Παιδομάζωμα: Αποφάσεις ΟΗΕ


 Εξαιτίας του ανταρτοπόλεμου είχε συσταθεί με απόφαση του Ο.Η.Ε. «Ειδική Επιτροπή για τα Βαλκάνια», η όποια από την 1-12-1947 είχε εγκαταστήσει την έδρα της στη Θεσσαλονίκη.

Έτσι, μετά την ελληνική καταγγελία (27-2-1948) η ειδική αυτή Επιτροπή απασχολήθηκε στις 4-3-1948 με το θέμα του Παιδομαζώματος. Έδωσε εντολές στις «ομάδες παρατηρήσεως», πού είχε οργανώσει στις βόρειες επαρχίες, να ερευνήσουν την υπόθεση, συγκεντρώνοντας τα αναγκαία στοιχεία. Τον Απρίλιο τον ίδιου χρόνου διαπίστωσε τη βίαιη και προγραμματισμένη αρπαγή πολλών παιδιών και συμπέρανε ότι «η παρατεταμένη κατακράτηση αυτών των παιδιών, θα ήταν αντίθετη με τα διεθνή δεδομένα». Έτσι ο Γενικός Γραμματέας του Ο.Η.Ε. ζήτησε από τις Κυβερνήσεις Αλβανίας, Βουλγαρίας και Γιουγκοσλαβίας να διαπραγματευθούν με την Ελλάδα τον γρήγορο επαναπατρισμό των απαχθέντων. Οι χώρες όμως αυτές αρνήθηκαν την επιστροφή των παιδιών με το γνωστό μας ήδη ισχυρισμό, πώς τα παιδιά «θεληματικά» εγκατέλειψαν την Ελλάδα και «λόγοι ανθρωπιστικοί» τις έκαναν να τα δεχτούν. Ή ειδική Επιτροπή ήρθε σε επαφή και με την Διεθνή Ένωση για την προστασία του παιδιού στη Γενεύη. Στις 20 Αυγούστου 1948 ή Ένωση πληροφόρησε την Ειδική Επιτροπή ότι αναλάμβανε τη μεταφορά των παιδιών, πού είχαν μετακινηθεί παρά τη θέληση των γονέων τους. Ακόμα θεώρησε την αρπαγή σαν «σκανδαλώδη παράβαση τής Διακηρύξεως των δικαιωμάτων του Παιδιού», γνωστής σαν «Διακήρυξης της Γενεύης». Στις 28 Οκτωβρίου 1948 άρχισε η συζήτηση του Ελληνικού θέματος στην Πολιτική Επιτροπή του Ο.Η.Ε., με θερμό υποστηρικτή των υποδίκων χωρών τον Σοβιετικό αντιπρόσωπο Βισίνσκυ.Στις 9 Νοεμβρίου 1948, με πρωτοβουλία του προέδρου της Α’ Πολιτικής Επιτροπής Βέλγου αντιπροσώπου Σπάακ, οι αντιπρόσωποι συμφώνησαν πώς το θέμα δεν πρέπει να θεωρηθεί σαν μέρος τής πολιτικής συζητήσεως, αλλά θα πρέπει να ληφθεί γι’ αυτό μια χωριστή απόφαση.

Μετά από συζήτηση, πού κράτησε περισσότερο από δύο εβδομάδες, η Πολιτική Επιτροπή στις 11 Νοεμβρίου 1948 ψήφισε ομόφωνα την επιστροφή των παιδιών, πού αρπάχτηκαν με τη βία.

Μετά από λίγες ήμερες στις 27-11-1948 ή Γ’ Γενική Συνέλευση του Ο.Η.Ε., στο Παρίσι πού συνεδρίαζε, έλαβε την εξής απόφαση:

«Η ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΙΣ

Συνιστά, την εις Ελλάδα επιστροφήν των Ελληνοπαίδων, άτινα ευρίσκονται μακράν των εστιών των, εφ’ όσον αυτά τα παιδιά, ο πατήρ η μήτηρ εν απουσία αυτού ή αυτής ο πλησιέστερος αυτών συγγενής, εκφράσουν προς τούτο επιθυμίαν.

Καλεί όλα τα Μέλη των Ηνωμένων Εθνών και άλλα Κράτη επί του εδάφους των όποιων ευρίσκονται τα παιδιά αυτά, όπως λάβουν τα αναγκαία μέτρα δια την εκτέλεσιν της παρούσης συστάσεως.

Επιφορτίζει τον Γενικόν Γραμματέα, όπως ζητήσει από την Επιτροπήν του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού και από την Ένωσιν των Οργανώσεων Ερυθρών Σταυρών και της Ερυθράς Ημισελήνου, να οργανώσουν και να εξασφαλίσουν την επαφήν μετά των Εθνικών Οργανώσεων του Ερυθρού Σταυρού των ενδιαφερομένων Κρατών, επί τω σκοπώ όπως εξουσιοδοτήσουν τας Εθνικάς Οργανώσεις του Ερυθρού Σταυρού, ίνα λάβουν εις τα ενδιαφερόμενα Κράτη τα αναγκαία μέτρα δια την εφαρμογήν της παρούσης συστάσεως.»

Στις 31-12-1948 ο Γενικός Γραμματέας του Ο.Η.Ε., εκτελώντας την απόφαση αυτή, με επιστολή του προς τις κυβερνήσεις της Αλβανίας, της Βουλγαρίας, της Γιουγκοσλαβίας, της Ουγγαρίας, Ρουμανίας και Τσεχοσλοβακίας ζητούσε στοιχεία για τα παιδιά, καθώς και τη σχετική βοήθεια των Ερυθρών Σταυρών των χωρών αυτών. Παρ’ όλα, αυτά όμως οι κομμουνιστικές χώρες κωλυσιεργούσαν, με συνέπεια το θέμα να ξανάρθει πάλι προς τη συζήτηση στην Δ’ Γενική Συνέλευση του Ο.Η.Ε.

Στις 18-11-1949 εκδόθηκε ή ακόλουθη 2η απόφαση:

«Η ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΙΣ

Λαμβάνουσα γνώσιν της υποβληθείσης εκθέσεως παρά της Επιτροπής του Ερυθρού Σταυρού και τής Ενώσεως των Συλλόγων του Ερυθρού Σταυρού επί του ζητήματος του επαναπατρισμού των Ελληνοπαίδων (Α, 1914) και εκτιμώσα τας προσπάθειας, τας όποιας ανέπτυξαν αι δύο Διεθνείς Οργανώσεις του Ερυθρού Σταυρού, ίνα διευκολύνωσι την πραγματοποίησιν τής αποφάσεως 193 (ΙΠ) της Γενικής Συνελεύσεως.

Παρατηρούσα ότι οι Ελληνόπαιδες δεν επεστράφησαν εισέτι εις τας εστίας των, ως συνιστά ή απόφασις τής Γενικής Συνελεύσεως, αναγνωρίζουσα δε, ότι δέον να καταβληθώσι νέαι προσπάθειαι προς πλήρη εφαρμογήν της αποφάσεως ταύτης.

  1. Αναθέτει εις τον Γενικόν Γραμματέα, όπως καλέση το Διεθνές Κομιτάτον Ερυθρού Σταυρού και την Ένωσιν των Συλλόγων του Ερυθρού Σταυρού και εξακολουθήσωσι τας προσπάθειας των δια την έξυπηρέτησιν του ανθρωπιστικού τούτου θέματος και τοις παράσχει πάσαν δέουσαν βοήθειαν δια την εκτέλεσιν του έργου των.
  2. Καλεί θερμώς πάντα τα Έθνη, μέλη του Ο.Η.Ε. και τα άλλα Έθνη, τα παρέχοντα άσυλον εις Ελληνόπαιδας, όπως λάβωσι πάντα τα μέτρα, από κοινού και εν συνεργασία μετά των Διεθνών Οργανώσεων του Ερυθρού Σταυρού όπως διευκολύνωσι την ταχείαν επιστροφήν των παιδιών εις τας εστίας των, συμφώνως προς την άνω αναφερομένην απόφασιν.
  3. Καλεί τας Διεθνείς Οργανώσεις του Ερυθρού Σταυρού, όπως αναφέρωσιν εις τον Γενικόν Γραμματέα προς πληροφορίαν των μελών των Η.Ε. τας προόδους της εκτελέσεως της παρούσης αποφάσεως».

    Αλλά και πάλιν κανένα Ελληνόπουλο δεν επεστράφη. Νέα Ελληνική προσφυγή στον Ο.Η.Ε. και ή Ε’ Γενική Συνέλευση την 1-12-1950 πήρε την 3η απόφαση της, με την οποία ίδρυσε επιτροπή από αντιπροσώπους του Περού, των Φιλιππίνων και της Σουηδίας, οι όποιοι σε συνεργασία με τον Γεν. Γραμματέα του Ο.Η.Ε. να ενεργούν και να συνεργάζονται με τους αντιπροσώπους των ενδιαφε­ρομένων χωρών για την επιστροφή των παιδιών. Να η σχετική απόφαση, στην αρχή μάλιστα τής όποιας εκφράζεται και η «μεγάλη ανησυχία» των κρατών – μελών Συνελεύσεως:

«Η Γενική Συνέλευσις,

Λαμβάνουσα γνώσιν μετά μεγάλης ανησυχίας των εκθέσεων της Διεθνούς Επιτροπής του Ερυθρού Σταυρού και τής Ενώσεως των Συλλόγων του Ερυθρού Σταυρού, ως και του Γενικού Γραμματέως, και ιδίως της δηλώσεως καθ’ ην ουδείς ελληνόπαις είχε επιστρέψει εις Ελλάδα, και, εξαιρέσει τής Γιουγκοσλαβίας, ουδέν εκ των Κρατών, εν οίς ευρίσκονται Ελληνόπαιδες, είχε λάβει μέτρα θετικά όπως συμμορφωθώ προς τας παμψηφεί παρά της Γενικής Συνελεύσεως εις δύο αλλεπάλληλους συνεδριάσεις, υιοθετηθείσας αποφάσεις.

» Αναγνωρίζουσα ότι δέον εν ανθρωπιστική πνεύματι, απηλλαγμένω πολιτικών ή ιδεολογικών αντιλήψεων να μη παραληφθεί ουδεμία προσπάθεια ίνα αποδοθώσι τα παιδία εις τας εστίας των.

» Αποτίουσα φόρον τιμής εις την Διεθνή Επιτροπήν του Ερυθρού Σταυρού και την Ένωσιν των συλλόγων του Ερυθρού Σταυρού, ως επίσης και τον Γενικόν Γραμματέα δια τας προσπάθειας ας κατέβαλε δια την εφαρμογήν των αποφάσεων 193 Ο (ΠΙ) και 288 Β (IV) της Γενικής Συνελεύσεως.

»1. Παρακαλεί τον Γενικόν Γραμματέα, την Διεθνή Επιτροπήν του Ερυθρού Σταυρού και την Ένωσιν των Συλλόγων του Ερυθρού Σταυρού να έξακολουθήσωσι τας προσπάθειας των, συμφώνως προς τας ως άνω Αποφάσεις.

»2. Προσκαλεί επιμόνως άπαντα τα κράτη, τα όποια δίδουσιν άσυλον εις ελληνόπαιδας όπως λάβωσι πάντα τα μέτρα, εν συνεργασία μετά του Γενικού Γραμματέως και των Διεθνών Οργανώσεων του Ερυθρού Σταυρού. ίνα διευκολύνωσι την ταχείαν επιστροφήν των παιδιών πλησίον των γονέων των, και, οσάκις παρίσταται ανάγκη προς τούτο, επιτρέπωσιν εις τας διεθνείς οργανώσεις του Ερυθρού Σταυρού την ελευθέραν είσοδον εις το εδαφός των.

»3. Συνιστά μίαν Μόνιμον Επιτροπήν, αποτελουμένην εκ των αντιπροσώπων του Περού, των Φιλιππίνων και της Σουηδίας, ήτις θα ενεργή εν συνεννοήσει μετά του Γενικού Γραμματέως και θα προέρχεται εις ανταλλαγήν απόψεων μετά των Αντιπροσώπων των ενδιαφερομένων Κρατών, δια τον ταχύν επαναπατρισμόν των παιδιών.

»4. Παρακαλεί τον Διεθνή Ερυθρόν Σταυρόν και την Ένωσιν των Συλλόγων του Ερυθρού Σταυρού, όπως συνεργασθώσι μετά τής αναφερθείσης Επιτροπής.

»5. Παρακαλεί τον Γενικόν Γραμματέα όπως παρουσιάζει από καιρού εις καιρόν εις τα Κράτη Μέλη έκθεσιν επί τής προόδου τής εφαρμογής τής παρού­σης συμβάσεως και παρακαλεί τάς Διεθνείς Οργανώσεις του Ερυθρού Σταυρού και τον Γενικόν Γραμ­ματέα όπως παρουσιάσωσιν Εκθέσεις εις την Γενικήν Συνέλευσιν, κατά την Έκτην αυτής Σύνοδον».

Δυστυχώς και αυτή η απόφαση δεν απέδωσε. Μονάχα η Γιουγκοσλαβία, η οποία είχε έρθει στο μεταξύ σε ρήξη με την ΕΣΣΔ, επέστρεψε τα παιδιά. Μπροστά σ’ αυτήν την κατάσταση ή Ζ’ Γενική Συνέλευση του Ο.Η.Ε. με απόφαση της, τής 17-12-1952, αφού εξέφραζε τη λύπη της για την άρνηση των κομμουνιστικών χωρών να εφαρμόσουν τις αποφάσεις της, διέλυσε την Επιτροπή, πού είχε επιφορτισθεί μ’ αυτό το έργο, και παρακάλεσε τον Διεθνή Ερυθρό Σταυρό να συνεχίσει μόνος του τις προσπάθειες του.

Advertisements