Εκθεση Δράσης Οργάνωσης ΖΑΓΚΛΗ


ΕΚΘΕΣΙΣ
Περί της δράσεως του Υποστρατήγου ε.α. Ζάγκλη Δημητρίου κατά την προαπελευθερωτικήν περίοδον, κατόπιν της υπ’ αριθ.Φ.69/36/387865/ 25-10-57 εντολής ΓΕΣ (Γραφ.ΙV/Γ)
—————-
Από του Ιουλίου του 1941, λόγω διαφόρων ενεργειών μου ετέθην υπό δίωξιν εκ μέρους των Ιταλών, κατόπιν προδοσίας, πράγμα το οποίον με εξηνάγκασε να καταφύγω εις Λοκρίδα μετά της 8μελούς οικογενείας μου (6 τέκνα ων το μικρότερον 30 ημερών) δεχθείς εκεί προσφερθείσαν θέσιν προϊσταμένου ενός Λιγνιτορυχείου (Άγναντην). Παρέμεινα εις την περιοχήν ταύτην μέχρι του Νοεμβρίου του 1942 οπότε υπό πράκτορος μας εις το Ιταλικόν Φρουραρχείων Αταλάντης ειδοποιήθην ότι επίκειται η σύλληψις μου, υπό των Ιταλών. Αφ’ ου εξεποίησα τα πάντα επέβην φορτηγού αυτοκινήτου μετά της οικογενείας μου την επομένην, αφίχθην την νύκτα εις Αθήνας και εγκατεστάθην εις συγγενικήν μου οικογένειαν εις τα Κάτω Πετράλωνα. Την επομένην Ιταλοί χωροφύλακες με ανεζήτουν εις το αρτοποιείον της συνοικίας. Κατόπιν τούτου ηλλαξα κατ’ επανάλειψιν κατοικίαν και τέλος εγκατεστάθην εις ημιερειπομένον κτίριον επί της οδού Δεινοκράτους 46.
Εις περιοχήν Αταλάντης ευρισκόμενος διεπίστωσα ότι το ΕΑΜ ήτο Κομμουνιστικόν και ελθών εις Αθήνας ειδοποίησα διά του τ.Γερουσιαστού και μετέπειτα υπουργού μακαρίτου Παπαδημητρίου Δ. συμπολίτου μου, τον μακαρίτην Σοφούλην, οι οποίοι όμως δεν επίστευσαν τούτο παρά τα στοιχεία τα οποία τοις παρουσίασα και μόνον τον Μάρτιον του 1943 επείσθησαν όταν το ΕΑΜ διεκήρυξε τούτο. Δυστυχώς οι μυωπάζοντες πολιτικοί μας δεν έβλεπον τότε άλλο τι η το καθεστωτικόν ζήτημα, βάλλοντες συνεχώς κατά του ήρωος και μάρτυρος Βασιλέως Γεωργίου του Β’.
Οργάνωσις της εθνικής οργανώσεως Ρ.Α.Ν.
Τον Απρίλιον του 1943 προηγηθεισών συνεννοήσεων συνεκροτήθη η Εθνική οργάνωσις αντιστάσεως Ρ.Α.Ν. (Ρήλος – Αυλών – Νήσοι) με την κάτωθι Διοίκησιν και επιτελείον.
-Συνταγματάρχης Βεντήρης Κων/νος Αρχηγός
– ’’ Σπηλιωτόπουλος Παν Υπαρχηγός
– ’’ Ζάγκλης Δημήτριος Επί του εξοπλισμού
– ’’ Μπαλοδήμος Ανδρέας Επιτελάρχης
– Λοχαγός Σταθάτος Αντώνιος Σύμβουλος-Οικον. Επιτροπή
– Βουλευτής Θεοτόκης Σπυρίδων ’’ ’’ ’’
– Δημοσιογράφος Βεντήρης Νικόλαος Δ/τής Τύπου- Διαφωτ/σεως
– Ταγματάρχης Γερογιάννης Χριστ/λος Επιτελής
– Λοχαγός Τσιτσεκλής Αντώνιος
– Ιδιώτης Χαροκόπος Παναγ. Δ/τής Οικονομικού
– Δημοσιογράφος Τριανταφύλλου Σπυρίδων Διαφωτίσεως
(Συνημμένως υποβάλονται αντίγραφον εκθέσεως υποβληθείσης εις το Υπουργείον υπό της ΡΑΝ επί του σκοπού της συγκροτήσεως και της δράσεως αυτής προς ενημέρωσιν και εφ’ όσον κρίνετε τούτο απαραίτητον)
Το έργον μου περαιτέρω περιλαμβάνεται εις το τοιούτον της οργανώσεως ΡΑΝ, πλην των τριών αποστολών εις τα Μεσόγεια διά την παραλαβήν, των εξ Αιγύπτου ελθόντων υπολοχαγών Μ.Ζωϊοπούλου και Παπαληγούρα η πρώτη, και των δύο αποστολών όπλων διά τας οποίας θα ομιλήσωμεν περαιτέρω. Δεν είναι δυνατόν να γραφώσι συνταρακτικά γεγονότα της εποχής εκείνης γενόμενα κάτωθεν της σπάθης των Γερμανοιταλών και της προδοσίας των Κομμουνιστών και δη τα αφορώντα το ατομόν μου και την οικογενειάν μου την οποίαν ολόκληρον, μηδέ του νηπίου τότε τελευταίου υιού μου, έθεσα εις την διάθεσιν της Πατρίδος. Πολλάκις ο αγοραζόμενος οπλισμός και πυρομαχικά από απιθάνους πηγάς, μετεφέρετο εις τα σημεία αποκρύψεως υπό των δύο ανηλίκων υιών μου άλλοτε εντός σάκκων, άλλοτε μέσα εις καρροτσάκια της εποχής εκείνης μετ’ άλλων πραγμάτων, άλλοτε εντός καλαθίων με σταφύλια διά μέσου των κεντρικωτέρων οδών της πρωτευούσης, διότι είχον κριθή ως ασφαλέστεραι. Ενθυμούμαι μίαν φορά όταν μετέφερον εν πολυβόλον εκ των γραφείων του Δικηγόρου Μαρτάκου Ν. εις την οικίαν μου ινα εκείθεν την επομένην μεταφερθή εις εν κατάστημα όπισθεν του Ερμείου, εντός σάκκου, τους έπεσεν έμπροσθεν του Πανεπιστημίου, ημέρα μεσημέρι, και άλλοτε όταν ο μικρός υιός μου, νυν Λοχαγός του Πυροβολικού, μετέφερε χειρομβοβίδας και φυσίγγια εις ένα Λόχον της οργανώσεως εις τον Βοτανικόν εντός καλάθου καλυμμένα με σταφύλια, τον σταμάτησαν Γερμανοί χωροφύλακες και του πήραν τα σταφύλια. Τι να ειπώ διά το τόλμημα της συζύγου μου μητρός με εξ τέκνα η οποία όχι μόνον εδέχετο εις την κατοικίαν μας τα προσωρινώς εναποθηκευόμενα είδη οπλισμού και πυρομαχικών, αλλά κατά την κατάρευσιν των Ιταλών εδέχθη, απόντος εμού, Ιταλούς στρατιώτας μετά του οπλισμού των. Τι να ειπώ διά τον ανήλικον τότε υιόν μου Διονύσιον όταν, πλην της δράσεως αυτού κατά την παραλαβήν των όπλων και διά την οποίαν περαιτέρω θα ομιλήσωμεν, κατά το κίνημα του Δεκεμβρίου πλην της διασώσεως, υπό τα πυρά των Ελασιτών, αποκλεισθείσης ομάδος της ΡΑΝ εις τον συνοικισμόν Ζωγράφου, τον ανεφοδιασμόν της Χ μετ’ άλλων διά πυρομαχικών εις το Αστεροσκοπείον, και τον τραυματισμόν του υπό όλμου μετά των νυν αναπήρου επιλάρχου Μπαμπαλιούτα και εφ. Ανθ/γού Κολλάτου Μαρίου αποθανόντος εκ του τραύματος τούτου, και κατά τον οποίον τραυματισμόν έλαβε 30άδα όλην τραυμάτων, ευτυχώς ουχί σοβαρών, και είτα εκινδύνευσε να ψηθή υπό των Κομμουνιστών εις τον Ευαγγελισμόν;
Γενικώς όλον το έργον του εξοπλισμού αν μη και της συγκροτήσεως τμημάτων της οργανώσεως ήτο εις την δικαιοδοσίαν μου και τα καθήκοντα μου. Επεριορίσθην εις τα ανωτέρω ολίγα περί των μελών της οικογενείας μου, ίσως εκ κακής ερμηνείας της διαταγής υμών, δεν μοι είναι όμως επιτρεπτόν να μη διαμνημονεύσω έστω και διά ολίγων λέξεων τα αγαπητά μου παιδιά της οργανώσεως ιδία της περιοχής Κολωνακίου μετά των οποίων είχον στενήν συνεργασίαν εις το ζήτημα της προμηθείας και αποκρύψεως του οπλισμού. Πως να ξεχάσω την ομάδα αυτήν απαρτιζομένην κυρίως εκ φοιτητών και η οποία υπήρξεν το δεξί μου χέρι κατά την εκτέλεσιν της αποστολής μου, υπό τον ήρωα Μαλτέζον Κίτσον, απόγονον του Μακρυγιάννη, δολοφονηθέντα την 3ην Φεβρουαρίου 1944 προ του αγάλματος του Βύρωνος υπό των Κομμουνιστών, νέων ενθουσιώντων, των οποίων οι πλείστοι εγκαταλείψαντες την οικογενειακήν θαλπωρήν ετέθησαν ψυχή τε και σώματι εις την διάθεσιν της Πατρίδος, μεταξύ των οποίων ενθυμούμαι τους δύο αδελφούς Στράτου Χριστόφορον και Θεόδωρον, της εταιρίας Πειραϊκή – Πατραϊκή, τα παιδιά του ιλάρχου Σταθάτου, υπασπιστού της Α.Μ. του Βασιλέως Γεωργίου Β’ εις Αίγυπτον, Αντώνιον και Ελένην και τόσα άλλα, ως και την σύζυγον του άνω ιλάρχου Πολύμνιαν η οποία είχε θέση εις την διάθεσιν της οργανώσεως το παρά την είσοδον του Ζαππείου μέγαρον της, εντός του οποίου εγίνετο η εκπαίδευσις εις τον χειρισμόν των όπλων, των νέων υπό του διοικητού του λόχου των εφ. Λοχαγού Γρηγορίου Γ, νυν Βουλευτού;
Πως να ξεχάσω την Δέσποιναν ταύτην η οποία εφιλοξένει και τους τραυματίας μας, και αφ’ ης ημέρας οι κομμουνισταί της πήραν βιαίως αμέσως μετά την αποχώρησιν των Γερμανών, τον τραυματίαν μας Μαρίνον – Χριστόφορον τον οποίον και κατεκρεούργησαν εις τον Υμηττόν ησθένησεν και απέθανεν από μαρασμόν;
Πως να ξεχάσω τον γέρο Λιόγα ο οποίος επλήρωσεν διά της ζωής του και τριών τέκνων του την αφοσίωσιν του και την αγάπην του προς την Πατρίδα, υπερασπίζων την αποθήκην οπλισμού της οργανώσεως παρά το Νεκροταφείον;
Πως να μη αναφέρω όλους τους άλλους και τέλος τους 44 νεκρούς της οργανώσεως από του Αντ/χου Κασίμη Σωτηρίου μέχρι της Καρά Αγγελικής οι οποίοι επότισαν διά του αγίου αίματος αυτών το δένδρον της ελευθερίας ; Ολόκληρος τόμος δεν επαρκεί διά να περιγράψωμεν τα κατά την διετή ζωήν της οργανώσεως συμβάντα.-
Αποστολαί προς παραλαβήν προσώπων και οπλισμού εξ Αιγύπτου.
Μετά την αναχώρησιν του Αρχηγού της οργανώσεως Συντ/χου Βεντήρη Κ. εις Αίγυπτον τον Μαϊον του 1944, κατόπιν προσκλήσεως της Κυβερνήσεως, την αρχηγίαν της οργανώσεως ανέλαβεν ο υπαρχηγός αυτής Συντ/χης Σπηλιωτόπουλος Παν., ο βραδύτερον διορισθείς υπό της Κυβερνήσεως Στρατιωτικός διοικητής Αττικής.
Από της αναχωρήσεως του Συντ/χου Βεντήρη Κ. εις Μ.Ανατολήν και κατόπιν της διαβεβαιώσεως αυτού ότι πρώτον του μέλημα θα ήτο η αποστολή οπλισμού προς εξοπλισμόν των οργανώσεων, ανετέθη εις εμέ και με βοηθόν μου τον τότε ίλαρχον Κόκκινον Σπ. αφ’ ενός η αναγνώρησις όλων των όρμων της Αττικής διά δυνατήν άφιξιν φορτίου οπλισμού και εκφόρτωσιν αυτού και ο προσδιορισμός των κατεχομένων υπό των Γερμανών θέσεων, της περίπου δυνάμεως αυτών ως και των συνηθειών αυτών, και αφ’ ετέρου η εξύψωσις του ηθικού των κατοίκων διά διδασκαλιών της αποστολής ταύτης ανέλαβε να εκτελέση ο βοηθός μου ίλαρχος Κόκκινος Σπ. ιδία το της εξυψώσεως του φρονήματος των κατοίκων και της οργανώσεως τμημάτων αντιστάσεως. (συνημμένως αναφορά του υποβληθείσα τότε επί του ζητήματος τούτου). Το έργον μας δεν ήτο εύκολον. Είμεθα υποχρεωμένοι να κινούμεθα εφοδιασμένοι εκάστοτε με διαφόρους πλαστάς ταυτότητας και επαγγέλματα προς αποφυγήν των κινδύνων συλλήψεως. Πάσα κίνησις αξιωματικού εθεωρείτο ύποπτος. Εις την διάθεσιν μου διά την αποστολήν αυτήν είχε τεθή και ο μακαρίτης μοίραρχος Νίκολης διοικητής Χωροφυλακής Λαυρίου, γνωστός μου από τον πόλεμον όποτε υπηρέτει ως διοικητής στρατονομικού αποσπάσματος της Vης Ταξιαρχίας της οποίας ήμην Επιτελάρχης. Αι αναγνωρίσεις αυταί γενόμεναι υπό τα όμματα των Γερμανών και των παρακολουθούντων πάσας τας κινήσεις ημών κομμουνιστών οι οποίοι δεν εδίσταζον να προδίδωσι ταύτας εις τους Ιταλούς κατ’ αρχάς και είτα εις τους Γερμανούς, δεν ήτο πράγμα εύκολον, και μόνον άνθρωποι αποφασισμένοι να αποθάνωσιν εις οιανδήποτε στιγμήν ήτο δυνατόν να αναλάβωσι ταύτας. Εις την επιτυχίαν συνετέλεσαν καίτινες των κατοίκων των Μεσογείων οι οποίοι εγνώριζον την πραγματικήν μας ταυτότητα και γενικώς τους σκοπούς μας και μας εβοήθουν είτε διά πληροφοριών είτε διά προσφοράς κατοικίας εις οιανδήποτε στιγμήν ημέρας τε και νυκτός, είτε διά της χορηγήσεων εμπίστων οδηγών κλπ. Μεταξύ αυτών τας περισσότερας υπηρεσίας μας προσέφερον οι διαχειριστής του μονοπωλείου Κερατέας Γόγορας Κ. και ο πρόεδρος της κοινότητος Μαρκοπούλου Καλαφούτης.
Όταν τον Αύγουστον του 1944 ειδοποιήθημεν όπως είμεθα έτοιμοι να δεχθώμεν αποστολήν οπλισμού εκ Μ.Ανατολής, αι αναγνωρίσεις μας είχον λήξη και είμεθα έτοιμοι να ορίσωμεν όρμους προσορμίσεως και ότι άλλο στοιχείον ήθεο\λον μας ζητήση.
Την 1ην και 2ην Σεπτεμβρίου διετάχθην υπό του Στρατιωτικού Διοικητού να μεταβώ εις Κερατέαν και αφ’ ου παραλάβω τον …………………., βραδύτερον τυφεκισθέντα υπό των ελασιτών έμπροσθεν της εκκλησίας της Κερατέας στηριζόμενον εις το κιγκλίδωμα του ηρώου των πεσόντων, να μεταβώ δι’ υποδοχήν αφικνουμένων προσώπων εξ Αιγύπτου απεσταλμένων της Κυβερνήσεως και να τους μεταφέρω ασφαλώς εις Αθήνας. Πράγματι την προσδιορισθείσαν νύκτα αφίχθησαν εις ορμίσκον της περιοχής Δασκαλειού διά πετρελαιοκινήτου οι υπολοχαγοί Ζωϊόπουλος Μάριος υπό το ψευδώνυμον Μαρινάκος και Παπαληγούρας (νυν υπουργός Βιομηχανίας). Την πρωίαν της επομένης μετέφερον τούτους εις Αθήνας διά αυτοκινήτου, αφ’ ου εις ένα καφάσι με μελιτζάνες ετοποθετήσαμε 1500 λίρες εις σακκουλάκια, και το οποίον μετέφερα από του σημείου εκφορτώσεως εις την κατοικίαν μου εγώ ο ίδιος εις την πλάτην μου, με μόνην ωφέλειαν τις μελιτζάνες, εξαιρετικόν κέρδος διά την εποχήν εκείνην. Τας ημέρας εκείνας η Κυβέρνησις Μ.Ανατολής εζήτησεν από τον Στρατιωτικόν Διοικητήν να ορίση όρμον προσορμίσεως του φέροντος τον εθνοσωτήριον οπλισμόν πλοίου ως και συνθηματικά σημεία αναγνωρίσεως. Κατόπιν προτάσεως μου ωρίσθη ο τοιούτος ‘Κακή θάλασσα” παρά την γνωστήν Μονήν Κερατέας των παλαιοημερολογιτών, διότι ούτος επλήρου τα περισσότερα προσόντα διά τοιαύτην αποστολήν.
– Ητο μεν μεταξύ των κατεχομένων υπό των Γερμανών όρμων του Πόρτο Ράφτι και Δασκαλειού, πλην απεκρύπτετο από τα όμματα αυτών.
– Ητο εγγύς της Μονής ένθα ηδυνάμεθα να παραμείνωμεν κρυπτόμενοι χωρίς να προκαλέσωμεν υπονοίας (είμεθα εν αγνοία των συμβάτων τας τελευταίας εκείνας ημέρας).
– Εγγύς υπήρχε δάσος εντός του οποίου ήτο δυνατή η απόκρυψις του αποσπάσματος ασφαλείας ημών.
– Οι διοικούντες την Μονήν καλόγηροι είχον προσφερθή εις προηγουμένην μας επίσκεψιν και εις άλλας συναντήσεις μας μακράν της Μονής να μας βοηθήσωσι δι’ όλων των διατιθεμένων υπ’ αυτών μέσων (κάλυψις διά πληροφοριών, προσφορά λέμβων και προσωπικού κλπ.).
– Συνεδέετο διά καρροποιήτου οδού μετά της Κερατέας μέσω της οποίας ήτο δυνατή η κίνησις φορτηγών αυτοκινήτων.
Την πρωίαν της 9ης Σεπτεμβρίου 1944, ως γράφει εις το βιβλίον του “Χρονικόν της Σκλαβιάς” ο Χ.Ζαλοκώστας, ο Στρ/κός διοικητής έλαβεν εκ Μ.Ανατολής το ακόλουθον τηλεγράφημα, διά του ασυρμάτου της οργανώσεως “Κόδρος”. Μεριμνήσατε δι’ ενόπλον αστυνομικήν φρουράν παραλάβη όπλα και πυρομαχικά. Αναμείνατε ταύτα από νυκτός 12ης τρέχοντος. Σημείον αποβάσεως Κακή Θάλασσα. Δώσατε συνθήματα από ακτής προς πλοίον. Λάβατε μέτρα ασφαλείας. Εκλήθην υπό του Στρ/κού Διοικητού και δι’ ετάχθην όπως αναχωρήσω την επομένην διά τον όρμον Κακή Θάλασσα προς παραλαβήν του αφικνουμένου οπλισμού. Πλην των βοηθών μου Λοχαγού Πυρ/κού Ξένου Μιχαήλ, διατεθέντος υπό της οργανώσεως “Χ” και του Ιλάρχου Κοκκίνου Σπ. θα ήρχετο μεθ’ ημών και ο άρτι αφιχθείς εκ Μ.Ανατολής υπολοχαγός Ζωϊόπουλος (Μαρινάκος) και ο οποίος θα επέστρεφεν διά του κομίζοντος τον οπλισμόν πλοίου. Επίσης θα μας ηκολούθη και ο 17ετής υιός μου Διονύσιος ως σύνδεσμος. Προ της αναχωρήσεως μας, διά του βοηθού του Λοχαγού Ξένου Μ. διέταξα το διατεθέν υπό τας διαταγάς μου απόσπασμα εξ 20 ενόπλων ανδρών όπως κινηθή την νύκτα της 10ης προς Κουβαράν ένθα θα παρελαμβάνετο υπό οδηγού (ιλάρχου Κοκκίνου) και θα οδηγείτο εις τον προκαθορισθέντα χώρον (δάσος παρά την μονήν Κερατέας). Το απόσπασμα όμως λόγω απροόπτου κωλύματος εκινήθη την νύκτα της επομένης, αυξηθέν εις 30 άνδρας και παραληφθέν εγκαίρως εγκατεστάθη κανονικώς. Μετά του αποσπάσματος απεστάλη και εν μικρόν επιβατικόν αυτοκινήτον με γκαζοζέν οδηγούμενον από ένα των ηρώων αδελφών Παπαγεωργίου των φονευθέντων βραδυτέρον υπό των κομμουνιστών και το οποίον απεκρύβη εις το δάσος. Τούτο θα εχρησιμοποιείτο διά την ταχείαν ειδοποίησιν του Στρ/κού διοικητού περί της αφίξεως του οπλισμού προς διακανονισμόν της μεταφοράς του εις Αθήνας. Ανεχωρήσαμεν την πρωίαν της 10ης Σεπτεμβρίου εφθάσαμεν δε εγκαίρως εις Κερατέαν ίνα προλάβωμεν και κανονίσωμεν ωρισμένα ζητήματα αφορώντα την αποστολήν μας, και λάβωμεν γνώσιν των τελευταίων πληροφοριών περί των συμβάντων εις την ενδιαφέρουσαν ημάς περιοχήν, παρά του εκεί πράκτορος μας Γόγορα. Τας εσπερινάς ώρας διά σούστας μετεφέρθημεν εις την Μονήν Κερατέας, παραλαβόντες μεθ’ ημών και τον Γόγοραν, ο οποίος ήτο γνωστόν εις τον κόσμον ότι συνεδέετο πολύ με τους διοικούντας την Μονήν, και τούτο διά να δώσωμεν την εντύπωσιν ότι μεταβαίνομεν δι’ επίσκεψιν της Μονής, πράγμα το οποίον και επιτύχομεν. Τα της επισκέψεως μας εγνώριζον οι τρεις διοικούντες την Μονήν καλόγηροι και η ηγουμένη Μαριάμ, ουχί όμως και την αποστολήν μας. Εκεί επληροφορήθημεν υπό των καλογήρων ότι τας τελευταίας ημέρας είχον εγκατασταθή παρά τον όρμον εις καλύβας διάφορα πρόσωπα εκ Κερατέας υπό το πρόσχημα του παραθερισμού, των οποίων τινές ήσαν κομμουνισταί μεταξύ των οποίων και ο διδάσκαλος Κερατέας, και οι οποίοι εγκατεστάθησαν εκεί εκ φόβου συλλήψεως των υπό των Γερμανών, κατόπιν επεισοδίου γενομένου προ ολίγων μόλις ημερών παρά την θέσιν “Πλάκα” επί της δημοσίας οδού Κερατέα – Λαύριον, μεταξύ Γερμανικής περιπόλου και ανταρτών Κομμουνιστών ενόπλων πυροβολησάντων κατ’ αυτών. Αι πληροφορίαι αύται μας ανεστάτωσαν διότι πλέον το έργον μας καθίστατο πλέον πολύ δύσκολον και επικινδυνοδέστερον. Έπρεπε να λάβωμεν τα μέτρα μας, μέτρα ασφαλείας, διά το φορτίον των όπλων. Εις σύσκεψιν απεφασίσαμεν όπως ζητήσωμεν την βοηθείαν των καλογήρων, οι οποίοι πράγματι ετέθησαν εις την διάθεσίν μας ανεπιφυλάκτως, και ανέλαβον:
– Την ασφάλειαν ημών και του αποσπάσματος διά παρακολουθήσεως απάντων όχι μόνον των παραθεριζόντων αλλά και των επισκεπτών της Μονής.
– Την συλλογήν πάσης πληροφορίας περί της κινήσεως των γύρω Γερμανών και Κομμουνιστών.
– Την διάθεσιν εις ημάς των διατιθεμένων υπ’ αυτών πλωτών μέσων διά τε την εκφόρτωσιν και εν ανάγκη την μεταφοράν εις έτερον μέρος ημών, εξοπλισμένων δι’ ιδίου προσωπικού.
– Την τροφοδοσίαν μας μέχρι της αφίξεως του οπλισμού.
– Τέλος ετέθησαν εις την διάθεσίν μας διά την εκφόρτωσιν του οπλισμού και μεταφοράν του όπου δει.
Πραγματικώς οι καλόγηροι ούτοι (Πατέρες Αντώνιος, Βίκτωρ, και Βικέντιος) εδείχθησαν άξιοι της Ελληνικής Πατρίδος, και αντάξιοι διάδοχοι των δρασάντων κατά την μακραίωνα δουλείαν των Τούρκων ιερωμένοι.
Μετά την προσωρινήν αυτήν λύσιν, προς αντιμετώπισιν της περιπτώσεως ταχείας αφίξεως του πλοίου, απεφασίσαμεν την αλλαγήν του όρμου εκφορτώσεως του οπλισμού. Η παρουσία τόσων ανεπιθυμήτων στοιχείων εις την Κακήν Θάλασσαν, η παρακολούθησις ημών υπό οργάνων του ΕΑΜ ως διεπιστώθη υπό των καλογήρων και η συλλεγείσα πληροφορία ότι ομάς Κομμουνιστών εξωπλισμένη αναμένει την ημέραν αφίξεως του πλοίου ινα μας επιτεθή και μας αφαρπάση τον οπλισμόν, αποδειχθείσα τελείως αληθής, μας ηνάγκασεν να επισπεύσωμεν όσον το δυνατόν ταχύτερον τας αναγνωρίσεις μας και παραπλανώντες τους κατασκοπεύοντας ημάς την τελευταίαν στιγμήν της αφίξεως του πλοίου να το οδηγήσωμεν εις τον νέον όρμον. Υπήρχεν ο φόβος της παρεξηγήσεως μετά του πλοιάρχου όστις θα είχε εντολήν να προσορμισθή εις Κακήν Θάλασσαν, αλλά ελπίζαμε εις μίαν συνεννόησιν μετ’ αυτού. Πράγματι ο Ιλαρχος Κόκκινος ενδεδυμένος με ρούχα επαίτου κατηυθύνθη προς Πόρτο -Ράφτη και εγώ μετά του Λοχαγού Ξένου προς Δασκαλειό. Δεν έπρεπε ο αναγνωρισθησόμενος όρμος να ήτο μακράν της Κακής Θάλασσας διότι και το απόσπασμα δεν ήτο δυνατόν να μεταφερθή μακράν και να αποκρυβή, και αι συνθήκαι αφίξεως και παραμονής του πλοίου μας ήσαν άγνωστοι. Ο Ιλαρχος Κόκκινος υπήρξεν τυχηρώτερος ημών διότι ανεύρε τον όρμον “Αυλάκι” απέχοντα μόλις 800μ. περίπου του έξω του Πόρτο – Ράφτη εκκλησιδίου της Αγ.Μαρίνας το οποίον οι Γερμανοί κατείχον μετατρέψαντες αυτό εις πολυβολείον, εγγύς του δάσους ένθα εκρύπτετο το απόσπασμα και επεκεινώνει με δύο οδεύσεις μίαν προς Μαρκόπουλον διερχομένην όμως έμπροσθεν της Αγ. Μαρίνας και ετέρας διά Κουβαρά προς την κυρίαν οδόν Αθηνών Λαυρίου, και το σπουδαιότερον δεν ήτο πολύ μακράν του τοιούτου της Κακής Θαλάσσης, και ήτο τελείως έρημος. Εγώ μετά του Λοχαγού Ξένου ενεργούντας αναγνώρισιν προς Δασκαλειό, τον όρμον του οποίου κατείχον οι Γερμανοί διά 10 ανδρών, ενεπέσαμεν εις περίπολου Γερμανικήν και μόλις, θεού θέλοντος, εσώθημεν.
Ικανοποιημένοι από την λύσιν του όρμου “Αυλάκι” την οποίαν λύσιν εις ουδένα ανεκοινώσαμεν, ουδέ εις τους φίλους μας και συνεργάτες μας καλογήρους, και μη επισκεφθέντες αυτόν διά να μη προκαλέσωμεν υπονοίας των παρακολουθούντων ημάς Κομμουνιστών, αναμέναμεν. Διά του Λοχαγού Ξένου διεμήνυσα προφορικώς το πράγμα εις τον Στρατιωτικόν Διοικητήν και του εζήτησα ενίσχυσιν του αποσπάσματος κατόπιν των άνω πληροφοριών, περί επικειμένης επιθέσεως των Κομμουνιστών προς αρπαγήν των όπλων, και της επιβεβαιώσεως τούτων υπό των εξαιρετικών πληροφοριοδοτών μας καλογήρων και του Πράκτορός μας Γόγορα εκ της Κερατέας. Η ενίσχυσίς μας αφίχθη και ούτω η δύναμις του αποσπάσματος μας ανήλθεν εις 66 άνδρας μετά των αξιωματικών των.
Μετεκάλεσα εις την Μονήν δύο εκ των ενόπλων μας μεταξύ των οποίων το ηρωϊκόν τέκνον της Κρήτης Μανούσακαν Εμμ. τον τρόμον των Κομμουνιστών εις την περιοχήν των Στρατ. Νοσοκομείων Αθηνών, προς αποφυγήν του κινδύνου της αρπαγής ή του φόνου ημών υπό των Κομμουνιστών και κυρίως κάθε νύκτα οπόταν άπαντες εις την παραλίαν άγρυπνοι ανεμέναμεν την άφιξιν του πλοίου.
Η εκ της συνεχιζόμενης θαλασσοταραχής μη άφιξις του πλοίου εδημιούργει συνεχώς εις ημάς προβλήματα σχεδόν ανυπέρβλητα, ως ήτο η τροφοδοσία 70 ανθρώπων, εις εποχήν που δεν υπήρχε τίποτε να αγοράση τις, αλλά και αν εύρισκε χωρίς να το θέλη επροκάλει αμέσως την περιέργειαν του πωλητού διά τον σκοπόν της αγοράς τόσων τροφίμων ως και το ζήτημα μεταφοράς αυτών. Και το ζήτημα τούτο ως και το τοιούτον των κλινοσκεπασμάτων μας το έλυσεν ο ακαταπόνητος φίλος Γόγορας, ο οποίος παρ’ ολίγον να πληρώση διά της ζωής του τα έργα του ταύτα. Συλληφθείς υπό των Ελασιτών βραδύτερον απήχθη εις Κρώρα όπου εβασανίσθη, όπου εφουσκώθη δι’ αεραντλίας, εσώθη δε χάρις εις την ταχείαν ειδοποίησιν μου, οπότε απήτησα από τον Στρ.Διοικητήν να απαιτήση από το Ζεύγον την άμεσον απόλυσίν του πράγμα όπερ εγένετο όταν πλέον είχε καταστή ερείπιον και επέκειτο ο θανατός του. Ευτυχώς εσώθη.
Αι ημέραι παρήρχοντο, το πλοίον δεν ενεφανίζετο, αι πληροφορίαι έφθανον ακόμη δυσμενέστεραι, μάλιστα ότι 200 περίπου κομμουνισταί ένοπλοι είχον συγκεντρωθή μεταξύ Βάρης και Λαυρίου, ήλεγχον το Λαύριον ουσιαστικώς καταλαβόντες αυτό, ως και την οδόν προς Λαύριον εις την θέσιν Πλάκα. Αι ελπίδες επιτυχίας του εγχειρήματος ηλαττούντο εκ των αυξανομένων πανταχόθεν κίνδυνων, πλην ολόκληρον το προσωπικόν ήτο αποφασισμένον να φέρη εις πέρας την αποστολήν του, γνωρίζων έκαστος εξ αυτού ότι η παραλαβή των όπλων και ο εξοπλισμός δι’ αυτού των Σωμάτων ασφαλείας και των οργανώσεων θα έσωζε την Ελλάδα. Είχον όλοι λάβη την απόφασιν να αποθάνωσι και αυτό έσωζε την κατάστασιν. Δύο – τρεις ελιποψύχησαν και εζήτησαν την άδειαν να απέλθωσιν η οποία και τους εδόθη. Τέλος την 20ην -9-44 ήτοι 11 όλας ημέρας από της εγκαταστάσεως μας εις την περιοχήν της Μονής, ο καιρός ήρχισε να βελτιούται. Την 23ην ώραν της 21ης εν ω ευρισκόμεθα εντός Ιταλικού καταφυγίου εκ μπετόν αρμέ παρά την θάλασσαν προς αποφυγήν του ψύχους και σκοπός επί τίνος βράχου πλησίον μας εφύλαττε ο ίλαρχος Κόκκινος Σπ. αφίχθη το πλοίον ανευ ουδενός θορύβου, σχεδόν ως φάντασμα, και τούτο διότι έφερε κινητήρα αεροπλάνου μετά σιγαστήρος. Εγένετο αμέσως η σχετική αναγνώρισις διά των συμπεφωνημένων σημείων οπότε εσταμάτησε τούτο, πλην όμως έτοιμον να αναχωρήση εις περίπτωσιν κινδύνου. Αμέσως ειδοποιήθημεν και εσπεύσαμεν προς την παραλίαν προς την οποίαν είδομεν να κατευθύνεται λέμβος εκ του πλοίου ερχομένη. Αυτής επέβαινε ο Άγγλος Συνταγματάρχης Σέπερντ (LESLI RYFYS SHEPPARD), φονευθείς αργότερον κατά το κίνημα του Δεκεμβρίου υπό νάρκης των ελασιτών εις την οδόν Πατησίων, μετά Έλληνος διερμηνέως. Τω κατέστησα γνωστήν την κατάστασιν ως και την ανάγκην της αμέσω αναχωρήσεως του πλοίου μεθ’ ημών διά τον νέον όρμον. Πράγματι επιβάντες άπαντες της λέμβου μετεφέρθημεν επί του σκάφους όπου έπρεπε να πείσωμεν τον Άγγλον πλοίαρχον να δεχθή την αλλαγήν του διατεταγμένου όρμου. Ούτος έφερε κατ’ αρχάς αντιρρήσεις, αλλά τη επεμβάσει και του Σέπερντ επείσθη να αναχωρήσωμεν, αφ’ ου εδέσαμεν εις το πλοίον την λέμβον του ως και την λέμβον της Μονής μετά δύο μοναχών λεμβούχων. Ο Άγγλος συν/χης Σέπερντ άμα τη εξόδω του εις την ξηράν εις Κακήν Θάλασσαν μοι επέστησε την προσοχήν επί των φρονημάτων των ανδρών του πληρώματος του πλοίου, το οποίον απετελείτο από Έλληνας κομμουνιστάς και μοι συνέστησε να αποφύγωμεν κάθε συζήτησιν με το πλήρωμα προς αποφυγήν δυσαρέστων συνεπειών, πράγμα το οποίον έθεσα αμέσως υπ’ όψιν των συντρόφων μου επιστήσας την προσοχήν αυτών. Προς τούτο την επίβλεψιν εις το κύτος κατά την εκφόρτωσιν ανέθεσα εις τον ηρωϊκόν Μανούσακαν Εμμ. ο οποίος έφερεν επιτυχώς εις πέρας την αποστολήν του.
Καθ’ ην στιγμήν εκινήθη το πλοίον διά τον νέον όρμον εις Κακήν Θάλασσαν, ως μας επληροφόρησαν βραδύτερον οι μοναχοί και ο Εύελπις Μέξης τον οποίον είχομεν αφίση, ως σύνδεσμον εις την Μονήν, έφθασεν ένοπλον τμήμα του Ελάς, το οποίον έχων ακριβείς πληροφορίας εκ Καΐρου περί της ώρας αφίξεως του πλοίου, ήρχετο διά να αρπάση τον οπλισμόν, θεωρόν ημάς τους εκεί ευρισκομένους εμπόδιον άνευ σημασίας, διότι ως απεδείχθη ευρίσκοντο εν αγνοία της παρουσίας εκεί του αποσπάσματος. Έμειναν ούτοι άναυδοι όταν είδαν το πλοίο να εξαφανίζεται εις το σκότος, δίκην φαντάσματος, μεθ’ ημών και να τους διαφεύγη η λεία. Μη γνωρίζοντες που κατευθύνεται το πλοίον μεταβάντες εις την Μονήν εξέσπασαν εις βάρος των μοναχών διά να αποσπάσουν πληροφορίας, οι οποίοι όμως ουδέν εγνώριζον αλλά μετά εξαιρετικής χαράς επληροφορήθησαν εξ αυτών ότι η εκφόρτωσις δεν εγένετο και ότι και ημείς εξηφανίσθημεν μετά του πλοίου. Ούτω απεφύγαμεν τον κίνδυνον, τον δε ευέλπιν Μέξην εφρόντισαν να αποκρύψωσιν αι αδελφαί.
Εφθάσαμεν εις τον όρμον “Αυλάκι” περί την 24ην ώραν, καθ’ ην στιγμήν κατέφθανον καθ’ ομάδας οι άνδρες του αποσπάσματος ειδοποιηθέντες διά συμπεφωνημένων σημείων διδομένων υφ’ ημών εκ του πλοίου διά ηλεκτρικού φανού και κατά την διαδρομήν αυτού. Φθάσαντες εκεί εύρομεν ηγκυροβολημένον μικρόν Ψαροκάϊκο το οποίον επετάξαμεν και ούτω δι’ αυτού και των δύο λέμβων μας (του πλοίου και της Μονής) αρχίσαμεν την εκφόρτωσιν. Διερωτώμαι τι θα εγίνετο αν το ευρεθέν εκεί αγκυροβολημένον πλοιάριον δεν ήτο ψαράδικο αλλά καταδιωκτικόν Γερμανικόν;
Αμα τη αφίξει μας εις Αυλάκι ο Άγγλος πλοίαρχος του ST.JOHN (το όνομα του πλοίου) μοι εδήλωσεν ότι ούτος θα ανεχώρει οπωσδήποτε την 2αν ώραν της 22ας-9-44, ασχέτως αν η εκφόρτωσις θα είχεν αποπερατωθή, διότι διά λόγους ασφαλείας άμα τη εω δέον να ευρίσκεται παρά την νήσον Κέαν προς απόκρυψιν του.
Το θέαμα της εκφορτώσεως ήτο αληθώς συγκινητικόν. Εκάστη ομάς αφικνούμενη απέβαλε τα ενδύματα, διδόντων το παράδειγμα των Αξιωματικών αυτών, ώρμα εις την θάλασσαν και μετέφερε μετ’ ενθουσιασμού εις την ακτήν τα κιβώτια οπλισμού και πυρομαχικών τα οποία άλλοι συνάδελφοι των τους παρέδιδον εκ των λέμβων. Ουδείς των Αξιωματικών περιωρίσθη εις τα καθήκοντα του ως ηγήτορος αλλά πάντες γυμνοί πρώτοι μετέφερον επί των ώμων των το πολύτιμον φορτίον. Ούτω κατωρθώθη εις χρόνον μικρότερον των δύο ωρών να εκφορτωθή φορτίον 20 τόννων περίπου εκ του πλοίου εις τας λέμβους και εκ των λέμβων εις την ακτήν. Και ούτω την 1:45’ ώραν της 22ας -9-44 απέπλευσε το πλοίον, 15 λεπτά προ της ορισθείσης υπό του Άγγλου κυβερνήτου προθεσμίας και επί του οποίου επέβη ο υπολ/γός Ζωϊόπουλος Μ. κομίζων εις την Κυβέρνησιν πολυτίμους πληροφορίας.
Προς επιτυχίαν του άθλου τούτου ηναγκάσθην να αποσύρω όλα μου τα φυλάκια, στηριζόμενος εις το ότι οι κομμουνισταί προ νέας καταστάσεως ευρεθέντες δεν ήτο δυνατόν να επιχειρήσωσι τι προ της πρωίας οπότε το ημέτερον απόσπασμα θα ήτο ισχυρότατον, διότι αμέσως μετά την εκφόρτωσιν θα εφοδιάζετο διά πολλών αυτομάτων όπλων το οποίον πράγματι και εγένετο, διότι αμέσως μετά την εκφόρτωσιν διέταξα την κατ’ αρχήν μεταφοράν των αυτομάτων εις παρακείμενον Ιταλικόν καταφύγιον και την συναρμολόγησιν και κάθαρσιν αριθμού τούτων υπό συνεργείου υπό την άμεσον επίβλεψιν μου. Διετέθησαν εις το απόσπασμα 26 αυτόματα μετ’ αναλόγων φυσιγγίων. Κατά το διάστημα της εκφορτώσεως επιβάς του σκάφους προς έλεγχον αυτής, ήλθον εις συνομιλίας μετά ανδρών του πληρώματος, από τους οποίους επληροφορήθην ότι κατά το προηγούμενον ταξείδιον των είχον μεταφέρη πυρομαχικά εις τους κομμουνιστάς, εκφορτωθέντα παρά το Λιτόχωρον της Μακεδονίας και ότι εκινδύνευσαν να πνιγούν εκ θαλασσοταραχής.
Μετά την εκφόρτωσιν τρία προβλήματα υπεχρεώθην να αντιμετωπίσω, μη προβλέπων ότι ήτο δυνατόν ημέραν να μας επιτεθώσι ελασίται προς αρπαγήν του οπλισμού και εν όψει των Γερμανών απεχόντων από το Αυλάκι μόλις 800μ περίπου. Ταύτα ήσαν:
– Η απόκρυψις του οπλισμού και των πυρομαχικών
– Η ειδοποίησις του Στρ/κού Διοικητού διά την παραλαβήν του και διά την αποστολήν των αναγκαιούντων μέσων μεταφοράς.
– Η μεταφορά τούτου εις Αθήνας διά μέσου των Γερμανικών φυλακείων και περιπόλων.
Διά το πρώτον διέταξα και αμέσως ήρξατο η μεταφορά του οπλισμού εις το εκεί υπάρχον Ιταλικόν καταφύγιον εκ μπετόν αρμέ, αρκετά ευρύχωρον ώστε να τον δεχθή όλον. Των πυρομαχικών εγένετο η απόκρυψις εις παρακειμένους θάμνους και βούρλα, διότι οπωσδήποτε έπρεπε να απομακρυνθώσι της ακτής. Η μεταφορά και απόκρυψις επερατώθη ολίγον προ της επελεύσεως της ημέρας, οπότε το απόσπασμα αποτελούμενον κυρίως από ενθουσιώντας νέους μη συνειθισμένους εις τοιούτου είδους εργασίας και οι οποίοι είχον πολύ καταπονηθή, κατά οργανικά τμήματα μετέβη εκεί πλησίον δι’ ανάπαυσιν.
Διά το δεύτερον. Ανωτέρω ελέχθη ότι του πλοίου επέβαινε ο Άγγλος Συν/χης Σέπερντ μετά Έλληνος διερμηνέως. Μετ’ αυτού επέβαινον και άλλοι δύο Άγγλοι οι οποίοι απεβιβάσθησαν, έφερον δε μετ’ αυτών δύο φορητούς ασυρμάτους. Ο Σέπερντ επέμενε όπως εντός της νυκτός τους μεταφέρωμεν εις Αθήνας διά του γκαζοζέν μας μετά των αποσκευών των καίτοι του υπεδείξαμεν τους κινδύνους που διέτρεχουν να συλληφθώσιν υπό των Γερμανικών περιπόλων κατά την νύκτα, ενώ ήτο ευκολώτερον να μεταφερθώσι κατά την ημέραν δι’ ενός οιουδήποτε φορτηγού αυτοκινήτου το οποίον θα ανευρίσκωμεν ημείς διά των οργάνων μας εις Κερατέαν. Ούτος επέμενεν και ο ήρως Παπαγεωργίου ανέλαβε να τους μεταφέρη διά του μικρού Γκαζοζέν του και συγχρόνως ν’ αναγγείλη εις το Στρ/κόν Διοικητήν την άφιξιν και την εκφόρτωσιν του οπλισμού. Πράγματι επιβάντες του Γκαζοζέν όλοι έφθασαν παρά πάσαν ελπίδα εις Αθήνας και οι μεν ξένοι εφιλοξενήθησαν εις την οικίαν Παπαγεωργίου εις Παγκράτι, ο δε Στρ/κός Δοικητής ειδοποιήθη εγκαίρως. Μη πιστεύων εις την αισίαν αυτήν έκβασιν της διά του Παπαγεωργίου με το γκαζοζέν ειδοποιήσεως του Στρ/κού διοικητού, όστις έπρεπε να μεριμνήση διά την ταχείαν οργάνωσιν της μεταφοράς του οπλισμού, απεφάσισα να αποστείλω και εξ άλλης κατευθύνσεως σύνδεσμον προς τούτον ως τοιούτον εξέλεξα τον παρ’ εμοί ευρισκόμενον 17ετή υιόν μου Διονύσιον το οποίον εχρησιμοποίουν ως σύνδεσμον μετά του Γόγορα εις Κερατέαν, ευρισκόμενος εν αγνοία της επιδρομής των Ελασιτών εις την Μονήν. Αφ’ ου τω έδωσα προφορικώς τας οδηγίας μου και δύο λίρας προς αντιμετώπισιν κάθε δυσκολίας μεταφοράς τον διέταξα να μεταβή εις την Μονήν και εκείθεν διά του ποδηλάτου του εις Κερατέαν, ένθα τη επεμβάσει του Γόγορα θα επέβαινεν αυτοκινήτου δι’ Αθήνας. Εκκινήσας αμέσως από το Αυλάκι έφθασεν εγγύς της Μονής κατά την πρωίαν, όποτε συνελήφθη υπό σκοπών των ελασιτών και ωδηγήθη εις την Μονήν ένθα ευρίσκετο το απόσπασμα αυτών δυνάμεως 17-18 ενόπλων ανδρών.
Αναγνωρισθείς υπό τίνων εξ αυτών, μάλιστα εις ήτο χωροφύλαξ της διοικήσεως Λαυρίου και ο οποίος εις το εγγύς παρελθόν είχεν αποσταλή από τον Μοίραρχον Νίκολιν εις την κατοικίαν μου εις Αθήνας και τον εγνώριζεν καλώς. Εκεί υπεβλήθη υπ’ αυτών εις ανάκρισιν, αφ’ ου τω κατέσχον παν ότι έφερεν μεθ’ εαυτού (ταυτότητα, σημειώσεις, 2 λίρας κλπ.) και τον εκακοποίησαν. Ούτος είχε την ετοιμότητα να τους δηλώση ότι εγώ μόνον 10 άνδρας ενόπλους είχον μαζύ μου διά την παραλαβήν του οπλισμού, πράγμα που τους ενεθάρυνε να επιτεθώσι καθ’ ημών προς αρπαγήν των όπλων (η κατάθεσις του υιού μου ανευρέθη βραδύτερον εις τα κατασχεθέντα αρχεία των ελασιτών εις Λαύριον). Καθ’ ον χρόνον εξήταζον τον υιόν μου οι κομμουνισταί, ο Έυελπις Μέξης Α. τη βοηθεία των μοναχών απεμακρύνθη της Μονής και ελθών εις “Αυλάκι” ανήγγειλεν εις τον λοχαγόν Ξένον Μ. την σύλληψιν του υιού μου και ακολούθως εις εμέ. Ο λοχαγός Ξένος Μ. τεταραγμένος εκ του γεγονότος μοι επρότεινε την άμεσον αποστολήν τμήματος εκ του αποσπάσματος προς απελευθέρωσιν του υιού μου. Δεν απεδέχθην την πρότασιν διότι εις το γεγονός τούτο προέβλεψα επίθεσιν των κομμουνιστών προς αρπαγήν των όπλων, αλλά τον διέταξα να αποστείλη αμέσως τμήμα προς την Μονήν με μόνην αποστολήν την επιτήρησιν, αυτός δε να θέση αμέσως εις συναγερμόν ολόκληρον το απόσπασμα και διά τον υιόν μου θα εβλέπαμεν αργότερον τι θα εγίνετο. Μόλις απεμακρύνθη ο λοχαγός Ξένος διά να εκτελέση τας δοθείσας διαταγάς, ηκούσθησαν οι πρώτοι πυροβολισμοί. Τι συνέβαινεν; Οι κομμουνισταί μετά την εξέτασιν του υιού μου πεισθέντες εις όσα τους είπεν και ως εκ τούτου εις το εύκολον του εγχειρήματος, έθεσαν εμπρός τον υιόν μου αφ’ ου αφήρεσαν τα υποδήματα διά να μη δύναται να βαδίζη ταχέως, λόγω του βραχώδους του εδάφους, και τους διαφύγει, ως και την περισκελίδα του. Όταν έφθασαν άνωθεν του χώρου Αυλάκι κατ’ αρχάς διά φωνών και εν συνεχεία διά πυροβολισμών επεχείρησαν να καταπτοήσωσι τους άνδρας του αποσπάσματος οι οποίοι κατάκοποι εκ της ολονυκτίου εργασίας ανεπαύοντο οι περισσότεροι και άλλοι εκαθάριζον τον χορηγηθέντα νέον οπλισμό τους. Με τους πρώτους πυροβολισμούς των κομμουνιστών οι οποίοι εξηκολούθουν να κατέρχωνται διά του προς το Αυλάκι αντερείσματος, οι άνδρες του αποσπάσματος ετέθησαν εις συναγερμόν, και κατέλαβον θέσεις προς άμυναν, μία δε ομάς μετά οπλοπολυβόλου η οποία ητοιμάζετο να μεταβή προς το μέρος της Μονής ως φυλάκιον ήρχισεν αμέσως να ανταποδίδη τα πυρά διά των οποίων εξηνάγκασε του κομμουνιστάς να σταματήσωσι την περαιτέρω πορείαν των και να καταλάβωσι θέσεις. Οι κομμουνισταί φαίνεται ότι υπελόγιζον πολύ και επί της παρουσίας του υιού μου έμπροσθεν αυτών, η οποία κατ’ αυτούς θα συνεκράτει του άνδρας του αποσπάσματος από του να βάλωσι κατ’ αυτών, καίτοι ο υιός μου τους είχε τονίση κατά την εξέτασιν όταν συνεζήτησαν τούτο, ότι να μη περιμένωσι καμμίαν συνεννόησιν μετ’ εμού διά παράδοσιν του οπλισμού επ’ ανταλλαγή αυτού, διότι ήδη τον είχε διαγράψη και δ’ αυτό εφρόντισα να αποκτήσω πολλά παιδιά ώστε να μη συγκινή η απώλεια του ενός. Αι ελπίδες των όμως αυταί εξέλιπον ευθύς ως το οπλοπολυβόλον ήρχισε να κροτή και τούτο διότι αι διαταγαί μου ήσαν ρηταί, ότι ουδέν άλλο δέον να έχωσιν υπ’ όψιν των άπαντες από την εκτέλεσιν της αποστολής μας, η οποία ήτο να παραλάβωμεν και να μεταφέρωμεν τον εθνοσωτήριον οπλισμόν εις Αθήνας.
Της πρώτης συγχύσεως των κομμουνιστών επωφεληθείς ο υπολοχαγός Αγγελόπουλος Ν. παρέλαβε 4 άνδρας και διά ταχείας κινήσεως ανερρηχήθη εις τα δεξιά αυτών υψώματα και ήρχισε να βάλλη κατ’ αυτών δι’ αυτομάτων όπλων και τυφεκίων. Ο Λοχαγός Ξένος απέστειλεν άλλην ομάδαν προς κύκλωσιν του αριστερού, πλην αυτή βληθείσα διά ισχυρών πυρών των κομμουνιστών καθ’ όσον εκινείτο επί ανοικτού πεδίου μη παρουσιάζοντος καμμίαν κάλυψιν, εκαθηλώθη. Εν ω ο Λοχαγός Ξένος διηύθυνε τον κατά των κομμουνιστών αγώνα διά μέρους των ανδρών του αποσπάσματος, διέταξα όπως οι λοιποί καταλάβωσι μικρόν ύψωμα καλύπτον την παραλίαν από της κατευθύνσεως του Πόρτο Ράφτι έτοιμοι να αντιστώσι κατά τυχόν προσβολής των Γερμανών εκ της κατευθύνσεως ταύτης. Οι Γερμανοί του Πόρτο Ράφτι, ακούσαντες τους πυροβολισμούς συνεκεντρώθησαν εις την Αγίαν Μαρίναν (περίπου 800μ εκ του χώρου της συμπλοκής) και εθεώντο τα γενόμενα, χωρίς να κινηθώσι προς ημάς. Ο Θεός της Ελλάδος υπήρξε μέγας, καθώς δεν υπήρχεν τρόπος διαφυγής, εις περίπτωσιν προσβολής υπό των Γερμανών παρά την απόφασιν μας να αμυνθώμεν θα εχάνετο εις το τέλος ο οπλισμός και το απόσπασμα θα κατεστρέφετο. Η συμπλοκή διήρκεσεν επί δίωρον περίπου από της 1030’ ώρας της 22ας-9-44 μέχρι της 1230’ ώρας οπότε οι κομμουνισταί εγκατέλειψεν το πεδίον της μάχης, αφήσαντες, ως εξηκριβώθη βραδύτερον, 4 νεκρούς 7 δε τραυματίαι συναπεκομίσθησαν, ων ο εις απέθανε και ετάφη εις Λαύριον. Εκ των ανδρών του αποσπάσματος ουδείς έπαθεν, τουναντίον κατά την συμπλοκήν τραυματισθέντος του ελασίτου του φυλάσσοντος τον υιόν μου, ουτος επωφελήθη της περιστάσεως και κυλιόμενος σχεδόν προς τα κάτω συνεχώς καταπυροβολούμενος υπό τε των ημετέρων, μη αναγνωρισάντων αυτόν, ως και υπό των ελασιτών κατώρθωσε να φθάση πλησίον των ημετέρων, οι οποίοι έσπευσαν να τον σηκώσωσιν εις τας χείρας των, διότι ήτο αδύνατον εις αυτόν πλέον να βαδίση εκ των πληγών των ποδών του.
Κατά το διάστημα της συμπλοκής βλέπων ότι ουδένα κίνδυνον διετρέχομεν εκ μέρους των κομμουνιστών των προσβαλόντων ημάς, διότι ο αριθμός των ήτο μικρός και καθηλώθησαν υπό των ανδρών του αποσπάσματος, ούτε προς το παρόν και εκ μέρους των Γερμανών του Πόρτο Ράφτι οι οποίοι δεν εφαίνοντο να έχωσι διάθεσιν να κινηθώσι καθ’ ημών η μη μόνον να θεώνται την συμπλοκήν, η αγωνία μου περί της τύχης των Άγγλων και επομένως και περί της ειδοποιήσεως τους Στρ/κού διοικητού, μετά την σύλληψιν του υιού μου, επετείνετο. Έλαβον την απόφασιν να αποστείλω μέσω Κουβαρά τον Μανούσακαν με σημείωμα προς τον Στρ/κόν διοικητήν δι’ ου τω καθίστων γνωστήν την άφιξιν του οπλισμού, την επίθεσιν του αποσπάσματος των κομμουνιστών προς αρπαγήν των όπλων, την συνεχιζομένην μάχην μετ’ αυτών, την αδράνειαν των Γερμανών, και την ανάγκην της μεταφοράς του οπλισμού εντός της νύκτος διότι οι κίνδυνοι επολλαπλασιάσθησαν και δεν υπήρχεν αμφιβολία ότι οι κομμουνισταί μετά την αποτυχίαν των θα επρόδιδον την άφιξιν του οπλισμού, πράγμα το οποίον έπραξαν ευτυχώς μετά δύο ημέρας. Ο Μανούσακας μετέβη και εκτελέσας την αποστολήν του επέστρεψε τας βραδυνάς ώρας διά να μου αναγγείλη την ασφαλή μετάβασιν των Άγγλων εις Αθήνας, την ενημέρωσιν του Στρ/κού Διοικητού και ότι θα απέστελεν εντός της νυκτός αυτοκίνητα προς παραλαβήν του οπλισμου, πράγμα που κατεπράϋνε ολίγον τον εκνευρισμόν μας, λέγω δε ολίγον διότι δεν ηδυνάμεθα να εννοήσωμεν την αδράνειαν των Γερμανών οι οποίοι επεριωρίσθησαν μόνον εις το θέαμα της συμπλοκής.
Υπελογίζαμεν ότι θα ανέμενον διαταγάς ή και ενισχύσεις και ετοιμαζώμεθα να τους υποδεχθώμεν διά δραστικών πυρών αλλά και με βέβαιον τον θάνατον ή την σύλληψιν διότι οδός διαφυγής εις περίπτωσιν προσβολής δεν υπήρχεν, ως προελέχθη.
Αφ’ ου έλαβον τα μέτρα μου ασφαλείας και απηγόρευσα κάθε κίνησιν ώστε να παράσχωμεν εις τους Γερμανούς την εντύπωσιν ότι ουδείς πλέον απέμεινεν εις την περιοχήν ματά την συμπλοκήν και καθώρισα περιπόλους διά την νύκτα προς ασφάλειαν αλλά και προς υποδοχήν των αυτοκινήτων διέταξα πλήρη ανάπαυσιν διά τους λοιπούς.
Ο παραληφθείς οπλισμός, αν ενθυμούμαι καλώς, διότι δεν ανεύρον εις το αρχείον μου τα σχετικά σημειώματά μου και δεν αναφέρεται εις τας υποβληθείσας τότε εκθέσεις, απετελείτο από τα κάτωθι είδη.
– Αραβίδες Ιταλίας 1500 περίπου
– Αυτόματα STEN 500 ’’
– Φυσίγγια όπλου 600000 ’’
– ’’ STEN 20000 ’’ μόνον
Μεταφορά του οπλισμού εις Αθήνας.
Την 23ην ώραν της 22-9-44 αι περίπολοι υπεδέχθησαν το αποσταλέν απόσπασμα παραλαβής, αποτελούμενον από δύο επιβατικά και δύο φορτηγά αυτοκίνητα υπό τον ήρωα Λοχαγόν Σταυρόπουλον Χαράλαμπον, ο οποίος επί των δύο επιβατικών είχεν εξωπλισμένην φρουράν με κράνη κλομπς δεν τα φορτηγά τους λοιπούς, υπό την ιδιότητα αστυνομικού τμήματος μεταβαίνοντος προς δίωξιν κομμουνιστών. Εφορτώσαμεν επί των αυτοκινήτων το μείζον μέρος του οπλισμού μετά αναλόγων πυρομαχικών, εις εν δε επιβατικόν τον μη δυνάμενον να βαδίση υιόν μου. Το απόσπασμα ανεχώρησε και διά του αυτού δρομολογίου, μέσω των Γερμανικών περιπόλων, φυλακίων και μπλοκ, έφθασεν εις Αθήνας ένθα παρέδωσε εις την Αστυνομίαν (Μηχανοκίνητον Μπουραντά) τούτον πλην μέρους που εκράτησεν η οργάνωσις “Χ” και τον οποίον μετά δύο ημέρας παρέδωσεν εις την αστυνομίαν. Την επομένην νύκτα αφίχθη και πάλιν ο Λοχαγός Σταυρόπουλος Χαρ. μετά δύο πάλιν φορτηγών αυτοκινήτων παρά την ειδοποίησιν μου να αποσταλούν τρία διότι το υλικόν ήτο πολύ, πλην εκείνου που θα έμενε διά τον εξοπλισμόν του Τάγματος Μεσογείων. Συμφώνως με υπάρχουσαν απόφασιν του Στρ/κού Διοικητού ο οπλισμός και τα πυρομαχικά θα μετεφέρετο εις Αθήνας πλην μέρους τον οποίον θα παρέδιδα εις το οργανωθέν Τάγμα Μεσογείων, ανερχόμενον εις 200 όπλα και 30 STEN μετ’ αναλόγων φυσιγγίων και του οποίου την διοίκησιν θα ανελάμβανε ο βοηθός μου ίλαρχος Κόκκινος Σπ. μετά το πέρας της αποστολής. Το Τάγμα ειδοποιηθέν δεν απέστειλε μέσα διά την παραλαβήν του, διότι αφ’ ενός κατά την ώραν της ειδοποιήσεως όλα τα μέσα (σούστες, αυτοκίνητα) είχον διατεθή εις τον τρυγητόν αφ’ ετέρου κατόπιν της γενομένης συμπλοκής οι χωρικοί ήσαν επιφυλακτικοί διότι εφοβούντο προδοσίαν εις του Γερμανούς εκ μέρους των ολίγων κομμουνιστών οι οποίοι τους παρηκολούθουν.
Κατόπιν των συντελεσθέντων γεγονότων έλαβον την απόφασιν να παραμείνω εγώ εις τα Μεσόγεια μετά των βοηθών μου προς οργάνωσιν του Τάγματος και εκκαθάρισιν διά συστηματικών επιχειρήσεων της Αττικής από τους κομμουνιστάς, οι οποίοι κατά τας πληροφορίας μου την εποχήν εκείνην δεν υπερέβαιναν τους 200 ενόπλους και οι οποίοι μετά την συμφοράν που έπαθον κατά την πρώτην συμπλοκήν είχον χάση το ηθικόν των. Διά να συνεννοηθώ επί του ζητήματος τούτου και να λάβω την συγκατάθεσιν του Στρ/κού Διοικητού, επέβην ενός των φορτηγών αυτοκινήτων της δευτέρας αποστολής, ήτοι την νύκτα της 23ης και ανήλθον εις Αθήνας. Την πρωίαν είδον τον Στρ/κόν Διοικητήν και τον παρεκάλεσα να εγκρίνη την άνω απόφασίν μου. Ο Στρατηγός ηρνήθη να δεχθή την πρότασιν μου και όχι μόνον τούτο αλλά μου απηγόρευσε να επιστρέψω εις “Αυλάκι” φοβούμενος μήπως εκτελέσω την απόφασιν μου παρά την γνώμην του, δεδομένου ότι ο οπλισμός ο προορισόμενος διά το Τάγμα ευρίσκετο ακόμη εις Αυλάκι. Δεν γνωρίζω αν είχεν δίκαιον ή αι διαταγαί που είχε της Κυβερνήσεως του απηγόρευον τούτο, εκείνο το οποίον πιστεύω ακόμη και παρά τα μετέπειτα γεγονότα, είναι ότι η ύπαρξις ενός Τάγματος εις τα Μεσόγεια καλώς εξοπλισμένου και δυναμένου να αποκρυβή εις τας δασομένας περιοχάς και τας υπογείους στοάς των Μεταλλείων και με ξεκαθαρισμένην την περιοχήν από τους κομμουνιστάς, τουλάχιστον τους ενόπλους, θα απετέλει μίαν δύναμιν σοβαράν εις χείρας του Στρ/κού Διοικητού και πολλά από τα γενόμενα θα είχον αποφευχθή.
Την επομένην απεστάλησαν τρία αυτοκίνητα επί των οποίων εφορτώθησαν τα υπόλοιπα είδη οπλισμού και πυρομαχικών και επί των οποίων επέβη πλην του αποσπάσματος μεταφοράς και το υπ’ εμέ απόσπασμα παραλαβής του οπλισμού υπό τον λοχαγόν Ξένον Μιχαήλ. Του αποσπάσματος μεταφοράς την φοράν αυτήν προίστατο ο Ανθ/γός Πυρ/κού Μπερτσιάδης Νικόλαος. Φαίνεται ότι οι κομμουνισταί των οποίων διέφυγεν η λεία κατήγγειλαν το γεγονός εις τους Γερμανούς, διότι την νύκτα εκείνην αι περίπολοι επί των οδών επολλαπλασιάσθησαν και διαταγαί είχον δοθή όπως συλληφθώσι τα αυτοκίνητα κατά την επιστροφήν. Πράγματι εν ω δύο περίπολοι αυτών τους εσταμάτησαν και αφ’ ου τοις εδηλώθη ότι ήσαν αστυνομικοί τους επέτρεψαν να συνεχίσωσι την πορείαν των, η τρίτη αφ’ ου τους εσταμάτησεν διεμοιράσθη εις τα αυτοκίνητα και αφ’ ου οι άνδρες αυτής ανήλθον εις τα φτερά των αυτοκινήτων τα ωδήγησαν εις το περιφραγμένον στρατόπεδον του χωρίου Μαρκοπούλου. Οι οδηγοί εσταμάτησαν τα αυτοκίνητα προ της εισόδου του στρατοπέδου μη εισελθόντες εις αυτό, ο δε ανθ/γός Μπερτσιάδης Ν. ωδηγήθη ενώπιον του φρουράρχου Μαρκοπούλου. Ο Μπερτσιάδης ήρχισε να διαμαρτύρεται εντόνως εις τον Γερμανόν φρούραρχον διότι τον καθυστερούν από την αποστολήν του, αφ’ ου του επέδειξε ταυτότητα του με στολήν Ανθυπομοιράρχου. Ο Γερμανός φαίνεται ότι επείσθη εις όσα ο Μπερτσιάδης του είπεν διότι όχι μόνον του εζήτησεν συγνώμην διά την καθυστέρησιν αλλά τον παρεκάλεσε όπως οσάκις εξέρχονται διά τοιαύτας αποστολάς τον ειδοποιούν διά να τους παρέχη και αυτός την βοήθειαν του. Η δικαιολογία γενικώς των εξόδων αυτών ήτο ότι ως τμήματα αστυνομικά απεστέλοντο διά να κτυπήσουν και συλλάβουν κομμουνιστάς οι οποίοι κατά πληροφορίας θα απεβιβάζοντο εις την περιοχήν.
Κατά το διάστημα της συνενοήσεως Μπετσιάδη – Γερμανού φρουράρχου το πλείστον των ανδρών του αποσπάσματος ανερχομένων εις εκατόν περίπου, είχε κατέλθη των αυτοκινήτων και είχε καταλάβη θέσεις εις την παρακειμένην τάφρον έτοιμον να αντιμετωπίση οιανδήποτε κατάστασιν. Το προσωπικόν τούτο καλώς εξοπλισμένον ήτο εις θέσιν ευκόλως να καταβάλη την υπάρχουσαν εις Μαρκόπουλον Γερμανικήν φρουράν, αλλά τα αποτελέσματα διά το χωρίον θα ήσαν τρομακτικά. Το καταπληκτικόν εις την υπόθεσιν αυτήν είναι ότι η Γερμανική περίπολος ούτε εν βλέμμα δεν έρριψεν επί των αυτοκινήτων τα οποία ήσαν πλήρη όπλων και πυρομαχικών με τα αγγλικά σήματα, η μόνη δε εξήγησις η οποία δύναται να δοθή, είναι ότι δεν εφαντάσθησαν ότι τα αυτοκίνητα θα ήσαν φορτωμένα αφ’ ου αυτών επέβαινον 100 περίπου άνδρες, ήτο δε ακόμη νύκτα κατά την ώραν εκείνην. Επίσης φαίνεται ότι οι Γερμανοί παρ’ όλας τας ενεργείας των δεν είχον πλήρεις πληροφορίας επί του ζητήματος των όπλων. Ούτω και ο οπλισμός ούτος μετεφέρθη εις Αθήνας και παρεδόθη εις την Αστυνομίαν.
Περαίνων την έκθεσιν των γεγονότων της πρώτης αυτής αποστολής και παραλαβής όπλων, δεν κρίνω άσκοπον να αναφέρω και πάλιν παράγραφον της εκθέσεως την οποίαν υπέβαλον τότε προς παρασημοφορίαν των ανδρών του αποσπάσματος. Κατά την σύλληψιν και μελέτην του σχεδίου της αποστολής ταύτης και η μεγαλυτέρα ακόμη αισιοδοξία δεν θα ήτο αρκετή να διαγράψη νοερώς την εξαίρετον επιτυχίαν της τελικής εκτελέσεως της, επιτυχίαν οφειλομένην αποκλειστικώς εις την αδάμαστον θέλησιν των χρησιμοποιηθέντων Αξιωματικών και εθελοντών, εις το υπέροχον ηθικών όλων, την ανεκτίμητον εγκαρτέρησιν των εις τας περιπετείας, τον μόχθον και τας συγκινήσεις και τέλος εις τον επιδειχθέντα ηρωϊσμόν κατά τας επικινδύνους στιγμάς. Το θέαμα ανεκπαιδεύτων στρατιωτικώς ανδρών, κινουμένων με μαθηματικόν ρυθμόν προς τας διατασσομένας κατευθύνσεις κατά την συμπλοκήν μετά των κομμουνιστών, χωρίς να υπολογίζεται το σφοδρόν πυρ των εν αμέσω γειτνιάσει και εις υπερέχουσαν εδαφικώς θέσιν αντιπάλων ή το θέαμα φάλαγγος αυτοκινήτων πλήρων κιβωτίων όπλων και πυρομαχικών μα αγγλικάς επιγραφάς, των οποίων επέβαινον άνθρωποι αποφασιστικοί, με τα όπλα ανά χείρας έτοιμοι να αντιμετωπίσουν την μηνιν των καθ’ οδόν Γερμανικών τμημάτων, υπό την αστείαν αιγίδα μιας πλαστής ταυτότητος Αξιωματικού Χωροφυλακής την οποίαν έφερε μεθ’ εαυτού ο επί κεφαλής του πρώτου αυτοκινήτου αξιωματικός και το ψευδές και ασήμαντον πρόσχημα δήθεν εντολής προς καταδίωξιν των ανταρτών, είναι θεάματα τα οποία δυσκόλως συναντώνται και προεξοφλούν την απόφασιν της θυσίας από τα συμμετέχοντα πρόσωπα. Ας ληφθεί υπ’ όψιν, ότι η εποχή εις ην αναφέρεται το γεγονός, είναι ακριβώς η εποχή καθ’ ην η περιοχή των Αθηνών είχεν αποτελέση όχι μόνον το κέντρον της Γερμανικής τρομοκρατίας αλλά και το κέντρον της αναρχοκρατίας, κάτω από την οποίαν αι θελήσεις και το ηθικόν των πραγματικών πατριωτών είχον συνθλιβή και είχον σχεδόν σβύση.
Υποβάλλονται συνημμένως:
– Συνοπτική έκθεσις της δράσεως της εθνικής οργανώσεως Ρ.Α.Ν.
– Αντίγραφον της υπ’ αριθ. 26/9-8-1943 διαταγής του Συν/χου πεζικού Γιαννακοπούλου Αθανασίου.
– Εκθεσις του ιλάρχου Κοκκίνου Σπ. περί της καταστάσεως των Μεσογείων Αττικής κατά την περίοδον εκείνην.
– Αντίγραφον εκθέσεως μου υποβληθείσης εις τον Στρ/κόν Διοικητήν αμέσως μετά την γενομένην παραλαβήν και μεταφοράν του οπλισμού.
– Αντίγραφον υποβληθείσης τότε εισηγητικής μου εκθέσεως μετ’ αντιγράφου καταστάσεως των προταθέντων προς παρασημοφορίαν Αξιωματικών και ανδρών του αποσπάσματος .
– Αντίγραφον εκθέσεως του Στρατιωτικού Διοικητού Αττικής υποστρατήγου Σπηλιωτοπούλου Π. αφορώσης τον υποφαινόμενον και της οποίας επίσημον αντίγραφον μοι εκοινοποιήθη τότε.

Συνέχεια τα της δευτέρας αποστολής και παραλαβής όπλων.
Ε Κ Θ Ε Σ Ι Σ
Περί της δευτέρας αποστολής όπλων εκ Μ. Ανατολής και παραλαβής αυτών.
Μετά την παραλαβήν της πρώτης αποστολής οπλισμού και πυρομαχικών, διά την οποίαν η οργάνωσις “Χ” διέθεσεν του περισσοτέρους άνδρας, οι πολιτικοί μας, φαίνεται μη έχοντες επίγνωσιν της καταστάσεως ήθελον και εδώ να κάμουν πολιτικήν. Ως επληροφορήθην τότε, ο μακαρίτης Σοφούλης διεμαρτυρήθη εις τον Στρ/κόν Διοικητήν Αττικής διά την σύνθεσιν του αποσπάσματος και εζήτησεν όπως εις νέαν αποστολήν μη χρησιμοποιηθώσιν άνδρες της οργανώσεως “Χ” αλλά αστυνομικοί με επί κεφαλής Συν/χην ορισθησόμενον κοινή συνεννόησει. (Οι Στρατηγοί Σπηλιωτόπουλος και Μπαλοδήμος γνωρίζουσι καλύτερον επί τούτου).
Την 26-9-44 ελήφθη τηλεγράφημα εκ Μ. Ανατολής προς τον Στρ/κόν Διοικητήν όπως καθορίση όρμον υποδοχής νέας αποστολής οπλισμού, ως και τα σήματα αναγνωρίσεως. Κληθείς υπό του Στρ/κού Διοικητού και κατόπιν μελέτης των προσόντων των διαφόρων όρμων των αναγνωρισθέντων υφ’ ημών και των πληροφοριών μας περί των κινήσεων των Γερμανών και των Ελασιτών, καθορίσαμεν ως τοιούτον υποδοχής τον όρμον της Βραώνας. Εστάλη δε αμέσως το κάτωθι τηλεγράφημα εις Μ. Ανατολήν. “Κόλπος υποδοχής Βραώνα. Σημεία αναγνωρίσεως από πλοίου Δημήτριος, από ξηράς Χρήστος. Σήμα κινδύνου τρεις φωτιές. Σήμα προσανατολισμού δύο φωτιές εγγύς αλλήλων”. Την 27-9-44 εξεδόθη η υπ’ αριθ. ΑΠ 77 διαταγή του Στρ/κού Διοικητού (συνημμένη) συγκροτήσεως του αποσπάσματος με παραλήπτας τον Αστυνομικόν Διευθυντήν Αθηνών Έβερτ και τον Συν/χην Πεζ. Αντωνόπουλον Μιχαήλ. Ο Στρ/κός Διοικητής καλέσας με με διέταξε όπως συνοδεύσω των Σ/χην Αντωνόπουλον και εις την αποστολήν ταύτην ως αποκτήσας πείραν εις τοιαύτα ζητήματα και διότι τας αναγνωρίσεις είχομεν κάμη ημείς, αφ’ ου λάβω μαζύ μου και του βοηθούς μου Λοχαγόν Ξένον Μ., ίλαρχον Κόκκινον Σπ. και υπολ/γόν Αγγελόπουλον Νικόλαον, τούτο κατόπιν προτάσεως μου. Η θέσις μου καθωρίσθη ως υποδιοικητού του αποσπάσματος. Από εκείνης της στιγμής ο Συν/χης Αντωνόπουλος και εγώ ευρισκόμεθα εις συνεχή επαφήν μετά των Αρχηγού της Αστυνομίας πόλεων και Δ/τού Αστυνομίας Αθηνών διά την συγκρότησιν του αποσπάσματος.
Την 3-10-44 εξεδόθη υπ’ αριθ. Απ 3011 διαταγή διά της οποίας καθίστατο γνωστόν ότι το μεταφέρον τον οπλισμόν πλοίον θα έφθανε την νύκτα της 5ης προς την 6ην 8/βρίου και διετάσσετο το απόσπασμα όπως είναι έτοιμον προς αναχώρισιν την 10ην ώραν της 5ης 8/βρίου. Την πρωίαν της 4ης 8/βρίου ελάβομεν το συνημμένον σημείωμα του Στρ/κού διοικητού διά του οποίου καθωρίζετο ώρα αναχωρήσεως του αποσπάσματος η ΙΙη ώρα της 5ης κλπ. και διέτασσε την άμεσον επαφήν μας με Έβερτ. Βραδύτερον ελήφθη η συνημμένη υπ’ αριθ. ΑΠ 3015/4-10-44 διαταγή επιβεβαιούσα το άνω σημείωμα και καθορίζουσα ότι τα αφορώντα την κίνησιν του αποσπάσματος, όρμον και μέτρα ασφαλείας θα καθορισθώσιν υπό του Συν/χου Αντωνοπούλου και εμού. Το απόσπασμα τελικώς απετελέσθη από 12 Αξιωματικούς της αστυνομίας 30 υπαξιωματικούς και 63 αστυφύλακας, υπό τον Αστυνόμον Α’ Χριστοδούλου Παντελήν.
Ο Στρ/κός Διοικητής εν γνώσει της καταστάσεως εις τα Μεσόγεια και κατόπιν εισηγήσεως μας είχε διατάξη τον αρχηγόν Χωροφυλακής όπως δι’ ισχυρού αποσπάσματος χωροφυλακής μας καλύψη την οδόν από Μαρκοπούλου μέχρι Σταυρού. Πράγματι συνεκροτήθη απόσπασμα εξ 70 χωροφυλάκων πλαισιομένον διά 5 ανθυπομοιράρχων το οποίον ετέθη υπό τας διαταγάς του Μοιράρχου Ρέτσου (Ρέντζου) Γ, εξοπλισμένον διά αραβίδων Ιταλίας και 8 αυτομάτων STEN μετ’ αναλόγων φυσιγγίων. Ο Μοίραρχος Ρέτσος παρά τας διαταγάς τας οποίας είχεν και άνευ ουδεμίας πιέσεως απέσυρε το εις Μαρκόπουλον τμήμα του και συνεπτύχθη εις Λιόπεσι. Ου μόνον τούτο και εκεί επέτρεψεν εις τμήμα του ΕΛΑΣ να ελέγχη το χωρίον και να φορολογή τούτο. Όταν την μεσημβρίαν της 5ης-10-44 το υφ’ ημάς απόσπασμα εξ αστυνομικών εν πολιτική περιβολή διήρχετο επί των αυτοκινήτων διά του χωρίου Λιόπεσι, παρά την είσοδον αυτού, το τρίτον αυτοκίνητον εδέχθη πυρά αυτομάτου όπλου παρ’ Ελασίτου φυλάσσοντος εις εκεί ευρισκόμενον οικίσκον, ευτυχώς άνευ ζημίας. Μία ριπή αυτομάτου εκ του αυτοκινήτου ηνάγκασε τούτον να τραπή εις φυγήν. Το γεγονός ανεφέρθη εις τον Στρ/κόν Διοικητήν οποίος εξέδωκε την υπ’ αριθ. ΑΠ 3024/6-10-44 συνημμένην διαταγήν του προς τον Αρχηγόν Χωροφυλακής όπως διαταχθή ο Μοίραρχος Ρέτσος και εκκαθαρίση το χωρίον Λιόπεσι από τον ΕΛΑΣ. Εις τον Μοίραρχον απεστάλη και η συνημμένη διαταγή του αποσπάσματος διά την άμεσον εκκαθάρισιν του Λιόπεσι από το ΕΑΜ και εν ανάγκη διά των όπλων.
Κατά την μετάβασιν μας εις Βραώναν, διερχόμενοι από το Λιόπεσι παρελάβομεν ως οδηγόν τον ιδιώτην Αποστόλου και εκινήθημεν μέσω των αμπελώνων διά των υπαρχουσών καρροποιήτων οδών, προς αποφυγήν δυσαρέστων συναντήσεων είτε μετά Γερμανών είτε και μετά ενεδρευόντων ελασιτών. Όταν εφθάσαμεν εις Βραώναν και ηθελήσαμεν να καταλάβωμεν ωρισμένα σημεία περξ ημών διά την ασφάλειαν μας εγκαθιστώντες φυλάκια, εν τμήμα μας προσεβλήθη υπό τυχαίως διερχομένης εκείθεν Γερμανικής περιπόλου διά πυρών, χωρίς οι ημέτεροι να απαντήσωσι συμφώνως προς τας διαταγάς τας οποίας είχον. Η συνάντησις αύτη μετά των Γερμανών μας εδημιούργησεν από της πρώτης στιγμής της αφίξεως μας σοβαρότατον ζήτημα και το οποίον θα είχεν άμεσον σχέσιν με την δυνατότητα εκτελέσεως αυτής ταύτης της αποστολής μας, διά τούτο με κίνδυνον να φονευθώμεν από τους Γερμανούς προσεπαθήσαμεν να έλθωμεν εις άμεσον επαφήν με αυτούς, και παρ’ ότι αυτοί έβαλον πάντα εμφανιζόμενον, κατώρθωσαν ο Συν/χης Αντωνόπουλος Μ. και ο υπολ/γός Αγγελόπουλος Ν. να πλησιάσωσιν περισσότερον την περίπολον και διά σημάτων να τους πείσωσι να σταματήσωσι το πυρ, εν συνεχεία δε ελθόντες εγγύς της περιπόλου τους εξήγησαν ότι πρόκειται περί περιπόλου της Αστυνομίας εξελθούσης προς δίωξιν Ελασιτών, δι’ αυτό άλλωστε δεν επυροβόλησαν κατ’ αυτών. Οι Γερμανοί πεισθέντες περί των φιλικών μας !! διαθέσεων απέναντι των εσυνέχισαν την πορείαν των προς Λούτσαν. Εκ των πυροβολισμών της Γερμανικής περιπόλου ετραυματίσθησαν ο αστυφύλαξ Τζεφεράκος Μ. εις τον πόδα και ο αστυφύλαξ Σπερνοβασίλης Γ. εις το εξωτερικόν ους και οι οποίοι διεκομίσθησαν δι’ αυτοκινήτου εις Αθήνας.
Όπως και εις την πρώτην αποστολήν το πλοίον δεν εφαίνετο και αι ημέραι παρήρχοντο, ενώ η ανησυχία μας διά την επιτυχίαν της αποστολής μας και οι κίνδυνοι διά την ασφάλειαν του αποσπάσματος ηυξάνοντο, διότι και έναντι των Γερμανών η επί τόσας ημέρας παραμονή του αποσπάσματος εις Βραώναν ήτο αδικαιολόγητος, διότι δεν ήτο δυνατόν να μη το εγνώριζον μετά την γενομένην συμπλοκήν, και μόνον η ετοιμαζομένη αναχώρησις των, άγνωστος τότε εις ημάς, τους έκαμε να αδιαφορήσουν, πράγμα όμως το οποίον δεν συνέβαινε και με τους Ελασίτας οι οποίοι εγνώριζον την άφιξιν του πλοίου εκ των εν Αίγυπτω υπηρεσιών των, καλύτερον από ημάς, είχον δε πραγματικώς καταληφθή υπό λύσσης διότι τους διέφυγεν η πρώτη αποστολή και με τόσας απωλείας, και δεν θα άφινον να τους διαφύγη και η δευτέρα. Είναι δε γνωστόν ότι κατά την περίοδον αυτή ετοιμαζόμενοι να καταλάβωσι τας Αθήνας άμα τη αποχωρήσει των Γερμανών είχον συγκεντρώσει τα δυνάμεις των πέριξ της πρωτευούσης, και επομένως δεν ήτο δύσκολον να επιχειρήσωσι διά την αρπαγήν του αφικνουμένου οπλισμού. Δύναται τις να είπη ότι η αποστολή μας ήτο γνωστή, διότι εδώ δεν είχομεν απόκρυψιν του αποσπάσματος, τα αυτοκίνητα παρέμενον μαζύ μας, οι χωρικοί γύρω εις τα αμπέλια τους εσυνέχιζον τον τρυγητόν και μας εφοδίαζον με σταφύλια. Όλα αυτά συνετέλουν εις την αύξησιν της αγωνίας ημών των υπευθύνων ηγητόρων, αλλά και εις την αύξησιν του θαυμασμού μας προς τους άνδρας του αποσπάσματος οι οποίοι μετά μεγάλης ψυχραιμίας και άνευ ουδεμιάς οιασδήποτε εκδηλώσεως αντεμετώπιζον την κατάστασιν από του αστυνόμου Χριστοδούλου επί κεφαλής του αποσπάσματος μέχρι του τελευταίου αστυφύλακος. Την πρωίαν της 10-10-44 ελάβομεν την συνημμένην υπ’ αριθ. ΑΠ 1176/9-10-44 διαταγήν της Στρ/κής Διοικήσεως διά της οποίας καθίστατο γνωστόν εις ημάς ότι το πλοίον το μεταφέρον τον οπλισμόν θα ήρχετο εντός των τριών νυκτών από της τοιαύτης της δεκάτης 8/βρίου και εκείθεν και να αναμένομεν τούτο.
Την πρωίαν της 12ης επληροφορήθημεν παρά χωρικού ότι οι Γερμανοί ανεχώρησαν από το Πόρτο Ράφτι. Ο Συν/χης Αντωνόπουλος άμα τη πληροφορία επιβάς αυτοκινήτου του αποσπάσματος μετέβη εις Πόρτο Ράφτι και εξακριβώσας ο ίδιος την εκεί κατάστασιν απεφάσισε την αλλαγήν του όρμου φορτώσεως, διότι πλην του ότι εις Πόρτο-Ράφτι διηυκολύνετο η εκφόρτωσις λόγω της υπαρχούσης εκεί μικράς προβλήτος, η αίφνιδία και προς άγνωστον κατεύθυνσιν αναχώρησις του αποσπάσματος εκ Βραώνας ήτο η καλυτέρα ασφάλεια διά το απόσπασμα, διότι οι τυχόν παρακολουθούντες Ελασίται θα έχανον την επαφήν. Ο Συν/χης Αντωνόπουλος παρέμεινεν εις Πόρτο-Ράφτι και διά του ιδίου αυτοκινήτου μοι εγνώρισε την απόφασιν της αλλαγής του όρμου. Αφ’ ου αφήκα τον ίλαρχον Κόκκινον Σπ. μετά μιας ομάδος προς υποδοχήν του πλοίου εις Βραώνα και τον διέταξα να αποκρυβή ώστε να δοθή η εντύπωσις της καθολικής αναχωρήσεως, ως και οδηγίας υποδοχής του πλοίου και οδηγήσεώς του εις Πόρτο Ράφτι, επέβην μετά του αποσπάσματος των αυτοκινήτων και διά των διά μέσου των αμπελώνων οδεύσεων μετέβην εις Πόρτο- Ράφτι.
Την εσπέραν εκείνην ευτυχώς αφίχθη το φέρον τον οπλισμόν πλοίον εις Βραώναν και γενομένης της αναγνωρίσεως υπό του ιλάρχου Κοκκίνου ωδηγήθη υπ’ αυτού την 23ην ώραν εις Πόρτο Ράφτι. Το πλοίον επλεύρισεν αμέσως εις τον προβλήτα και ήρχισεν η εκφόρτωσις η οποία διήρκεσεν περί τας δύο ώρας. Αφ’ ου εφορτώσαμεν επί των αυτοκινήτων τον οπλισμόν, το απόσπασμα επέβη αυτών και ανεχωρήσαμεν τα πρωινάς ώρας της 13ης-10-44 πάλιν διά μέσου των αμπελώνων προς Λιόπεσι αποφυγόντες το Μαρκόπουλον. Λόγω βλάβης των ελαστικών δύο αυτοκινήτων κατά την διαδρομήν μέσω των καρροποιητων οδών των αμπελώνων, επεβραδύνθη η κίνησις μας επί δύο ώρας και ούτω εφθάσαμεν αργά εις Λιόπεσι ένθα διεδραματίσθησαν δραματικά γεγονότα. Ελασίται (μαυροσκούφιδες) επιβαίνοντες αυτοκινήτων εισήλθον εις Λιόπεσι και μεταβάντες εις το σχολείον του χωρίου ένθα διέμενε το υπό τον Μοίραρχον Ρέτσον απόσπασμα χωροφυλακής εξ 70 ανδρών καλώς εξοπλισμένων, αφώπλισαν αυτό άνευ ουδεμίας αντιστάσεως, και παραλαβόντες τον οπλισμόν ανεχώρησαν ολίγον προ της αφίξεως ημών. Πληροφορηθέντες προ της εισόδου μας εις Λιόπεσι την εκεί κατάστασιν απεφασίσαμεν να κτυπήσωμεν τους ελασίτας, αφ’ ου ελάβομεν και τα δέοντα μέτρα, πλην εφθάσαμε αργά. Εκεί επληροφορήθημεν ότι Γερμανικά τμήματα κατείχον τον Γέρακα και τον Σταυρόν. Απεφασίσαμεν την πορείαν μας παρά τον κίνδυνο να προσβληθώμεν υπό των Γερμανών, εις Αγίαν Παρασκευήν δε συνηντήσαμεν φάλαγγα Γερμανικήν όλων των όπλων βαδίζουσαν προς την κατεύθυνσιν των Αθηνών. Επεταχύναμεν την πορείαν των αυτοκινήτων και διελθόντες κατά μήκος της φάλαγγος των Γερμανών εφθάσαμεν περί την μεσημβρίαν εις Αθήνας και παρεδόσαμεν τον οπλισμόν εις το μηχανοκίνητον τμήμα της αστυνομίας. Αν ενθυμούμαι καλώς ο παραληφθείς οπλισμός κατά την δευτέραν αποστολήν ανήρχετο εις
– Αραβίδες ιταλίας 1200 περίπου
– Αυτόματα STEN 250 ’’
– Φυσίγγια όπλου 150000 ’’
– ’’ STEN ή καθόλου ή ελάχιστα
Είμαι υποχρεωμένος να εξάρω την συμπεριφοράν του εξ αστυνομικών αποσπάσματος τούτου και να επαναλάβω την παράγραφον την αφορώσαν αυτούς εκ της τότε υποβληθείσης εκθέσεως μου. Εδώ εις την αποστολήν ταύτην δεν ήσαν οι αμαθείς εις τοιούτους αγώνας νεανίαι της πρώτης αποστολής οίτινες δεν είχον επίγνωσιν πλήρη των κινδύνων και ο μικρότερος εις τοιαύτας περιπτώσεως είναι ο θάνατος, και εν τούτοις δεν απώλεσαν ουδ’ επί στιγμήν την εμπιστοσύνην τους προς τους ηγήτορας τους και την πίστιν τους επί το ιερόν του αγώνος και επομένως την απόφασιν των να αναμείνωσιν αλύγιστοι μέχρι τέλους έτοιμοι διά την εκτέλεσιν της αποστολής των αλλά και διά την θυσίαν.
Ο Στρ/κός Διοικητής προ της αναχωρήσεως μας διά την παραλαβήν του οπλισμού της δευτέρας αποστολής, είχεν αποφασίση την συγκρότησιν του Τάγματος Μεσογείων εις Λιόπεσι. Διά τον εξοπλισμόν τούτου είχον λάβη το συνημμένον σημείωμα, ήτοι να διαθέσω εις τούτο 200 τυφέκια και 30 αυτόματα μετά των αναλόγων πυρομαχικών. Ως διοικητής του Τάγματος είχεν ορισθή ο τότε Αντ/χης Πεζικού Ιατρού Αναστάσιος και υποδιοικητής ο Ταγματάρχης Στρατιώτης Γεράσιμος. Δεν γνωρίζω τους λόγους οίτινες συνετέλεσαν εις την αλλαγήν και πάλιν της γνώμης του Στρ/κού Διοικητού ώστε να μη συγκροτηθή τούτο, συνημμένως σημείωμα τούτου διά την μη συγκρότησιν, αλλά νομίζω ότι προς τούτο συνετέλεσεν η διαγωγή του Μοιράρχου Ρέτζου και ως εκ τούτου ο φόβος της απωλείας του διά τούτο προοριζομένου οπλισμού πριν προφθάσει το Τάγμα να συγκροτηθή.
Μετά την παράδοσιν του οπλισμού εις την αστυνομίαν παρουσιάσθην εις τον Στρ/κόν Διοικητήν εις τον οποίον ανέφερα τα της αποστολής, μοι ανετέθη δε η διεύθυνσις του 1ου Γραφείου της Στρ/κής Διοικήσεως Αττικής.
Συνημμένα
-Διαταγαί και σημειώματα του Στρ/κού Διοικητού
-Αντίγραφον εκθέσεως υποβληθείσης τότε ει Στρ/κήν Δ/σιν
-Αναφορά, δι’ ης υπεβλήθη έκθεσις επί του αφοπλισμού του λόχου Λιόπεσι.
Εν Αθήναις τη 25 Νοεμβρίου 1957
Τ.Υ.
Δημ. Ζάγκλης Υποστρ.ε.α.

Advertisements