Εκδοση Αρχείων Εθνικής Αντίστασης , ομιλία Κωνσταντίνου Σβωλόπουλου*


H συμμετοχή της Ελλάδας σφράγισε ανεξίτηλα την πορεία και την έκβαση του Β’ ΠΠ. Η νικηφόρα αντιμετώπιση των lταλών εισβολέων, στο εθνικό έδαφος και, στη συνέχεια, στα αλβανικά βουνά, η αντιπαράταξη στα σιδηρόφρακτα γερμανικά στρατεύματα, από τα οχυρά της Μακεδονίας και της Θράκης ως τους κάμπους και τα όρη της Κρήτης, η μεταφορά του ένοπλου αγώνα στα ανοιχτά μέτωπα της μέσης Ανατολής και της ανατολικής Μεσογείου, η άρνηση, τέλος, της υποταγής και σ’ αυτή την κατεχόμενη Ελλάδα, αποτελούν καθεαυτά, σημαντικά κεφάλαια της ιστορίας του, αλλά και, στη σύνθεσή τους, αρθρώνουν το ενιαίο κεφάλαιο της αποφασιστικής συμβολής των Ελλήνων στη νίκη κατά των δυνάμεων του σκοταδισμού και της βίας. «Με το πέρασμα του χρόνου – θα τονίσει το Μάιο του 1943 ο Pierre Bourdan, εκπρόσωπος των ελεύθερων Γάλλων, από το δίκτυο του BBC – θα φανεί πώς έπειτα από την απελπισμένη απόφαση της Αγγλίας τον Ιούνιο του ’40, τελικά είναι το κουράγιο του ελληνικού λαού, που θα έχει συμβάλει περισσότερο στη σωτηρία αυτού του ευρωπαϊκού πολιτισμού

Αυτό ήταν το μήνυμα που εξέπεμπε η Ελλάδα, του νικηφόρου αγώνα κατά των lταλών εισβολέων, σύντομα, της γενναίας αντιπαράθεσης στη γερμανική λαίλαπα, της αδιάπτωτης – πολεμικής προσπάθειας και πέρα από τον εθνικό εδαφικό χώρο… Η Ελλάδα, ακόμη, της αντίστασης στους κατακτητές. Εμπνευσμένος από το ίδιο “πάθος της ελευθερίας” – μεταφέρω τον όρο του Άγγελου, Τερζάκη -, οι Έλληνες θα αγνοήσουν και πάλι τη λογική της ισχύος, με την άρνηση της υποταγής στο κατοχικό καθεστώς και με τη διεξαγωγή ενός αγώνα επικού στις πόλεις και την ύπαιθρο, απ’ άκρου σ’ άκρο της εθνικής επικράτειας. Μαζικές εκδηλώσεις διαμαρτυρίας και αντίδρασης αλλά και μεμονωμένεc πράξεις αυταπάρνησης και αυτοθυσίας θα συγκλονίσουν τα αστικά κέντρα – πρωταρχικά την πρωτεύουσα: οργάνωση μυστικών δικτύων πληροφόρησης και επικοινωνίας με τις εθνικές και τις συμμαχικές αρχές του εξωτερικού. συνδρομή και συμπαράσταση σε στελέχη και ομάδες μαχητικές, πρόκληση καταστροφών και δολιοφθορών σε κτήρια και αποθήκες υλικού των δυνάμεων κατοχής. Παράλληλα, ανάληψη ένοπλης δράσης στην ύπαιθρο, με ορμητήριο τα ορεινά συγκροτήματα της ηπειρωτικής Ελλάδας και της Κρήτης. Με την πάροδο του χρόνου η δραστηριότητα των ανταρτικών ομάδων θα εξακτινωθεί στο μεγαλύτερο τμήμα της ελληνικής υπαίθρου. Πηγή ανάτασης των “σκλαβωμένων νικητών”, αλλά και μέσο εκτέλεσης σημαντικών επιχειρησιακών σχεδίων – σε συνεργασία και με το Συμμαχικό Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής. Κορυφαίες στιγμές, η ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου, η διεξαγωγή των επιχειρήσεων “΄Ανιμαλς” τον Ιούνιο του 1943, και “Κιβωτός του Νώε”, από την άνοιξη ώς το φθινόπωρο του 1944. «Πρώτη πρωτεύουσα της ευρωπαϊκής Αντίστασης» θα αποκληθεί η Αθήνα από τον Albert Βayet.

Επιτακτική πρόκληση, η ολοκληρωμένη καταγραφή των γεγονότων που συνθέτουν το σημαντικό κεφάλαιο της Εθνικής Αντίστασης. Η ΔΙΣ επέλεξε τον πιο γόνιμο ίσως τρόπο για να ανταποκριθεί στην πρόκληση αυτή. Συνέλεξε και εξέδωσε τις πρωτογενείς πηγές αυτούσιες – έκδηλα, χωρίς αλλοιώσεις και περικοπές… Η παρερμηνεία και η συσκότιση του ιστορικού παρελθόντος, ιδιαίτερα της νεώτερης και της σύγχρονης Ελλάδας, έχει, κατά κύριο λόγο, συναρτηθεί με τη μετάσταση επίκαιρων πολιτικών αντιπαραθέσεων και σκοπιμοτήτων στο πεδίο της ιστορίας ή και, απλά, με την εσπευσμένη και αβασάνιστη διατύπωση θέσεων και συμπερασμάτων, ανεπαρκώς τεκμηριωμένων. Η πρακτική αυτή συνέχεται αναμφισβήτητα με τη δυσχέρεια στην πρόσβαση των πηγών, αλλά συχνά και με την αντιδεοντολογική χρήση τους. Το κενό αυτό επιχειρεί η ΔΙΣ να καλύψει και την πληγή αυτή να επουλώσει με την περισυλλογή και την έκδοση των Αρχείων της.

Ορθή η επιλογή και έντιμη η πρόθεση, ήταν μοιραίο, στο στάδιο της εφαρμογής, να αντιμετρηθούν με σοβαρές δυσχέρειες. Η ηθική ανάταση και τα επιτεύγματα του αντιστασιακού αγώνα έχουν, από ένα χρονικό σημείο και μετά, συμπλακεί με τη διχόνοια μεταξύ των ίδιων των πρωταγωνιστών του, τελικά με την τροπή προς τον εμφύλιο σπαραγμό. Θα όφειλε, άραγε, να επιχειρηθεί η απάλειψη της οδυνηρής αυτής αναφοράς Μήπως, η σύμμιξη εθνικών ανδραγαθημάτων και εμφυλιοπολεμικών βιαιοτήτων θα ήταν δυνατό να απολήξει στην αμαύρωση του εθνικού έπους ή στην υποβάθμισή του; Απέναντι στα αναπόφευκτα αυτά ερωτήματα, η απάντηση των υπευθύνων της έκδοσης ήταν, ορθά, αρνητική. Σήμερα, μετά την παρέλευση μιας πεντηκονταετίας, έχοντας οριστικά υπερκεράσει τα διχαστικά σύνδρομα, πρέπει να είμαστε σε θέση να αντικρύσουμε με θάρρος και εντιμότητα τα γεγονότα. Η μερική, ως ένα σημείο και ηθελημένη σκίαση της ιδανικής εικόνας της Ελλάδας, η εξασθένιση της φωνής της σε περίοδο καταλυτικών διεθνών ζημώσεων, η υποθήκευση, ακόμη, της ομαλής πορείας προς την ειρήνη, δεν αρκούν για να ανατρέψουν το θεμελιακό γεγονός της σύσσωμης συνέγερσης των ζωντανών δυνάμεων του έθνους κατά των κατακτητών, συνέγερσης, στο όνομα των υπέρτατων αξιών που έδωσαν ισχύ και νόημα στον αγώνα των ελεύθερων λαών.

Οκτώ συνολικά τόμους καλύπτει το υλικό τωv Αρχείων της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού που αναφέρεται στην Εθνική Αντίσταση. Τα έγγραφα έχουν κατηγοριοποιηθεί ανάλογα κυρίως με τον αντιστασιακό φορέα και την ευρύτερη περιφέρεια που εκτυλίχθηκε η δράση του, χωρίς να παραλειφθεί και η ειδική αναφορά στις αρχές κατοχής και τα όργανά τους. Κορυφαίες ένοπλες οργανώσεις, ο EΔEΣ, ο ΕΛΑΣ, η ΕΚΚΑ – 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων, τοπικές ανταρτικές οργανώσεις Μακεδονίας και Θράκης, Πελοπονήσου, Κρήτης, αντιστασιακές οργανώσεις εσωτερικού, επικεντρωμένες στα αστικά κέντρα ανάμεσα σε εκατοντάδες, η ΠΕΑΝ, υπό τον Κ.Περρίκο, ο «Προμηθεύς ΙΙ», ο «Μίδας 614», υπό τον Ιωάννη Τσιγάντε, η «Μπουμπουλίνα» της Λέλας Καραγιάννη. Η διάταξη των εγγράφων, σε κάθε τόμο, είναι χρονολογική. Ο αναγνώστης προσανατολίζεται, στην αναζήτησή του, μέσω ενός αναλυτικού πίνακα που προτάσσεται από το έγγραφο υλικό. O υπομνηματισμός, περιορισμένος στο ελάχιστο, αναφέρεται μόνο στα κενά και στις τυχόν ελλείψεις των κειμένων. Εκδηλα, ο τρόπος επιλογής και δημοσίε

Το έργο της έκδοσης των Αρχείων της Εθνικής Αντίστασης, 1941 – 1944, οφείλει, σε κάθε περίπωση, να αποτιμηθεί θετικά. Η προσφορά πλούσιου ανέκδοτου υλικού διαφωτίζει πληρέστερα τα γεγονότα. Η μέθοδος που επιλέχθηκε, χωρίς να χρειαστεί να παραβιάσει καθιερωμένους εκδοτικούς κανόνες, αντανακλά ένα ήθος που συναρμόζεται με τη σημερινή αντίληψη για την υπέρβαση των θλιβερών συνδρόμων της εμφυλιοπολεμικής διαμάχης. Και, παράλληλα, κλίνει θετικά προς μία κατεύθυνση, από την οποία δεν θα όφειλαν να έχουν αποστραφεί, ούτε μια στιγμή, τα βλέμματα του έθνους: προς τη μελέτη, την προβολή, την αυτονόητη καταξίωση σε επίπεδο και ευρύτερο διεθνές, της ενεργής παρουσίας των Ελλήνων, της καθοριστικής συμβολής τους στις εξελίξεις του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Περιπέτειες εθνικές δυσάρεστες, βιώματα τραυματικά, σκοπιμότητες πολιτικές βραχυπρόθεσμες και διαστρεβλωτικές, έλλειψη εθνικής ευαισθησίας, καλώς νοουμένης, συνετέλεσαν ώστε αυτή η παρουσία και αυτή η συμβολή να μη μελετηθεί, να μη προβληθεί, να μην έχει καταξιωθεί διεθνώς.

*καθηγητή Πανεπ. Αθηνών