ΣΥΝΕΔΡΙΟ “Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΕΜΦΥΛΙΟΣ: ΑΠΟ ΤΗ ΒΑΡΚΙΖΑ ΣΤΟ ΓΡΑΜΜΟ”


Επιμέλεια δημοσιογραφικών περιλήψεων: Θανάσης Τσακίρης
(Υποψήφιος διδάκτορας Πολιτικής Επιστήμης Πανεπιστημίου Αθηνών)
τηλ. 9967543, 3284932, 0977-668136
Ε-mail: tsakthan@compulink.gr και tsakthan@hotmail.com

Τετάρτη, 20 Οκτωβρίου 1999

ΕΝΑΡΞΗ: “Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΕΜΦΥΛΙΟΣ: ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΚΑΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑ”
Πρόεδρος: Ηλίας Νικολακόπουλος, Πανεπιστήμιο Αθηνών

Ο JOHN O. IATRIDES, καθηγητής του Southern Connecticut State University, στην εισήγησή του με τίτλο “Ο Ελληνικός εμφύλιος πόλεμος στο διεθνές του πλαίσιο: μια επανεκτίμηση”, τόνισε, μεταξύ άλλων, ότι “οι εμφύλιοι πόλεμοι αποτελούν βίαιες ενδο-κρατικές συγκρούσεις που, πολύ συχνά, προσδιορίζονται από εξωτερικούς παράγοντες”. Οι βαθύτερες αιτίες του συγκεκριμένου εμφύλιου πολέμου ήταν τόσο εσωτερικές όσο και εξωτερικές και εντοπίζονται στις πρώτες δεκαετίες του λήγοντα αιώνα. Όμως ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος αποτέλεσε τον καταλύτη μιας και απαξίωσε, διέλυσε και διασκόρπισε τους παραδοσιακούς μηχανισμούς διακυβέρνησης και τις πολιτικές ελίτ. Έτσι προσφέρθηκε μια μοναδική στα χρονικά ευκαιρία στο ΚΚΕ να επιδιώξει, από θέση σχετικής ισχύος, την υλοποίηση των επαναστατικών στόχων του, μέσω πίεσης και ένοπλης βίας, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της απελευθέρωσης. Η βασική θέση του εισηγητή είναι ότι “ο Ελληνικός εμφύλιος πόλεμος πρέπει να μελετηθεί ως μια σειρά τριών διακριτών αλλά στενά αλληλοσυνδεόμενων φάσεων παρατεταμένης βίας όπου οι κομμουνιστές και αντίπαλοί τους πάλεψαν για την απόκτηση του κυριαρχικού ελέγχου του κράτους”. Σ’ αυτή τη μάχη για την εξουσία, “οι εξωτερικοί παράγοντες έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο”. Οι Βρετανοί στις δύο πρώτες φάσεις στέρησαν τη νίκη από τους κομμουνιστές ενώ στην τρίτη φάση Βρετανοί και Αμερικανοί θεώρησαν αυτό τον πόλεμο ως ένα από τα κύρια πεδία του Ψυχρού Πολέμου και σε όλες τις φάσεις οι Σοβιετικοί, φοβούμενοι την αναμέτρηση με τις Δυτικές δυνάμεις, έπαιξαν μόνο έμμεσο ρόλο στη σύγκρουση. Η Σ.Ε. και οι “πελάτες” της, όπως ονομάζει τις χώρες της Α. Ευρώπης ο εισηγητής, “ενθάρρυναν την ηγεσία του ΚΚΕ που έλπιζε σε αποφασιστική ξένη διπλωματική και στρατιωτική βοήθεια που ποτέ δεν υλοποιήθηκε”. Η ήττα των Ελλήνων κομμουνιστών “είχε βαθιά επίδραση στον αναπτυξιακό και εξωτερικό προσανατολισμό της χώρας”.

Ο ιστορικός ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΗΛΙΟΥ στην εισήγησή του με τίτλο “Η πορεία προς τον εμφύλιο: από την ένοπλη εμπλοκή στην ένοπλη ρήξη” έθεσε πρώτα απ’ όλα ένα μεθοδολογικό ερώτημα σε σχέση με το αν ήταν αναπόφευκτος ο εμφύλιος πόλεμος. Θα μπορούσαμε να τον είχαμε αποφύγει; Το δίλημμα αυτό δεν θα το έθετε, κατά τον εισηγητή “ένας στοιχειωδώς ενήμερος ιστορικός”. Κατ’ αυτόν, “η ιστορία πραγματώνεται μέσα από συγκεκριμένους συσχετισμούς δυνάμεων, πολιτισμικές πλαισιώσεις και πεδία νοοτροπιών που καθορίζουν συμπεριφορές ή στάσεις των ανθρώπων της κάθε εποχής”. Εκτός από μια τέτοια λογική, ένας άλλος κίνδυνος ελλοχεύει: η “ιδεολογική χρήση της ιστορίας”. Οι ερευνητές οφείλουν να ανακαλύπτουν μέσα από τη μελέτη των πηγών που προσφέρουν τα απομνημονεύματα και οι προφορικές αναμνήσεις την ιδεολογική χρήση της ιστορίας, γιατί όπως είπε χαρακτηριστικά ο εισηγητής “η δουλειά του ιστορικού είναι να μελετήσει τις πραγματικότητες στην πιο σκληρή τους μορφή με τον ελάχιστο δυνατό συναισθηματική φόρτιση”. Από το σημείο αυτό και πέρα, “με εντιμότητα και ξέροντας ότι και η ηθική προσέγγιση και τα στοιχεία υποκειμενισμού από τα οποία δεν μπορεί να απαλλαχθεί είναι μία ακόμη προσέγγιση για να κατανοηθεί το πρόβλημα” μπορεί να προχωρήσει. Ο εισηγητής στη συνέχεια αναφέρθηκε στις εκτιμήσεις του για τον εμφύλιο. Πάνω απ’ όλα ο εισηγητής έθεσε την αμφισβήτηση της λογικής που θέλει το ΚΚΕ σταθερά προσανατολισμένο από το 1943 στην πάση θυσία κατάκτηση της εξουσίας και την επιβολή ενός σοβιετικού τύπου καθεστώτος ακόμη και με την ένοπλη πάλη. Άλλοτε προωθούσε τη “δημοκρατική και ειρηνική μετάβαση στο σοσιαλισμό” ανάλογα με το συσχετισμό δυνάμεων και τις προθέσεις των Άγγλων και άλλοτε προωθούσε τους συμβιβασμούς και με ένοπλες εμπλοκές. Τέλος, μετά την αντιπαράταξη ισχυρών πολεμικών και πολιτικών δυνάμεων των συντηρητικών, των αντικομμουνιστών Άγγλων και Αμερικανών το ΚΚΕ, συντελούσης της αλλαγής στη διεθνή συγκυρία και την έναρξη του ψυχρού πολέμου, ανέτρεψε τη γραμμή του πιστεύοντας ότι με τη μαζική ένοπλη σύγκρουση θα μπορούσε να επιβάλλει τους δικούς του όρους εξουσίας ή και την ίδια του την εξουσία.

Πέμπτη, 21 Οκτωβρίου 1999

Α΄ Πρωινή Συνεδρία “Τοπική ιστορία και προφορική μνήμη
Πρόεδρος: Γρηγόρης Ψαλίδας, Ιόνιο Πανεπιστήμιο

Η ιστορικός ανθρωπολόγος ΡΙΚΗ ΒΑΝ ΜΠΟΥΣΧΟΤΕΝ, στην εισήγησή της με τίτλο “Προφορική μνήμη και εμφύλιος”, τόνισε ότι εδώ και δύο δεκαετίες στα πλαίσια της Αγγλικής και της Γερμανικής ιστοριογραφίας γίνεται εκτενής συζήτηση πάνω στη φύση της “προφορικής μνήμης”. Η δική της απόπειρα συνίσταται στη μεταφορά στην Ελλάδα αυτής της προβληματικής και ιδιαίτερα στην αναφορά στον Εμφύλιο μέσα από σημερινές αφηγήσεις. Από τους τρεις παράγοντες που συντελούν στην “κατασκευή” της μνήμης στη διάρκεια συνέντευξης, η εισηγήτρια επέλεξε στη φάση αυτή να αναπτύξει τους δύο πρώτους: α) πώς βλέπει ο αφηγητής τον εαυτό του αυτοπαρουσιαζόμενος με πέντε μορφές: ήρωας, αδικημένος / παραγνωρισμένος, ακούσιος θεατής, θύμα, ένοχος και β) πώς βλέπουν οι άλλοι τον αφηγητή. Οι “ερμηνευτικές καμπές” παίζουν ιδιαίτερο ρόλο στη δίνη των μεταπολεμικών εξελίξεων και η ίδια η αφήγηση επηρεάζεται από κομβικές έννοιες όπως “τιμή” και “στίγμα”. Τελειώνoντας, η εισηγήτρια τόνισε ότι όλα αυτά έχουν συνέπειες στον τρόπο διεξαγωγής μιας αφήγησης – συνέντευξης και, βεβαίως, στην ερμηνεία της.

Ο ΣΤΑΘΗΣ ΚΑΛΥΒΑΣ, (Πανεπιστήμιο της Πόλης της Νέας Υόρκης), στην εισήγησή του με τίτλο “Ο εμφύλιος μέσα από το πρίσμα της βίας”, ανέλυσε τις μορφές βίας των αντιπάλων παρατάξεων ξεκινώντας από το 1943. Εξέτασε κριτικά τις φυσιογνωμίες και τις ταυτότητες της κατοχικής και μετακατοχικής δεξιάς και της αριστεράς, με ιδιαίτερη αναφορά στην περιοχή της Πελοποννήσου χρησιμοποιώντας τόσο πρωτογενείς πηγές (προφορική ιστορία) όσο και δευτερογενείς (αρχεία).

Η ΝΑΣΗ ΜΠΑΛΤΑ, (Πάντειο Πανεπιστήμιο) στην εισήγησή της με τίτλο “» Τότε με τα ‘ χίτικα’ δεν κόταγες να πεις ούτε τ’ όνομά σου» : Μαρτυρίες για τον εμφύλιο σε ένα χωριό της Πυλίας”, μίλησε για “τη μικρή κοινωνία του χωριού Φουρτζή της Μεσσηνίας κατά την περίοδο κυρίως 1944-1946”. Το ΕΑΜοκρατούμενο χωριό Φρουτζή αποτελούσε από κοινού με το χωριό Κρεμμύδια (απ’ όπου καταγόταν ο τοπικός ηγέτης των Ταγμάτων Ασφαλείας Μαγγανάς) μια ενιαία Κοινότητα. Η σύγκρουση ΕΑΜ-Ταγμάτων Ασφαλείας στην κοινότητα επέφερε κατ’ αρχήν τη διάσπαση του χωριού Φρουτζή αλλά ταυτόχρονα ανέδειξε και μορφές αλληλεγγύης και συνοχής της μικρής αυτής κοινωνίας.

Η ιστορικός ΛΗ ΣΑΡΑΦΗ στην εισήγησή της με τίτλο “Λευκή Τρομοκρατία: ο μοχλός για τη σύνθλιψη του αντιστασιακού φρονήματος” ανέφερε πώς στο νομό Τρικάλων αναπτύχθηκε, οργανώθηκε και έδρασε ο “χώρος” των τρομοκρατικών συμμοριών στις πόλεις και τα χωριά κατά το 1945. Μέσα από τις αφηγήσεις των άμεσων και έμμεσων θυμάτων της Λευκής Τρομοκρατίας, η εισηγήτρια κατέδειξε ότι “ήταν μια κεντρικά οργανωμένη επιχείρηση” που πέτυχε να συρρικνώσει το αντιστασιακό φρόνημα “σε μια περιοχή όπου η Αντίσταση είχε τεράστια συμμετοχή και αξιόλογο έργο”. Το αντιστασιακό κίνημα έγινε θύμα ενός εκβιασμού και ήταν η πρώτη αποφασιστική πράξη του Εμφυλίου στην Κεντρική Ελλάδα”.

Πέμπτη, 21 Οκτωβρίου 1999

B΄ Πρωινή Συνεδρία “Διεθνείς προεκτάσεις
Πρόεδρος: Γιάννης Γιαννουλόπουλος, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Η ΓΙΟΥΛΑ ΚΟΥΤΣΟΠΑΝΑΓΟΥ, (Πάντειο Πανεπιστήμιο) στην εισήγησή της με τίτλο “Προπαγάνδα και Απελευθέρωση. Βρετανικές και Σοβιετικές πολιτιστικές ανταλλαγές στην Ελλάδα. Η περίπτωση του Βρετανικού Συμβουλίου και του Ελληνοσοβιετικού Συνδέσμου”, παρουσίασε τα αποτελέσματα της μεταβολής του χαρακτήρα των αγγλο-σοβιετικών σχέσεων από τα μέσα Φεβρουαρίου του 1945 και τις επιπτώσεις της διαμορφούμενης πολιτιστικής προπαγάνδας πάνω στην εξωτερική πολιτική του Ελληνικού κράτους. Εξετάστηκε “ο σκοπός της ίδρυσης των δύο πολιτιστικών οργανισμών, η χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων τους, το περιεχόμενο των πολιτιστικών τους προγραμμάτων, οι έλληνες υποστηρικτές τους, κρατικοί παράγοντες και ιδιώτες”. Τα ερωτήματα στα οποία η εισηγήτρια προσπάθησε να απαντήσει μέσα από την έρευνα των αρχείων αφορούσαν το βαθμό επιτυχίας της προώθησης των πολιτιστικών προγραμμάτων τους και την απήχηση στην κοινή γνώμη, τη συνέχιση των πρωτοβουλιών τους σε σχέση με την εξέλιξη του εμφυλίου πολέμου, τις ομοιότητες και διαφορές τους όσον αφορά τα μέσα για την επίτευξη των πολιτικών στόχων τους στην Ελλάδα. Χαρακτηριστική είναι η απάντηση του Αγγλικού Υπουργείου Εξωτερικών στην ένταση της Σοβιετικής προπαγάνδας μετά το Φεβρουάριο 1945: “το Βρετανικό Συμβούλιο της Αθήνας θα πρέπει να λάβει όλη την υποστήριξη που μπορεί να πάρει”.

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΑΚΚΑΣ (Πανεπιστήμιο Αιγαίου), στην εισήγησή του με τίτλο “Η διάψευση των ελπίδων και η πολιτική της ενσωμάτωσης: η στάση της βρετανικής εργατικής Αριστεράς στο ελληνικό ζήτημα, 1945-1949”, τόνισε ότι η ενότητα του κυβερνώντος Εργατικού Κόμματος Βρετανίας κινδύνεψε κατά τη διάρκεια της εμφύλιας σύγκρουσης. Οι προοδευτικοί εργάτες και διανοούμενοι που είχαν πιστέψει στις διακηρύξεις του κόμματος για μια διαφορετική εξωτερική πολιτική από αυτή των Συντηρητικών διαψεύστηκαν. Ως απάντηση στην πολιτική αυτή, δημιουργήθηκε ο “Σύνδεσμος για τη Δημοκρατία στην Ελλάδα” (ΣΔΕ) που οργάνωσε συλλαλητήρια, πορείες, διαδηλώσεις, δημοσιεύματα και διαμαρτυρίες προς τους διεθνείς οργανισμούς υπέρ του αγωνιζόμενου δημοκρατικού λαού στην Ελλάδα. Η επιδείνωση των σχέσεων Βρετανίας – ΕΣΣΔ μετά το 1946 οδήγησε στη σκλήρυνση της πολιτικής της ηγεσίας του κόμματος έναντι των διαφωνούντων και προσπάθησε να ενσωματώσει τους περισσότερους στα ασφυκτικά πλαίσια μιας συντηρητικής εργατίστικης αντίληψης. Από τα μέσα του 1947 και ύστερα “μόνο ο ΣΔΕ μαζί μ’ ένα μικρό τμήμα της βρετανικής (κυρίως κομμουνιστικής) Αριστεράς συνέχισαν να αντιμετωπίζουν την Ελλάδα ως ένα κεντρικό ζήτημα στην εξωτερική πολιτική της εργατικής κυβέρνησης και να διαμαρτύρονται ενάντια στην ξένη επέμβαση και στην πολιτική των ελληνικών κυβερνήσεων”.

Ο ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΣΦΕΤΑΣ (Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου), στην εισήγησή του με τίτλο “Μεταξύ συνεργασίας και αμοιβαίας καχυποψίας. Οι σχέσεις του ΚΚΕ και ΚΚΓ από τη ρήξη Τίτο-Στάλιν μέχρι το τέλος του Εμφυλίου”, τόνισε ότι “μετά την αποπομπή της Γιουγκοσλαβίας από την Κομινφόρμ, το ΚΚΕ προέβη σε επαναπροσδιορισμό των σχέσεών του με το ΚΚ Γιουγκοσλαβίας”. Επεσήμανε ότι “δημόσια το ΚΚΕ δεν στράφηκε έντονα κατά της Γιουγκοσλαβίας, στην ουσία όμως όλες οι κινήσεις του (προσπάθεια αναβάθμισης των σχέσεων με την Κομινφόρμ, Μακεδονικό, Κοινότητα Μπούλκες) είχαν αντιγιουγκοσλαβική αιχμή και επιδείνωσαν τις σχέσεις με το ΚΚ Γιουγκοσλαβίας”. Ο εισηγητής έκρινε, τέλος, ότι “με την υποτιθέμενη » προδοσία» του Τίτο, ο Ζαχαριάδης προσπάθησε να αποσείσει τις ευθύνες του για την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού”.

Πέμπτη, 21 Οκτωβρίου 1999

Α΄ Απογευματινή Συνεδρία “Εθνοτικές διαστάσεις
Πρόεδρος: Ευάγγελος Κωφός, ιστορικός

Ο ΙΑΚΩΒΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ (Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα” στη γραπτή (γιατί δεν μπόρεσε να παραστεί) εισήγησή του με τίτλο “Μοναρχοφασίστες και Σλαβομακεδόνες αγωνιστές: ιδεολογικές και άλλες βεντέτες στη Μακεδονία του εμφυλίου πολέμου” υποστήριξε ότι σύγκρουση των Σλαβόφωνων που ήταν μέλη του ΚΚΕ και του ΝΟΦ με το ελληνικό κράτος ήταν αναπόφευκτη, γιατί “στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό σε προσωπικές παρακαταθήκες, αναμνήσεις, εχθρότητες, πικρίες και αποκλεισμούς κάθε είδους κατά το πρόσφατο παρελθόν, περιβλήθηκε ιδεολογικά με τη συνθηματολογία της αντιτουρκικής εξέγερσης του 1903, διοχετεύθηκε αρχικά μέσω του λαϊκού κομμουνιστικού αγώνα ενάντια στο ‘μοναρχοφασισμό’, μετεξελίχθηκε στην ύστερη φάση της σε εθνική και δικαιώθηκε εν μέρει με την ίδρυση της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας”.

Η ΦΩΤΕΙΝΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ, από την Υπηρεσία Ιστορικού Αρχείου Υπουργείου Εξωτερικών, στην εισήγησή της με τίτλο “Τα αρχεία του Υπουργείου Εξωτερικών για τον Εμφύλιο: η περίπτωση του Έβρου” έφερε στο φως σημαντικές πληροφορίες που αφορούσαν την πολιτική της Ελληνικής κυβέρνησης στο χώρο της Βαλκανικής αυτής περιοχής και αποκάλυψε ότι οι Αμερικανοί είχαν στην ουσία επέμβει στα πολιτικά και στρατιωτικά πράγματα της Ελλάδας πολύ καιρό πριν από την επίσημη ή θεωρούμενη ως τέτοια από την Αριστερά, ανάμιξή τους. Τα ερωτήματα που προκύπτουν είναι κατά την εισηγήτρια τα εξής: “Πόσο μεγάλη ήταν η σημασία του Έβρου για τη συνέχιση του πολέμου; Σε τι βαθμό επηρέασε η δράση του ΕΑΜ Έβρου, με την ανατίναξη γεφυρών και άλλων οδών επικοινωνίας, τη μεταφορά χρωμίου και άλλων χρήσιμων για τον Άξονα μέσων στην παράταση ενός παράλογου αγώνα ενάντια στην ίδια την ανθρωπότητα; Από που τελικά ετροφοδοτείτο και ποιος ήλεγχε την πορεία του ΕΑΜ στον Έβρο; Ήταν πράγματι ο Α. Γεωργιάδης ο άνθρωπος των Αμερικανών που με την άδεια και των Άγγλων εγκαταστάθηκε στο ελληνικό προξενείο Αδριανούπολης για την εξασφάλιση της ομαλής ροής πληροφοριών στο Κάιρο; ”

Ο Βασίλης Γούναρης (Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα) στην εισήγησή του με τίτλο “ΕΑΜοβούλγαροι και Μακεδονομάχοι: ιδεολογικές και άλλες βεντέτες στη Μακεδονία του εμφυλίου πολέμου” ασχολήθηκε με την ιδεολογική κατηγορία περί “από βορράν σλαβικού κινδύνου που είχε ήδη αρχίσει να εκτοξεύεται κατά την περίοδο της Γερμανικής κατοχής από τον ημερήσιο τύπο και κατά τον Εμφύλιο οδήγησε πολλούς να τον εκλάβουν ως “δεύτερο μακεδονικό αγώνα”. Το μεγάλο ερώτημα που αποπειράθηκε να απαντήσει ήταν το γιατί η κοινωνία της Βόρειας Ελλάδας απορρόφησε το επιχείρημα αυτό και τα πρώτα του συμπεράσματα είναι ότι “η διαδικασία αυτή συσχετίζεται αφενός με την “ιδεολογική εκδίκηση” των μεσοπολεμικών προσφύγων από τη Γιουγκοσλαβία και τη Βουλγαρία και την κοινωνική τους ανέλιξη στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Βορείου Ελλάδος αφετέρου με την επαναβεβαίωση του δικτύου των πελατειακών σχέσεων που είχε καθιερωθεί μετά το 1912”.

Ο ιστορικός ΡΑΫΜΟΝΔΟΣ ΑΛΒΑΝΟΣ στην εισήγησή του με τίτλο “Πολιτισμική διαφορά και εμφύλια διαμάχη. Η μνήμη και η εμπειρία του εμφυλίου πολέμου σε δύο σλαβόφωνα χωριά της Καστοριάς” εξέτασε πώς η σύγκρουση μεταξύ των δύο πολιτιστικών ομάδων που κατοικούσαν στα δύο αυτά χωριά, δηλαδή των σλαβόφωνων και των ποντίων προσφύγων “διασταυρώθηκε με τις συγκρουόμενες πολιτικές ιδεολογίες στο μεταπολεμικό Βαλκανικό περιβάλλον. Μέσα από 50 ηχογραφημένες συνεντεύξεις κατοίκων αλλά και τις εφημερίδες της εποχής, αντλούνται στοιχεία που αφορούν τις στάσεις και αντιδράσεις στον πόλεμο στο τοπικό επίπεδο “χρησιμοποιώντας την οπτική και μιας μειονοτικής ομάδας (των σλαβόφωνων) που έπαιξαν πολύ σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα”. Σημαντική είναι, και συνάμα συγκλονιστική, η πληροφορία που μας δίνει ο εισηγητής σχετικά με τη ρευστότητα των πολιτικών συμπεριφορών των αντιμαχόμενων: “…ύστερα από τη Συμφωνία της Βάρκιζας είχαμε μια εντυπωσιακή στροφή φρονημάτων και από τις δύο πλευρές. Οι ντόπιοι (…) συμμάχησαν με το ΚΚΕ και οι πόντιοι του χωριού συμμάχησαν με τη Δεξιά και αρκετοί από αυτούς εντάχθηκαν στη χωροφυλακή ή στις άτακτες ομάδες της Δεξιάς. Οι ντόπιοι ακόμη και σήμερα εντυπωσιάζονται με την ανάμνηση ποντίων φανατικών υποστηρικτών του ΚΚΕ και του ΕΛΑΣ που εντάχθηκαν σε μονάδες της χωροφυλακής”.

Ο ΝΙΚΟΣ ΜΑΡΑΝΤΖΙΔΗΣ, (Πανεπιστήμιο Μακεδονίας) στην εισήγησή του με τίτλο “Εθνοτικές διαστάσεις του εμφυλίου πολέμου: η περίπτωση των τουρκόφωνων Ποντίων καπεταναίων της Μακεδονίας” εξέτασε την περίπτωση των τουρκόφωνων χριστιανών ορθόδοξων από τον Πόντο (Σεβάστεια και Κασταμονού) και των συνεργασιών αλλά και των συγκρούσεών τους με τον Ε.Λ.Α.Σ. και τον Δημοκρατικό Στρατό αργότερα. Οι καπεταναίοι των τουρκόφωνων Ποντίων, όπως και ολόκληρος αυτός ο πληθυσμός αρχικά συντάχθηκαν με το Ε.Βενιζέλο και το κόμμα του το οποίο και στήριξαν φανατικά (ακόμη και στο κίνημα του 1935). Στην κατοχή συνεργάστηκαν αρχικά με τον Ε.Λ.Α.Σ. σε επιχειρήσεις κατά των Βούλγαρων κατακτητών αλλά αρνήθηκαν την ένταξή του σ’ αυτόν. Από τα τέλη του 1943 άρχισαν να συγκρούονται με τον Ε.Λ.Α.Σ. ώσπου να διασπαστούν: οι Τουρκόφωνοι της Ανατολικής Μακεδονίας έκαναν “διμέτωπο αγώνα” ενώ οι της Δυτικής Μακεδονίας κατέφυγαν στους Γερμανούς που τους εξόπλισαν. Πλήθος κατοίκων και χωριών εξοντώθηκαν και καταστράφηκαν στα τέλη της κατοχής και μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας. “Μετά τη Βάρκιζα αρκετοί από αυτούς συνέχισαν τις ένοπλες δραστηριότητες ενταγμένοι μέσα στις γραμμές του ελληνικού στρατού, ενώ στις εκλογές του 1946 θα διαδραματίσουν κάποιο πολιτικό ρόλο εκλέγοντας αντιπροσώπους στο κοινοβούλιο”.

Πέμπτη, 21 Οκτωβρίου 1999

Β΄ Απογευματινή Συνεδρία
Πρόεδρος: Στέφανος Παπαγεωργίου, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Ο ΧΑΓΚΕΝ ΦΛΑΣΕΡ (Πανεπιστήμιο Αθηνών) στην εισήγησή του με τίτλο “Στενή η πύλη του ‘Ελεύθερου Κόσμου’. Πολιτικοί περιορισμοί στην ελεύθερη διακίνηση προς και από την Ελλάδα, 1945-1952”, τόνισε ότι στις θεμελιώδεις αρχές “στις οποίες θα στηριζόταν η διαμόρφωση αυτή, ανήκε και το δικαίωμα της ελεύθερης διακίνησης για τους πολίτες των “Ενωμένων Εθνών”, συμπεριλαμβανομένου του επαναπατρισμού των displaced people – ατόμων και πληθυσμιακών ομάδων που είχαν εκτοπιστεί βίαια από τον εχθρό (ή είχαν αναγκαστεί να διαφύγουν σε άλλη χώρα προκειμένου να γλιτώσουν από τους διωγμούς)”. Η Ελλάδα, παρότι υπέγραψε το σχετικό πρωτόκολλο, εξέφρασε επιφυλάξεις για τις “εχθρικές μειονότητες” (περιλαμβανόταν και η Εβραϊκή!!!). Πάνω στις επιφυλάξεις αυτές στηρίχτηκε μια ολόκληρη πολιτική διώξεων και περιορισμών της Εαμικής Αριστεράς και των οπαδών της. Τα στοιχεία της έρευνας προέρχονται από τη μελέτη των εγγράφων των ελληνικών υπηρεσιών (κυρίως του ΥΠ.ΕΞ.) και των προξενικών αρχών των Η.Π.Α.

Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΤΑΘΑΚΗΣ από το Πανεπιστήμιο Κρήτης στην εισήγησή του με τίτλο “Η οικονομία του εμφυλίου πολέμου, 1947-1949” τόνισε ότι παρ’ όλες τις αναταράξεις του εμφυλίου “η ελληνική οικονομία παρέμεινε σχετικά σταθερή”, δηλαδή ελεγχόμενος πληθωρισμός, αργοί ρυθμοί ανασυγκρότησης, φτάνοντας τα προπολεμικά επίπεδα της οικονομικής παραγωγής κατά τα τέλη του Εμφυλίου, ως αποτέλεσμα δύο παραγόντων: Δόγμα Τρούμαν και Σχέδιο Μάρσαλ υπό την απόλυτη καθοδήγηση του Αμερικανικού κράτους (έλεγχος δημοσιονομικού και νομισματικού τομέα, ρύθμιση εξωτερικού εμπορίου). Όμως δεν ακολουθήθηκε παρά μόνο κατά ένα μέρος το σχέδιο της Έκθεσης Πόρτερ και αγνοήθηκαν μέτρα που αφορούσαν ως επί το πλείστον τα λαϊκά στρώματα: εκβιομηχάνιση, αναδιανομή εισοδήματος, αποδυνάμωση του μονοπωλιακών πρακτικών, θεσμικές και πολιτικές αλλαγές. Τέλος, το Πρόγραμμα των Βιομηχανικών Δανείων ήταν μικρής εμβέλειας και ενίσχυσε αντί να αποδυναμώσει τις μονοπωλιακές δομές στο βιομηχανικό τομέα”.

Ο Γιώργος Μαργαρίτης από το Πανεπιστήμιο Κρήτης στην εισήγησή του με τίτλο “Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος: από τους οικονομικούς στους πολιτικούς οικονομικούς συσχετισμούς” τόνισε ότι ο “πόλεμος κρίθηκε στα πεδία των μαχών”. Το πλαίσιο όμως μέσα στο οποίο παγιώθηκαν οι συσχετισμοί έγινε νωρίτερα στον κοινωνικό χώρο, “στις οικονομικές διεργασίες που λειτούργησαν εκεί και στις αναταράξεις που αυτές με τη σειρά τους προκάλεσαν στις κοινωνικές διαθεσιμότητες και επιλογές, καθώς και στις πολιτικές τους εκφράσεις”. Η διεργασία αυτή είχε ήδη ξεκινήσει από την κατοχή. Υπάρχουν ενδείξεις τόνισε ότι “η σύνδεση της παρεχόμενης βοήθειας με την κατασκευή του μετά την Βάρκιζα Κράτους και τον πολιτικό στόχο της απομόνωσης και εκμηδενισμού της αριστεράς, ήταν μία από τις βασικές αιτίες για την έναρξη του Εμφυλίου. Οπωσδήποτε ήταν η ουσιαστική παράμετρος για την διαμόρφωση των συσχετισμών και την έκβαση του πολέμου”.

Παρασκευή, 22 Οκτωβρίου 1999
Α΄ Πρωινή Συνεδρία “Πολιτικοί Κρατούμενοι

Η ιστορικός ΔΗΜΗΤΡΑ ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΥ στην εισήγησή της με τίτλο “Βιώματα πολιτικών κρατουμένων μέσα από τις φυλακές και της εξορίας” έδειξε μία από τις πολλές κρυφές πλευρές του εμφυλίου. Το “πρώτο πρόσωπο”, το “υποκείμενο” των επιστολών, μας αποκάλυψε “τους τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι άρθρωσαν και νοηματοδότησαν τις εμπειρίες τους”, αναδεικνύοντας μια σειρά παραμέτρους που προσδιορίζουν τις εσωτερικές σχέσεις του μικρόκοσμου των κρατούμενων, τις σχέσεις με τον έξω κόσμο, την αφηγηματική διάρθρωση της εμπειρίας του περιορισμού της φυλακής κ.α.

Η ιστορικός ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΛΑΖΟΥ στην εισήγησή της με τίτλο “Το Έκτακτο Στρατοδικείο της Λαμίας, 1946-1950” τόνισε ότι ο στόχος του στρατοδικείου αυτού που κάλυπτε τη Φθιώτιδα, τη Φωκίδα και την Ευρυτανία (βασικές περιοχές ανταρτών) ήταν “η εκδίκαση αδικημάτων στρεφομένων κατά της Ασφαλείας του Κράτους, της Δημόσιας Τάξεως και της Ειρήνης σύμφωνα με το Γ΄ Ψήφισμα της 18ης Ιουνίου 1946 και τον Αναγκαστικό Νόμο 509 της 27ης Δεκεμβρίου1947”. Οι προφορικές μαρτυρίες κατηγορουμένων, μαρτύρων και απλών πολιτών αλλά και οι αποφάσεις του στρατοδικείου, οι ανταποκρίσεις των εφημερίδων συνθέτουν μια εικόνα της ζωής της Λαμίας και της ευρύτερης περιοχής μέσα στο εμφυλιακό κλίμα.

Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΟΣΧΟΠΟΥΛΟΣ (Ιόνιο Πανεπιστήμιο) στην εισήγησή του με τίτλο “Πολιτικοί κρατούμενοι στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου” επιδίωξε να διεισδύσει μέσα στον ίδιο τον κόσμο των αριστερών πολιτικών κρατουμένων και να ανασυστήσει το σκηνικό των εσωτερικών τους συγκρούσεων που επηρεαζόταν από τις στρατηγικές τόσο του μεταπολεμικού κράτους όσο και του ηγετικού μπλοκ του ΚΚΕ. Η νέα θεώρηση που προτείνει ο εισηγητής για το ζήτημα των πολιτικών κρατουμένων εντάσσει την περίπτωση τους στο ιδεολογικό και πολιτικό οπλοστάσιο του κράτους και του ΚΚΕ. Το κύριο όπλο στην περίπτωση αυτή ήταν οι δηλώσεις μετανοίας που διαμόρφωσαν μια συλλογική νοοτροπία στη μεταπολεμική Ελλάδα χαρακτηριστικό της οποίας ήταν το “έλλειμμα κρατικής συνείδησης”. Συνέπεια ήταν να εξαρτηθούν οι αντίπαλοι του εμφυλίου στην ιδεολογική αποκλειστικά αντιπαράθεση και εξόντωση.

Η ιστορικός ΟΥΡΑΝΙΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ στην εισήγησή της με τίτλο “Από το επισκεπτήριο στα σκαλιά των Υπουργείων: παραδοσιακός ρόλος και πολιτική δράση των γυναικών της Πανελλήνιας Ένωσης Οικογενειών Πολιτικών Εξορίστων και Φυλακισμένων (Π.Ε.Ο.Π.Ε.Φ.)” τόνισε ότι οι γυναίκες συγγενείς των κρατουμένων και εξορίστων αποτέλεσαν ένα ιδιαίτερο κίνημα. Έδρασαν ως “πολιτικά υποκείμενα σε μια συγκυρία εμφυλίου πολέμου, κρατικής καταστολής και πολιτικής κρίσης”. Πώς ερμηνεύεται αυτό το “παράδοξο”; Η λογική που διαπερνά τις κινητοποιήσεις τους είναι η παραδοσιακή λογική της συγγένειας. Η διάσταση αυτή είναι που νομιμοποίησε την “πολιτικοποίηση” των φυλετικών ρόλων και “κυρίως της μητρότητας και από τα δύο στρατόπεδα του εμφυλίου”. Το νέο ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο υπήρχαν – και ποιες ήταν – “οι αλλαγές στη συλλογική συνείδηση των γυναικών”.

Παρασκευή, 22 Οκτωβρίου 1999

Β΄ Πρωινή Συνεδρία “Ιδεολογικές όψεις του εμφυλίου
Πρόεδρος: Χρήστος Λυριντζής, Πανεπιστήμιο Αθηνών

Η ΜΑΡΙΑ ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ (Κέντρο Ερεύνης της Ιστορίας του Νεώτερου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών) στην εισήγησή της με τίτλο “Η » Κίνηση Ενωμένη Εθνική Αντίσταση» : κίνηση συμφιλίωσης” τόνισε τη σημασία της δράσης αυτής της κίνησης που είχε ως στόχους την ανάδειξη “της αξίας της ενιαίας αντίστασης κατά των κατακτητών, όλων των αναγνωρισμένων οργανώσεων και των πατριωτών” και ο αγώνας “ώστε να ξεπεραστούν τα κατάλοιπα των εμφυλίων αναμετρήσεων”. Η ιδιαίτερα σκληρή μάχη που έδωσαν, κόντρα στις προκαταλήψεις, στελέχη του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, του ΕΔΕΣ, της ΠΕΑΝ και της ΕΚΚΑ για την ενότητα των αντιστασιακών, ενότητα που για ορισμένους είχε ήδη σφυρηλατηθεί στον αγώνα κατά της δικτατορίας, είχε ως αποτέλεσμα την αποκατάσταση του ενιαίου χαρακτήρα της αντίστασης. Όμως, παρά την ενιαία δράση τους οι αντιστασιακοί δεν έχουν ακόμη ανοίξει το κεφάλαιο “Εμφύλιος πόλεμος”.

Ο ιστορικός ΜΙΧΑΛΗΣ Π. ΛΥΜΠΕΡΑΤΟΣ στην εισήγησή του με τίτλο “Η μεταπολεμική διαμόρφωση των ιδεολογικών μετώπων και η εμφύλια σύγκρουση (Ο άξονας ‘εθνικός-αντεθνικός’)” διαπραγματεύτηκε τη μεταπολεμική συγκρότηση του ιδεολογικού πλαισίου της εμφύλιας σύγκρουσης και την απουσία προϋποθέσεων συμβιβασμού – ιδίως από την πλευρά της αστικής ιδεολογίας. Η διεθνής συγκυρία και διαμόρφωση του μεταπολεμικού συνοριακού status αποτέλεσε το έδαφος ανάπτυξης εθνικών αιτημάτων και των παραδοσιακών αντιπαραθέσεων γύρω από αυτά. Στα πολιτικά αυτά πλαίσια στήθηκε ξανά στα πόδια του το σχήμα “εθνικοφροσύνη” versus “μειοδοτικού διεθνισμού” για να επιτευχθεί “η αποβολή του ιδεολογικού αντιπάλου από το πλαίσιο των δυνάμεων εκείνων που επικαλούνταν πολιτικές συγκρότησης στη βάση της εθνικής ιδεολογίας και άρα είχαν ισότιμα δικαιώματα δράσης στην επίσημη πολιτική ζωή”. Έτσι δικαιολογήθηκε η επιβολή βίαιων πρακτικών περιθωριοποίησης της αριστεράς, των μελών και των οπαδών της, “για λόγους εθνικής ανάγκης”, δίχως περιθώρια συμβιβασμών. Η Αριστερά (ΚΚΕ-ΕΑΜ) για να αποφύγει την αποβολή της από την εθνική πολιτική σκηνή και τη διάλυση της ΕΑΜικής συμμαχίας (που στηρίχτηκε κυρίως στο πατριωτικό πρόταγμα) υιοθέτησε “ακόμη και αιτήματα που δεν απείχαν πολύ από το σοβινισμό”. Το ΚΚΕ “άρθρωσε μια επιχειρηματολογία που – από προφανή θέση άμυνας – επιχειρούσε να ανταποδώσει τις κατηγορίες στο επίπεδο του αντιπάλου, απευθύνοντάς του αντίστοιχες αιτιάσεις περί ξενοδουλείας”. Με το πέρασμα σε πρώτο πλάνο αυτής της αντίθεση “εθνικού” – “αντεθνικού” μπήκε σε δευτερεύον πλάνο η κοινωνική διάσταση της σύγκρουσης που ίσως να εμπεριείχε στοιχεία επίτευξης συμβιβασμών.

H ΛΙΑΝΑ ΘΕΟΔΩΡΑΤΟΥ (Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης) στην εισήγησή της με τίτλο “Η πολιτική της σιωπής στην ελληνική μεταπολεμική ποίηση” μας έμπασε σε έναν άλλο κόσμο, αυτόν του κόσμου της λογοτεχνίας και τη σχέση του με τη βία και το πολεμικό τραύμα που προκάλεσε ο εμφύλιος. Η ίδια έθεσε τα ερωτήματα προς όλους μας με τρόπο τέτοιο ώστε να σκεφτούμε πέρα και πάνω από το παρόν που πολλές φορές το νιώθουμε ως … απόλυτο. “Με ποιον τρόπο η ποίηση συγκαταλέγεται στην κληρονομιά του εμφυλίου; Με ποιον τρόπο αποκαλύπτει ένα παρελθόν που επιζεί και στοιχειώνει το παρόν; Με ποιον τρόπο μπορεί να μας υποδείξει τις δύσκολες και πολλαπλές ευθύνες που ενέχονται στη σχέση μας με αυτό το παρελθόν και το στοιχειωμένο παρόν;”. Η εισηγήτρια τόνισε πως γι’ αυτήν η ονομαζόμενη “μεταπολεμική ποίηση” είναι ένας τύπος ανταπόκρισης στα ερωτήματα αυτά – άρα “παρακινείται από αυτά”. Η γλώσσα των χαρακτηριστικότερων ποιητών αυτής της “φάσης” (Σινόπουλος, Αναγνωστάκης, Αλεξάνδρου και Πατρίκιος) είναι γεμάτη αβεβαιότητα. Η αδυναμία της ποίησης αυτής “να διαφύγει από την απροσδιοριστία του πολέμου” την οδηγεί στο ένα άκρο: τη “σιωπή”. Καταδεικνύουν έτσι “την αμφισημία των ηθικών συνεπειών του εμφυλίου”. Έχει ένα θετικό πρόσημο διαφορετικό από τα συνηθισμένα η πράξη αυτή: “τους επιτρέπει να αντισταθούν στην περιστολή ή στην αναγωγή της εμπειρίας αυτής σε μία απλή έκφραση συναισθημάτων”. Με σημείο εκκίνησης συγκεκριμένα γεγονότα του εμφυλίου “υποδεικνύουν ότι η ιστορία του ελληνικού εμφυλίου πολέμου είναι πολλαχώς μία ιστορία σιωπής, μίας σιωπής διάσπαρτης ανάμεσα στα επεισόδια και τα σπαράγματα μίας ιστορίας που εξακολουθεί να εκτυλίσσεται”. Αυτές οι σιωπές υποδηλώνουν μία “μορφή ενεργούς συμμετοχής”. “Γυρεύοντας να αποδώσει το νόημά της χωρίς ήχους ή λέξεις, ετούτη η ποίηση”, λέει η εισηγήτρια, “επιμένει να μας λέει ότι κανείς δεν μπορεί να δείξει τίποτα χωρίς γλώσσα, και ότι σωπαίνοντας εξακολουθείς να μιλάς”.

Α΄ Απογευματινή Συνεδρία “Πολιτικά ζητήματα του εμφυλίου”
Πρόεδρος: Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Πανεπιστήμιο Αθηνών

Ο Βασίλειος Κόντης (Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και ΙΜΧΑ) στην εισήγησή του με τίτλο “Το ζήτημα του εφοδιασμού και των εφεδρειών του ΔΣΕ στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου” εξέτασε και ανέλυσε τις αδυναμίες του ΔΣΕ σχετικά με τα θέματα του εξοπλισμού και την έλλειψη στρατιωτικών στελεχών. Οι πηγές της έρευνάς του ήταν τα έγγραφα των αρχείων της Γιουγκοσλαβίας και της Βουλγαρίας απ’ όπου και αποδείχτηκε ότι “ο εξοπλισμός του ΔΣΕ δεν ήταν ανεπαρκής αλλά υπήρχε έλλειψη ανδρών”. Επίσης στα πλαίσια της προσπάθειας της ηγεσίας του ΚΚΕ για στρατολόγηση τέθηκε σε εφαρμογή το “Σχέδιο Λίμνες” που απέτυχε.

Η ΙΩΑΝΝΑ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ (Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας – ΑΣΚΙ) στην εισήγησή της με τίτλο “» Το όπλο παρά πόδα» : λεκτική πολεμική ή πολιτική ανασυγκρότησης του ΚΚΕ;”, έδειξε ότι το “όπλο παρά πόδα” ως σύνθημα μαζί με τη φράση της απόφασης της 6ης ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ δίχασε την αριστερά και τους οπαδούς της δίνοντας λαβή στην αντίπαλη πολιτική παράταξη να διαιωνίσει το εμφυλιοπολεμικό κλίμα σε βάρος των αριστερών δυνάμεων. Το κύριο αιτούμενο της εισηγήτριας ήταν να αναδείξει μέσω της εξέτασης των διαφορετικών χρήσεων του μηνύματος της ηγεσίας του ΚΚΕ τους όρους συγκρότησης της νέας πολιτικής της στρατηγικής, με άλλα λόγια την ανάδειξη των νέων και σχετικά αυτόνομων κοινωνικών χώρων στους οποίους στρέφεται για να οργανώσει το ΚΚΕ.

Η ιστορικός ΤΑΣΟΥΛΑ ΒΕΡΒΕΝΙΩΤΗ ξεκίνησε την εισήγησή της με τίτλο “Οι ‘Μαχήτριες της Λευτεριάς’ ή οι Γυναίκες στο Δημοκρατικό Στρατό της Ελλάδας” αναφέροντας ένα ενδιαφέρον στατιστικό στοιχείο: τα μάχιμα τμήματα του ΔΣΕ αποτελούνταν από 30% γυναίκες και οι υπηρεσίες από 70% ! Μοναδική περίπτωση στα παγκόσμια χρονικά φαινόμενο. Η ιδιαιτερότητα του πολέμου ως εμφυλίου σημαίνει ότι ήταν δύσκολο να μείνει κανείς ουδέτερος ή άμαχος. Οι γυναίκες επίσης έδωσαν μια κάποια λύση στο πρόβλημα των εφεδρειών του ΔΣΕ. Η ηγεσία του ΔΣΕ με στόχο την αφομοίωση τους ακολούθησε μια ισορροπιστική τακτική μεταξύ του γυναικείου ρόλου και του ρόλου της μαχήτριας. “Η » ειδική πολιτική δουλειά» στις μαχήτριες, η ένταξή τους δηλ. στη λογική και πρακτική του πολέμου, είχε ανατεθεί στις » υπεύθυνες των γυναικών» , οι οποίες δρούσαν ως Βοηθού του Πολιτικού Επιτρόπου. Ανάμεσα στους μαχητές και τις μαχήτριες αναπτύχθηκε επίσης μια ανταλλαγή υπηρεσιών παραδοσιακών ρόλων. Το παράδοξο είναι ότι αν και οι περισσότερες μαχήτριες ήταν επιστρατευμένες υπήρξαν καλοί στρατιώτες και μάλιστα γενναίες, λόγω των τυπικά παραδοσιακών » γυναικείων αρετών» τους”.

Ο ΘΑΝΑΣΗΣ Δ.ΣΦΗΚΑΣ (University of Central Lancashire) στην εισήγησή του με τίτλο “Η ‘ειρηνοπόλεμη’ διάσταση του ελληνικού εμφυλίου πολέμου: ειρηνευτικές πρωτοβουλίες και δυνατότητες συμβιβασμού” έφερε στο φως δύο σημαντικά στοιχεία που δεν έχουν μέχρι τώρα αξιολογηθεί με κατάλληλο τρόπο. Πρώτον, ότι, μέχρι την 20ή Απριλίου 1949 που η Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση διαμήνυσε στον ΟΗΕ ότι οι έλληνες κομμουνιστές ήταν “έτοιμοι να κάνουν τις πιο μεγάλες υποχωρήσεις”, το ΚΚΕ είχε υποβάλει 20 ειρηνευτικές προτάσεις από το 1946 την οποία οι κυβερνήσεις, και το Αμερικανικό Υπουργείο Εξωτερικών συμφωνούσε με αυτές, αρνούνταν απαιτώντας πρώτα απ’ όλα την παράδοση των όπλων. Δεύτερον, ότι “η συνοπτική απόρριψη της εικοστής πρώτης έκκλησης από την κυβέρνηση της Αθήνας δεν συνοψίζει επακριβώς τη συνολική στάση της αντικομουνιστικής παράταξης”. Η μελέτη των επίσημων και καταγραμμένων προτάσεων και σχεδίων ειρήνευσης, τόνισε ο εισηγητής, “πρέπει να θεωρηθεί ως συμβολή στην καταπολέμηση τόσο των υπερβολικά τελεολογικών ή νομοτελειακών ερμηνειών του εμφυλίου, όσο και του πέπλου της » λαθολογίας» που συσκοτίζει και παροδηγεί την κατανόηση της περιόδου 1945-9”.

Ο ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΨΑΛΛΙΔΑΣ από το Ιόνιο Πανεπιστήμιο στην εισήγησή του με τίτλο: “Η θεώρηση της διεθνούς πολιτικής κατάστασης από τους σοσιαλιστές (ΣΚΕΛΔ) κατά την περίοδο 1945-1947” μίλησε για μια σχετικά αγνοημένη συνιστώσα της Αριστεράς κατά τη μεταπολεμική – εμφυλιοπολεμική περίοδο, το Σοσιαλιστικό Κόμμα – Ένωση Λαϊκής Δημοκρατίας (ΣΚΕΛΔ), που υπήρξε δραστήριο μέλος της ΕΑΜικής πολιτικής συμμαχίας. Στην περίοδο 1945-1947 έγινε προσπάθεια ανεξάρτητης πολιτικής συγκρότησης των ελλήνων σοσιαλιστών έτσι ώστε να αντιμετωπιστεί η τεταμένη εσωτερική κατάσταση της χώρας. Η θέση του για τον “τρίτο παράγοντα” στην ελληνική πολιτική απηχούσε, κατά τον εισηγητή, την ευρωπαϊκή προσπάθεια για τη συγκρότηση “τρίτου παράγοντα”. Η ιδεολογικού τύπου ανάλυση αντί για την πολιτική είναι που καθόρισε και την αντιφατική πολιτική στρατηγική και τακτική του κόμματος καθώς και τις λαθεμένες διαγνώσεις των συνεπειών τόσο των διεθνών μετατοπίσεων των συσχετισμών δυνάμεων όσο και των εγχωρίων. Όπως τόνισε χαρακτηριστικά: “Η εμμονή των ελλήνων σοσιαλιστών να γίνουν “τρίτος παράγοντας” στην Ελλάδα κατ’ αναλογία του “νέου ρεύματος” των ευρωπαίων σοσιαλιστών συνεπαγόταν την άρνησή τους να αναγνωρίσουν το ρόλο, που μπορούσε να διαδραματίσει το Κέντρο, και επομένως την αδυναμία τους να αξιοποιήσουν μαζί του όποια περιθώρια “κατευναστικών” πρωτοβουλιών υπήρχαν ανάμεσα στους δύο πόλους του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου”.

Οι ΝΙΚΟΣ ΚΟΤΑΡΙΔΗΣ (Πάντειο Πανεπιστήμιο) και ΝΙΚΟΣ ΣΙΔΕΡΗΣ (ψυχίατρος-ιστορικός) στην κοινή τους εισήγηση με τίτλο: “Πολιτικά και ιδεολογικά διακυβεύματα του εμφύλιου” τόνισαν ότι στον εμφύλιο συγκρούστηκαν “δύο ασύμβατα μεταξύ τους νοητικά συστήματα λόγου και φαντασίας, με χαρακτηριστικές ιδιοτυπίες και περιορισμούς” και ότι “υπήρξε μια συμπαιγνία φαντασίας και πραγματικότητας, που ευνόησε και τη μη-ρεαλιστική αντίληψη και ανάλυση των περιστάσεων και, τελικά, την επικράτηση λογικών παραφροσύνης”. Σ’ αυτή την κατάσταση συνεισέφεραν τρία βασικά σύνολα παραγόντων: Πρώτα απ’ όλα, οι πραγματικοί παράγοντες της μυστικής μοιρασιάς του μεταπολεμικού κόσμου, ο αστεοκεντρισμός, όπως τον χαρακτηρίζουν οι εισηγητές, της πολιτικής σκέψης των ελλήνων κομμουνιστών και η θριαμβεύουσα κομμουνιστική στρατηγική στο διεθνές επίπεδο. Σημαντική ήταν και η συνεισφορά του υποκειμενικού παράγοντα, δηλαδή ο τρόπος πρόσληψης της πραγματικότητας με μια λογική “διωκόμενου διώκτη” από τους μεν και του “αδικημένου ήρωα” από τους δε, λογική που οδηγούσε στη συγκρότηση φανταστικών κόσμων χωρίς περιθώριο συνεννόησης. Τέλος, σημαντικός υπήρξε ο παράγοντας “ανυπαρξία έγκυρου λόγου”, παράγοντας που με τη σειρά του καθορίστηκε από το χαρακτήρα της σύγκρουσης (“εμφύλιος πόλεμος για την εξουσία”), από το χαρακτήρα των αντιπάλων (“Έλληνας-όμοιος”), από την αντιφατικότητα των αντιπάλων και από το γενικό παράγοντα του “τρόμου”. Συνέπειες τραγικές: παραφροσύνη, αρχαϊσμός στη σκέψη, παρανοϊκή συμπεριφορά, πολιτική και κοινωνική.

Σάββατο, 23 Οκτωβρίου 1999

ΣΥΖΗΤΗΣΗ: “Προσωπικές Πορείες: Από την Κατοχή στον Εμφύλιο”
Πρόεδρος: Άλκης Ρήγος, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Ο στρατηγός του κυβερνητικού στρατού Ιωάννης Κατσαδήμας τόνισε ότι η εποχή του εμφυλίου πολέμου τελείωσε αλλά, κατά τη γνώμη του, με την κυριαρχία της μίας πλευράς και, όπως είπε χαρακτηριστικά, “καθαιρέθηκαν στρατηγοί (…) ρίχτηκαν μνημεία ενώ ανορθώνονται ανδριάντες του Α. Βελουχιώτη”. Αν και θεωρεί ότι “ο εγκληματίας γυρίζει στον τόπο του εγκλήματος” και επιβάλλει τη δική του εξήγηση για την ιστορική εξέλιξη των γεγονότων του εμφυλίου, εν τούτοις πιστεύει ότι δεν πρέπει να ξύνονται πληγές μπροστά στην απειλή του αφανισμού. Υποστήριξε ότι οποιαδήποτε προσπάθεια εξέτασης των γεγονότων από μια ημερομηνία και μετά “είναι εκ του πονηρού”. Επί της ουσίας συμφώνησε με την άποψη περί “τριών γύρων”: 1ος γύρος, κομμουνιστική επανάσταση στον τελευταίο χρόνο της κατοχής με εξόντωση άλλων αντιστασιακών οργανώσεων από τον ΕΛΑΣ – υπενθύμισε ότι ο Ναπολέων Ζέρβας δεν ήταν συνεργάτης των Γερμανών και ότι στη φάση αυτή ο ομιλητής διαχώρισε την ηγεσία του ΕΑΜ από τους απλούς ΕΑΜίτες μαχητές, 2ος γύρος, η 2η κομμουνιστική επανάσταση του Δεκεμβρίου 1944 και 3ος γύρος η κομμουνιστική επανάσταση μέσω του “συμμοριτοπόλεμου” – τόνισε ότι αυτού του τύπου οι επαναστάσεις ξεκινούν πάντα από συμμορίες, γιατί, όπως τόνισε, “ένας εμφύλιος πόλεμος δεν υποκινείται από ξένους για συμφέροντα τρίτων”. Ο αγώνας του κυβερνητικού στρατού, είπε, “έγινε για να μην αφανιστεί το Ελληνικόν Έθνος από κομμουνιστές και σλάβους”. Υπέδειξε να διαβάσουν οι ακροατές βιβλία των Πετσόπουλου, Σταυρίδη, Στίνα, Ιωαννίδη, Βαφειάδη, Δημητρίου, Δρίτσα, Νεφελούδη και Κ.Παπαϊωάννου για να βρεθεί η αλήθεια. Η απάντηση ότι έγιναν λάθη, είναι κατά τη γνώμη του, ανεπαρκής. “Η ηγεσία δεν γνώριζε;” ρώτησε, Από τα ανωτέρω βιβλία προκύπτει, κατ’ αυτόν, ότι και πογκρόμ εναντίον των διαφωνούντων στελεχών έγινε και ο 3ος γύρος ήταν προσχεδιασμένος. Στα μικρά μέρη, τόνισε, χρησιμοποιήθηκε η δράση των “κομμουνιστοσυμμοριτών” για να λυθούν προσωπικές διαφορές. Κατά τον ομιλητή, σήμερα διεξάγεται ο “4ος γύρος” μέσα στα πλαίσια του οποίου εντάσσεται και το ίδιο το συνέδριο. Ο Ελληνισμός χτυπιέται, οι βόρειοι γείτονες διοικούνται από εθνοκομμουνιστές και γι’ αυτό χρειάζεται ενότητα.

Ο στρατηγός του Δ.Σ.Ε. Αλέξανδρος Ρόσσιος (Υψηλάντης) τόνισε ότι ο Ι. Κατσαδήμας είναι αυτός που “ξύνει πληγές”. Αναζητώντας τα αίτια της εμφύλιας σύγκρουσης εντόπισε τον παράγοντα “έλλειψη ελληνικής εξωτερικής πολιτικής” τόσο στο χώρο της κυβερνητικής παράταξης της δεξιάς όσο και στο χώρο της αριστεράς (κυρίως του ΚΚΕ). Από τη μια πλευρά η δεξιά αποζητούσε την πολιτική εύνοια και τη στρατιωτική βοήθεια των Δυτικών και από την άλλη η ηγεσία του ΚΚΕ και του ΔΣΕ την αναγνώριση και τη βοήθεια από την ΕΣΣΔ και τα “αδελφά κόμματα”. Το συμπέρασμα, λοιπόν, του ομιλητή ήταν ότι “η υπάρχουσα τότε εξωτερική πολιτική ήταν εξαρτημένη” με συνέπεια να οδηγηθεί η χώρα στη διαίρεση σε δύο μεγάλες αντιμαχόμενες πολιτικο-στρατιωτικές παρατάξεις και να γίνει ο εμφύλιος πόλεμος. Εμφύλιος πόλεμος έγινε και στη δεκαετία του εθνικο-απελευθερωτικού αγώνα του 1821, όμως ο εμφύλιος αυτός δεν είχε τις συνέπειες που είχε ο αδελφοκτόνος της δεκαετίας 1940-50 πάνω στην ίδια την κοινωνία. Για τον ίδιο το Δημοκρατικό Στρατό και την ηγεσία του ΚΚΕ ο ομιλητής τόνισε ότι έκανε μεγάλα λάθη που είχαν τραγικές συνέπειες. Τόνισε το πρόβλημα των εφεδρειών και θεώρησε ως υπέυθυνο για την μη επίλυσή του το Νίκο Ζαχαριάδη που τον χαρακτήρισε ως ένα “οππορτουνιστικό εκκρεμές” και “αδαή περί τα στρατιωτικά” ο οποίος επέλεξε τη διεξαγωγή αμυντικού πολέμου δίχως να έχει κατοχυρώσει τις εφεδρείες, τις προμήθειες και τον εξοπλισμό. Επίσης τόνισε ότι ήταν λάθος της ηγεσίας του ΚΚΕ ότι δεν επέμεινε στη γενική πολιτική αμνηστεία, με αποτέλεσμα τη δίωξη αγωνιστών του ΕΛΑΣ – χαρακτηριστικό το παράδειγμα ότι ένα μήνα μετά την υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας δολοφονήθηκε καπετάνιος του ΕΛΑΣ. Το στοίχημα που έθεσε για το σήμερα σε όλους ο ομιλητής είναι να επιτευχθεί η εθνική συμφιλίωση, η ενότητα λαού και έθνους: “δεν μας χωρίζει τίποτα, να συννενοηθούμε σαν αδέλφια”.

Ο, προερχόμενος από το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, στρατηγός του κυβερνητικού στρατού, κατά τον Εμφύλιο Πόλεμο, Πολυχρόνης Αλεξόπουλος, τόνισε ότι είχε την ευκαιρία να ενταχτεί διαδοχικά και στα δύο αντίπαλα μπλοκ. Υποστήριξε ότι τα ίτια και τις αφορμές του Εμφυλίου δεν θα τα μάθουμε ποτέ “γιατί δεν θέλουμε”. Διηγήθηκε τις προσωπικές του περιπέτειες και διώξεις για τις πεποιθησεις και τη δράση του και τόνισε ότι το διάστημα 1941-44 έγινε αντάρτης στα βουνά και ότι για το λόγο αυτό οι “εθνικόφρονες” τον καταδίωκαν: όταν παρουσιάστηκε στο Γενικό Επιτελείο το 1945 τον αποκάλεσαν προδότη, τέθηκε εκτός υπηρεσίας μεταξύ 1945-7, το 1947 πήγε στη σχολή Πεζικού και μετατέθηκε σε τάγμα εθνοφρουράς στη Νάουσα, το 1949 μετά την κατάληψη του Γράμμου πήγε στις ΗΠΑ για εκπαίδευση και είχε συμμαθητή του το μετέπειτα δικτάτορα Γ. Παπαδόπουλο, το 1965 κινήθηκε διαδικασίας αποστράτευσής του που έληξε οριστικά με την έξοδό του από το στρατό το 1967. Κατά την άποψή του, ο Εμφύλιος (1946-9) πηγάζει από τις παραβιάσεις της Συμφωνίας της Βάρκιζας. Κατέληξε λέγοντας ότι, πράγματι, παραμένει αδύνατη η συμφιλίωση όσο οι επαγγελματίες “πατριώτες” αρνούνται να συμβιβαστούν με την ιδέα. Η ιστορία, κατ’ αυτόν, “γράφεται τα μεσάνυχτα με καταιγίδα και σκοτάδι”, ότι οι γράφοντες την ιστορία τη γράφουν με υποκειμενικό τρόπο και διάβασε απόσπασμα από το Λουκιανό για το πώς πρέπει να γράφει κανείς αντικειμενικά την ιστορία.

Ο συνταγματάρχης του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας Νίκος Τερζόγλου τόνισε ότι έπρεπε να μελετηθεί η πολιτική και στρατιωτική κατάσταση προτού αρχίσει ο ένοπλος αγώνας, γι’ αυτό και είναι σημαντική και αναγκαία η μελέτη της περιόδου πριν από τη δράση του ΔΣΕ – προκειμένου να καταδειχθεί η σπουδαιότητα της δράσης του ΔΣΕ. Ο λαός, τόνισε, “πάλεψε σχεδόν σύσσωμος Ιταλούς-Γερμανούς και εμπόδισε τους Βούλγαρους”. Για πρώτη φορά, τόνισε, “με το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ καθιερώθηκαν δημοκρατικές διαδικασίες και αυτό δεν ήταν αρεστό στους άγγλους ιμπεριαλιστές που επιθυμούσαν να επιβάλουν αρεστό σε αυτούς καθεστώς” μετά τον πόλεμο, “γι’ αυτό έγιναν οι προσπάθειες με Λίβανο-Καζέρτα, γι’ αυτό δεν εφαρμόστηκε η Βάρκιζα, άρχισε τρομοκρατία κατά του ΕΑΜ, εξαπολύθηκε το όργιο της μοναρχικής τρομοκρατίας μετά τη Βάρκιζα”. Αναγκαστικά, τόνισε, “σχηματίστηκαν ομάδες καταδιωκόμενων που κατέφυγαν στα βουνά”. Σημαντικός ήταν ο ρόλος των Αμερικανών κατά τον Εμφύλιο όσον αφορά την οργάνωση, τον ανεφοδιασμό και τη διοίκηση του κυβερνητικού στρατού”.

Ο στρατηγός του κυβερνητικού στρατού Γιώργος Κουμανάκος στην ομιλία του τόνισε ότι το βασικό πρόβλημα ήταν η αποχή της ΕΑΜικής αριστεράς από τις εκλογές του 1946 και ότι σημαντικό ρόλο έπαιξαν και τα προ του 1946 γεγονότα. Ο ομιλητής τόνισε ότι “δεν έπρεπε ο Έλλην κομμουνιστής να θεωρεί ως πατρίδα την ΕΣΣΔ βάζοντας τον προλεταριακό διεθνισμό μπροστά από την αξία του έθνους” γιατί “ο Έλλην θεωρούσε ως υπέρτατη αξία το έθνος, πάνω από το ‘εγώ’”. Θεωρεί ότι δεν έπρεπε να υπάρξει “η πρόσδεση της αριστεράς στο άρμα της ΕΣΣΔ”. Το πρόβλημα του τότε αλλά και του τώρα, τόνισε, ήταν το “πώς θα δούμε τις παγίδες που μας στήνουν για να μας αφανίσουν Γερμανοί, Άγγλοι, Αμερικανοί και άλλοι”. Συνεχίζοντας την ομιλία του είπε ότι”με θλίψη και πόνο ψυχής πολεμούσε ο ένας τον άλλο” και ότι το “έθνος έπρεπε να μπει υπεράνω των προσωπικών συμφερόντων”. Ρώτησε, “ποιος έδωσε εντολή και η ΕΑΜική αριστερά δεν πήρε μέρος στις εκλογές και προτιμήθηκε η ένοπλη ρήξη αντί για τη νηφάλια πολιτική λύση;”. Στάθηκε επίσης στη διένεξη Νίκου Ζαχαριάδη – Μάρκου Βαφειάδη και στην τελική απόφαση του ΚΚΕ να συγκροτηθεί τακτικός και όχι αντάρτικος στρατός. Ο κυβερνητικός στρατός ήταν ισχυρότερος ως τακτικός στρατός και με το κλείσιμο των συνόρων το τέλος ήταν σχεδόν προδιαγεγραμμένο. “Οδηγηθήκαμε”, τόνισε, “σε μια σφαγή λόγω εσφαλμένων εκτιμήσεων”. “Τη δημοκρατία”, ρώτησε, “τη θέλαμε για ταμπέλα, δεν είναι τρόποος ζωής και σκέψης;”. Σημείωσε ότι “όπου οι Έλληνες ήταν μονιασμένοι αντιμετώπισαν αυτοκρατορίες, όπως το 1940, γιατί μας ενώνει το εθνικό μας συμφέρον”. Τόνισε ότι “η αντίληψη περί ελευθερίας του Έλληνα δεν είναι ατομική, είναι οικουμενική”. Τέλος, σημείωσε ότι”ο εμφύλιος πρέπει να προσεγγίζεται μέσα από τις διαχρονικές αλήθειες του έθνους”.

Ο ταγματάρχης του ΔΣΕ Γιώργος Κουτρούκης δήλωσε: “ό,τι το επράξαμε το πράξαμε υπό το φως της ημέρας και δεν μετανοούμε”. Ήταν λάθος, τόνισε, “να μην έρθουν στο συνέδριο οι πολιτικοί”. Κατά την άποψή μου, το σύνθημα της Αριστεράς για λήθη είναι λαθεμένο, γιατί “τα παιδιά που σκοτώθηκαν, σκοτώθηκαν για την ανεξαρτησία και τη δημοκρατία στην Ελλάδα, γιατί η αμερικανική επέμβαση έθιγε την εθνική ανεξαρτησία”. Σχετικά με το θέμα της “αφοσίωσης σττην ΕΣΣΔ” τόνισε ότι “δεν υπήρξε εσκεμμένη συμφωνία μεταξύ των ηγεσιών του ΚΚΣΕ και του ΚΚΕ για πόλεμο”. Το σφάλμα της Αριστεράς ήταν, κατά τη γνώμη του, ότι δεν πήρε μέρος στις εκλογές του 1946. Αλλά και το τελικό ποσοστό αποχής που βγήκε δεν ήταν, κατά τη γνώμη του, αληθές. Κατέεληξε στο συμπέρασμα ότι “τον εμφύλιο τον ήθελαν οι Άγγλοι και οι Αμερικανοί για να συντρίψουν την Αριστερά”.

Ευχαριστώ για την πολύτιμη βοήθεια που προσφέρανε, για τη σύνταξη των περιλήψεων των ομιλιών των στρατιωτικών, οι υποψήφιες διδάκτορες Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Αθηνών: Μανίνα Καπεκάκη, Μαρλέν Λογοθέτη και Σταυρούλα Μοσχοβίτη.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ

Advertisements