Παιδομάζωμα: Μαρτυρίες


Πέτρος Ανταίος (Σταύρος Γιαννακόπουλος) σε εκπομπή της ΝΕΤ

Ο Πέτρος Ανταίος, που κατόρθωσε να φθάσει από τη Θεσσαλονίκη στη Ρούμελη και να λάβει μέρος στο αντάρτικο, ως μέλος του ΚΚΕ που ήταν, με πόνο ψυχής αφηγείται στο «Ρεπορτάζ Χωρίς σύνορα»» της ΝΕΤ στις 17/2/2000):

-Ένα από τα δραματικότερα περιστατικά που έζησα στον εμφύλιο που ήταν Ελληνοελληνικός πόλεμος, άρα τραγωδία, ήταν αυτή η α­φάνταστη πορεία 1.300 παιδιών από δεκατέσσερα, δεκαεννέα, είκοσι χρονών, από τη Βραχιά της Ευρυτανίας να βγουν στο Γράμμο (υπεύθυνος για την επιχείρηση ήταν ο Γιώργος Γούσιας, ένας από τους έμπιστους του Ζαχαριάδη).
Πραγματικά Ο Γούσιας έκανε δυο τρεις εκτελέσεις ανθρώπων, παιδιά δηλαδή, δεκαπέντε χρονών που επιχείρη­σαν να φύγουν. Το φυσιολογικό που είχαν ακολουθήσει και οι άλλες φάλαγ­γες ήταν να πάμε από την Πίνδο, την ορεινή. Δύσκολη θάτανε. Φλεβάρη γίνεται, Φλεβάρη του ’48, αλλά ήταν κάπως και στρατιωτικά και ανθρώπινα σωστό. Ο Γούσιας ήθελε να πάμε από κάτω (…)
…Τελικά, έχει μια επική πορεία μέσα στον κάμπο όπου αντιμετωπίζουμε άοπλοι με πέτρες στη δημοσιά Λάρισας-Βόλου τα τανκς, έχει ένα απίστευτο δραματικό πέρασμα της λίμνης Κάρλα, να παγώνουν σαν τα νούφαρα, να μέ­νουν πάνω στη λίμνη τα παιδιά.,.
…Ύστερα, στα Πιέρια πια, εξουθενωμένοι, ούτε καν σπυριά καλαμπόκι, σαράντα μέρες νηστικοί, μου έδωσε εντολή ο Γούοιας να σφάζουμε όλα τα ζώα… τα καημένα…
Ήταν η τελευταία φορά που έπιναν μουλαρίσιο ζωμό και οι περισσότεροι κάνανε εμετό… μόλις ήρθανε τα αεροπλάνα από τον καπνό και αναποδογύρισαν τα καζάνια… Τα παιδιά χιμούσαν μέσα στα καυτά καζάνια να πάρουν ένα κομμάτι κρέας ή μια κατσα­ρόλα ζωμό.
-Την τριακοστή ένατη, τεσσαρακοστή μέρα, βγήκαμε αντίκρυ προς τις προσβάσεις του Γραμμου, σέρνοντας νεκρούς… και την ελπίδα… άλλα παιδ­ιά…
Δηλαδή, από τα 1.300 παιδιά φτά­σανε απάνω γύρω στα τρακόσια. Σακατεύτηκαν χίλια παιδιά! Ο ανθός της νεολαίας της Ρούμελης, ο οποίος φυσι­κά δεν ήταν αγωνιστές, ώριμοι, οι πε­ρισσότεροι ήταν επιστρατευμένοι από τα χωριά που έμειναν και τα μάζεψε ο Γούσιας, κορίτσια και αγόρια…»


Μαργαρίτα Λαζαρίδου (αρχικαπετάνισσα, δικαστής του ΚΚΕ)

και από τα ενεργότερα μέλη όλων των γυναικείων οργανώσεων του ΚΚΕ, μέλος της Πα­γκόσμιας Δημοκρατικής Ομοσπονδίας Γυναικών Κ.Κ., μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Γυναικών του ΚΚΕ και κλπ., στο βιβλίο της «Πόλεμος και αίμα», σελ. 226-230, 233-234, 149):

«Στις συσκέψεις που κάναμε στα διά­φορα τμήματα με τις υπεύθυνες γυ­ναικών των ταγμάτων, των λόχων, των ταξιαρχιών, μαθαίναμε ότι οι μικρές κοπέλες των 13, 14 και 15 χρονών, που τις επιστρατεύαμε, άμαθες και α­νεκπαίδευτες όπως ήταν, σκοτώνονταν στις πρώτες μάχες, που τις στέλναμε.
»Η εντολή από «Πάνω-, από το Γενικό Αρχηγείο, ήταν να τους καταδι­κάσουμε όλους σε θάνατο.
Μας περίμε­ναν δύσκολες μάχες, έπρεπε με το μα­χαίρι να τα σταματήσουμε όλα αυτά, έπρεπε να επιβάλουμε τιμωρία σκληρή προς παραδειγματισμό και εκφοβισμό (…) Καλέσαμε τους κρατουμένους και αρχίσαμε τις ανακρίσεις. Ήταν όλοι παιδιά 13 μέχρι 15 χρονών, αμούστα­κα, ανεπτυγμένα χωριατόπουλα. Πριν ένα περίπου μήνα ο Δημοκρατικός Στρατός, επιτιθέμενος στα χωριά τους τα άρπαξε με τη βία από την αγκαλιά των μανάδων τους.
Ο Δημοκρατικός Στρατός έκανε επίθεση τη νύχτα, αιφνιδιαστικά σε χωριά και σε πόλεις και έπαιρνε ανεξέλεγκτα αγόρια και κορίτσια, έστω κι αν ακόμα το στόμα τους μύρισε γάλα. Οι μάνες έκρυβαν τα παιδιά τους στους αχερώνες, στα μπαούλα, μα οι αντάρτες τα βρίσκανε και τα παίρνανε μαζί τους στα βουνά. Από τη θαλπωρή του σπιτιού τους, από τη μητρική αγκαλιά, από την πατρική φροντίδα, βρίσκονταν μονομιάς σ’ ένα κρύο αμπρί, στο χιόνι, στον παγωμένο αέρα του βουνού, στην πείνα. Και έπρεπε ο Δημοκρατικός Στρατός να πολεμήσει μ’ αυτούς.

Τους μάθαιναν στα βιαστικά να χειρίζονται το τουφέκι και τη χειρο­βομβίδα και τους ρίχνανε στη μάχη ό­που άμαθοι όπως ήταν, σκοτώνονταν σαν τα κοτόπουλα».


Ο καπετάν Αμύντας (Αμύντας Κοσμάς από το Αμύνταιο)

αναφέρει στο βιβλίο του «Εθνική Αντίσταση – Εμφύ­λιος Πόλεμος, Αναμνήσεις ενός καπε­τάνιου», σελ. 224-225:

-Έπρεπε να εκπληρώσουν το πλάνο που τους είχαν καθορίσει. Από το χωριό μου πήραν τα κορίτσια την ώρα που κάνανε βόλτα! Από τις λαϊκές χώρες φέρανε δεκαεξά­χρονα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, από αυτά που στείλαμε για να τα προστατέψουμε από τους βομβαρδισμούς (…)

Είχαμε βραχεί ως το κόκαλο. Αφού εγώ, που ήμουν χοντρά ντυμένος έτρεμα, μπορεί να φανταστεί κανείς σε ποια κατάσταση βρίσκονταν τα κορι­τσάκια, που τα βρεγμένα τσιτάκι« τους είχαν κολλήσει στα κορμιά τους. Ήταν ένα θέαμα που προκαλούσε απελπισία και αγανάκτηση».


Γεώργιος Μανούκας (Γενικός Επι­θεωρητής του Παιδομαζώματος και δε­ξί χέρι του Κόκκαλη. το κυριότερο μέλος της Εκπαιδευτικής Επιτροπής [Υπουργείο Παιδείας] για τα παιδιά του Παιδομαζώματος):

-Μια βραδυά κοι­μήθηκα στον ξενώνα του χωριού (Μεσοβραχος). Από συνήθεια άνοιξα κου­βέντα με τη γριά σπιτονοικοκυρά.

-Πώς είστε, πού είναι ο γέροντας σου, τα παιδιά σου; κλπ.
-Μια κι αποκτήσαμε φιλία, άρχισε κάπως να μου παραλέει τα μυστικά του σπιτιού της… Έτσι τούτο, έτσι ε­κείνο. -Έχω και ένα παιδί, μου λέει,  νεαρό, αλλά το κακόχρονο, εδώ και, αρκετό καιρό έφυγε, τόσκασε! Πήγε στην Καστοριά (…)

Μετά από αρκετό καιρό έμαθα το εξής καταπληκτικό: Η γριά αυτή, επειδή δεν ήθελε να της πάρουμε τα παιδί και να το -τακτοποιήσου­με» εμείς στην Αλβανία, το είχε κρύ­ψει! Και πού το είχε κρυμμένο; Θεέ μου! Μέσα στο στάβλο! Ακριβώς εκεί που έδεσα το ζώο! Είχε κάνει μεγάλο λάκκο μέσα στη γη κι είχε χωμένο το παιδί κάτω απ’ το παχνί του ζώου. Το καταφύγιο είχε μικρή τρύπα απ την οποία έπαιρνε αέρα το παιδί και απ’ εκεί το τροφοδοτούσε όταν έδινε τρο­φή στα ζώα! Έτσι δεν φανταζόταν κα­νείς, ότι ημπορούσε να είχε άνθρωπο κρυμμένο κάτω απ’ τα κόπρανα των ζώων και δεν ημπορούσε να υποψιασθεί κανείς τις κινήσεις της.
Σ’ ένα άλλο χωριό, στα Βορεινά της Κοζάνης, η μάνα είναι αποφασισμένη να μην αφήσει να της πάρουν από τα χέρια της: Της έκοψαν με το μαχαίρι τα χέρια από τους καρπούς. Σε άλλο πάλι χωρίο, κοντά στο Διδυμότειχο, η μάνα ολοφύρεται. Ο συμμορίτης είδε κι απόειδε και, μια που δεν μπορεί ν’ αποσπάσει το παιδί από την αγκαλιά της μάνας, του έρχεται ευκολότερα να κόψει το κεφάλι του αγοριού. Κι αφού κρατήσει για λίγο με σαδισμό το ξαν­θόμαλλο κεφάλι, γελώντας το δίνει πί­σω στην ολοφυρόμενη μάνα, φωνάζο­ντας: Και τώρα κράτησε το!!!»


Λουδοβίκος Κάρολος Ανιμπο (επισ­τολή του Άγγλου Καθηγητή προς τον ΟΗΕ):

«Η ίδια κόλασις δεν θα ημπορούσε να κυοφορήση περισσότερον σατανικόν σχέδιον. Το απαίσιον τούτο έγκλημα υπερβαίνει πάσαν περιγραφήν (…) Απήχθησαν διά να διδαχθούν το μίσος κατά των γονέων των, της θρησκείας και της πατρίδος των, ως και της κοινής πολιτισμένης κληρονομιάς. Αυταί αι δυστυχείς μικραί ψυχαί κίνδυνος υπάρχει να απωλεσθούν οριστικώς και αν ποτέ επιστρέψουν να ενεργήσουν ως γεννήματα »εχιδνών« κατά του στήθους της μητρός Ελλάδος».
George Kent (Γάλλος δημοσιογράφος Επισκεφθείς ελληνικά χωριά την άνοιξη του 1948, μεταξύ των άλλων σημειώνει): Περνώντας τα ορεινά χωριά με τζιπ, καβάλα σε μουλάρι και συχνά πεζός, κουβέντιασα με μερικούς γονείς που οι συμμορίτες τους έχουν αρπάξει τα παιδιά.
-Στο χωριό Κώτα, κοντά στα αλβανικά σύνορα, βρήκα εννέα γυναίκες μαυροφόρες, που καθόταν ζαρωμένες η μια κοντά στην άλλη κι ακουμπισμένες σ’ ένα τοίχο. Η μια απ’ αυτές ήρθε κοντά μου.
Κυττάχτε, μου είπε δείχνοντας μου τις συντρόφισσες της με το χέρι. Πριν είμαστε χαρούμενες, χορεύαμε, φορούσαμε κόκκινες κάλτσες, ρούχα πολύχρωμα και ποδιές ριγωτές. Τώρα όμως κυττάχτε! Οι ρόμπες μας είναι μαύρες, όπως και οι καρδιές μας.
»Οι άλλες γυναίκες σηκώθηκαν. Άρχισαν να κλαίνε δυνατά. Αυτή που εί­χε μιλήσει φώναξε ξαφνικά.
»-Είχα τρία παιδιά. Σήμερα δεν μου ‘ μείνε πια κανένα (…)
«Πολλές οικογένειες στοίβαξαν τα παιδιά τους σε καταφύγια μέσα, που είχαν ανοίξει κάτω από τα σπίτια τους. Ένα μικρό παιδί έμεινε κρυμμέ­νο τέσσερις μήνες σ’ ένα τάφο μέσα. Άλλα κρύφθηκαν στους κάμπους, στα δάση, στα πηγάδια. Ανανεώνοντας το στρατήγημα που χρησιμοποίησε ο Οδυσσέας και οι σύντροφοι του, για να γλυτώσουν από τον Πολύφημο, μερικά παιδιά από το χωριό Μελάνθιο σκεπάστηκαν με τομάρια από πρόβατα, για να μοιάζουν με κοπάδι και τράβηξαν στα γύρω υψώματα.
»Δυο ώρες γυναίκες και παιδιά σέρ­νονταν στο δρόμο, ώσπου έφτασαν τέ­λος στο μεγάλο χωριό Ανταρτικό. Εκεί, κάτω από γερή φρουρά, πέρασαν την υπόλοιπη νύχτα. Όταν ξημέρωσε έδω­σαν στις μητέρες ένα φύλλο χαρτί ά­σπρο και τις πρόσταξαν να υπογράφουν. Ύστερα δακτυλογράφησαν πάνω σ’ αυτό την παρακάτω δήλωση και πά­νω από τις υπογραφές:
-«Εμείς οι μητέρες του Βατοχωρίου δώσαμε θεληματικά τα παιδιά μας για να σωθούν από τις αγγλοαμερικάνικές βόμβες και το πυροβολικό!»
«Tα παιδιά τραβήχτηκαν προς τα σύνορα, ενώ η φρουρά με τα όπλα έ­σπρωχνε βίαια τις μητέρες και τις υ­ποχρέωνε να γυρίσουν πίΐϊω.
–Μας βεβαίωσαν πως τα παιδιά μας θα ξαναγυρίσουν όταν πάψουν οι βομ­βαρδισμοί! Μου είπε η Καλλιόπη Θεοδωρίδου.
Σε κάθε σπίτι σε κάθε γωνιά γινό­ταν το ίδιο, παντού. Κάθε βράδυ σαβανωνόταν η ζωή. Μια ανήκουστη τα­ραχή ανάδευε σύψυχα γύρω. Θα μας πάρουν τα παιδιά! Τα παιδιά μας! Πα­ντού κυριαρχούσε ο φόβο, με τις επι­δρομές των ανταρτών τις νύχτες…»


Ελευθεροτυπία» 17.7.2000 για το Παιδομάζωμα

Κύριοι ομιλητές στη συνάντηση ήταν κυρίως πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, οι οποίοι παρουσίασαν σημαντικές εργασίες ως προϊόν πολύ­χρονης και επίπονης έρευνας. Παρόντες όμως και ο πρώην γ.γ. του ΚΚΕ Γρηγόρης Ψαράκος, καθώς και ο Θανάσης Μητσόπουλος. πρώην καπετάνιος του ΕΛΑΣ, οι οποίοι έδωσαν το δικό τους βάρος, φωτίζοντας ιδιαίτερες πτυχές του θέματος. Για παράδειγμα η αναφορά του Γρ. Φαράκου στη χρησιμοποίηση των παιδιών του «παιδομαζώματος- από το ΚΚΕ, στο πλαίσιο ενός -σχεδίου- που είχε σκοπό να δημιουργεί εφεδρικές μάχιμες ομάδες που στη συνέχεια θα έρχονταν στην Ελλάδα, για να ενισχύσουν το Δημοκρατικό Στρατό. Ένα σχέδιο που δεν πραγματοποιήθηκε φυσικά, λόγω της ήττας και της λήξης του Εμφυλίου, ωστόσο πήρε άλλη μορφή αργότερα, με την αποστολή στελεχών από το εξωτε­ρικό στην Ελλάδα, για να ανασυντά­ξουν ομάδες του Δημοκρατικού Στρατού, πράγμα που αποδείχτηκε τραγικό λάθος, καθώς εκτός των άλλων οδήγησε στη σύλληψη και την εκτέλεση (ομάδα Μπελογιάννη, Πλουμπίδη κ.ά.), στη μακρόχρονη φυλάκιση ή την εξορία εκατοντάδων σημαντικών στελεχών του ΚΚΕ».

Advertisements