Τι αποκαλύπτει το αρχείο Βλαντά


Ν. ΜΑΡΑΝΤΖΙΔΗΣ*, Το ΒΗΜΑ, 29/04/2007 , Σελ.: B59

Ο εμφύλιος πόλεμος αποτέλεσε μια τραγική στιγμή για την ελληνική κοινωνία. Οι άνθρωποι που είτε πήραν μέρος σε αυτόν ως ένοπλοι είτε υπέστησαν ως άμαχοι τις συνέπειές του έζησαν μια βαθιά τραυματική εμπειρία. Η πλήρης υποταγή της ατομικότητας στους καταναγκασμούς του περιβάλλοντος και οι επώδυνες προσαρμογές του σώματος στη βία του πολέμου αποτελούν τον κοινό παρονομαστή του βιώματος των απλών ανθρώπων. Η τάση για μυθοποίηση, είτε από τη μια είτε από την άλλη πλευρά και η διάθεση εξύψωσης του «ηρωικού» παρελθόντος, του έθνους ή του κόμματος ή και των δύο ταυτοχρόνως – τώρα που ο εθνο-λαϊκισμός και ο εθνο-κομμουνισμός αναζητούν στο παρελθόν και στα μαθητικά εγχειρίδια Ιστορίας τους λόγους της ύπαρξής τους – αφήνει στη σκιά όλα εκείνα που πραγματικά κυριαρχούν, όταν οι μηχανισμοί άσκησης συλλογικής βίας επιβάλλουν τις δικές τους αναγκαιότητες. Φόβος, πόνος, θλίψη, νεύρωση, απελπισία αποτελούν μερικά από αυτά τα συναισθήματα που η μετατροπή της Ιστορίας σε χολιγουντιανή ταινία τύπου «300» αδυνατεί ακόμη και να αντιληφθεί ότι υπάρχουν.

Η μυθοποίηση του Δημοκρατικού Στρατού άφησε στο περιθώριο της έρευνας πολλές από τις σκοτεινές πτυχές της δράσης του κομμουνιστικού αντάρτικου. Η βίαιη στρατολογία γυναικών και εφήβων, η συχνά βάναυση συμπεριφορά απέναντι στους τοπικούς πληθυσμούς η οποία περιελάμβανε αγγαρείες, κατασχέσεις νοικοκυριών και ζώων, οι ανισότητες και οι πελατειακές σχέσεις στο εσωτερικό του ΔΣΕ, η μέχρι εξευτελισμού και πλήρους εξάντλησης πείνα των μαχητών, οι μαζικές λιποταξίες, τα βασανιστήρια και η εξόντωση μαχητών με κατασκευασμένες κατηγορίες αποτελούν μερικές από τις διαφορετικές τραγικές όψεις της πραγματικότητας του Δημοκρατικού Στρατού, που παρά το ότι αποτυπώνονται σε αρκετές βιογραφίες και μαρτυρίες είτε υποβαθμίζονται συνειδητά είτε αγνοούνται εντελώς, αφήνοντας έτσι να επικρατήσει μια αφελής και ψευδής εικόνα της πραγματικότητας.

Σε γενικές γραμμές, τον Δημοκρατικό Στρατό διαπερνούσαν πολλών ειδών ανισότητες και χαρακτηριζόταν από έντονες και διαφορετικές ιεραρχίες. Αλλες από αυτές τις ιεραρχίες ήταν θεσμοθετημένες και ρητές (τα στρατιωτικά γαλόνια και η κομματική ιεραρχία) και άλλες άτυπες και υπόγειες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ήταν μικρότερης σημασίας. Πέρα όμως από τους κανονισμούς και τις ιεραρχίες, αυτό που χαρακτήριζε τον Δημοκρατικό Στρατό ήταν η ισχύς και η πυκνότητα των πελατειακών δικτύων. Οι «προστατευόμενοι» της ηγεσίας μπορούσαν να απολαμβάνουν προνόμια και να βρίσκονται στο απυρόβλητο: «Αλλοι πλεύρισαν τον Βλαντά, άλλοι τον Γούσια κτλ. και είχαν αλματώδη εξέλιξη. Εγώ που ανήκα στους σκληροτράχηλους, παρέμεινα στάσιμος» έγραφε ο Κοσμάς Σπανός (καπετάν Αμύντας) ταυτίζοντας απόλυτα την ανέλιξη στον Δημοκρατικό Στρατό με τα δίκτυα πατρωνίας που διαμόρφωνε η ηγεσία του κόμματος στα όρια της εξουσίας της. Η άλλη όψη των δικτύων πατρωνίας ήταν η καχυποψία και η έλλειψη εμπιστοσύνης του ενός στελέχους για τον άλλον εξαιτίας του φόβου της υπονόμευσης.

Στο Αρχείο Βλαντά – «Το Βήμα της Κυριακής» δημοσίευσε πριν από δύο εβδομάδες αποσπάσματα από το ημερολόγιο του κομμουνιστή ηγέτη που θα κυκλοφορήσει σε λίγες μέρες από τις εκδόσεις της Εστίας – υπάρχει σειρά εγγράφων στις οποίες ο μελετητής μπορεί να εντοπίσει αρκετές από αυτές τις σκοτεινές όψεις του ΔΣΕ. Δύο από αυτές αποτελούν αναμφίβολα οι λιποταξίες και το κυνήγι των πρακτόρων.

Το κυνήγι του «πράχτορα»

Το κόμμα αναζητεί έπειτα από κάθε λιποταξία ή στρατιωτική ήττα τον «πράχτορα» που ευθύνεται για τη «ζημιά». Οι μέθοδοι που ακολουθούνται δεν είναι παρά οι κλασικές: Κατασκευή ενόχων μέσα από πολυήμερες ανακρίσεις και απάνθρωπα βασανιστήρια μαχητών.

Στο Αρχείο Βλαντά βρίσκουμε τις εκθέσεις των στελεχών του κόμματος μετά τα γεγονότα της 2ης Μεραρχίας του ΔΣΕ στη Ρούμελη (Ιούνιος-Ιούλιος 1948) όπου διασύρθηκαν, βασανίστηκαν και δολοφονήθηκαν εν ψυχρώ μαχητές του ΔΣΕ με βάση «φήμες» περί «πραχτόρων». Η 2η Μεραρχία δεν ήταν η μοναδική περίπτωση μαζικών βασανιστηρίων μαχητών του ΔΣΕ. Οι μαχητές της 7ης Μεραρχίας γνώρισαν και αυτοί την άγρια αποτελεσματικότητα της «λαϊκής δικαιοσύνης». «Ομολογούσαν» και «κάρφωναν» ο ένας τον άλλον, προκειμένου να γλιτώσουν. Ηταν τέτοια τα βασανιστήρια που υπέστησαν που στο τέλος τους σκότωσαν γιατί θα «χάλαγε η εικόνα του κόμματος» αν τους έβλεπαν σε τέτοιο χάλι. Αξίζει να επισημανθεί ότι κανένας από τους υπεύθυνους για αυτές τις αγριότητες δεν είχε την παραμικρή ποινή από την ηγεσία του κόμματος.

Ολα τα στελέχη εμπλέκονται λίγο – πολύ στο κυνήγι του «πράχτορα»:

«…Πήραμε τηλ/μα του κλιμακίου με την υπογραφή του σ. Γιώτη (σ.σ.: Χαρίλαος Φλωράκης) που έλεγε ότι ανεκαλύφθη δίχτυ κατασκόπων που οργάνωναν λιποταξίες στο τάγμα Νικηφόρου. Πως το δίχτυ δεν περιορίζεται μέσα στο τάγμα, αλλά έχει πράχτορες και στα τμήματα της Ρούμελης. Επακολούθησαν κι άλλα τμήματα με ονόματα συλληφθέντων και περιληπτικές ομολογίες τους…». Αρχείο Βλαντά, Εκθεση Β. Κοτσάβρα. BDIC / Dossier Greacutece – Papier Vlandas Guerre Civile, FD RES 405/7/7.

Αρχίζουν οι ανακρίσεις

«…Η υπόθεση είχε μπερδευτεί α) από την κακή χρησιμοποίηση του «ειδικού επαγρυπνητή» (που είχε καθιερωθεί τότε), είχαν δημιουργηθεί μια σειρά παρεξηγήσεις (π.χ. είχε δοθεί στους επαγρυπνητές να πηγαίνουν και να κάνουν ότι θέλουν [σ.σ.: για να τους πείσουν] να δραπετεύσουν στον εχθρό για να δοκιμάσουν τους καινούργιους) β) με τον τρόπο που έγιναν οι ανακρίσεις το πράγμα αυτό μπερδεύτηκε από τις αλληλοκατηγορίες κατά τέτοιο βαθμό που δεν μπορούσες να βρεις άκρη…». Αρχείο Βλαντά, Εκθεση Ζ. Ζωγράφου για την υπόθεση του τάγματος Νικηφόρου. BDIC / Dossier Gréce – Papier Vlandas Guerre Civile, FD RES 405/7/3.

Βασανιστήρια και δολοφονίες

«…Οπως τους είχε καταντήσει απ’ τα βασανιστήρια ο Αλέκος Μωρηάς (σ.σ.: ο ειδικός επαγρυπνητής) δεν έμενε τίποτε άλλο παρά να τους εκτελέσουμε. Αν τους αφήναμε να ζήσουν, αυτό θα ‘ταν πολιτική ζημιά. Πρώτο, γιατί και οι ίδιοι πια θα ήταν εχθροί μας, δεύτερο, γιατί τι θα ‘λεγε ο κόσμος που θα τους έβλεπε σε τέτοια χάλια και τρίτο, γιατί ο εχθρός θα εκμεταλλεύονταν το ζήτημα […]. Εστω κι αν δεν είχε αποδειχτεί η ενοχή των ανθρώπων, εμείς έπρεπε να εκτελέσουμε μερικούς, για να δείξουμε ότι υπήρχε δίχτυ κατασκοπείας και ότι σωστά ενεργήσαμε όπως ενεργήσαμε». Αρχείο Βλαντά, έκθεση Π. Καλοδίκη, BDIC / Dossier Gréce – Papier Vlandas Guerre Civile, FD RES 405/7/7.

Χωρίς δίκη

«…Καταλήξαμε να τουφεκίσουμε έξι ή επτά, όσους είχαν τα περισσότερα επιβαρυντικά – όχι βέβαια με διαταγή δική μου. Στρατοδικείο δεν κάναμε γιατί αποδείξεις χειροπιαστές δεν υπήρχαν… Σχετικά με το αν τους αφήναμε στο χάλι που βρίσκονταν με τα βασανιστήρια, ότι θα μας ζημίωναν πολιτικά, δεν αρνούμαι ότι το είπα». (Αρχείο Βλαντά, Εκθεση Β. Κοτσάβρα, BDIC / Dossier Gréce – Papier Vlandas Guerre Civile, FD RES 405/7/7).

Μέσα σ’ ένα τέτοιο πλαίσιο, τα στελέχη ήταν περισσότερο απασχολημένα με το να εμποδίσουν να γλιτώσει ένας ένοχος παρά με το να καταδικασθεί ένας αθώος. Οι αναλογίες με τη σοβιετική απονομή δικαιοσύνης είναι κάτι παραπάνω από εμφανείς. Εξάλλου, αν για κάτι δεν θα μπορούσε να κατηγορηθεί η ηγεσία του ΚΚΕ, είναι η προδοσία του πνεύματος του «πατερούλη» Στάλιν.

Οι μαζικές λιποταξίες (Απο 1/6/1948 εως 17/7/1948)

Ο αριθμός των λιποτακτών από τις τάξεις του ΔΣΕ υπήρξε μεγάλος, και σε κάποιες περιπτώσεις πήρε χαρακτήρα μαζικής φυγής σε τέτοιο βαθμό, ώστε να προκηρυχθεί βραβείο για τη μονάδα του ΔΣΕ που θα είχε τους λιγότερους λιποτάκτες! Οι διαδοχικές στρατιωτικές αποτυχίες του ΔΣΕ λειτούργησαν ανασταλτικά στη στρατολογία εθελοντών με συνέπεια τη διαρκώς αυξανόμενη ανάγκη βίαιης στρατολόγησης. Η πίστη ότι οι φαντάροι του Εθνικού Στρατού ήταν στην πλειονότητά τους αριστεροί και «μόλις θα τους δινόταν ευκαιρία θα ακολουθούσαν τους αντάρτες […] αποδείχτηκε αβάσιμη» (Δ. Κατσής).

Στις μονάδες του Αρχηγείου Δυτικής Μακεδονίας, που καταγράφει μεθοδικά – για προφανείς λόγους – τον αριθμό των λιποτακτών, τους πρώτους μήνες του 1948 οι λιποταξίες υπολογίζονταν σε αρκετές εκατοντάδες άτομα, όταν η συνολική δύναμη (ΑΔΜ και 670 μονάδα) ήταν περίπου 6.000 μαχητές. Σε γενικές γραμμές, από τα στοιχεία του Αρχείου Βλαντά που διαθέτουμε, λιποτακτούσαν την κρίσιμη περίοδο του 1948 περισσότεροι από 100 μαχητές τον μήνα, γεγονός που δημιουργούσε απελπισία στην ηγεσία του ΔΣΕ λόγω της αδυναμίας να βρεθούν εφεδρείες.

*Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης διδάσκει Πολιτική Επιστήμη στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.

Advertisements