Εκδοση Αρχείων Εμφυλίου Πολέμου, ομιλία Ιωάννη Κολιόπουλου*


Οι οξύτατες πολιτικές διαμάχες και ένοπλες συγκρούσεις της δεκαετίας του 1940, οι οποίες καθιερώθηκε να ονομάζονται «Εμφύλιος Πόλεμος», υπήρξαν τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια αντικείμενο ερευνών, οι οποίες όμως ακολούθησαν, με ελάχιστες εξαιρέσεις, τις επιταγές μιας «πολιτικής ορθροφροσύνης» που καλλιεργήθηκε μετά την πτώση της Δικτατορίας της 21ης Απριλίου. Στις ιστοριογραφικές επιδόσεις των «νικητών» αυτού του εμφυλίου πολέμου προστέθηκαν και αυτές των «ηττημένων», τους οποίους ακολούθησαν και όσοι από τη διεθνή κοινότητα των επιστημόνων δείχνουν εξόχως ευαίσθητοι στην πολιτική ορθοφροσύνη του συρμού. Οι πολιτικές λοιπόν διαμάχες και συγκρούσεις της εποχής, οι οποίες κόστισαν στη χώρα τόσα θύματα και συσσώρευσαν τόσα δεινά, υπέστησαν και αυτές μια ιδεολογική επεξεργασία για να προσαρμοστούν και αυτές στις επιταγές της νέας πολιτικής ορθοφροσύνης η οποία, μεταξύ άλλων, θέλει τους τότε θύτες, θύματα.Εις το όνομα μιας κακώς νοούμενης λήθης, λησμονήθηκε ότι ο κατασταλτικός μηχανισμός που απαιτήθηκε για να εξουδετερωθεί, κατά το δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του 1940, μία από τις σοβαρότερες απειλές κατά της φιλελεύθερης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στην Ελλάδα από τη σύστασή της ως ανεξάρτητου εθνικού κράτους, υπήρξε έργο κοινοβουλευτικών κυβερνήσεων, οι οποίες μάλιστα προσπάθησαν εναγωνίως πλην ματαίως να κρατηθούν στο κέντρο της πολιτικής. Λησμονήθηκε ακόμη ότι η «ιδεολογικοποίηση» των πολιτικών συγκρούσεων συντελέσθηκε κάτω από τις σκληρές και προκλητικές επιθέσεις μιας Αριστεράς που αντιμετώπιζε τους πολιτικούς αντιπάλους της με τέτοια περιφρόνηση που δεν είχε προηγούμενο στην πολιτική ιστορία της χώρας. Λησμονήθηκε, τέλος, πως η σκληρή ένοπλη σύγκρουση υπήρξε συνέπεια της επαναστάσεως του ΚΚΕ και των πολιτικών δυνάμεων που ήλεγχε εναντίον της νομίμου Κυβερνήσεως της χώρας.

Θύμα αυτής της νέας πολιτικής ορθοφροσύνης υπήρξε και η αντιμετώπιση του Μακεδονικού. Με ελάχιστες εξαιρέσεις – οι οποίες αντιμετωπίζονται συνήθως με αμηχανία ή και δυσφορία – οι βασικές συνιστώσες του Μακεδονικού που συνδέονται αναπόσπαστα με την πολιτική και τις επιδιώξεις του ΚΚΕ κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, τοποθετήθηκαν στα αζήτητα της Ιστορίας. Λησμονήθηκε με τον καιρό η προσπάθεια των Κομμουνιστών Ανταρτών να δημιουργήσουν «ελεύθερη περιοχή» στη βορειοδυτική γωνία της Ελλάδος που συνορεύει με την Αλβανία και την ΠΓΔΜ, λησμονήθηκε ο ρόλος της τιτοϊκής Γιουγκοσλαβίας και των Σλαβομακεδόνων πρακτόρων του μακεδονισμού, λησμονήθηκαν και οι πολιτικές ακροβασίες της ηγεσίας του ΚΚΕ επί του Μακεδονικού στις αρχές του 1949, πριν από το άλμα της στο κενό. Αχρηστεύθηκαν δε και οι βασικές επίσημες θέσεις της χώρας επί του ζητήματος, ιδίως δε ότι το Μακεδονικό ανακίνησαν στην Ελλάδα της εποχής η Βουλγαρία αρχικώς και η Γιουγκοσλαβία εν συνεχεία, διεκδικώντας τους εναπομείναντες έλληνες ως Σλαβομακεδόνες .

Γνωρίζω πως υπομνήσεις όπως αυτές προκαλούν αμηχανία εδώ και πολλά χρόνια. Η αυτογνωσία όμως της κοινωνίας, την οποία έχω καθήκον ως λειτουργός αυτής της κοινωνίας να διακονώ, δεν προάγεται με την παραμόρφωση του ιστορικού παρελθόντος προκειμένου να εξυπηρετηθούν εφήμερες πολιτικές σκοπιμότητες. Για τον λόγο αυτό θεωρώ ευπρόσδεκτη την απόφαση της Διευθύνσεως Ιστορίας Στρατού να δημοσιεύσει το αρχειακό υλικό που αναφέρεται στα γεγονότα αυτής της περιόδου η οποία είναι εκ διαμέτρου αντίθετη προς την ανεπίτρεπτη εκείνη επέμβαση του 1989 στη συλλογική μνήμη του έθνους με την καταστροφή πολυτιμότατων μαρτυριών της ίδιας περιόδου. Οι εμπνευστές αυτής της επεμβάσεως στέρησαν από τις επόμενες γενιές των Ελλήνων τη δυνατότητα να προσεγγίσουν το ιστορικό παρελθόν με τη βοήθεια αυτών των μαρτυριών και δημιούργησαν το άκρως επικίνδυνο προηγούμενο για την αυτογνωσία του έθνους ότι μια γενιά, για να εξυπηρετήσει πολιτικές σκοπιμότητες της στιγμής, έχει το δικαίωμα να καταστρέφει αποδεικτικό υλικό, ακόμη και επισφαλές .

Εκτακτες καταστροφές μαρτυριών, όπως αυτή, αλλά και η γενικότερη τακτική των υπηρεσιών του κράτους να καταστρέφουν όση από την υπηρεσιακή αλληλογραφία τους δεν θεωρούν απαραίτητη για τις δικές τους ανάγκες, καθώς και η συνήθεια πολλών πολιτικών προϊσταμένων τους να υπεξαιρούν τα έγγραφα εκείνα που τους αφορούν προσωπικά όταν αποχωρούν από την υπηρεσία, καθώς και ο σχετικός με τη δημοσίευση κρατικών εγγράφων νόμος, έχουν στερήσει από τον ερευνητή της περιόδου πολύτιμο αποδεικτικό υλικό για την αναπλήρωση του οποίου είναι αναγκασμένος ν΄ ανατρέχει σε ξένες πηγές, εν γνώσει του ότι καμμιά ξένη πηγή δεν αναπληρώνει την έλλειψη των εθνικών πηγών. Σπαράγματα κρατικών αρχείων σε επαρχιακές συλλογές, η Εφημερίς της Κυβερνήσεως και ο Τύπος της εποχής, πρακτικά δικών, τακτικών και εκτάκτων δικαστηρίων, ημερολόγια και αναμνήσεις δεν αναπληρώνουν την έλλειψη των κρατικών αρχείων. Κάποια ψήγματα των αρχείων του που δημοσίευσε το ΚΚΕ δείχνουν το μέγεθος του σεβασμού που τρέφει το αρχαιότερο πολιτικό κόμμα της χώρας στο ιστορικό παρελθόν.

Από τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας προκύπτει ότι η αντίδραση της Κυβερνήσεως στην κομμουνιστική πρόκληση, τόσο κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών όσο και κατά την πρώτη περίοδο μετά τη Βάρκιζα, υπήρξε «παραδοσιακή», με την έννοια ότι η Κυβέρνηση άντλησε, προκειμένου να καταστείλει την εξέγερση του Δεκεμβρίου και να εξουδετερώσει τις ομάδες ενόπλων που δρούσαν στην ύπαιθρο τα πρώτα δύο χρόνια μετά την καταστολή της εξεγέρσεως, από την «πείρα» του έθνους. Η σύσταση της Εθνοφυλακής, η ανάθεση της τηρήσεως της τάξεως στην ύπαιθρο στη Χωροφυλακή, οι νόμοι κατά της οπλοφορίας και της ληστείας και τα μέτρα για την εκτόπιση όσων δεν ενέπνεαν εμπιστοσύνη στις τοπικές αρχές, δεν ήσαν καινοφανή μέτρα. Ανάλογης κλίμακος προκλήσεις στο παρελθόν κατά της εννόμου τάξεως με ανάλογα μέτρα είχαν αντιμετωπισθή.

Το σημαντικότερο πρόβλημα που αντιμετώπισε η Κυβέρνηση της χώρας στην πρώτη και κρίσιμη αυτή φάση μετά τη Βάρκιζα ήταν η αδυναμία της να ελέγξει αποτελεσματικά τις δυνάμεις καταστολής που είχε στη διάθεσή της. Οι περισσότερες επικρίσεις που στρέφονταν κατά των Υπουργών Δημοσίας Τάξεως και Εσωτερικών ήσαν είτε υπερβολικές είτε άδικες, επειδή κατηγορούνταν για ζητήματα για τα οποία ήσαν μεν υπεύθυνοι αλλά δεν είχαν τη δύναμη να τα αποτρέψουν, όπως οι επιθέσεις Δεξιών ενόπλων εναντίον Αριστερών. Ο Στρατός, εξάλλου, ο φυσιολογικός προστάτης εναντίον των πρώτων Κομμουνιστών Ανταρτών, αποδείχθηκε κατά την πρώτη φάση των ανταρτικών επιδρομών ανεπαρκής.

Υπερβολικές κρίνονται σήμερα και πολλές από τις τότε επικρίσεις εναντίον της κομμουνιστικής ηγεσίας της χώρας. Παρά τους λεονταρισμούς του Νίκου Ζαχαριάδη, ότι θ΄ αντηχούσε και πάλι στα ελληνικά βουνά ο θούριος του ΕΛΑΣ «Εμπρός ΕΛΑΣ για την Ελλάδα», εάν δεν σταματούσε ο διωγμός των Αριστερών, και παρά την εμπρηστική αρθρογραφία των δημοσιογραφικών οργάνων του ΚΚΕ, η ηγεσία του κόμματος ήταν μάλλον συγκρατημένη, όταν δεν ήταν αναποφάσιστη και οι ανακοινώσεις της ηθελημένα συγκεχυμένες ή σιβυλλικές . τόσο αναποφάσιστη και συγκρατημένη ώστε να δίνει την εντύπωση ότι ανέμενε από την Κυβέρνηση την πρόκληση για ν΄ αντιδράσει. Από τη Βάρκιζα και έως το φθινόπωρο του 1946, παρά την απόφαση της ΚΕ τον Ιούνιο του 1945 για «μαζική αυτοάμυνα» των Αριστερών, η ηγεσία του ΚΚΕ δεν έδινε την εντύπωση ότι ήταν αποφασισμένη να διεκδικήσει την εξουσία με τα όπλα. Την ίδια εποχή, ωστόσο, η ίδια ηγεσία δεν απέκλειε την ένοπλη αναμέτρηση. Η απόκρυψη σημαντικής ποσότητος όπλων του ΕΛΑΣ, η στενή συνεργασία με την Κυβέρνηση του Τίτο, παρά τις προκλήσεις των Γιουγκοσλάβων στο Μακεδονικό, η ανεκτική στάση απέναντι στους Σλαβομακεδόνες αυτονομιστές, η συστηματική φυγάδευση πρώην Ελασιτών κυρίως από τη Μακεδονία και την ΄Ηπειρο σε στρατόπεδα στην Αλβανία, τη Γιουγκοσλαβία και τη Βουλγαρία, καθώς και η προκλητική δράση, από το 1946 και εξής, των ασυμβίβαστων Ελασιτών «ηρώων» της Δυτικής Μακεδονίας, έδειχνε ότι η ηγεσία του ΚΚΕ κάθε άλλο παρά είχε παραιτηθή από την προσφυγή στα όπλα για την κατάληψη της εξουσίας ή για τον εκβιασμό τη

΄Ηταν πράγματι διχασμένη η ηγεσία του ΚΚΕ στο ζήτημα της εξουσίας ή ακολουθούσε πολιτική που εξυπηρετούσε την άνοδο στην εξουσία με όλα τα μέσα ; Πώς συμβιβάζονταν οι διαλλακτικές ανακοινώσεις του Πολιτικού Γραφείου με την ανοχή που επιδείκνυε απέναντι στην καθ΄ όλα επαναστατική δράση των ασυμβίβαστων πρώην Ελασιτών της βορειοδυτικής Μακεδονίας ; Τί είχε μεσολαβήσει από την αποκήρυξη του Καπετάνιου του ΕΛΑΣ ΄Αρη Βελουχιώτη τον Ιούνιο του 1945 έως τη σιωπή της ελληνικής κομμουνιστικής ηγεσίας ένα και πλέον έτος αργότερα, όταν οι πρώην ασυμβίβαστοι Ελασίτες και θαυμαστές του ΄Αρη Βελουχιώτη έβαλαν φωτιά στα Χάσια, τον Γράμμο και το Βίτσι ; Αφέθηκε προφανώς να ρυμουλκηθή η ηγεσία του ΚΚΕ από τους Ελασίτες αυτούς στον ολισθηρό δρόμο της ένοπλης αναμετρήσεως με την Κυβέρνηση, αφενός για να ικανοποιηθή το κοινό αίσθημα της διωκόμενης Αριστεράς και αφετέρου για να ασκηθή πίεση στην Κυβέρνηση.

Από την πλευρά της, η Κυβέρνηση της χώρας, μολονότι δεν υπάρχει σήμερα αμφιβολία ότι, πράγματι, επεδίωκε τη συμφιλίωση και την πολιτική ομαλότητα, δεν ήταν σε θέση να ελέγξει τους Ακροδεξιούς ενόπλους που είχαν οπλισθή στο όνομά της, ούτε να εξουδετερώσει τους Κομμουνιστές Αντάρτες στην ύπαιθρο. Η χώρα ουσιαστικά ολίσθησε στην ανοιχτή ένοπλη αναμέτρηση μετά το 1946, όταν οι ηγεσίες των δύο παρατάξεων δεν κατόρθωσαν ή δεν θέλησαν να συγκρατήσουν ή να ελέγξουν τα ακραία στοιχεία τους. Η ηγεσία του ΚΚΕ είχε λόγους να μην εμπιστεύεται την Κυβέρνηση : στηριζόταν στις δύο μεγάλες μεσοπολεμικές αστικές παρατάξεις, κοινό γνώρισμα των οποίων ήταν ο αντικομμουνισμός. Είχε λόγους όμως και η Κυβέρνηση να μην εμπιστεύεται την ηγεσία του ΚΚΕ, εξαιτίας κυρίως της κομμουνιστικής εξεγέρσεως του Δεκεμβρίου του 1944. Εξηγείται, λοιπόν, η αμοιβαία έλλειψη εμπιστοσύνης. Δεν εξηγείται, ωστόσο, η αδυναμία των ηγετών των δύο αντιπάλων παρατάξεων, ιδίως της ηγεσίας του ΚΚΕ, να συγκρατήσουν την πολιτική διαμάχη πριν να εξελιχτεί σε ένοπλη

Τα δύο επόμενα χρόνια ήσαν χρόνια ραγδαίας αναπτύξεως των Κομμουνιστών Ανταρτών και περιορισμού του κράτους που αντιπροσώπευε η Κυβέρνηση της χώρας στις πόλεις και στα μεγαλύτερα χωριά.

Η περίοδος σημαδεύτηκε από σειρά επιθέσεων των Ανταρτών εναντίον επαρχιακών πόλεων, ιδίως στη Μακεδονία και την Ήπειρο, όπου η ηγεσία του ΚΚΕ επεδίωκε να δημιουργήσει «ελεύθερη περιοχή» στα σύνορα με την Αλβανία και τη Γιουγκοσλαβία. Σημαδεύτηκε επίσης η περίοδος από τον σχηματισμό της «Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης» των Ανταρτών τον Δεκέμβριο του 1947, τη μεταγωγή στις κομμουνιστικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης παιδιών νηπιακής και σχολικής ηλικίας από τις περιοχές που ήλεγχαν οι Αντάρτες, την εκκένωση του πληθυσμού των χωριών που δεν ήλεγχαν ακόμη αποτελεσματικά οι Αντάρτες στις επαρχιακές πόλεις και τις μεγάλες μάχες του θέρους του 1948 στον Γράμμο, που οδήγησαν στην πρώτη σοβαρή ήττα των Ανταρτών και την υποχώρησή τους στο Βίτσι, όπου ουσιαστικά περιορίσθηκε το «κράτος» των Ανταρτών ως την τελική συντριβή τους το θέρος. η ρήξη αυτή δεν επηρέασε αποφασιστικά την πολεμική αναμέτρηση.

Οι Κομμουνιστές Αντάρτες ηττήθηκαν στο πεδίο της μάχης, αφού είχαν ηττηθεί πολιτικά και ηθικά από την Κυβέρνηση της χώρας που εκπροσωπούσε τη συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού.

*καθ. Αριστοτελείου Πανεπιστημίου