρκοκρατούμενη Μακεδονία), βίωσε την λειτουργία των κοινοτικών θεσμών, κάτι που στην ελεύθερη Ελλάδα έτεινε να εξαφανιστεί λόγω του συγκεντρωτισμού του κράτους. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι όραμά τους αποτέλεσε από τότε η συγκρότηση του Ελληνισμού σε μία ομοσπονδία στηριγμένη στις Ελληνικές κοινότητες, που βρίσκονταν είτε στην ελεύθερη, είτε στην αλύτρωτη Ελλάδα.

Η αποστροφή του προς ένα κράτος το οποίο πνίγει το έθνος είναι φανερή σε όλο το έργο του. Και σε αυτό ακριβώς το σημείο θα πρέπει να διαφοροποιήσουμε τις όποιες διεθνείς εκφάνσεις και απόψεις περί κοινοτισμού, από το δραγούμειο όραμα, που αποτελεί μία καθαρά Ελληνική άποψη περί κοινοτισμού, σφυρηλατημένη από την έμπρακτη ιστορική εμπειρία αιώνων (πόλη-κράτος, Εκκλησία του Δήμου, κοινότητες Οθωμανοκρατίας κ.λπ.).Ο μέγας Αριστοτέλης στα «Πολιτικά» του γράφει ότι αν κάποιος πολίτης ενός δήμου φωνάξει από την μία άκρη του, πρέπει να είναι δυνατό να τον ακούσει ο συμπολίτης του που βρίσκεται στην άλλη άκρη του Δήμου. Αυτό είναι κάτι που αποτυπώνει την αναγκαιότητα τόσο της περιορισμένης γεωγραφικής έκτασης των δήμων, όσο και την προϋπόθεση κοινής θέασης των πραγμάτων από τους πολίτες.

Αυτή η γεωγραφική και οργανική περιχαράκωση του δήμου αποτυπώνεται εύγλωττα στο έργο του Ίωνος: «Το κράτος δεν έγινε για το κράτος, ειδεμή τί ενδιαφέρον θα είχε; Είναι παιδί του έθνους, καρπός του, γέννημά του, και γι αυτό τού έχει κάποια σημαντική υποχρέωση – να το φυλάγη. Και επειδή όλα τα μέρη του έθνους συνεργάστηκαν και αγωνίστηκαν για να πλάσουν αυτό το κράτος που έχομε, το κράτος έχει από μέρος του χρέος να φυλάγη ολόκληρο το έθνος, που το έπλασε. Είναι στενώτερο το κράτος από το έθνος, μικρότερο το παιδί από το γονιό του, μα δεν έπαψε με τούτο να ζη και το έθνος, ο μεγάλος γονιός, που θέλει να τον φυλάγουν».
Τίθενται, λοιπόν, ως βάση της κοινοτικής οργάνωσης του έθνους η κοινή ρίζα, οι κοινές παραδόσεις, ο κοινός τρόπος ζωής, όλα αυτά δηλαδή που αποτελούν την ελληνική κοινότητα, τους δεσμούς των Ελλήνων. Αυτά αποτελούν συνάμα για τον Ίωνα Δραγούμη και τις απαραίτητες προϋποθέσεις για να φτάσει ένα έθνος στον τελικό του προορισμό: «Ποιος είναι ο τελικός των εθνών, πες τον προορισμό, πες τον αποστολή; Ο πολιτισμός! Να ένα έργο άξιο για τα έθνη, έργο αληθινά ανθρώπινο. Να η δικαιολογία των εθνών.

Να πώς τα έθνη είναι χρήσιμα στην ανθρωπότητα και να πού έσφαλε ο Χριστός και ο Μαρξ πολεμώντας τα έθνη. Πολιτισμούς γεννούν τα έθνη και αυτά μονάχα. Δεν φθάνει όμως να είναι ένα έθνος πολιτισμένο, πρέπει να είναι πολιτισμένο και από δικό του πολιτισμό. Σε αυτό λοιπόν χρησιμεύουν τα έθνη. Οι πολιτισμοί γεννιούνται ο καθένας σε κάποια πατρίδα, σε κάποια εποχή και σε κάποιο έθνος. Έξω από αυτά δεν μπορεί να σταθεί πολιτισμός».«Ακουμπώντας στο έθνος μου να γίνω πιο άνθρωπος. Δεν μπορεί κανείς να είναι άνθρωπος ξεχνώντας την καταγωγή του. Να θυμάται κανείς από πού βγήκε, που μεγάλωσε, ποιο έθνος τον ανέθρεψε. Μου αρέσει να βλέπει κανείς τους δεσμούς του. Αυτό θα πει ελευθερία. Του εαυτού του τις ρίζες ψάχνοντας θα τις βρει μέσα στο έθνος του». Κατανοούμε, βεβαίως, ότι η έννοια του έθνους είναι κυρίαρχη, είναι η ικανή και αναγκαία συνθήκη για να μπορέσει να λειτουργήσει ο κοινοτισμός ως πολιτειακή επιλογή.

Μία επιλογή που ταιριάζει εντυπωσιακά με το μοντέλο της «άμεσης δημοκρατίας» που πολλοί επικαλούνται στις μέρες μας ως εναλλακτική στα πλανητικά αδιέξοδα. Η κολοσσιαία διαφορά των διεθνιστικών προσεγγίσεων αυτού του μοντέλου είναι ακριβώς το πολυπολιτισμικό πρότυπο που αυτό ευαγγελίζεται και το οποίο νομοτελειακά θα οδηγήσει στην αποτυχία λειτουργίας του.
Από το έργο του Ίωνος Δραγούμη γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι μόνο κοινωνίες με εθνική συνοχή και κοινή καταγωγή μπορούν να αντλήσουν πρότυπα από την κοινή τους παράδοση. Μία παράδοση που γίνεται ιστορία, όπως λέει χαρακτηριστικά ο μεγάλος αυτός διανοητής, όταν αυτή γίνει συνείδηση. Αυτή η συνείδηση είναι που κράτησε ζωντανό τον Ελληνισμό μέσα σε αντιξοότητες που απείλησαν ακόμη και τον βιολογικό αφανισμό του, σε σκοτεινές εποχές που «όλα τασκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά».
Αυτό, βεβαίως, που δεν επισημαίνεται σε κάποιες τέτοιες απλοϊκές, αν όχι εκ του πονηρού, προσεγγίσεις, είναι το καθεστώς υπό το οποίο επιβίωσαν οι Έλληνες εκείνους τους καιρούς. Και η επιβίωσή τους οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην συνείδηση της κοινής τους παραδόσεως, της κοινής τους καταγωγής. Αυτή η συνείδηση ήταν που κράτησε ζωντανές και σφυρηλάτησε τις ελληνικές κοινότητες, που επιβίωσαν ως νησίδες αντίστασης και εθνικής αυτογνωσίας μέσα σε περιβάλλοντα εχθρικά, σε περιβάλλοντα πολυφυλετικά και πολυθρησκευτικά.
Ακόμη κι αν κάποιες από αυτές τις κοινότητες αναγκάστηκαν εκ των συνθηκών που επικράτησαν στα πατρογονικά τους εδάφη, να απωλέσουν την γλώσσα ή την θρησκεία τους ή και τα δύο μερικές φορές (χαρακτηριστικό παράδειγμα, και μάλιστα επί ελλαδικού εδάφους, οι Έλληνες Πομάκοι της Θράκης μας), δεν απώλεσαν ποτέ την συνείδηση της κοινής καταγωγής και του κοινού τρόπου ζωής.
Έτσι πορεύθηκαν κοινοτικά, έτσι επιβίωσαν στο πέρασμα των αιώνων και έτσι επιβιώνουν ακόμη και σήμερα.Στις μέρες μας, βεβαίως, ελλοχεύει ένας μεγάλος κίνδυνος, που δεν είναι άλλος από αυτόν που έναν αιώνα πριν είχε επισημάνει ο Ίων Δραγούμης στο έργο του. Ο κίνδυνος αυτός δημιουργήθηκε από την πρωτοκαθεδρία του Κράτους έναντι του Έθνους. Το κράτος από κουκούλι προστασίας και ανάπτυξης της εθνικής συνείδησης, από δημιουργός και φυτώριο της μεγάλης εθνικής ιδέας (που φυσικά δεν είναι δυνατόν να περιοριστεί σε μία απλή εδαφική προοπτική), έφτασε να αποτελεί την προϋπόθεση υπάρξεως του έθνους.
Έτσι, δεν θα ήταν υπερβολή να ομιλούμε πλέον για ένα κράτος το οποίο κατατρώγει το έθνος. Και το κατατρώγει όχι μόνον επειδή το απορροφά γεωγραφικά, υπό την μορφή υποδοχέα προσφύγων από διάφορα μέρη του πλανήτη (που αποτελούσαν πανάρχαιες κοιτίδες του Ελληνισμού), αλλά κυρίως επειδή αλλοτριώνει και καταστρέφει την συνείδηση των πολιτών του, καλλιεργώντας τους μία συνείδηση Ελλαδισμού, όπως πολύ εύστοχα διατύπωσε πρώτος τον όρο ο Ίων, περιορίζοντας τα όποια οράματά τους στην μίζερη ελλαδική πραγματικότητα.Γράφει χαρακτηριστικά: «Οι Ελλαδίτες πολιτικοί κατάντησαν να συντατυτίσουν με το νου τους κράτος και έθνος ή, καλλίτερα, μη μπορώντας να φτάσουν στην γενικότητα του «έθνους», έκαμαν την ανικανότητά τους θεωρία, γενίκεψαν το νόημα «κράτος» λέγοντας «κάθε κράτος έχει από έναν λαό, άρα και το ελληνικό κράτος έχει ελληνικό λαό και λαός είναι κείνος που πληρώνει τους φόρους»».
Γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι το ελληνικό κράτος πορεύθηκε εδώ και δύο σχεδόν αιώνες με εντελώς αντιδιαμετρικό, εντελώς αντίθετο τρόπο από αυτόν που πρότεινε ο Ίων Δραγούμης.
Το κοινοτικό πνεύμα ξεριζώθηκε από την ψυχή και την κοσμοαντίληψη του Ελληνισμού και αντικαταστάθηκε από την δεσποτική αντίληψη ξενόφερτων προτύπων διοικήσεως. Ακόμη και στις μέρες μας, που κάποιοι από εμάς προσπαθούν να ανασύρουν από κιτρινισμένα βιβλία ή από τα ψηφιοποιημένα αρχεία κάποιου υπολογιστή τα οράματα διανοητών όπως ο Ίων Δραγούμης, που ευαγγελίστηκαν μία Ελληνική κοινωνία στηριγμένη και ποτισμένη από τα ίδια της τα νάματα, έχουμε να αντιπαλέψουμε με στρεβλώσεις της ιδέας της κοινότητας, που κάποιοι θέλουν να την μεταλλάξουν από εθνική σε παγκόσμια.Όπως γράφει ο Ίων: «Δεν είναι εύκολο να πείσης ένα έθνος. Εγώ βλέπω τόσα πράγματα που πρέπει να γίνουν και νομίζω ότι τα βλέπουν και οι άλλοι Έλληνες. Κι όμως αυτοί βλέπουν αλλιώς. Πώς να τους πείσω; Χρειάζομαι να ξοδέψω μεγάλη ενέργεια και να επιτύχω. Αν είμαι δυνατός, θα τους πείσω!» Ας ξοδέψουμε, λοιπόν, όση ενέργεια έχουμε. Αν δεν το κάνουμε τώρα, δεν θα το επιτύχουμε ποτέ…

Συγγραφικό του Έργο

Ο Δραγούμης στρατεύθηκε για την απελευθέρωση της Μακεδονίας, για την Βαλκανική συνεργασία, για τον δημοτικισμό, για τον κοινοτισμό. Στο ημερολόγιό του, στις 14 Αυγούστου 1919, συναντούμε την με μεγάλη καθαρότητα περιγραφή του ανατολικού κράτους, που παρουσιάζει μεγάλη ομοιότητα, με τις ομοσπονδίες κοινοτήτων που είχαν προτείνει διάφοροι αναρχικοί όπως ο Μπακούνιν.

Το γεγονός αυτό οφείλεται ότι την εποχή εκείνη, ο Δραγούμης επηρεάζεται από διάφορους αναρχικούς, που μελετά στην εξορία στην Κορσική, αλλά και οι Ρώσοι αναρχικοί παίρνουν στοιχεία για το κοινωνικό τους όραμα από την κοινότητα και τις διάφορές μορφές συνεργατισμού που υπάρχουν τόσο στον ελληνικό χώρο, όσο και στην Ρωσία και τις υπόλοιπες χώρες της ανατολικής Ευρώπης:«Εγώ βλέπω στους Έλληνες την κρυμμένη δύναμη, γυρεύοντας καινούργια καλούπια, να φτάσουν στην Ανατολή, ανατολικό κράτος ή ανατολική ομοσπονδία από κράτη εθνικά όπου, στο καθένα μέσα, να μπορεί να ζή αυτόνομα ή αλλόφυλη ανατολική κοινότητα. Έγινε εν μέρει και γίνεται ολοένα η αποκατάσταση των ανατολικών εθνών σε κράτη ανεξάρτητα, πρώτο στάδιο, σύμφωνο με το σύγχρονο δόγμα των εθνικοτήτων. Έπειτα θα ‘ρθουν καταποδιαστά η αυτονόμηση των κοινοτήτων σε κάθε περιφέρεια».

Ήταν ένθερμος υποστηρικτής της δημοτικής γλώσσας, πρωτοστάτησε για την ίδρυση του «Εκπαιδευτικού Ομίλου», ενός σημαντικού συλλόγου δημοτικιστών και συνεργάστηκε με πολλά περιοδικά και εφημερίδες με το ψευδώνυμο «Ίδας».

Έγραψε τα βιβλία

  • «Μαρτύρων και ηρώων αίμα»
  • «Όσοι ζωντανοί»
  • «Σαμοθράκη». Βιβλίο γραμμένο με αφορμή την επίσκεψη του στο νησί, όπου όμως αναζητά και πραγματεύεται τα χνάρια του Ελληνισμού στην Ελληνική ύπαιθρο.
  • «Ελληνικός πολιτισμός». Βιβλίο στο οποίο καταγράφει τις αντιλήψεις του για την υπεροχή του έθνους έναντι του κράτους, περιγράφει με ζωντανά χρώματα την προτεραιότητα του πολιτισμικού έθνους σε σχέση με το φυλετικό και στηλιτεύει την προγονοπληξία και τον λογιοτατισμό, καταλήγοντας σε πρακτικές πολιτιστικές προτάσεις για τον νέο Ελληνισμό που πίστευε ότι αναδυόταν.
Advertisements