Πόλεμος στα Φολκλαντς (2 Απρ – 14 Ιουν 1982)


Νησιά Φολκλαντς - Ν. Αμερική

Νησιά Φολκλαντς - Ν. Αμερική

Το νησιωτικό σύμπλεγμα των Φόκλαντς βρίσκεται ανατολικά των νοτίων ακτών της Αργεντινής και η μικρότερη απόσταση από αυτήν είναι 300 χιλιόμετρα (Γη του Πυρός, κοντά στην Ανταρκτική). Από τη Μεγάλη Βρετανία απέχουν περίπου 7.840 ναυτικά μίλια (14.520 χλμ.). Το Ανατολικό και το Δυτικό Φόκλαντ είναι τα δύο μεγαλύτερα νησιά και περιβάλλονται από πλήθος άλλων μικρότερων. H ολική έκταση των νησιών είναι 11.961 τετραγωνικά χιλιόμετρα (συγκριτικά η Κύπρος είναι 9.251 τετραγωνικά χλμ.), και οι περίπου 2000 κάτοικοι ασχολούνται με την κτηνοτροφία και την αλιεία. Στα νησιά που είναι ορεινά με απότομη διαμόρφωση ακτών, επικρατούν ακραίες καιρικές συνθήκες με πολύ ισχυρούς ανέμους, χαμηλές θερμοκρασίες και ο Ατλαντικός είναι σχεδόν μόνιμα τρικυμιώδης.

Τα Φόκλαντς από την εποχή της ανακάλυψής τους από τους Αγγλους πέρασαν κατά καιρούς από Βρετανική, Γαλλική, Ισπανική αλλά και στην κατοχή της Αργεντινής προτού καταλήξουν οριστικά σε Βρετανικά χέρια από το 1833. Το 1982 η Αργεντινή βρισκόταν κάτω από στρατιωτική διακυβέρνηση ύστερα από το στρατιωτικό πραξικόπημα της 24ης Μαρτίου 1976. H τραγική οικονομική κατάσταση (μεγάλο εξωτερικό χρέος, 140% πληθωρισμός το 1982), δεν επέτρεπε αισιοδοξία σε μία χώρα όπου η πολιτική βία και η καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων την είχαν απομονώσει διεθνώς. Οι σχέσεις με την κυριότερη σύμμαχο ΗΠΑ επιδεινώθηκαν όταν οι τελευταίες με αιτία την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μείωσαν τη στρατιωτική βοήθεια προς την Αργεντινή δημιουργώντας της έτσι μεγάλο πρόβλημα. ‘Ηταν φανερό ότι η χούντα των στρατιωτικών για ν’ αντιμετωπίσει την κατάσταση στο εσωτερικό έπρεπε να στρέψει τη λαϊκή προσοχή σε θέματα εθνικά.
‘Ετσι από το 1977 αναθερμαίνονται οι διεκδικήσεις των νησιών του Στενού Μπηγκλ τα οποία το Διεθνές Δικαστήριο παραχωρούσε στη Χιλή και βέβαια ανακινείται σε πολιτική βάση το θέμα των Φόκλαντς μαζί με τη Νότια Γεωργία. Δεν πρέπει να αγνοείται το γεγονός ότι για την Αργεντινή τα νησιά του Νότιου Ατλαντικού είναι συνέχεια της υφαλοκρηπίδας της και επομένως πρόκειται για έδαφος που δικαιωματικά της ανήκει. Οι ενέργειες επομένως της χούντας είχαν σε μεγάλο βαθμό τη λαϊκή υποστήριξη, στοιχείο πολύ σημαντικό για τη συνέχεια. Από την άλλη πλευρά η συντηρητική κυβέρνηση της M. Βρετανίας βρήκε αφορμή για μιά επίδειξη δυνάμεως και ενίσχυση του κύρους της.

H ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΤΩΝ ΝΗΣΙΩΝ

Οι Αργεντινοί γνώριζαν αρκετά καλά ότι δεν υπήρχε περίπτωση παραχωρήσεων στο θέμα των Φόκλαντς εκ μέρους των Βρετανών και έτσι από τα τέλη Ιανουαρίου του 1982 είχε αποφασιστεί να δοθεί στρατιωτική λύση.
Στις 19 Μαρτίου 1982 Αργεντινό μεταγωγικό πλοίο αποβίβασε στο νησί της Νότιας Γεωργίας 41 τεχνικούς για κατεδαφίσεις προξενώντας έτσι τη Βρετανική αντίδραση. H Νότια Γεωργία 1.300 χλμ. ανατολικά των νησιών Φόκλαντς, έκταση 3.756 τετραγωνικά χλμ. και ημιμόνιμο πληθυσμό μόλις 22, ήταν και αυτή μέρος των Αργεντινών διεκδικήσεων. ‘Οπως αποδείχτηκε, αυτή η πρόκληση των Αργεντινών ήταν μέρος του όλου σχεδίου κατάληψης των Φόκλαντς, αφού ένα δεύτερο σκάφος που μετέφερε Αργεντινούς πεζοναύτες περιπολούσε κοντά στη Νότια Γεωργία προκειμένου να επέμβει με την κατάλληλη ευκαιρία. Από την Αργεντινή διοίκηση είχε αποφασιστεί ότι τα τέλη Μαρτίου θα πρόσφεραν ιδανική κάλυψη για την επιχείρηση της κατάληψης των νησιών. O λόγος ήταν ότι εκείνη την εποχή διεξάγονταν οι καθιερωμένες ετήσιες ναυτικές ασκήσεις με τη γειτονική Ουρουγουάη και έτσι μία ισχυρή ναυτική δύναμη θα μπορούσε ν’ αποσπαστεί από το χώρο των ασκήσεων και να πλεύσει προς τα νησιά.
Πράγματι η ναυτική δύναμη κατάληψης αποτελούμενη από δύο κύρια τμήματα απέπλευσε προς τα νησιά στις 28 Μαρτίου. H μυστικότητα γύρω από την επιχείρηση ήταν απόλυτη και χαρακτηριστική ήταν η άγνοια των κατώτερων αξιωματικών οι οποίοι ενημερώθηκαν εν πλω γι αυτήν. Σημαντική ήταν ακόμη η καθολική απουσία του Στρατού και της Αεροπορίας από την επιχείρηση «Ροζάριο» όπως ονομαζόταν το σχέδιο κατάληψης των νησιών. Το πρώτο κύριο τμήμα της ναυτικής δύναμης που θ’ αναλάμβανε την υποστήριξη της απόβασης, αποτελείτο από το αεροπλανοφόρο «25η ΜαΪου», 4 αντιτορπιλικά, 1 περιπολικό σκάφος ανοιχτής θαλάσσης και 1 δεξαμενόπλοιο. Το δεύτερο τμήμα που θα καταλάμβανε τα νησιά αποτελείτο από 2 αντιτορπιλικά, 2 φρεγάτες, 1 υποβρύχιο, 1 αρματαγωγό, 1 μεταγωγικό και ένα περιπολικό σκάφος. Λόγω της κακοκαιρίας στο Νότιο Ατλαντικό, η ναυτική δύναμη καθυστέρησε την απόβαση στο Πορτ Στάνλεϊ  στα ανοιχτά του οποίου έφθασε την 1η Απριλίου. Τις πρώτες πρωινές ώρες της 2ας Απριλίου ξεκίνησε η απόβαση στην οποία συμμετείχαν 800 περίπου πεζοναύτες. Οι κύριοι στόχοι των επιτιθεμένων ήταν το αεροδρόμιο του Πορτ Στάνλεϊ και οι στρατιωτικές εγκαταστάσεις.
Παρά την αντίσταση των Βρετανών οι εχθροπραξίες σταμάτησαν σύντομα την ίδια μέρα με την παράδοση του κυβερνήτη των νησιών. Στις 3 Απριλίου η ομάδα των Αργεντινών πεζοναυτών που βρίσκονταν σε ετοιμότητα στα ανοιχτά της Νότιας Γεωργίας με τη συνοδεία μίας φρεγάτας που είχε σπεύσει για βοήθεια, κατέλαβε το νησί. Ήταν δύο ημέρες σημαντικές για την Αργεντινή, αφού εθνικές φιλοδοξίες πολλών ετών είχαν επιτευχθεί. H χούντα με τη βοήθεια των μέσων μαζικής ενημέρωσης φρόντισε ν’ αξιοποιήσει στο μέγιστο δυνατό βαθμό τις επιτυχίες αποκτώντας παράλληλα και τη λαϊκή υποστήριξη στις μετέπειτα ενέργειές της. Στα Φόκλαντς οι εξελίξεις ήταν ραγδαίες, αφού ύστερα από την επιτυχία της απόβασης ο στρατός αναλαμβάνει τη διοίκηση των νησιών κι αρχίζει ένας αγώνας δρόμου για την αμυντική οργάνωσή τους. Στο αεροδρόμιο του Πορτ Στάνλεϊ προσγειώνονται μεταγωγικά αεροσκάφη F-27, F-28 και C-130 της Αργεντινής Πολεμικής Αεροπορίας μεταφέροντας άνδρες και υλικά.

H ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΩΝ ΒΡΕΤΑΝΩΝ

Στο Λονδίνο ύστερα από την εισβολή των Αργεντινών επικράτησε αναταραχή στη Βρετανική Κυβέρνηση και ακολούθησαν παραιτήσεις κορυφαίων στελεχών της. Το Βρετανικό γόητρο είχε πληγεί και μ αυτό το δεδομένο ήταν πολύ δύσκολο για την κυβέρνηση Θάτσερ να δεχθεί διαπραγματεύσεις για τα νησιά με τους Αργεντινούς σε θέση ισχύος.
Σχεδόν αμέσως μόλις μαθεύτηκε η εισβολή, ομάδα πλοίων του Βασιλικού Ναυτικού διατάχθηκε να πλεύσει προς Νότο αναμένοντας περαιτέρω διαταγές. Οι ΗΠΑ, σαν σύμμαχος και των δύο χωρών, ανέλαβαν μεσολαβητικό ρόλο στη διαμάχη ώστε να διευθετηθεί το πρόβλημα με ειρηνικά μέσα. Οι Βρετανοί έθεταν σαν απαραίτητο όρο για μετέπειτα διαπραγματεύσεις την αποχώρηση των Αργεντινών στρατευμάτων από τα νησιά κάτι που δεν δέχονταν με κανέναν τρόπο οι Αργεντινοί. Σε χρόνο ρεκόρ συγκροτήθηκε η βασική δύναμη της Βρετανικής Αρμάδας που θα έπλεε προς το Νότιο Ατλαντικό με στόχο την ανακατάληψη των νησιών. ‘Ηταν χαρακτηριστικός ο βαθμός ετοιμότητας του Βασιλικού Ναυτικού που το απόγευμα της 2ας Απριλίου δηλαδή λίγες μόλις ώρες μετά τη γνωστοποίηση της Αργεντινής επίθεσης στα Φόκλαντς είχε θέσει σε πλήρη ετοιμότητα την Νο 800 Μοίρα (Ση Χάριερ) στο αεροπλανοφόρο «Ερμής». Τις επόμενες δύο ημέρες στα αεροπλανοφόρα «Ερμής» (23.900 τόννων) και «Ινβίνσιμπλ» (16.000 τόννων) επιβιβάζονταν αεροσκάφη, ελικόπτερα και πολεμικό υλικό και ολοκληρωνόταν η οργάνωση της επιχείρησης  Κόρπορεϊτ» όπως θα ονομαζόταν η αποστολή του Στόλου στα Φόκλαντς. ‘Ετσι στις 5 Απριλίου αναχώρησε από το ναύσταθμο του Πόρτσμουθ το κύριο τμήμα της Αρμάδας στην οποία αργότερα θα ενσωματωνόταν και άλλα σκάφη επιφανείας που στις αρχές Απριλίου βρίσκονταν σε άλλα θέατρα επιχειρήσεων (Μεσόγειος, Ανατολική Αφρική, Βόρειος Ατλαντικός).
H Βρετανική ναυτική δύναμη έθετε σαν βασικούς της στόχους την ανακατάληψη της Νότιας Γεωργίας, την επιβολή της κυριαρχίας της στον αέρα και στη θάλασσα γύρω από τα Φόκλαντς και τελικά την απόβαση δυναάμεων για την ανάκτηση του ελέγχου των νησιών με την παράλληλη εκδίωξη των Αργεντινών. Το Βρετανικό νησί Ανσενσιόν στο μέσον του Ατλαντικού που απείχε 6.325 χλμ. από το Πορτ Στάνλεϊ και 5.867 χλμ. από το Γκριτβίκεν της Νότιας Γεωργίας θα χρησίμευε σαν προκεχωρημένη βρετανική βάση.
Στις 7 Απριλίου ανακοινώνεται και στις 12 Απριλίου τίθεται σε ισχύ η ναυτική ζώνη αποκλεισμού ακτίνας 200 ναυτικών μιλίων (370,4 χλμ.) γύρω από τα νησιά Φόκλαντς που επιβάλλουν οι Βρετανοί. O σκοπός των Βρετανών είναι προφανής. Επιδιώκουν με την απειλή των πυρηνοκίνητων υποβρυχίων τους τον τερματισμό του εφοδιασμού των νησιών με πολεμικό υλικό και προμήθειες μέχρι να καταπλεύσει η βρετανική δύναμη στην περιοχή. Φυσικά, αυτή η ενέργεια των Βρετανών δεν θα ήταν δυνατό να εφαρμοσθεί αν δεν είχαν καταπλεύσει στην περιοχή τα πυρηνοκίνητα υποβρύχια «Κόνκερορ», «Κάρατζεους», «Σπάρταν», «Σπλέντιτ», «Βάλιαντ» και το ντήζεληλεκτροκίνητο «‘Ονυξ». Πράγματι ο αποκλεισμός έχει μεγάλο αντίκτυπο στον εφοδιασμό των νησιών από τη θάλασσα, αφού ο κύριος όγκος του εξοπλισμού δεν μπορεί να μεταφερθεί με τα αεροσκάφη. H αντίδραση της Αργεντινής είναι να σταματήσουν όλες οι αποστολές πλοίων που μεταφέρουν στρατιωτικό και μη υλικό προς τα Φόκλαντς. Πολύτιμο υλικό όπως ραντάρ, ελικόπτερα, πυροβόλα αποσυναρμολογούνται και αναγκαστικά μεταφέρονται με τα C-130 στο Πορτ Στάνλεϊ.

OI ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΕΣ ΤΩΝ ΑΝΤΙΠΑΛΩΝ

H αντιαεροπορική οχύρωση των νησιών απασχόλησε από τις πρώτες ημέρες της κατοχής την Αργεντινή Διοίκηση, αφού οι στόχοι που θα έπλητταν οι Βρετανοί ήταν δεδομένοι. Από τα σημαντικότερα φορτία των πρώτων πτήσεων των C-130 είναι και το ραντάρ εναερίου ελέγχου Γουεστινγκχάουζ AN/TPS-43F που εγκαθίσταται στο Πορτ Στάνλεϊ. Αργότερα μεταφέρθηκαν πλήθος αντιαεροπορικών πυροβόλων που διασκορπίστηκαν σε δύο μόνο κύριες θέσεις αυτές του Γκουζ Γκρην και του Πορτ Στάνλεϊ. Υπήρχαν δίδυμα Έρλικον των 35 mm με σύστημα ελέγχου πυρός Σκάιγκαρντ, δίδυμα Ραϊνμέταλ των 20 mm με σύστημα ελέγχου πυρός της Ισραηλινής ‘Ελτα, μονά Ισπανο-Σουίζα των 30 mm (χωρίς ραντάρ ελέγχου πυρός) κ.α. Την αντιαεροπορική άμυνα πλαισίωναν οι φορητοί πύραυλοι Μπλόουπάιπ και SA-7 διασκορπισμένοι στα μέρη που προβλεπόταν Βρετανική αεροπορική επίθεση και υπήρχε επιπροσθέτως ένα μοναδικό σύστημα Ρόλαντ που τοποθετήθηκε μεταξύ αεροδρομίου και πόλης του Πόρτ Στάνλεϊ. Οι Αργεντινοί φρόντισαν να ετοιμάσουν δύο πρόχειρες αεροπορικές βάσεις στο Πόρτ Στάνλεϊ και στο Γκουζ Γκρην από τις οποίες όμως δεν μπορούσαν να επιχειρούν μαχητικά αεροσκάφη. Μεταφέρθηκαν ελικόπτερα Μπελ 212 και UH-1H, Σινούκ, A-109, Πούμα, ελικοφόρα αεροσκάφη FMA IA.58 Πουκάρα εγγύς υποστήριξης (κατασκευής Αργεντινής), μεταφορικά Σκάιβαν και ναυτικής συνεργασίας S-2E Τράκερ. Πάντως οι εντατικές προσπάθειες των Αργεντινών έφεραν αποτέλεσμα καθώς στα τέλη Απριλίου το αεροδρόμιο του Πορτ Στάνλεϊ (διάδρομος 1.250 μέτρων), μπορούσε να υποδεχθεί αεροσκάφη των τύπων A-4Q Σκάιχωκ και Σούπερ Ετεντάρ για επιχειρήσεις κάτω από καλές καιρικές συνθήκες οι οποίες όμως δεν υπήρχαν τότε στην περιοχή. Αντί αυτών μεταφέρθηκαν αεροσκάφη Αερμάκι MB-339A τα οποία ήταν και τα μοναδικά αεριωθούμενα μαχητικά αεροσκάφη των Αργεντινών που στάθμευαν στο νησί. Μία τρίτη, πρωτόγονη αεροπορική βάση δημιούργήθηκε στο νησι Πημπλ η οποία διέθετε διάδρομο προσγείωσης με γρασίδι(!) και τα μόνα αεροσκάφη που στάθμευσαν εκεί ήταν τέσσερα ελικοφόρα εκπαιδευτικά με επιθετικές δυνατότητες T-34C Μέντορ.
‘Ηταν φανερό ότι ο χρόνος πίεζε και επομένως οι Αργεντινοί δεν είχαν τη δυνατότητα εκείνη τη στιγμή να κατασκευάσουν κάποια σημαντική αεροπορική βάση ικανή να υποστηρίζει πτήσεις μαχητικών αεροσκαφών. Αν είχαν καταφέρει κάτι τέτοιο, τότε το σκηνικό πιθανότατα να άλλαζε στις επόμενες ημέρες αφού τα Αργεντινά τζετ δεν θ’ αντιμετώπιζαν πρόβλημα αυτονομίας πάνω από την εμπόλεμη ζώνη. H συνολική αεροπορική δύναμη των Αργεντινών που στάθμευε στα νησιά στα τέλη Απριλίου λίγο πριν την έναρξη των εχθροπραξιών ανήρχετο σε 16 ελαφρά μαχητικά αεροσκάφη (Πουκάρα και MB-339A), 4 T-34C Μέντορ εγγύς υποστήριξης, 24 ελικόπτερα και δύο μεταφορικά Σκάιβαν. Μέσα στο Μάιο οι δυνάμεις αυτές ενισχύθηκαν με 12 ακόμα Πουκάρα και δύο MB-339A. ‘Ομως το βάρος της υπεράσπισης των νησιών από τη Βρετανική αντεπίθεση θα το σήκωναν όπως ήταν φυσικό τα μαχητικά αεροσκάφη που στάθμευαν στις βάσεις της Νότιας Αργεντινής. Οι κύριες αεροπορικές βάσεις στην ηπειρωτική Αργεντινή που θα χρησιμοποιούνταν στις επιχειρήσεις ήταν του Ρίο Γκράντε που απείχε 704 χλμ. από το Πορτ Στάνλεϊ, του Ρίο Γκαλιέγκος (778 χλμ. από το Πορτ Στάνλεϊ) , Σαν Χουλιάν (780 χλμ.), Κομοντόρο Ριβαντάβια (959 χλμ.). Υπήρχαν 82 «ετοιμοπόλεμα» αεροσκάφη καθώς ανακλήθηκαν αεροπλάνα από την εφεδρεία που δεν ήταν όμως σε ικανοποιητική πτητική κατάσταση, ενώ λόγω της έλλειψης ανταλλακτικών ορισμένα σκάφη Αμερικανικής προέλευσης χρησιμοποιούσαν ανταλλακτικά που έπρεπε να είχαν από καιρό αντικατασταθεί. Συγκεκριμένα συγκεντρώθηκαν 6 Κανμπέρα B.62 που θα επιχειρούσαν από τη βάση Κομοντόρο Ριβαντάβια, 14 A-4C (Σαν Χουλιάν και Ρίο Γκράντε), 18 A-4B (Ρίο Γκαλιέγκος), 24 Ντάγκερ (Ρίο Γκαλιέγκος και Ρίο Γκράντε), 8 Μιράζ IIIEA (Ρίο Γκαλιέγκος) και 12 Πουκάρα (Κομοντόρο Ριβαντάβια). Τα A-4B συχνά αναφέρονταν στο Διεθνή Τύπο και σαν A-4P λόγω κάποιων μικρών βελτιώσεων που είχαν σε σχέση με την αρχική έκδοση των A-4B. Αυτό αποτελεί διάψευση όσων είχαν γραφεί κατ’ επανάληψη στο Διεθνή και στον Ελληνικό Τύπο ότι η Αργεντινή συγκέντρωνε μεγάλο αριθμό αεροσκαφών υψηλών επιδόσεων. Από Βρετανικής πλευράς το κύριο πρόβλημα ήταν η εξασφάλιση όσο το δυνατόν περισσότερων Χάριερ για την απόκτηση αεροπορικής υπεροχής. Το «Ερμής» απέπλευσε με 12 Ση Χάριερ (Μοίρα 800), ενώ το «Ινβίσιμπλ» με 6 στα οποία προστέθηκαν άλλα δύο εν πλώ (Μοίρα 801).

Ενώ ο στόλος έπλεε προς Νότο, στη Μεγάλη Βρετανία επιταχύνθηκαν κάποιες επείγουσες διαδικασίες προκειμένου να ενσωματωθούν στα Ση Χάριερ πριν ξεκινήσουν οι εχθροπραξίες.
‘Ετσι πιστοποιήθηκαν οι δεξαμενές καυσίμου των 1500 λίτρων, η τοποθέτηση εκτοξευτών αεροφύλλων/παραπλανητικών φωτοβολίδων, αλλαγές στο λογισμικό του συστήματος άφεσης όπλων για την ευρύτερη χρησιμοποίηση των AIM-9L και διαφόρων τύπων βομβών. Μία από τις αλλαγές που έγιναν εν πλώ στα Ση Χάριερ ήταν και η τροποποίηση του καμουφλάζ τους για να ταιριάζει στις συνθήκες που θα επιχειρούσαν στο Νότιο Ατλαντικό. Πάνω στα πλοία της Αρμάδας καθώς αυτά κινούνταν προς τα νησιά, συνεχιζόταν εντατικά η εκπαίδευση των μονάδων, ενώ όλοι περίμεναν ότι η διένεξη θα λάμβανε τέλος με διπλωματικά μέσα.

H Βρετανική Ναυτική Δύναμη ύστερα από στάθμευση και ανασυγκρότησή στο νησί Ανσενσιόν, αναχωρεί στις 18 Απριλίου για τον τελικό προορισμό της. Οι Αργεντινοί είχαν αναθέσει στα Μπόινγκ 707 της Αεροπορίας τους αναγνωριστικό ρόλο με σκοπό να εντοπιστεί ο Βρετανικός στόλος που έπλεε προς τα νότια. Τα 3 B-707 εκτελούσαν μεταφορικό έργο και η χρήση τους σαν αναγνωριστικά μακράς ακτίνας δράσης ήταν αναγκαστική αφού δεν υπήρχε κάποιο εξειδικευμένο αεροσκάφος για αυτήν την αποστολή. Πράγματι στις 21 Απριλίου ένα Μπόινγκ 707-320B που είχε απογειωθεί από τη βάση του Ελ Παλομάρ στο Μπουένος ‘ιρες εφοδιασμένο με φορητές φωτογραφικές μηχανές και χρησιμοποιώντας το ραντάρ καιρού που διέθετε σαν μέσο για τον εντοπισμό στόχων επιφανείας, εντόπισε τη Βρετανική ναυτική δύναμη που βρισκόταν περίπου 2.600 χλμ. ανοιχτά των ακτών του Ρίο Ιανέιρο. ‘Ομως το Αργεντινό αεροσκάφος είχε εντοπιστεί από νωρίς και ένα Χάριερ κινήθηκε για την αναχαίτισή του έχοντας όμως λάβει σαφείς εντολές να μην χρησιμοποιήσει βία σε αυτό το στάδιο.
Το B-707 υποχρεώθηκε να μην πλησιάσει άλλο τη ναυτική δύναμη και ανεβαίνοντας στα 35.000 πόδια απομακρύνθηκε προς την Αργεντινή μεταφέροντας μαζί του τα πολύτιμα στοιχεία που είχε συλλέξει. Αυτή ήταν η πρώτη αναίμακτη συνάντηση Αργεντινών-Βρετανών στον αέρα στη διάρκεια της σύγκρουσης. Σημειώνεται ότι ακολούθησαν τις προσεχείς ημέρες και άλλες αναχαιτίσεις B-707 από Ση Χάριερ, καθώς ο στόλος έπλεε όλο και πιο νότια. Οι συλλεγόμενες πληροφορίες από τα B-707 ήταν πολύτιμες και παρέμενε πάντα ο φόβος αξιοποίησής τους από τα Αργεντινά υποβρύχια, αλλά οι Βρετανοί δεν κατέρριπταν κάποιο από αυτά πάνω από τα διεθνή ύδατα του Ατλαντικού γιατί πίστευαν ότι κάτι τέτοιο θα έστρεφε τη διεθνή κοινή γνώμη εναντίον τους. Οι Αργεντινοί συνέχισαν την τακτική της παρακολούθησης με τα B-707 μέχρι τα τέλη Απριλίου όταν ειδοποιήθηκαν μέσω Ελβετών διπλωματών ότι κάθε άλλη παρακολούθηση Βρετανικών πλοίων θα συνεπαγόταν και κατάρριψή τους. Με την άφιξη της ναυτικής δύναμης στην περιοχή, οι Βρετανοί ανακοινώνουν ολικό αποκλεισμό από αέρα και θάλασσα ζώνης ακτίνας 200 ναυτικών μιλίων γύρω από τα νησιά που ισχύει από 30 Απριλίου. O κλοιός για τους Αργεντινούς σφίγγει επικίνδυνα.

‘Υστερα από συντονισμένες επιχειρήσεις στο διάστημα 20-26 Απριλίου ανακαταλαμβάνεται η ουσιαστικά ανοχύρωτη από τους Αργεντινούς Νότια Γεωργία με την εξουδετέρωση των λιγοστών πεζοναυτών που είχαν αποβιβαστεί στο νησί στις 3 Απριλίου. Τμήμα της ναυτικής δύναμης αποτελούμενο από το αντιτορπιλικό «‘Αντριμ», τις φρεγάτες «Μπρίλιαντ», «Πλύμουθ», το μεγάλο περιπολικό «Εντιούρανς» και τα βοηθητικά «Φορτ ‘Ωστιν» και «Τάιντσπρινγκ», υποστηρίζει την επιχείρηση. Κατά τη διάρκεια της επιχείρησης το Αργεντινό υποβρύχιο «Σάντα Φε» (τύπου «Γκάπι II» Αμερικανικής κατασκευής), που βρισκόταν μέσα στο λιμάνι Γκριτβίκεν της Νότιας Γεωργίας, δέχθηκε επίθεση από τα ελικόπτερα των Βρετανικών σκαφών επιφανείας με βόμβες βυθού, τορπίλες, πύραυλους αέρος-επιφάνειας AS.12 και ριπές πολυβόλων 7,62 mm. Το «Σάντα Φε» εκμεταλλευόμενο το σκοτάδι (ήταν ξημερώματα της 25ης Απριλίου) κινήθηκε γρήγορα για ν’ απομακρυνθεί από το λιμάνι αλλά τα πυρά των ελικοπτέρων το έπληξαν σοβαρά και δεν του επέτρεψαν να καταδυθεί. Παρέμεινε ημιβυθισμένο και εγκαταλελειμμένο στο Γκριτβίκεν και μετά τον πόλεμο ρυμουλκήθηκε σε ασφαλές μέρος όπου και βυθίστηκε το 1985. Αυτή ήταν η μοναδική επιτυχημένη ενέργεια εναντίον υποβρυχίου σε όλη τη διάρκεια του πολέμου.
Στην επιχείρηση ανακατάληψης της Νότιας Γεωργίας οι Βρετανικές δυνάμεις έχασαν δύο ελικόπτερα Γουέσεξ σε ατύχημα λόγω της κακοκαιρίας. H ανακατάληψη της Νότιας Γεωργίας ήταν μεγάλης σημασίας γιατί οι Βρετανοί απελευθερώνουν για πρώτη φορά στη διάρκεια της  σύγκρουσης δικό τους έδαφος, ελάχιστες μέρες μετά την κατάληψη, ενισχύεται το ηθικό τους, ενώ επιδεικνύεται στους Αργεντινούς η θελησή τους να πολεμήσουν σκληρά για τα Φόκλαντς και το κυριότερο αποκτούν ένα αγκυροβόλιο για το στόλο τους 1.300 χλμ. μακριά από τον κύριο στόχο τους.

H BPETANIKH ΑΝΤΕΠΙΘΕΣΗ

Στα νησιά Φόκλαντς οι πρώτες εχθροπραξίες αρχίζουν το πρωί της  1ης ΜαΪου όταν ένα βομβαρδιστικό Βάλκαν που απογειώθηκε από το νησί Ανσενσιόν βομβάρδισε με 21 βόμβες των 1000  λιβρών τον αεροδιάδρομο του Πορτ Στάνλεϊ. Το Βάλκαν για ν’ αποφύγει τα ραντάρ πέταξε για αρκετό χρόνο στο επίπεδο της θάλασσας και μόνο όταν πλησίαζε το στόχο ανέβηκε στα 10.000 πόδια,  συντονίζοντας το σύστημα άφεσης βομβών. H συσκευή για την προειδοποίηση σημάτων από εχθρικά ραντάρ συνέλαβε τη λειτουργία ενός συστήματος ελέγχου πυρός Σκάιγκαρντ λίγο πριν την άφεση. Το ατρακτίδιο ηλεκτρονικών αντιμέτρων ALQ-101 που μετέφερε το Βάλκαν κάτω από την δεξιά πτέρυγα χρησιμοποιήθηκε με επιτυχία προτού ενεργοποιηθούν τα Αργεντινά πυροβόλα. Οι περισσότερες από τις βόμβες χτύπησαν τις εγκαταστάσεις του αεροδρομίου και μόνο μία από αυτές προξένησε ζημιά στο διάδρομο. H επίθεση αυτή απέδειξε στους Αργεντινούς ότι ακόμα και η ΡΑΦ μπορούσε να πλήξει τα νησιά και φυσικά το ίδιο θα μπορούσε να συμβεί και μέσα στο έδαφος της ηπειρωτικής Αργεντινής. Την ίδια ημέρα από το «Ερμής» που βρισκόταν πλέον 170 χλμ. περίπου βορειο-ανατολικά του Πορτ Στάνλεϊ, απογειώθηκαν όλα τα Ση Χάριερ (12) και βομβάρδισαν τα βασικά αεροδρόμια του Πορτ Στάνλεϊ (9 Χάριερ) και του Γκουζ Γκρην (3 Χάριερ) καταστρέφοντας 3 Πουκάρα στο έδαφος. Τα 8 Ση Χάριερ του «Ινβίνσιμπλ» εκείνη την ημέρα περιπολούσαν πάνω από τα νησιά σε ρόλο υποστήριξης των αεροσκαφών του «Ερμής».
Στα τέλη ΜαΪου-αρχές Ιουνίου οι Βρετανοί προσπάθησαν ανεπιτυχώς με επιδρομές Βάλκαν να καταστρέψουν το ζωτικής σημασίας για όλους ραντάρ AN/TPS-43F των Αργεντινών στο Πορτ Στάνλεϊ, αλλά οι επιθέσεις τους με πυραύλους εναντίον ραντάρ τύπου Σράικ είτε αστόχησαν, είτε έπληξαν ραντάρ ελέγχου πυρός αντιαεροπορικών πυροβόλων. Σε όλες τις περιπτώσεις, οι Αργεντινοί έθεσαν εκτός λειτουργίας το ραντάρ ώστε να μην κατευθυνθούν οι πύραυλοι εναντίον του.

H NAYTIKH ΔΡΑΣΗ

‘Υστερα από την προσέγγιση της Βρετανικής ναυτικής δύναμης στην περιοχή στα τέλη Απριλίου, το Αργεντινό Ναυτικό με κύριες αιχμές το αεροπλανοφόρο «25 ΜαΪου» και το παλιό καταδρομικό «Στρατηγός Μπελγκράνο» περιπολούσαν έξω από τη ζώνη αποκλεισμού των 200 μιλίων. Το Αργεντινό αεροπλανοφόρο ήταν κλάσης «Κολόσσους» Βρετανικής κατασκευής, είχε αγοραστεί από την Ολλανδία το 1948 για να καταλήξει τελικά την περίοδο 1968-69 στην Αργεντινή. Είχε υποστεί εκτεταμένη ανακατασκευή στη διάρκεια της ζωής του και το 1981-82 συνεχίζονταν οι μετατροπές με την ενίσχυση του καταστρώματος απονήωσης ώστε να μπορεί το αεροπλανοφόρο να δεχθεί τα πρόσφατα αγορασθέντα Σούπερ Ετεντάρ. Την περίοδο της κρίσης, το «25η ΜαΪου» μετέφερε 8 A-4Q Σκάιχωκ, 6 S-2E Τράκερ και 4 SH-3D Ση Κινγκ, ενώ συνοδευόταν από τα δύο σύγχρονα βρετανικής κατασκευής αντιτορπιλικά τύπου «42» (όμοια με το «Σέφιλντ») που διέθετε το Ναυτικό της Αργεντινής και τα οποία είχαν την ικανότητα εκτόξευσης αντιαεροπορικών πυραύλων Ση Νταρτ. Τα 8 A-4Q Σκάιχωκ του Αργεντινού αεροπλανοφόρου οπλισμένα με βόμβες 500 λιβρών (227 κιλών), ήταν υπολογίσιμη απειλή για τους Βρετανούς και στις 2 ΜαΪου ήταν έτοιμα να εξαπολύσουν επίθεση εναντίον των Βρετανικών πλοίων που βρίσκονταν περίπου 300 μίλια (556 χλμ.) νότια. Τα Βρετανικά πλοία είχαν εντοπιστεί από τα S-2E Τράκερ του «25η ΜαΪου», που εκτελούσαν αναγνωριστικό ρόλο. ‘Ομως οι Βρετανοί αντέδρασαν με την ταχεία απομάκρυνση των σκαφών τους έξω από την ακτίνα δράσης των A-4Q και με την απονήωση αρκετών Ση Χάριερ προκειμένου ν’ αποτραπούν τα Αργεντινά σχέδια. Πράγματι η επίθεση δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ και έτσι το «25η ΜαΪου» μετά τη βύθιση του «Μπελγκράνο» (που θα δούμε παρακάτω) επέστρεψε στα χωρικά ύδατα της χώρας του την 5η ΜαΪου. ‘Ετσι αποτράπηκε πολεμική αναμέτρηση ανάμεσα σε αεροπλανοφόρα που δεν είχε συμβεί από την εποχή του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου.
H 2α ΜαΪου ήταν η τραγικότερη ημέρα για το Αργεντινό Ναυτικό. Το παλιό καταδρομικό «Στρατηγός Μπελγκράνο» Αμερικανικής κατασκευής που εχρονολογείτο από την εποχή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, συνοδευόμενο από δύο παλιά αντιτορπιλικά κλάσης «‘Αλεν Σάμνερ» FRAM II (αντίστοιχα του Ελληνικού αντιτορπιλικού «Μιαούλης»), περιπολούσε λίγο νοτιότερα από τη ζώνη αποκλεισμού παρακολουθούμενο τις τελευταίες ημέρες από το πυρηνοκίνητο υποβρύχιο «Κόνκερορ» του Βασιλικού Ναυτικού. Το καταδρομικό κινήθηκε προς τα νησιά με σκοπό να μπει στην εμπόλεμη ζώνη ώστε να βρεθεί σε απόσταση βολής από τα βρετανικά πλοία για να εκτοξεύσει τους Εξοσέτ του. Φάνηκε ότι ήταν μία συντονισμένη επιχείρηση των Αργεντινών καθώς την ίδια ημέρα το «25 ΜαΪου» ήταν έτοιμο για επίθεση με τα αεροσκάφη του. ‘Ομως η κίνηση του καταδρομικού προς τα βόρεια σήμαινε προβλήματα για το «Κόνκερορ», καθώς το πρώτο θα διέσχιζε περιοχή με σχετικά ρηχά νερά. Αυτό σήμαινε ότι το βρετανικό υποβρύχιο θα έχανε το κύριο πλεονέκτημα που διέθετε σε περίπτωση αναμέτρησης με τον εχθρό. Αυτό δηλαδή της κατάδυσης σε μεγάλα βάθη μετά το χτύπημα. Με αυτά κατά νου δίνεται η διαταγή στο «Κόνκερορ» να βυθίσει το «Μπελγκράνο» όπως και γίνεται. Το υποβρύχιο από απόσταση 1300 περίπου μέτρων εξαπολύει 3 τορπίλες Mk 8 των 21 ιντσών. Οι δύο απ’ αυτές χτυπούν το καταδρομικό και η τρίτη χτυπά ένα από τα αντιτορπιλικά που το συνόδευαν χωρίς να εκραγεί. Το δεύτερο αντιτορπιλικό απαντά με μπαράζ από βόμβες βυθού αλλά το «Κόνκερορ» ξεφεύγει καταδυόμενο βαθιά. Στο καταδρομικό δίνεται η διαταγή εγκατάλειψής του και ύστερα από λίγη ώρα βυθίζεται παίρνοντας μαζί του 321 μέλη του πληρώματος και το ελικόπτερο Αλουέτ III που μετέφερε. Μετά απ’ αυτά τα γεγονότα ο Αργεντινός στόλος με κλονισμένο ηθικό επιστρέφει σε ασφαλή νερά όπου και παραμένει μέχρι το τέλος του πολέμου. Τα Σκάιχωκ του «25η ΜαΪου» μεταφέρονται στην αεροπορική βάση του Ρίο Γκράντε και επιχειρούν στη συνέχεια από εκεί.

O ΑΓΩΝΑΣ ΓΙΑ THN ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΗ ΥΠΕΡΟΧΗ

Με τη Βρετανική Αρμάδα να βρίσκεται έξω από τα νησιά Φόκλαντς, όλοι περίμεναν από στιγμή σε στιγμή τις επιθέσεις των Χάριερ. H Αργεντινή Αεροπορία έπρεπε ν’ αντιμετωπίσει την πρόκληση στον αέρα αν βέβαια ήθελαν οι Αργεντινοί να παραμείνουν στα νησιά. Οι τελευταίοι γνώριζαν ότι διέθεταν αριθμητική υπεροχή έναντι του αντιπάλου, αεροσκάφη υψηλότερων επιδόσεων, δυνατότητα εκτόξευσης πυραύλων μέσης/μακράς ακτίνας δράσης, ικανότητα ανεφοδιασμού στον αέρα (KC-130H) και ένα ιδιαίτερα αξιόπιστο ραντάρ εναέριου ελέγχου στο Πορτ Στάνλεϊ (AN/TPS-43F). ‘Ομως ο συνδυασμός Χάριερ και Σαϊντγουάιντερ AIM-9L αποδείχτηκε απρόσμενα αποτελεσματικός. Τα 20 Ση Χάριερ που μετέφεραν αρχικά τα δύο αεροπλανοφόρα αυξήθηκαν σε 28 με τη δημιουργία μίας ακόμη Μοίρας (Νο 809). Τα 8 επιπρόσθετα Ση Χάριερ έφθασαν στο νησί Ανσενσιόν το διάστημα 30 Απριλίου-2 ΜαΪου. Στη συνέχεια επιβιβάστηκαν στο πλοίο-κοντέινερ «Ατλάντικ Κονβέιορ» για να κατευθυνθούν στην εμπόλεμη ζώνη όπου μοιράστηκαν στα δύο αεροπλανοφόρα στις 18 ΜαΪου. Τη δύναμη κρούσης των Βρετανών ενίσχυσαν και 10 Χάριερ GR.3 με πιλότους της ΡΑΦ που θα αναλάμβαναν μόνο αποστολές εναντίον επίγειων στόχων. Τα Χάριερ GR.3 επιχειρούσαν μόνο από το αεροπλανοφόρο «Ερμής» και είχαν φθάσει στην εμπόλεμη ζώνη με το «Ατλάντικ Κονβέιορ» (6 από αυτά) και τα υπόλοιπα 4 κατευθείαν από το νησί Ανσενσιόν. Την επιδρομή των Ση Χάριερ εναντίον των αεροδρομίων των νησιών την 1η Μαϊου, διαδέχεται η επίθεση της Αργεντινής Αεροπορίας εναντίον Βρετανικών στόχων επιφανείας την ίδια ημέρα. Το απόγευμα της 1ης ΜαΪου διεξήχθησαν και οι πρώτες αερομαχίες που κατέληξαν στην κατάρριψη 1 Ντάγκερ, 2 Μιράζ IIIEA και 1 Κανμπέρα, ενώ οι Βρετανοί δεν έχασαν ούτε ένα Ση Χάριερ. Στις επόμενες ημέρες η τακτική χρησιμοποίησης των Αργεντινών αεροσκαφών ήταν στερεότυπη με τα A-4 και τα Κανμπέρα να στοχεύουν στα Βρετανικά πλοία και τα Ντάγκερ και τα Μιράζ να πετούν σε ρόλους αεροπορικής υπεροχής.
Τα Μιράζ IIIEA αντιμετώπιζαν προβλήματα με την αυτονομία τους  αφού παρά τις εξωτερικές δεξαμενές καυσίμου (μετέφεραν δύο απορριπτόμενες των 1700 λίτρων η κάθεμία), δεν μπορούσαν να μείνουν πάνω από το ανατολικό Φόκλαντ περισσότερο από 10-15 λεπτά όταν επιχειρούσαν από το Ρίο Γκαλιέγκος. Το τυπικό οπλικό φορτίο τους ήταν δύο βλήματα αέρος-αέρος Ματρά Ματζίκ ή ένα βλήμα αέρος-αέρος Ματρά R-530 πάντα μαζί με τις δύο εξωτερικές δεξαμενές καυσίμου.
Τα Ντάγκερς (Ισραηλινής κατασκευής εξέλιξη του Μιράζ 5), επωφελούνταν από τα 500 λίτρα περισσότερου καυσίμου που μετέφεραν σε σχέση με τα Μιράζ και έτσι τα πράγματα ήταν λίγο καλύτερα για αυτά. Χρησιμοποιήθηκαν και σε αποστολές βομβαρδισμού πετώντας με εξωτερικές δεξαμενές καυσίμων και με δύο βόμβες 500 λιβρών ή μία 1000 λιβρών. Πετούσαν μόνο με το φως της ημέρας και σε αποστολές με σχετικά καλές καιρικές συνθήκες. Τα Κανμπέρα είχαν αυξημένη ακτίνα δράσης αλλά περιορίζονταν από τις κακές επιδόσεις και τη δυσκινησία τους και έτσι χρησιμοποιήθηκαν μόνο σε νυχτερινές αποστολές μετά την 1η ΜαΪου. Τα Σκάιχωκ μετέφεραν μικρό οπλικό φορτίο (συνήθως 2 βόμβες των 500 λιβρών ή 1 των 1000 λιβρών), επιχειρούσαν μόνο την ημέρα αλλά διέθεταν το πλεονέκτημα του ανεφοδιασμού τους στον αέρα από τα KC-130H.

Φυσικά είναι περιττό να ειπωθεί για μία ακόμη φορά η εκπληκτική απόδοση των Χάριερ που έχει περιγραφεί κατ’ επανάληψη στο παρελθόν μέσα από τις σελίδες της «Πτήσης».
Μέχρι την ημερομηνία παράδοσης των Αργεντινών δυνάμεων κανένα Χάριερ δεν καταρρίφθηκε σε αερομαχία από τα εχθρικά αεροσκάφη, ενώ καταρρίφθηκαν από αυτά συνολικά 22 Αργεντινά αεροσκάφη και 3 ελικόπτερα. Από τα 28 Ση Χάριερ που στάλθηκαν στο Νότιο Ατλαντικό καταρρίφθηκαν: ‘Ενα από βλήματα πυροβόλων ‘Ερλικον 35 mm που πιθανότατα χτύπησαν τις πτερυγικές δεξαμενές καυσίμων, δύο συγκρούστηκαν μεταξύ τους ενώ επιχειρούσαν σε χαμηλό ύψος μέσα σε πυκνή ομίχλη, ένα έπεσε στη θάλασσα κατά τη διάρκεια νυχτερινής απονήωσης, ένα γλίστρησε από το κατάστρωμα του «Ινβίνσιμπλ» και έπεσε στη θάλασσα και άλλο ένα καταρίφθηκε από πύραυλο Ρολάντ. Από τα 10 Χάριερ GR.3 χάθηκαν τα 4: ‘Ενα χτυπήθηκε από βολές ελαφρών όπλων που του δημιούργησαν διαρροή καυσίμου με αποτέλεσμα να το εγκαταλείψει ο χειριστής του, ένα άλλο καταρρίφθηκε από αντιαεροπορικό πύραυλο Μπλόουπάιπ, ένα καταρρίφθηκε από βλήματα πυροβόλων ‘Ερλικον 35 mm και το τελευταίο κατά τη διάρκεια προσγείωσης του στον πρόχειρο αεροδιάδρομο του Σαν Κάρλος που είχαν εγκαταστήσει οι Βρετανικές δυνάμεις, ξέφυγε από την πορεία του και του προξενήθηκαν σοβαρότατες ζημιές με αποτέλεσμα να μην ξαναπετάξει. ‘Υστερα από τα διδάγματα των πρώτων ημερών της σύγκρουσης στον αέρα, με το επίγειο αντιαεροπορικό πυρ να είναι ο σπουδαιότερος αντίπαλος για τα Βρετανικά αεροσκάφη και με το σκεπτικό να προφυλαχθούν όσο το δυνατό περισσότερα Ση Χάριερ από τον εχθρό, αποφασίστηκε να μην εκτελούνται πτήσεις πάνω από καλά οχυρωμένες Αργεντινές θέσεις που διέθεταν πυραύλους και πυροβόλα. Στο μέλλον τα Ση Χάριερ πραγματοποιούσαν επιθέσεις σε αποστάσεις μεγαλύτερες από 5500-6000 μέτρα από τέτοιους στόχους, αφήνοντας τα GR.3 να επιτεθούν από χαμηλά ύψη.
Ωστόσο οι Βρετανικές απώλειες σε Χάριερ ήταν σχεδόν μηδαμινές αν αναλογισθεί κανείς τις εξόδους των αεροσκαφών και τον αριθμό των ωρών που πετούσαν πάνω από εχθρικές περιοχές. Επιπρόσθετα εντυπωσίασε η επιχειρησιακή ετοιμότητά τους που έφθασε μέχρι και 95%, παρακάμπτοντας τις ακραίες καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν. Υγρασία, διάβρωση από το αλμυρό
νερό που κάλυπτε τα πάντα στις θύελλες του Νότιου Ατλαντικού, χαμηλές θερμοκρασίες, ομίχλη.

ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΘΕΣΕΙΣ ENANTION ΠΛΟΙΩΝ

‘Υστερα από τη βύθιση του «Μπελγκράνο» στις αρχές ΜαΪου και την παράλληλη υποχώρηση του αεροπλανοφόρου «25η ΜαΪου» στα χωρικά ύδατα της χώρας του, η ναυτική παρουσία της  Αργεντινής στην εμπόλεμη ζώνη ήταν ανύπαρκτη. Από νωρίς φάνηκε ότι ο κίνδυνος από τα Αργεντινά υποβρύχια ήταν μηδαμινός. Μόνο το υποβρύχιο «Σαν Λουίς» (Τύπου 209 Γερμανικής κατασκευής, αντίστοιχο με τα Ελληνικά υποβρύχια κλάσης «Ποσειδών»), στο πρώτο δεκαήμερο του ΜαΪου επιτέθηκε κατ’ επανάληψη εναντίον Βρετανικών πλοίων χωρίς όμως οι τορπίλες του να βρουν στόχο. Αυτό πιθανότατα να οφειλόταν σε βλάβη στο σύστημα ελέγχου πυρός των τορπιλών. Πάντοτε, τις επιθέσεις του «Σαν Λουίς» ακολουθούσε καταδίωξη από τα ελικόπτερα των πλησιέστερων αντιτορπιλικών και φρεγατών χωρίς όμως να καταφέρουν να το βυθίσουν ή έστω να του κάνουν ζημιά. Ύστερα από το τέλος του πολέμου το «Σαν Λουίς» επέστρεψε στο Μαρ ντελ Πλάτα.
‘Ετσι η μοναδική ελπίδα των Αργεντινών να πλήξουν Βρετανικούς ναυτικούς στόχους είχε εναποτεθεί πλέον στα αεροσκάφη της Αεροπορίας και του Ναυτικού. Οι Αργεντινοί στηρίζονταν στις επιθέσεις των A-4 και των Κανμπέρα με βόμβες ελεύθερης πτώσης και στις δυνατότητες του δίδυμου Σούπερ Ετεντάρ-Εξοσέτ. Τα Σούπερ Ετεντάρ είχαν αγοραστεί το 1979 με σκοπό να χρησιμοποιηθούν από το αεροπλανοφόρο «25η ΜαΪου», οι απαιτούμενες όμως τροποποιήσεις στο σκάφος δεν είχαν ολοκληρωθεί εγκαίρως. ‘Ετσι όσα αεροσκάφη είχαν παραληφθεί, αναγκαστικά είχαν σαν βάση τους το Ρίο Γκράντε στη διάρκεια του πολέμου. Μόνο 5 αεροσκάφη είχαν παραληφθεί (από ένα σύνολο 14) και πέντε πύραυλοι AM-39 Εξοσέτ (από ένα σύνολο 28). Οι υπόλοιπες παραδόσεις αεροσκαφών και πυραύλων προβλέπονταν για το τέλος Απριλίου αλλά αναβλήθηκαν λόγω των εξελίξεων. Αν και πιλότοι και αεροσκάφη δεν ήταν απόλυτα έτοιμοι τον Απρίλιο του 1982, καταβλήθηκαν φιλότιμες προσπάθειες και μέρος αυτών ήταν οι εικονικές επιθέσεις των Σούπερ Ετεντάρ εναντίον των δύο αντιτορπιλικών τύπου 42 (αντίστοιχα με το «Σέφιλντ»), του Αργεντινού Ναυτικού που εξομοίωναν τα Βρετανικά πλοία. Υπήρχαν όμως ακόμη σαφείς αδυναμίες συνεργασίας του συστήματος ναυτιλίας/επίθεσης των αεροσκαφών με τους πυραύλους Στις 4 ΜαΪου επιτεύχθηκε το πρώτο ευρύτατα γνωστό επεισόδιο με τη βύθιση του αντιτορπιλικού «Σέφιλντ». Δύο Σούπερ Ετεντάρ κατευθυνόμενα από τις πληροφορίες που έδινε ένα Λόκχηντ SP-2H Νέπτσιουν απογειώθηκαν από το Ρίο Γκράντε και αφού ανεφοδιάστηκαν στον αέρα από ένα KC-130H, επιτέθηκαν με τους πυραύλους Εξοσέτ που ήταν εφοδιασμένα. Οι δύο πύραυλοι εκτοξεύτηκαν από απόσταση 20 μιλίων (37 χλμ.) και 30 μιλίων (56 χλμ.) αντίστοιχα. O πρώτος πύραυλος χτύπησε το «Σέφιλντ» που βρισκόταν 70 μίλια (130 χλμ.) νοτιοανατολικά του Πορτ Στάνλεϊ, προξενώντας του ισχυρή έκρηξη, ενώ ο δεύτερος αστόχησε, κινούμενος προς μία άλλη ομάδα πλοίων όπου υπήρχε η φρεγάτα «Γιάρμουθ». Τα Αργεντινά αεροσκάφη αναπτύσσοντας μεγάλη ταχύτητα επέστρεψαν στη βάση τους πριν μπουν σε περιπέτειες με τα Ση Χάριερ που είχαν απονηωθεί από το «Ινβίνσιμπλ» για να τ’ αναχαιτίσουν. Το «Σέφιλντ»  εγκαταλείφθηκε από το πλήρωμά του, ακολούθησε προσπάθεια ρυμούλκησης από το «Γιάρμουθ» μέχρι τη Νότια Γεωργία για να διασωθεί, αλλά εξαιτίας θαλασσοταραχής βυθίστηκε στις 10 ΜαΪου. Από την επίθεση χάθηκαν 21 μέλη του πληρώματος του αντιτορπιλικού.
Στις 25 ΜαΪου (ημέρα της εθνικής εορτής της Αργεντινής), εκτοξεύτηκαν δύο ακόμη Εξοσέτ από απόσταση 31 μιλίων (57 χλμ.) εναντίον ενός «μεγάλου ναυτικού στόχου». Αυτήν τη φορά οι Βρετανοί αντέδρασαν εκτοξεύοντας αερόφυλλα για να παραπλανήσουν τους Εξοσέτ αλλά ο ένας απ’ αυτούς έπληξε το πλοίο-κοντέινερ «Ατλάντικ Κονβέιορ» που βρισκόταν 90 μίλια (167 χλμ.) βορειονατολικά του Πορτ Στάνλεϊ προξενώντας του πυρκαγιά. Πολύ κοντά στην ίδια περιοχή βρίσκονταν τα δύο αεροπλανοφόρα που διασώθηκαν από το πλήγμα του δεύτερου πύραυλου. Το «Ινβίνσιμπλ» εκτόξευσε 6 πύραυλους επιφάνειας-αέρος «Ση Νταρτ» εναντίον των Σούπερ Ετεντάρ χωρίς όμως επιτυχία. Το «Ατλάντικ Κονβέιορ» εγκαταλείφθηκε από το πλήρωμα του (12 νεκροί), χωρίς όμως να βυθιστεί και ακολούθησε ανάλογη προσπάθεια με αυτήν του «Σέφιλντ» για να διασωθεί. Ρυμουλκήθηκε αλλά εξαιτίας κακοκαιρίας το τραυματισμένο  σκάφος κόπηκε στα δύο και βυθίστηκε παίρνοντας μαζί του ένα ελικόπτερο Λυνξ, τρία Σινούκ και έξι Γουέσεξ. Οι Αργεντινοί πίστευαν ότι με τη βύθιση του «Ατλαντικ Κονβέιορ» είχαν στερήσει τους Βρετανούς από τα 8 Ση Χάριερ και τα 6 Χάριερ GR.3 που μετέφερε ‘Ομως τα Βρετανικά αεροσκάφη είχαν μεταφερθεί μία εβδομάδα πριν (18 ΜαΪου), στα δύο αεροπλανοφόρα και έτσι διασώθηκαν. O τελευταίος Εξοσέτ που είχαν στα χέρια τους οι Αργεντινοί, εκτοξεύθηκε στις 30 ΜαΪου εναντίον του «Ινβίνσιμπλ» χωρίς όμως αποτέλεσμα. Πιστεύεται (δεν έχει επιβεβαιωθεί), ότι ο Εξοσέτ καταρρίφθηκε ή από βλήματα του πρωραίου πυροβόλου 4,5 ιντσών της φρεγάτας «Αβεντζερ» ή από πύραυλο Ση Νταρτ του αντιτορπιλικού «Εξετέρ».
Χωρίς άλλους Εξοσέτ οι Αργεντινοί δεν διακινδύνευαν τη χρησιμοποίηση των Σούπερ Ετεντάρ τους για βομβαρδισμό του Βρετανικού στόλου αφήνοντας τα Σκάιχωκ να εκτελούν τέτοιες αποστολές. Τα A-4 παρουσίασαν αξιόλογη δράση με το βομβαρδισμό των Βρετανικών πλοίων με βόμβες των 500 και των 1000 λιβρών. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι αρκετές από τις βόμβες αυτές παρότι έπληξαν τους στόχους τους δεν εξερράγησαν εξαιτίας δυσλειτουργίας των πυροδοτικών τους μηχανισμών οι οποίοι είχαν ρυθμιστεί με τέτοιον τρόπο ώστε να εκρήγνυνται οι βόμβες με κάποια καθυστέρηση προκειμένου ν’ αποφευχθούν ζημιές στα επιτιθέμενα αεροσκάφη από το κύμα της έκρηξης. ‘Ετσι σημαντικό ποσοστό των βομβών «σφηνώθηκαν» στις υπερκατασκευές των πλοίων χωρίς να εκραγούν, κάποιες άλλες «γλίστρησαν» από τα καταστρώματα και έπεσαν στην θάλασσα(!) και μερικές τρύπησαν τις υπερκατασκευές και έπεσαν και αυτές στην θάλασσα πάντοτε προς μεγάλη τύχη των Βρετανικών πληρωμάτων. Εκτιμάται ότι 60-70% των βομβών που έπληξαν τους στόχους τους δεν εξερράγησαν. Μία από αυτές τις επιθέσεις συνέβη στις 21 ΜαΪου όταν 6 A-4Q (αεροσκάφη που επιχειρούσαν από την ξηρά ύστερα από την επιστροφή του «25η ΜαΪου» στην Αργεντινή), οπλισμένα το καθένα με 4 βόμβες «Σνέικαϊ» 500 λιβρών κάτω από την άτρακτο και δύο εξωτερικές δεξαμενές καυσίμου κάτω από τις πτέρυγες επιτέθηκαν εναντίον Βρετανικών πλοίων στον πορθμό που χωρίζει το ανατολικό και δυτικό Φόκλαντ. Σημειώνεται ότι τα A-4Q που ανήκαν στο Αργεντινό Ναυτικό δεν ανεφοδιάζονταν από τα δύο τάνκερ KC-130H της Αεροπορίας στις αποστολές τους. H φρεγάτα «‘Αρντεντ» (τύπου 21), επλήγη από αρκετές βόμβες με αποτέλεσμα να πάρει φωτιά, να εγκαταλειφθεί από το πληρωμά της και τελικά να βυθιστεί το απόγευμα της 22ας ΜαΪου. Στις 23 ΜαΪου κατά τη διάρκεια επιθέσεων στην περιοχή του Σαν Κάρλος η φρεγάτα «‘Αντιλοπ» (και αυτή τύπου 21), βομβαρδίστηκε με βόμβες 500 λιβρών από A-4B. Από τη φωτιά που επεκτάθηκε, προξενήθηκε μεγάλη έκρηξη και τελικά η φρεγάτα την επόμενη ημέρα βυθίστηκε.

Στις 24 ΜαΪου, A-4C της αεροπορίας έπληξαν με βόμβες 500 λιβρών τα αποβατικά πλοία «Σερ Λάνσελοτ» και «Σερ Κάλαχαντ» χωρίς όμως να εκραγούν. Στις 25 ΜαΪου το αντιτορπιλικό τύπου 42 «Κόβεντρι», ενώ βρισκόταν στα βόρεια του νησιού Πημπλ ενεδρεύοντας για Αργεντινά αεροσκάφη (ήταν εξοπλισμένο με πυραύλους Ση Νταρτ), βομβαρδίστηκε από A-4B. Τρεις βόμβες των 1000 λιβρών δημιούργησαν εκτεταμένο ρήγμα με αποτέλεσμα το αντιτορπιλικό να βυθιστεί λίγο αργότερα. Πάντως είναι χαρακτηριστικό ότι στις εκτεταμένες αεροπορικές επιχειρήσεις των τελευταίων ημερών του ΜαΪου εναντίον των Βρετανικών πλοίων, τα Αργεντινά αεροσκάφη κατάφεραν να πλήξουν μεγάλο ποσοστό των εχθρικών σκαφών επιφανείας (πλην των  αεροπλανοφόρων). ‘Ομως οι βόμβες των 500 και 1000 λιβρών που έπληξαν τα Βρετανικά πλοία ή δεν εξερράγησαν ή δημιούργησαν ζημιές που στη συνέχεια επισκευάστηκαν χωρίς να επηρεάσουν σημαντικά τη μαχητική ικανότητά τους. Από τους Αργεντινούς βομβαρδισμούς Βρετανικών πλοίων, έπαθαν ζημιές οι φρεγάτες «Αλάκριτι», «Αμπασκέιντ», «Αργκονότ», «‘Αρροου», «Μπρίλιαντ», «Μπροουντσγουόρντ», «Πλύμουθ» και τα αντιτορπιλικά «‘Αντριμ» και «Γκλάσκοου».

H BPETANIKH ΑΠΟΒΑΣΗ

Υστερα από τις τελευταίες επιτυχίες στον αέρα και στη θάλασσα οι Βρετανοί προχώρησαν στο ουσιαστικότερο μέρος του σχεδίου της ανακατάληψης των νησιών που δεν ήταν άλλο από την απόβαση στρατευμάτων και τη δημιουργία προγεφυρώματος. H απόβαση ξεκίνησε στις 21 ΜαΪου στο Σαν Κάρλος του ανατολικού Φόκλαντ. Τα Αργεντινά αεροσκάφη πραγματοποίησαν πολλές εξόδους με σκοπό να πλήξουν τα πλοία που συμμετείχαν στην απόβαση κάτι που μερικώς το κατάφεραν, καθώς τα Βρετανικά σκάφη ήταν ιδιαίτερα ευάλωτα στο στενό κόλπο. ‘Ομως γενικά, η προσπάθεια
των Αργεντινών να αποτρέψουν την απόβαση κατέληξε σε αποτυχία  καθώς οι Βρετανικές δυνάμεις δεν συνάντησαν ιδιαίτερη αντίσταση από την ξηρά και στον αέρα οι επιθέσεις των Αργεντινών αεροσκαφών αναχαιτίζονταν από το αντιαεροπορικό πυρ των Βρετανικών πλοίων και από τα Ση Χάριερ. Εκείνη την ημέρα καταρρίφθηκαν 10 συνολικά Αργεντινά αεροσκάφη. Την επομένη οι καιρικές συνθήκες δεν επέτρεψαν τη μαζική έξοδο των αεροσκαφών και έτσι οι Βρετανοί κέρδισαν πολύτιμο χρόνο, να οργανώσουν το προγεφύρωμά τους και να μεριμνήσουν για την αντιαεροπορική άμυνα των αποβιβαζομένων δυνάμεων. ‘Ετσι τις επόμενες ημέρες στην περιοχή του Σαν Κάρλος τα Αργεντινά αεροσκάφη αντιμετώπιζαν όχι μόνο τα Ση Χάριερ, αλλά και τα αντιαεροπορικά πυροβόλα και τους πυραύλους εδάφους-αέρος (Ρέπιερ, Μπλόουπάιπ, Στίνγκερ) που είχαν εγκαταστήσει οι Βρετανικές δυνάμεις. Πύραυλοι Ρέπιερ κατέρριψαν 1 Ντάγκερ, 1 A-4B, 1 A-4C, ενώ ένας Μπλόουπάιπ κατέρριψε 1 MB-339A και 1 Πουκάρα καταστράφηκε από πύραυλο Στίνγκερ. Στο διάστημα 21-25 ΜαΪου τα Αργεντινά αεροσκάφη πραγματοποίησαν πλήθος εξόδων για την απόκρουση της Βρετανικής απόβασης. ‘Ηταν οι τελευταίες μαζικές επιχειρήσεις της Αργεντινής Αεροπορίας καθώς οι απώλειες ήταν πλέον αρκετές και το κυριότερο, όσο περνούσαν οι ημέρες, ο καιρός χειροτέρευε όπως από την αρχή είχε προβλεφθεί.
Στις 8 Ιουνίου βυθίζεται από A-4B ένα μικρό αποβατικό σκάφος που μεταφερόταν από το αποβατικό δεξαμενόπλοιο «Φίαρλες». Την ίδια ημέρα βομβαρδίζονται από A-4B τα αποβατικά σκάφη «Σερ Καλαχάντ» και «Σερ Τρίστραμ», ενώ αποβίβαζαν στρατεύματα στην περιοχή του Φιτζρόι. Στο πρώτο από τη φωτιά που ξέσπασε υπήρξαν αρκετά θύματα και εγκαταλείφθηκε. Το σχεδόν άχρηστο πια σκάφος δεν βυθίστηκε επί τόπου αλλά ρυμουλκήθηκε στα ανοιχτά όπου και βυθίστηκε από τους Βρετανούς στις 26 Ιουνίου. Το «Σερ Τρίστραμ» εγκαταλείφθηκε και αυτό από το πλήρωμα του αλλά κρίθηκε επισκευάσιμο και ρυμουλκήθηκε μέχρι το Πορτ Στάνλεϊ.
Στις 12 Ιουνίου το αντιτορπιλικό «Γκλάμοργκαν» χτυπήθηκε από πύραυλο Εξοσέτ που εκτοξεύθηκε από επάκτια συστοιχία πυραύλων αυτού του τύπου, που είχαν εγκαταστήσει οι Αργεντινοί στα νησιά. O πύραυλος κατέστρεψε το υπόστεγο του ελικοπτέρου και ένα ελικόπτερο Γουέσσεξ που υπήρχε εκείνη την στιγμή πάνω στο πλοίο αλλά η φωτιά που ακολούθησε τέθηκε γρήγορα υπό έλεγχο προτού υπάρξουν δυσάρεστες συνέπειες για το σκάφος και το πληρωμά του. Με την επιτυχία του Βρετανικού προγεφυρώματος στο Σαν Κάρλος και με τις επιθέσεις των Αργεντινών αεροσκαφών να αποκρούονται, φάνηκε ότι ο πόλεμος άρχισε να κλίνει υπέρ των Βρετανών. ‘Ηταν πλέον θέμα χρόνου να δρομολογηθούν οι τελευταίες εξελίξεις με την προέλαση των Βρετανικών δυνάμεων προς τον τελικό στόχο του Πορτ Στάνλεϊ.

TO ΤΕΛΟΣ TOY ΠΟΛΕΜΟΥ

H Αργεντινή Αεροπορία είχε μειώσει δραστικά τις πτήσεις της πάνω από τα νησιά στις αρχές Ιουνίου, λόγω των γνωστών προβλημάτων οργάνωσης αλλά και φυσικά λόγω των άσχημων καιρικών συνθηκών. Στις 8 Ιουνίου το ηθικό των Αργεντινών δυνάμεων ανυψώθηκε με τους επιτυχημένους βομβαρδισμούς πλοίων στο Φιτζρόι, τοποθεσία απόβασης άλλων Βρετανικών δυνάμεων.
Στις 13 Ιουνίου καταρρίπτεται το τελευταίο αεροσκάφος στον πόλεμο από πύραυλο Ση Νταρτ (ήταν ένα Κανμπέρα). Στις 14 Ιουνίου με την παράδοση όλων των Αργεντινών Δυνάμεων στα νησιά Φόκλαντς σηματοδοτείται το τυπικό τέλος της σύγκρουσης. ‘Υστερα από την παράδοση των Αργεντινών Δυνάμεων στα νησιά, είχε έρθει η ώρα για τον απολογισμό αυτού του πολέμου. Τα συμπεράσματα από τον πόλεμο των Φόκλαντς υπήρξαν τεράστιας σημασίας για το μετέπειτα σχεδιασμό αεροναυτικών επιχειρήσεων. Τα Ση Χάριερ αναμφίβολα διαδραμάτισαν ουσιαστικό ρόλο και δίκαια κέρδισαν το μεγαλύτερο μέρος της δημοσιότητας καθώς και την ονομασία «Λα Μουέρτα Νέγκρα» (ο μαύρος θάνατος) που τους δόθηκε από τους Αργεντινούς πιλότους που γνώρισαν καλύτερα τις ικανότητές τους. Χαρακτηριστικό ήταν το γεγονός ότι αρχικά οι απόρρητες Βρετανικές προβλέψεις για τις απώλειες σε Ση Χάριερ ήταν ένα αεροσκάφος ανά ημέρα αλλά φυσικά αυτές διαψεύστηκαν όταν ξεκίνησαν οι πρώτες συγκρούσεις στον αέρα. Στις αερομαχίες τα Ση Χάριερ ήταν αξεπέραστα αλλά χωρίς να υποτιμηθεί η αξία τους, πρέπει να σημειωθεί ότι η επιτυχία τους στον πόλεμο των Φόκλαντς οφειλόταν στον υψηλό επαγγελματισμό των Βρετανών πιλότων αλλά και στην έλλειψη από την πλευρά των Αργεντινών ενός μαχητικού ικανού να τα αντιμετωπίσει.
Αν και οι Αργεντινοί νικήθηκαν καθαρά στον αέρα, υπάρχουν πολλά ελαφρυντικά γι_ αυτό. Τα μαχητικά τους αντιμετώπιζαν σοβαρότατα προβλήματα αυτονομίας πάνω από την εμπόλεμη ζώνη και είναι φανερή πλέον η σημασία του συνδυασμού αεροσκαφών τάνκερ και ικανότητας ανεφοδιασμού στον αέρα εκ μέρους των μαχητικών αεροσκαφών. Τα A-4 που είχαν αυτήν τη δυνατότητα, αποτέλεσαν την αιχμή του δόρατος των Αργεντινών επιθέσεων σε αντίθεση με τα Μιράζ και τα Ντάγκερ που ο ρόλος τους στη σύγκρουση ήταν σαφώς υποβαθμισμένος. Σημαντικότατη ήταν η επαναβεβαίωση της αξίας βλημάτων αέρος-αέρος μικρής ακτίνας δράσης έναντι αυτών μέσης/μεγάλης ακτίνας. Χαρακτηριστική ήταν η μη αξιοποίηση των βλημάτων Ματρά R.530 εκ μέρους των Αργεντινών Μιράζ. ‘Ηταν μία αντίστοιχη περίπτωση με τα αμερικανικά Φάντομ με τους Σπάροου στο Βιετνάμ. Μέσα σε κατάσταση σύγχυσης δεν μπορούσαν να εκτοξευτούν από μακρινές αποστάσεις αφού υπήρχε πάντα το πρόβλημα αναγνώριση φιλικού ή εχθρικού αεροσκάφους μαζί με το πρόβλημα της παραμονής των αεροσκαφών πάνω από τον επικίνδυνο χώρο. Οι πύραυλοι AIM-9L κατέριψαν 9 Ντάγκερ, 2 Μιράζ IIIEA, 3 A-4B, 2 A-4C, 1 A-4Q, 1 Κανμπέρα, 1 C-130E. Τα πυροβόλα των αεροσκαφών πιστοποίησαν για μία ακόμη φορά την αξία τους με αρκετή δράση εναντίον των Βρετανικών πλοίων και φυσικά σε αερομαχίες. Μοναδική εξαίρεση τα πυροβόλα των 20 mm των Αργεντινών Σκάιχωκ που πάθαιναν συχνότατα εμπλοκές σε κρίσιμες στιγμές με αποτέλεσμα από ένα σημείο και μετά οι Αργεντινοί πιλότοι να μην τα χρησιμοποιούν καθόλου. Τα πυροβόλα ‘Αντεν των 30 mm των Ση Χάριερ ευθύνονται για την κατάρριψη 2 A-4Q, 1 Πουκάρα, 1 Πούμα, 1 Σινούκ και 1 A-109. O συνδυασμός Σούπερ Ετεντάρ-ΑΜ.39 Εξοσέτ κέρδισε δίκαια μεγάλο μέρος της δημοσιότητας για την αποτελεσματικότητά του. Οι Βρετανοί δεν θέλουν να σκέφτονται ποιές θα ήταν οι συνέπειες γι_ αυτούς αν οι Αργεντινοί διέθεταν και τα 14 Σούπερ Ετεντάρ τους αντί των 5 ή έστω μόνο τους 28 AM-39 που είχαν αγοράσει αντί των 5. O Εξοσέτ απέδειξε την αξία του ακόμη και στην επίγεια έκδοσή του MM-38 που έπληξε το αντιτορπιλικό «Γκλάμοργκαν» στις 12/6/82. Σε ορισμένες πάντως περιπτώσεις, τα Βρετανικά αερόφυλλα και τα ηλεκτρονικά αντίμετρα κατόρθωσαν ν’ αποτρέψουν πυραύλους Εξοσέτ δείχνοντας έτσι ότι σε περιβάλλον με ισχυρά ECM (ηλεκτρονικά αντίμετρα), αντιπυραυλικά συστήματα (πύραυλοι, πυροβόλα) και αερόφυλλα, πύραυλοι αυτού του είδους είναι αντιμετωπίσιμοι σε μεγάλο ποσοστό. Αναμβισβήτητα η δυνατότητα εκτόξευσης όπλων από ασφαλή απόσταση (Stand Off Weapons) αποτελεί μεγάλο πλεονέκτημα για τον επιτιθέμενο, όπως φάνηκε από το γεγονός ότι ούτε ένα Σούπερ Ετεντάρ δεν χάθηκε στα Φόκλαντς. ‘Ομως οι Αργεντινοί στάθηκαν άτυχοι για μία ακόμη φορά όταν έβλεπαν τις βόμβες που είχαν ρίξει πάνω στα Βρετανικά πλοία να μην εκρήγνυνται. Οι Βρετανοί παραδέχθηκαν με επίσημες δηλώσεις τους τον ηρωισμό και των επαγγελματισμό των Αργεντινών πιλότων που απέδειξαν παράλληλα και την καλή τους εκπαίδευση. Αν δεν υπήρχαν αυτές οι αρνητικές για τους Αργεντινούς συγκυρίες (έλλειψη Εξοσέτ, δυσλειτουργία βομβών) τότε οι απώλειες των Βρετανών σε κύρια πλοία θα ήταν τουλάχιστον υπερδιπλάσιες με αντίστοιχο αριθμό ανθρώπινων θυμάτων και με βαρύτατες επιπτώσεις στο ηθικό του εκστρατευτικού σώματος. Και βέβαια όλα αυτά θα επιδρούσαν πιθανότατα και στην τελική έκβαση της σύγκρουσης.

H έλλειψη συστήματος έγκαιρης προειδοποίησης ήταν ολοφάνερη στη Βρετανική πλευρά. Με το τέλος του πολέμου οι Βρετανοί προσπάθησαν να καλύψουν το κενό με τη μετατροπή ελικοπτέρων Ση Κινγκ σε πλατφόρμες εναέριας έγκαιρης προειδοποίησης (AEW) με την εγκατάσταση του ραντάρ EMI Σερτσγουότερ. Το πρώτο παρόμοιο ελικόπτερο μπήκε στην υπηρεσία του Βασιλικού Ναυτικού στις αρχές Αυγούστου του 1982 σε λιγότερο δηλαδή από δύο μήνες μετά το τέλος του πολέμου. Τα ελικόπτερα διαδραμάτισαν αθόρυβο αλλά ουσιαστικό ρόλο στη σύγκρουση με την πολλαπλή χρησιμοποίησή τους και από τις δύο πλευρές, τόσο πάνω από στεριά όπου η έλλειψη συγκοινωνιακού δικτύου τα έκανε απαραίτητα για το μεταφορικό κυρίως ρόλο,  όσο και πάνω από τη θάλασσα για ανθυποβρυχιακή χρήση, επίθεση εναντίον μικρών σκαφών επιφανείας και διάσωση ναυαγών. Σε επιθέσεις εναντίον μικρών Αργεντινών πλοίων έκανε για  πρώτη φορά την εμφάνισή του ο πύραυλος Ση Σκούα με αρκετή επιτυχία, προξενώντας σημαντικές ζημιές. Επειδή χρονικά δεν είχε εισέλθει σε υπηρεσία με το Βρετανικό Ναυτικό, υπήρχαν σχετικά λίγοι πύραυλοι αυτού του τύπου και λίγα ήταν τα ελικόπτερα που ήταν εξοπλισμένα με αυτούς.
Στο ναυτικό τομέα που σημαδεύτηκε από την απουσία των Αργεντινών πολεμικών πλοίων στις κρίσιμες ώρες της σύγκρουσης, αντλήθηκαν πολλά συμπεράσματα από τη συμμετοχή των Βρετανικών πλοίων στην εκστρατεία των Φόκλαντς. Στην εποχή μας, η αξία μίας δύναμης ταχείας ανάπτυξης είναι σίγουρα ανεκτίμητη και αυτό είναι κάτι που το γνωρίζουν οι ισχυροί του πλανήτη.
Βέβαια στην περίπτωση της Μεγάλης Βρετανίας η δύναμη ταχείας ανάπτυξης που συγκρότησε σε χρόνο ρεκόρ συγκέντρωνε αρκετές αμφιβολίες κατά πόσο ήταν ισχυρή για να αντιμετωπίσει έναν αντίπαλο καθόλου ευκαταφρόνητο όπως ήταν η Αργεντινή. Τα δύο αεροπλανοφόρα δεν ήταν πρώτης γραμμής, καθώς το «Ινβίνσιμπλ» δεν μετέφερε πολλά αεροσκάφη (πριν από τα Φόκλαντς διέθετε μόνο 5 Ση Χάριερ) και το «Ερμής» αν και πολύ αξιόπιστο ήταν σχετικά παλιό. Τα υπόλοιπα κύρια σκάφη επιφανείας (αντιτορπιλικά και φρεγάτες) είχαν ελαφρά αντιαεροπορική και αντιπυραυλική προστασία αφού ήταν προσανατολισμένα περισσότερο για ανθυποβρυχιακό αγώνα εναντίον των Σοβιετικών στο Βόρειο Ατλαντικό. Εκ των πραγμάτων ενισχύθηκε καθ’ οδόν η αντιαεροπορική προστασία τους με ελαφρά όπλα των 7,62 mm και πυροβόλα των 20 mm που πρόσφεραν σημαντικά στην «ομπρέλα» προστασίας των πλοίων. Οι πύραυλοι Ση Κατ, Ση Νταρτ και Ση Γουλφ σημείωσαν επιτυχίες αλλά ιδιαίτερα ο πρώτος αποδείχτηκε ότι ήταν πλέον ξεπερασμένος. Από τα Ση Νταρτ του «Εξετέρ» καταρρίφθηκαν 2 A-4C, 1 Κανμπέρα και 1 Λήαρτζετ 35A, ενώ το «Κόβεντρι» κατέρριψε 1 A-4B, 1 A-4C και 1 ελικόπτερο Πούμα με τους δικούς του πυραύλους. Οι Σηγούλφ του «Μπρίλιαντ» κατέρριψαν 2 A-4B ενώ το «Μπρόουντσγουόρντ» κατέρριψε 1 Ντάγκερ. Σε άλλα Αργεντινά αεροσκάφη προξενήθηκαν ζημιές από τη δράση των Βρετανικών ναυτικών αντιαεροπορικών πυραύλων. Αποτελεσματικότατο αποδείχτηκε το κλασικό πρωραίο  κύριο πυροβόλο Βίκερς Mk 8 των 4,5 ιντσών (114 mm) των Βρετανικών αντιτορπιλικών και φρεγατών. Απέδωσε ικανοποιητικά στους επάκτιους βομβαρδισμούς των Αργεντινών θέσεων,  συμμετείχε στην αντιαεροπορική άμυνα του στόλου και πιστεύεται ότι βλήματα από το πυροβόλο της φρεγάτας «‘Αβεντζερ» κατέστρεψαν τον τελευταίο Εξοσέτ AM-39 που εκτόξευσαν τα Αργεντινά Σούπερ Ετεντάρ στις 30/5/82. Ύστερα από την επιτυχία των πυροβόλων στα Φόκλαντς ξεκίνησε πρόγραμμα εγκατάστασης μικρών και μεσαίων πυροβόλων στις κύριες μονάδες του Βασιλικού Ναυτικού. Στο μέλλον θα εγκαταλειπόταν η παλαιότερη τάση ναυπήγησης πολεμικών σκαφών μόνο με πυραυλικό εξοπλισμό χωρίς πυροβόλα και ειδικότερα σε πλοία του Βασιλικού Ναυτικού ύστερα από την αποκτηθείσα εμπειρία στα Φόκλαντς, ακολούθησε πρόγραμμα εγκατάστασης πυροβόλων 20 και 30 mm και αντιπυραυλικών συστημάτων Φάλανξ (αεροπλανοφόρα).
Φυσικά στη μεταπολεμική περίοδο η άμυνα των νησιών ενισχύθηκε  από Βρετανικής πλευράς με την εγκατάσταση αεροσκαφών Φάντομ F-4J (14 περίπου), αεροσκαφών τάνκερ C-130 C.1K (6), εκτοξευτών αντιαεροπορικών πυραύλων Ρέπιερ και ελικοπτέρων Ση Κινγκ, Σινούκ μαζί φυσικά με μία ευέλικτη δύναμη 1500 ανδρών με διάφορες υπομονάδες υποστήριξης. Όλα τα παραπάνω πλαισιώθηκαν με αρκετά έργα αμυντικής υποδομής, ενώ το Βασιλικό Ναυτικό πύκνωσε την παρουσία του στην περιοχή με συχνότερες περιπολίες σκαφών του τόσο στα Φόκλαντς όσο και στα άλλα νησιά του Νότιου Ατλαντικού που βρίσκονται υπό Βρετανική κυριαρχία.

ΠΙΝΑΚΑΣ 1: ΒΡΕΤΑΝΙΚΕΣ ΑΠΩΛΕΙΕΣ ΣΕ KYPIA ΠΛΟΙΑ

Όνομα πλοίου     Τύπος             Ημερομηνία         Αιτία

Σέφηλντ         αντιτορπιλικό         4/5/1982         πύραυλος AM-39  Εξοσέτ
Αρντεντ         φρεγάτα         22/5/1982         βόμβες από A-4Q
Αντιλοπ         φρεγάτα         24/5/1982         βόμβες από A-4B
Κόβεντρυ         αντιτορπιλικό         25/5/1982        βόμβες από A-4B
Ατλάντικ Κονβέιορ     πλοίο-κοντέινερ    25/5/1982        πύραυλοςΑΜ-39 Εξοσέτ
Σερ Καλαχάντ     αποβατικό         8/6/1982         βόμβες από A-4B

ΠΙΝΑΚΑΣ 2: ΑΡΓΕΝΤΙΝΕΣ ΑΠΩΛΕΙΕΣ ΣΕ KYPIA ΠΛΟΙΑ

Όνομα πλοίου     Τύπος             Ημερομηνία         Αιτία

«Σάντα Φε»         Υποβρύχιο         25/4/1982         Συντονισμένη επίθεση από
Βρετανικά ελικόπτερα. Βυθίστηκε το 1985
«Μπελγκράνο»     Καταδρομικό         2/5/1982         Τορπίλες από υποβρύχιο «Κόνκερορ»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s