Εκθεση Δράσης Οργάνωσης ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΙΕΡΑΡΧΙΑ


 Ενώ ευρίσκετο ακόμη το Σώμα των Αξιωματικών υπό την κατάπληξιν της εισβολής των Γερμανών και της εν Αλβανία συνθηκολογήσεως, ετίθετο παραλλήλως, μεταξύ πολλών αξιωματικών, σαφές το περί του πρακτέου ερώτημα, από της απόψεως του υπολειπομένου καθήκοντος προς την πατρίδα, εν όψει των εξελίξεων του πολέμου. Ούτε το φάσμα της πείνης, λόγω της υπό της κατοχής καταβαραθρώσεως της οικονομίας του τόπου, ούτε το ενδεχόμενον της συλλήψεως και της εις στρατόπεδα εγκλείσεως των Αξιωματικών ηδυνήθησαν να καταπνίξωσιν την πηγαίαν και εδραίαν έφεσιν αυτήν προς μελέτην και έμπρακτον εκδήλωσιν του υπολοιπομένου τούτου καθήκοντος.
Παραλλήλως, υπό την ασυδοσίαν της κατοχής, εξέσπασαν αχαλίνωτα τα κομματικά πάθη μεταξύ του δημοκρατικού λεγομένου τότε πολιτικού κόσμου, αδρανούσης και στάσιν τινα αναμονής τηρούσης της αντιθέτου παρατάξεως. Διεκόπη η ενότης του πολέμου και του Ελληνικού προβλήματος, όλη δε η δραστηριότης των Πολιτικών ηναλώθη εις πολεμικήν και εις ενεργείας κατά του Βασιλέως και εις προπαρασκευήν συνθηκών μονομερούς και δυναμικής πολιτικής επικρατήσεως ευθύς μετά την απελευθέρωσιν. Εις τοιαύτας επιδιώξεις έχει τας ρίζας της και η εις τα όρη έξοδος των Αντισυνταγματαρχών Ψαρρού και Ζέρβα, ασχέτως του εάν ούτοι έτυχον μετά ταύτα δικαιώσεως, ο πρώτος ως εκ της θυσίας του και ο δεύτερος διότι ευθυγραμμίσθη εγκαίρως προς τας απαιτήσεις της Ελληνικής πραγματικότητος. Πάντως οι παρ’ αμφοτέρων απαιτήσεις, περί υπογραφής πρωτοκόλλων κατά του Βασιλέως, έφερεν εις δυσχερή θέσιν το Σώμα των Αξιωματικών και παρεκώλυσε πολλούς Αξιωματικούς διανοηθέντας προς στιγμήν να ενισχύσωσι τας τάξεις των δύο ειρημένων Αρχηγών.
Είναι προς τιμήν του Σώματος των Αξιωματικών, ότι, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, δεν παρεσύρθησαν εις τας τάσεις ταύτας, αίτινες, εκ των υστέρων κρινόμεναι, δύνανται να χαρακτηρισθώσιν ανεπιφυλάκτως αντιπατριωτικαί, διότι κατέληξαν εις την αξιοθρήνητον κατάστασιν της Μέσης Ανανολής, υπό την οποίαν έπαυσε πλέον να γίνεται λόγος περί Μεγάλης Ελλάδος, μετατοπισθέντος του ενδιαφέροντος και ημών και των Συμμάχων μας εις τα τεχνητά προβλήματα της στιγμής, της διασώσεως δηλαδή της Πατρίδος μας εκ του θανασίμου κινδύνου της Σλαβοκομμουνιστικής περιπτύξεως. Διά τούτο αι ελάχισται αυταί εξαιρέσεις έγιναν πρόξενοι μεγάλου κακού. Περί τα πρόσωπα αυτά έδρασαν αποτελεσματικώς και διάφορα άλλα εξ άλλων κατευθύνσεων υπόπεμπτα στοχεία, με αποτέλεσμα αφ’ ενός μεν την γνωστήν εν Μ.Ανατολή αναστάτωσιν και αφ’ ετέρου την απομόνωσιν του Σώματος των νομιμοφρόνων Αξιωματικών του Αλβανικού μετώπου, διά κατασυκοφαντήσεως αυτού και της ηγεσίας του, προς τας Ελληνικάς Κυβερνήσεις του Καΐρου, προς τους Συμμάχους και ειδικώτερον προς τας Αγγλικάς υπηρεσίας ασφαλείας.
Εκ τούτων κατανοείται ευκόλως, προ ποίων δυσχερειών και αντιξοοτήτων ευρέθη εξ υπαρχής το Σώμα των Αξιωματικών από των πρώτων εκδηλώσεων του, εν τη εκτελέσει του προς την Πατρίδα και προς το Έθνος καθήκοντος, όταν μάλιστα τούτο έπρεπε να γίνη υπό εχθρικήν Κατοχήν.
Πρώται σκέψεις και συνεργασίαι των Αντιστρατήγων
Κατά το θέρος του 1941, ευθύς δηλαδή μετά την κατάληψιν της χώρας υπό του εχθρού, του Αρχιστρατήγου τηρούντος ευλόγους επιφυλάξεις προς καιρόν, απέμενον εκ των Αντιστρατήγων του πολέμου κατά πρώτον μεν οι Αντιστράτηγοι Δ. Παπαδόπουλος και Γ.Κοσμάς, ως αρχαιότεροι και ως δράσαντες εν Αλβανία και κατά δεύτερον οι Αντιστράτηγοι Κ. Μπακόπουλος και Π.Δέδες του Μακεδονικού μετώπου, εις τους οποίους ανήκε το έργον της καθοδηγήσεως του υπολοίπου Σώματος των Αξιωματικών.
Ητο σαφές μεν το τιθέμενον εις τους Στρατηγούς τούτους, ζήτημα, διότι μία αρμοδία καθοδήγησις, κατά την δύσκολην αυτήν περίοδον, ήτο και καθολικόν αίτημα του Σώματος των Αξιωματικών, αλλά η πρακτική του αντιμετώπισις ήτο πάντοτε πρόβλημα δυσκόλου επιλύσεως. Ερρίφθη τότε η ιδέα, γενομένη τέλος αποδεκτή μετά τι νας αμφιταλλαντεύσεις, όπως οι Στρατηγοί ούτοι προσανατολισθώσι προς την άποψιν του πρώτου Υπουργού Ε.Α. επί κατοχής Αντιστρατήγου Γ.Μπάκου, όπως συγκροτηθή Ανώτατον Στρατιωτικόν Συμβούλιον εκ των άνω Αντιστρατήγων, διά να υποβάλη εις κρίσιν τους Αξιωματικούς του Αλβανικού Μετώπου.
Ήτο μέγα ζήτημα, εάν έπρεπε να λάβη χώραν η κρίσις αύτη, αλλά ελέχθη παραλλήλως, ότι πολλά θα ηδύναντο να γίνουν υπό την κάλυψιν τοιούτου υπηρεσιακού και νομίμως εργαζομένου Συμβουλίου. Θα ανεσυνεδέετο εν πρώτοις, έστω πλασματική και εις περιωρισμένον κύκλον, η υπηρεσιακή σχέσις εις το σύνολον της ιεραρχίας, η οποία θα εκαλείτο να συντάξη και να υποβάλη εκθέσεις πολεμικής δράσεως των Αξιωματικών. Εθεωρήθη τούτο, ως λυσιτελής και αναγκαία προϋπόθεσις πάσης μετέπειτα ενεργείας και εξελίξεως.
Ούτω υποβληθεισών των εκθέσεων πολεμικής δράσεως των Αξιωματικών, το Ανώτατον Στρατιωτικόν Συμβούλιον, απαρτισθέν εκ των Αντιστρατήγων Δ. Παπαδοπούλου (ως Προέδρου), Γ. Κοσμά, Κ. Μπακοπούλου και Π.Δέδε, ήρξατο των εργασιών κρίσεως από των μέσων του 1942.
Πρώτη επαφή μετά της εν Καΐρω Κυβερνήσεως
Παραλλήλως τρεις Συνταγματάρχαι, εκ των εργαζομένων και κινουμένων περί το Συμβούλιον τούτο, συνέπηξαν ιδίαν οργάνωσιν ή ενετάχθησαν εις προϋπάρχουσαν και ήλθον εις επαφήν με το Κάιρον.
Υπετίθετο ότι αρχηγοί της οργανώσεως ταύτης ήσαν οι Αντιστράτηγοι Δ. Παπαδόπουλος και Γ.Κοσμάς, ως είχον αναγγείλει αυτοίς οι ειρημένοι Συνταγματάρχαι, αλλ’ ο Αντιστράτηγος Παπαδόπουλος, κρίνας εκ των τηρουμένων έναντι αυτού αδικαιολογήτων επιφυλάξεων και εκ μεταγενεστέρων ενδείξεων, ισχυρίζεται ότι επρόκειτο περί απατηλής υποθέσεως, ως προς την αναγνώρισιν του ως αρχηγού της οργανώσεως και ότι ουδέποτε ανηγγέλθη ούτος, υπό των άνω Συνταγματαρχών, ως αρχηγός εις Κάιρον. Πάντως, η οργάνωσις αυτή ανήγγειλεν, εις τους δύο τούτους Αντιστρατήγους, ότι το Κάιρον παρήγγειλε την εκεί αποστολήν ενός Στρατηγού ή Συνταγματάρχου καταλλήλου διά τα καθήκοντα του Αρχηγού Πεζικού, ορισθέντων προς τούτο των Υποστρατήγων Χρ. Ζυγούρη και Ι.Μπεγέτη, οίτινες και ανεχώρησαν κατά Νοέβριον του 1942 ο πρώτος και ολίγον βραδύτερον ο δεύτερος.
Επί του τελευταίου τούτου, ο Αντιστράτηγος Δ. Παπαδόπουλος σημειώνει, ότι η περί Αρχηγού Πεζικού εντολή ήτο η μόνη εκ Καΐρου δοθείσα εντολή εις τους υποτιθεμένους αρχηγούς (Αντιστρατήγους Δ. Παπαδόπουλον και Γ.Κοσμάν) της οργανώσεως ταύτης.
Οι ειρημένοι Υποστράτηγοι (Χρ. Ζυγούρης και Ι. Μπεγέτης), εμπλακέντες ευθύς αμέσως εις τον στρόβιλον των εν τη Μέση Ανατολή ραδιουργιών και γεγονότων, δεν ηδυνήθησαν ούτε να αποδόσωσιν, ούτε να επικοινωνήσωσι με τους εν Αθήναις Αντιστρατήγους (Δ. Παπαδόπουλον και Γ.Κοσμάν).
Ίδρυσις της “Στρατιωτικής Ιεραρχίας”
Δεν είχον ακόμη λήξει αι εργασίαι του υπό τον Αντιστράτηγον Δ. Παπαδόπουλον Α.Σ.Σ., ότε ερρίφθη η ιδέα, ότι θα προήγετο αποτελεσματικώτερον το ζήτημα της συνοχής του Σώματος των Αξιωματικών και θα αντιμετωπίζοντο αρμοδιώτερον και ασφαλέστερον και όλα τα άλλα συναφή προς την κατοχήν και προς το διεξαγόμενον αγώνα προβλήματα, εάν συνηνούντο όλοι οι ηγήτορες του Αλβανικού μετώπου υπό τον Αρχιστράτηγον (Αλ. Παπάγον), εις όργανον συστηματικής μυστικής δράσεως.
Η ιδέα αυτή εκαρποφόρησε και μετά περίοδον τινα βολιδοσκοπήσεων και συζητήσεως του ζητήματος μεταξύ των Αντιστρατήγων υπεγράφη κατά Μάρτιον του 1943 πρωτόκολλον τιμής μεταξύ του Αρχιστρατήγου και των Αντιστρατήγων Ν.Πιτσίκα, Δ. Παπαδοπούλου, Π.Δέδε, Κ.Μπακοπούλου και Γ.Κοσμά, διά του οποίου ανελαμβάνετο η υποχρέωσις δράσεως παρά το πλευρόν των Ηνωμένων Συμμάχων Εθνών και υπό τας διαταγάς της εν Καΐρω Ελληνικής Κυβερνήσεως και του Βασιλέως. Εις το πρωτόκολλον τούτο προεβλέφθη, ότι οι υπογράψαντες θα ελύοντο πάσης εξ αυτού απορρεούσης υποχρεώσεως αμα τω σχηματισμώ της πρώτης μεταπελευθερωτικής Κυβερνήσεως. Δεν προσυπέγραψεν ο Αντιστράτηγος Μ.Δράκος, αρκεσθείς μόνον να υποσχεθή ιδεολογικήν συμπαράστασιν.
Ούτω, συνεκροτήθη μυστική οργάνωσις αντιστάσεως, αρχηγευομένη υπό του Αρχιστρατήγου του πολέμου Αλ. Παπάγου, βοηθουμένου αμέσως παρά των ως άνω πέντε Αντιστρατήγων.
Ευθύς μετά την υπογραφήν του πρωτοκόλλου, ετέθη εν δράσει η οργάνωσις, κατά τομείς των ανατεθεισών υπό του Αρχιστρατήγου εις τους Αντιστρατήγους αρμοδιοτήτων (οργάνωσις, επιχειρήσεις, πληροφορίαι κ.λ.π.).
Σύλληψις των Αντιστρατήγων υπό των Γερμανών
Εις την ούτω ιδρυθείσαν οργάνωσιν, επηκολούθησε μύησις των Ανωτάτων και Ανωτέρων Αξιωματικών πολεμιστών του Αλβανικού μετώπου, άνευ διακρίσεως πολιτικών φρονημάτων. Ως εκ τούτου, είναι λίαν πιθανόν ότι έλαβον γνώσιν περί της οργανώσεως ταύτης οι τότε καλούμενοι δημοκρατικοί πολιτικοί Αρχηγοί, ως και ο Πρωθυπουργός της κατοχής Ι.Ράλλης και ο επί της Ασφαλείας Υπουργός του Α. Ταβουλάρης, προς τους οποίους οι πρώτοι ευρίσκοντο εν επαφή, προς προπαρασκευήν μεταπελευθερωτικής δυναμικής κατά του Βασιλέως στρεφομένης δημοκρατικής καταστάσεως, διά της πραγματοποιηθείσης ανακλήσεως εις την ενέργειαν των αποτάκτων του 1935 και διά της στελεχώσεως δι’ αυτών των παραλλήλως συγκροτηθέντων Ταγμάτων Ασφαλείας. Ασφαλώς θα έλαβεν επίσης γνώσιν περί αυτών και η κομμουνιστική ΕΑΜ, ως εκμεταλλευομένη επιτηδίως την και τότε ακμάζουσαν συνοδοιπορίαν.
Δι’ όλους τούτους και διά τας επιδιώξεις των, ήτο φυσικόν, η “Στρατιωτική Ιεραρχία” ωρθούτο ως σοβαρός παρακωλυτικός παράγων, διότι με το Σώμα των Αξιωματικών εν συνοχή και υπό τους φυσικούς του Αρχηγούς ευρισκόμενον, θα ήτο αδύνατον να καρποφορήσωσι τα όσα περί βιαίων λύσεων κατά των ελευθεριών του λαού και κατά του Βασιλέως εσχεδιάζοντο. Είναι όθεν λίαν πιθανόν, ότι η κίνησις της “Στρατιωτικής Ιεραρχίας” κατεδόθη εις τους Γερμανούς υπό των κατά τα ανωτέρω εχόντων αντίθετον προς την ύπαρξιν και την δράσιν της συμφέρον.
Ούτω κατά τον Ιούλιον του 1943, συνελήφθησαν υπό των Γερμανών οι πέντε εκ των εξ υπογραψάντων το πρωτόκολλον της “Στρατιωτικής Ιεραρχίας” Αντιστράτηγοι και απεστάλησαν εις Γερμανίαν εις στρατόπεδον συγκεντρώσεως. Ως δε είχεν αποκαλύψει εις τον Αντιστράτηγον Δ. Παπαδόπουλον ο τότε πρωθυπουργός της κατοχής Ι.Ράλλης, είκοσι περίπου ημέρας προ της συλλήψεως, αφορμή αυτής υπήρξε μία προκήρυξις της τότε εκδηλωθείσης φιλοβασιλικής Οργανώσεως Χ, την τοιαύτην δραστηριότητα της οποίας συνεσχέτισαν οι Γερμανοί με τας άλλοθεν γνωστάς εις αυτούς κινήσεις και συγκεντρώσεις των Αντιστρατήγων της “Στρατιωτικής Ιεραρχίας”.
Ο εξαιρεθείς της συλλήψεως είναι ο ως άνω αντ/γος Δ. Παπαδόπουλος, ουδέποτε δε κατέστη γνωστόν εις τι ωφείλετο η εξαίρεσις αύτη. Έμμεσοι πληροφορίαι φέρουσι τον Πρωθυπουργόν Ι. Ράλλην ειπόντα ότι επιχείρησε να περισώση όλους τους Αντιστρατήγους, αλλά το κατώρθωσε μόνον διά τον ειρημένον, πράγμα οπερ ηρνήθη ούτος εις τον τελευταίον, κατά τινα προσωπικήν των συνάντησιν.
Ανασύστασις της “Στρατιωτικής Ιεραρχιας”
Η σύλληψις των πέντε Αντιστρατήγων, ως ήτο φυσικόν κατεθορύβησε τους αξιωματικούς και τον υπολειφθέντα Αντιστρατήγον Δ. Παπαδόπουλον, διότι εκυκλοφόρουν πάντοτε διαδόσεις περί σχεδιαζομένης η επικειμένης συλλήψεως Αξιωματικών εις ευρείαν κλίμακα και εγκλείσεως αυτών εις στρατόπεδα συγκεντρώσεως. Χάρις όμως εις την ανωτέραν περί καθήκοντος αντίληψιν του Αντιστρατήγου Δ. Παπαδοπούλου, πιστεύοντος εμμόνως εις την ανάγκην της πάση θυσία διατηρήσεως της συνοχής του Σώματος των Αξιωματικών, ανεσυνεκροτήθη εντός διμήνου (από της συλλήψεως των πέντε Αντιστρατήγων) η “Στρατιωτική Ιεραρχία” προς συνέχισιν του υπό των συλληφθέντων πέντε Αντιστρατήγων αρξαμένου έργου.
Η δίμηνος αύτη καθυστέρησις ωφείλετο εις τας αναγκαίας προκαταρκτικάς συνεννοήσεις και ιδίως εις τας καταβληθείσας προσπαθείας, όπως μεταπεισθή ο Αντιστράτηγος Μ.Δράκος και συμμετάσχη και αυτός εις την κίνησιν. Μετά πολλάς συζητήσεις, απεποιήθη τελικώς την συμμετοχήν του και ούτω παρέμεινεν η “Στρατιωτική Ιεραρχία” αρχηγευομένη υπό μόνου του Αντιστρατήγου Δ.Παπαδόπουλου.
Εσωτερική διάρθρωσις της “Στρατιωτικής Ιεραρχίας”  και της δυνάμεως της
Ο Αρχηγός (Αντ/γος Δ.Παπαδόπουλος) εβοηθείτο υπό Επιτελάρχου (Υποστρατήγου) και αριθμού τινος Ανωτέρων αξιωματικών, αναλαβόντων τον χειρισμόν των ζητημάτων των καθ’ έκαστα αρμοδιοτήτων (επιχειρήσεις, πληροφορίαι, επαφή με άλλας οργανώσεις, οπλισμός κ.λ.π.).
Υπό την διάρθρωσιν αυτήν, ταχύτατα εμυήθησαν οι περισσότεροι εν Αθήναις Αξιωματικοί, κατά τομείς ανταποκρινομένους εις τα αστυνομικά τμήματα, ανατεθέντας κατ’ αρχήν εις Υποστρατήγους, κατά το δυνατόν, εκ των εν τω αντιστοίχω Αστυνομικώ τμήματα οικούντων.
Υπό τους Τομεάρχας τούτους, υπήχθησαν και οι αντίστοιχοι Τομεάρχοι των μετά της “Στρατιωτικής Ιεραρχίας” συνεργασθεισών Οργανώσεων Εθνικής Αντιστάσεως μετάτης εις άνδρας και εις ενόπλους δυνάμεώς των.
Ούτω, όταν ολίγον προ της απελευθερώσεως, ανετέθη υπό της Ελληνικής Κυβερνήσεως του Καΐρου η Στρατιωτική Διοίκησις Αθηνών εις τον Υποστράτηγον Σ. Σπηλιωτόπουλον και μετεβιβάσθη εις τούτον όλη η δύναμις της Ιεραρχίας, ευρέθησαν οργανωμένοι εις αυτήν εν Αθήναις περί τους δύο χιλιάδας Αξιωματικοί και πολλοί ένοπλοι ιδιώται, εξ ων κατά την απελευθέρωσιν, απηρτίσθη ένοπλον τμήμα εκ διακοσίων περίπου ανδρών) οίτινες απετέλεσαν το κύριον ωργανομένον πλαίσιον, εντός του οποίου ηδυνήθη από της πρώτης στιγμής να εκδηλώση την δράσιν της η νέα Στρατιωτική Διοίκηση.
Έτερον κέντρον, όπου ευρίσκοντο πολλοί σχετικώς αξιωματικοί, ήτο η Θεσσαλονίκη. Ωργανώθησαν εκεί ιδιαιτέρως οι Αξιωματικοί υπό τον Υποστράτηγον Ν.Λιούμπαν αλλ’ υπήρχεν από καιρού εις καιρόν επικοινωνία και μετεβιβάζοντο εκάστοτε προς τα εκεί γενικαί οδηγίαι υπό του αρχηγού της Ιεραρχίας Αντ/γου Δ. Παπαδόπουλου.

Δυσχέρειαι και αντιξοότητες προς ας είχε να παλαίση  η “Στρατιωτική Ιεραρχία”
Υπήρχε παρά τισιν η ανησυχία, εύλογος άλλως τε, ότι η δραστηριότης της “Στρατιωτικής Ιεραρχίας” θα επέσυρε την προσοχήν των Αρχών Κατοχής και θα προεκαλείτο η σύλληψις και η εις στρατόπεδον συγκεντρώσεως αποστολή όλων των αξιωματικών, δεδομένου μάλιστα ότι εκυκλοφόρουν τοιαύται διαδόσεις από καιρού εις καιρόν. Υπεστηρίζετο παρ’ άλλων, ότι το ενδεχόμενον τούτο θα έπρεπε να θεωρηθή ευτυχής εξέλιξις εις τον αγώνα αντιστάσεως, διότι οι περισσότεροι Αξιωματικοί θα διέφευγον και θα απέκτουν ούτω πλήρη ελευθερίαν προς εντονωτέραν εθνικήν δράσιν. Ητο μεγάλη συνεπώς η ευθύνη την οποίαν επωμίζοντο τότε οι ηγηθέντες της κινήσεως και ευλογοι πως αι επιφυλάξεις των συνιστώντων μεγαλυτέραν σύνεσιν, η παραπεσούσα δε σύλληψις των πέντε Αντιστρατήγων, επανέφερε το ζήτημα επί τάπητος και επήλθεν ως εκ τούτου βραδύτης δύο περίπου μηνών (θέρος 1943).
Μεγάλας δυσκολίας αντεμετώπισεν η Ιεραρχία, εις την προμήθειαν οπλισμού ελλείψει επαρκών χρηματικών πόρων. Μετά μεγάλης καθυστερήσεως ήρξατο η χρηματοδότησις της, εκ μέρους της Οικονομικής Επιτροπής (του Αγώνος Αντιστάσεως), αλλά και τότε λίαν ανεπαρκώς, εν συγκρίσει προς άλλας οργανώσεις ήσσονος δράσεως και αρμοδιότητος. Εκ Καΐρου από μέρους της Κυβερνήσεως και υπό των Άγγλων ουδέν εδόθη εις την Στρατιωτικήν Ιεραρχίαν.
Αι μεγάλαι όμως δυσχέρειαι τας οποίας συνήντησεν η “Στρατιωτική Ιεραρχία”, υπήρξαν αι εκ των συκοφαντιών και ραδιουργιών των εχόντων αντίθετον προς την υπαρξίν της συμφέρον. Ως προείρηται δε, αντίθετον συμφέρον είχε και η τότε λεγομένη δημοκρατική πολιτική παράταξις, ήτις τελικώς επεκράτησε και εν Καΐρω. Ούτω ενώ εδημιουργείτο εν Αθήναις, εις αντίρροπον, η υπό αποτάκτων του 1935 αρχηγευομένη οργάνωσις Ρ.Α.Ν., ήτις τελικώς παρέσυρε προς εαυτήν και την υπό την Ιεραρχίαν αρχικώς υπαγομένην οργάνωσιν “Χ”, παραλλήλως ηγνοήθη τελείως παρά τη Ελληνική Κυβέρνησει του Καΐρου η “Στρατιωτική Ιεραρχία” και δεν εδόθη ουδεμία απάντησις εις δύο αποσταλέντα (εάν έφθασαν εννοείται) εκεί υπομνήματα της.
Ταύτα επεβεβαιώθησαν και εκ μεταγενεστέρων ενεργειών, όταν ευθύς μετά την απελευθέρωσιν, ηγνοήθησαν οι Στρατηγοί του Αλβανικού μετώπου και εκλήθησαν εις την ηγεσίαν του Στρατεύματος απότακτοι του 1935.
Άλλος επίσης παρακωλυτικός παράγων υπήρξεν η κομμουνιστική οργάνωσις του Ε.Α.Μ., ήτις ως εκ των μεθόδων και των ανθελληνικών επιδιώξεων της, εξέτρεψε μερικώς την δραστηριότητα της “Στρατιωτικής Ιεραρχίας”, ως και όλων των άλλων οργανώσεων, εις ενεργείας και εις λήψιν μέτρων προς εξουδετέρωσιν του εκ της οργανώσεως ταύτης επικρεμαμένου θανασίμου διά την χώραν κινδύνου.
Δράσις της “Στρατιωτικής Ιεραρχίας” εν τω  Πλαισίω της εθνικής αντιστάσεως
Ως είναι ήδη γνωστόν, πραγματική εθνική αντίστασις κατά του κατακτητού ουδαμού έλαβε χώραν, υπαιτιότητι των Συμμάχων. Απλώς διευκολύνθησαν και εξωπλίσθησαν παρ’ αυτών οι κομμμουνισταί, διά να διαπράξωσιν ανήκουστα εγκλήματα κατά των πραγματικών πατριωτών, εξ ου εζημιώθη εμμέσως τα μέγιστα ο διεξαγόμενος αγών.
Ειδικώτερον εν Ελλάδι, προσετέθησαν και τα εκ των πολιτικών και πολιτειακών διενέξεων μίση και πάθη, εις τρόπον ώστε καμία πατριωτική κίνησις δεν υπήρξεν από της απόψεως ταύτης αδιάβλητος, ως προελέχθη ήδη προκειμένου περί των ανταρτικών κινημάτων των Ζέρβα και Ψαρρού.
Εντός του στροβίλου τούτου του αναρχουμένου πατριωτισμού ή δήθεν πατριωτικού αγώνος, η “Στρατιωτική Ιεραρχία” ευρέθη εις λίαν δυσχερή θέσιν. Ητο αδύνατον διά του λόγους τούτους, να παράσχη την αναγνώρισιν της ή να ενισχύση δι’ αξιωματικών τους ειρημμένους Αρχηγούς, χωρίς όμως και ν’ απαγορεύη την οικειοθελή προς αυτούς προσχώρησιν. Εξήτασε τουλάχιστον δι’ υπομνημάτον προς την Ελληνικήν Κυβέρνησιν του Καΐρου την εξουσιοδότησιν και την ενίσχυσιν της προς υπευθύνον ανάληψη του ανταρτικού αγώνος, χωρίς να λάβει εκείθεν ουδεμίαν απάντησην.
Εσχεδιάσθη κατόπιν τούτου, την πρωτοβουλία του Αντ/γου Δ. Παπαδοπούλου η ανάληψις ιδίου αγώνος εις Στερεάν Ελλάδα και Θεσσαλίαν και απεστάλη επί τόπου κατά το έαρ του 1943, προς επιτόπιον μελέτην, ο Υποστράτηγος Ν.Τσίπουρας, αλλ’ απεμονώθη υπό των Εαμιτών και επέστρεψεν άπρακτος.
Επί τω αυτώ σκοπω, απεστάλη εις Πελοπόννησον (Πάτρας) ο Υποστράτηγος Π.Ζερβέας, κατά Σεπτέμβριον του 1943. Ούτος ήλθεν εις επαφήν μετά του Αρχηγού της εν Πελοποννήσω Διασυμμαχικής Αποστολής Άγγλου Συντ/ρχου Στίβενς. Των σχετικών συνεννοήσεων ευοδοθεισών, επρόκειτο κατά την 10-15 Οκτωβρίου 1943 να ριφθώσιν όπλα εις τας ομάδας Καραχάλιου και Βρεττάκου. Εις τον χώρον όμως της ρίψεως αι ομάδες αυταί προσεβλήθησαν υπό των Γερμανών, προφανώς κατόπιν προδοσίας των Εαμιτών (γνωριζόντων τα της ρίψεως) και εν συνεχεία προσβληθείσαι και υπό πολύ υπερτέρων δυνάμεων Εαμιτών, διελύθησαν.
Κατόπιν τούτου, ο Υποστράτηγος Π.Ζέρβας, μη δυνάμενος να πράξη άλλο τι, αφ’ ου επεκράτησαν καθ’ όλην την Πελοπόννησον οι Εαμίται, επανήλθεν εις Αθήναις άπρακτος.
Παραλλήλως, είχεν οργανωθή υπό την “Στρατιωτικήν Ιεραρχίαν” η υπ’ αριθ. 5688 Ομάς πληροφοριών (Συντ/ρχης Μαχάς) αποδόσασα ικανοποιητικώς, τα της δράσεως της οποίας εκτίθενται εις την ιδίαν αυτής έκθεσιν. Γενική ανασκόπισις του ζητήματος της Εθνικής Αντιστάσεως
Η συνέχισις του πολέμου επί του πατρίου εδάφους διά προβολής εθνικής αντιστάσεως κατά του κατακτητού, ήτο καθολικόν αίτημα και ευχή ολοκλήρου του Ελληνικού λαού. Γνωρίζομεν ήδη, ότι εις το θέμα τούτο επροδόθη ο λαός και το Έθνος διότι κακοί τινες Έλληνες εκ των τα πρώτα φερόντων, διαρρήξαντες την ενότητα του πολέμου, ενόμισαν ότι υπό την ασυδοσίαντης κατοχής, παρείχετο αυτοίς η ευκαιρία της κατά τας απόψεις των επιλύσεως των εκ της “4ης Αυγούστου” κληροδοτηθεισών πολιτικών διαφορών και ηνάλωσαν όλην την δραστηριότητα των, προς προπαρασκευήν ευνοικών διά τας απόψεις των ταύτας καταστάσεων, τόσον εν Ελλάδι όσον και εν Μέση Ανατολή, ένθα έδρευεν η διαφυγούσα Ελληνική Κυβέρνησις μετά του Βασιλέως.
Υπό την σύγχυσιν ταύτην εδόθη καιρός και ηνδρώθη η κομμουνιστική κίνησις, υπό την μορφήν του Ε.Α.Μ, διαθέτουσα ήδη από της προπολεμικής εποχής συνωμοτικόν δίκτυον και έχουσα πλήρεις και σαφείς από μέρους του διεθνούς κομμουνισμού εντολάς προς δράσιν.
Εν τη ορθή εκτιμήσει του όλου ζητήματος, αφ’ ου ο πόλεμος εσυνεχίζετο και υπήρχεν εν Καΐρω Ελληνική Κυβέρνησις, η Εθνική αντίστασις έπρεπε να οργανωθή υπό αρμοδίων εν Ελλάδι παραγόντων εν πλήρει επαφή προς την Ελληνικήν Κυβέρνησιν και εν τω πνεύματι της συνεχείας του συμμαχικού πολέμου. Είναι δε πρόδηλον, ότι αρμόδιοι παράγοντες εν Ελλάδι ήσαν οι αξιωματικοί και οι Δημόσιοι Υπάλληλοι (τους οποίους ηδύνατο να διατάξη η Κυβέρνησις), αλλά και πας άλλος εάν συνετονίζετο εις την γραμμήν και τας οδηγίας της Κυβερνήσεως.
Γνωρίζομεν όμως ήδη, ότι η Ελληνική Κυβέρνησις του Καΐρου ταχύτατα περιήλθεν εις πλήρη ανικανότητα ενεργείας, την διεύθυνσιν δε των ζητημάτων της Εθνικής Αντιστάσεως μας ανέλαβον ανεύθυνοι έναντι της Ελλάδος συμμαχικοί παράγοντες, παρ’ οις μάλιστα έβριθε το συνοδοιπορούν προς τον κομμουνισμόν στοιχείον.
Διά τους λόγους τούτους, η Εθνική αντίστασις διηυθύνθη και διεξήχθη χείριστα και παρεφθάρη εις αγώνα αντιμαχομένων Ελλήνων, προς όφελος της κατοχής και προς μεγάλην ζημίαν των Εθνικών μας ζητημάτων.
Εις όλα ταύτα ηγωνίσθη η “Στρατιωτική Ιεραρχία” και προσεπάθησε να συγκρατήση τα πράγματα εντός της εθνικής και νομίμου γραμμής. Εάν ως εκ των περιστάσεων και ως εκ το αχαλινώτου εκτραχηλισμού εις ον άλλοι περιήγαγον τα πράγματα, δεν επέτυχε όλους τους τεθέντας σκοπούς, κατώρθωσεν όμως να ενσωματώση το σύνολον σχεδόν των Αξιωματικών εν πλαισίω υγιών και νομίμων απόψεων και κατευθύνσεων, διά ν’ αποτελέσωσι μετ’ ολίγον το στήριγμα και τον πυρήνα ανασυγκροτήσεως του Κράτους και του νέου Ελληνικού Στρατού.

Αθήνα 20 Σεπτεμβρίου 1955
(Τ.Υ.)
Ξ.ΛΙΒΑΣ
Υποστρ. ε.α.
(Βοηθός τότε του Αντγου Δ. Παπαδοπούλου)

Advertisements