Επιστολή Γεωργίου Παπανδρέου, 1-3-1948


«Φίλε κ. Διευθυντά,
Εις το χθεσινόν άρθρο σας, συνάγοντες «μάθημα» από το πάθημα της Τσεχοσλοβακίας, ενθυμείστε και τον ιδικόν μας Δεκέμβριον. Νομιμοποιείτε τοιουτοτρόπως την παρέμβασίν μου. Αλλά θα επεθύμουν πρώτα να διατυπώσω μερικάς γενικωτέρας απόψεις μου.
Γράφετε: «Το πάθημα της Τσεχοσλοβακίας πρέπει να μας διδάξει ότι ουδεμία λύσις υπάρχει μεταξύ της σταθεράς και άκαμπτου προσηλώσεως προς την εθνικήν μας ελευθερία από το ένα μέρος και της απολύτου υποδουλώσεώς μας από το άλλο. Ότι ουδεμία δήθεν ιδεολογική υποχώρησις ωφελεί. Με τους Σλάβους δυστυχώς συνεννόησις δεν υπάρχει».
«Είμεθα σύμφωνοι. Και όπως γνωρίζετε είχον ανέκαθεν αυτήν την γνώμην, ακόμη και προ πέντε ετών, όταν τον Ιούλιον του 1943 απέστειλα από την κατεχόμενη Ελλάδα έκθεσιν προς την Ελληνικήν και την Βρετανικήν κυβέρνησιν και έκαμνα προβλέψεις δια το μέλλον, αι οποίαι σήμερον έχουν επαληθεύσει…
Πράγματι «ουδεμία δήθεν ιδεολογική υποχώρησις ωφελεί». Αλλά χρειάζεται διευκρίνισις: Δεν ωφελεί εάν δι’ αυτής επιδιώκωμεν να «κατευνάσωμεν» τον Κομμουνιστικόν Πανσλαβισμόν και να «συνεννοηθώμεν», όπως μωρώς επηγγέλετο το «Κέντρον».
Ωφελεί όμως δια να τον νικήσωμεν. Διότι όταν εις την μεγάλην ηθικήν δύναμιν της Ελευθερίας του Εθνους, υπέρ της οποίας παλαίομεν, προσθέσωμεν και την ηθικήν δύναμιν της Ατομικής Ελευθερίας και της Κοινωνικής Ευημερίας, τότε το ιδεώδες μας καθίσταται πλήρες και αντιστοίχως συντελείται πλήρως ο ηθικός αφοπλισμός του Κομμουνισμού.
Τότε κατακτώμεν ημείς και τας Μάζας και την Νεότητα, αυξάνομεν και τον αριθμόν και τον φανατισμόν του εθνικού μας Μετώπου και φθάνωμεν ασφαλέστερον εις την Νίκην. Αλλά βεβαίως υπό μίαν προϋπόθεσιν: Οτι αι ηθικαί αυταί δυνάμεις θα πρόκειται να συμπληρώσουν τας ενόπλους δυνάμεις του αγώνος και όχι να τας αναπληρώσουν – όπως φαίνεται να συνέβη εις την Τσεχοσλοβακίαν.
Και ερχόμεθα εις τον ιδικόν μας Δεκέμβριον. Γράφετε: «Ο Ύψιστος μας έκαμε δώρο την Επανάστασιν και τα Δεκεμβριανά. Διότι τι θα συνέβαινε αν δεν εγίνοντο; Δια να μη γίνουν ήμεθα τότε εις κάθε υποχώρησιν έτοιμοι. Θα εδίδαμεν εις τους Κομμουνιστάς και ένα και δύο υπουργεία, ακόμα και πέντε. Σιγά – σιγά θα τους παραδίδαμεν – για να μη γίνει Επανάστασις και την Διοίκησιν και τον Στόλον και τον Στρατόν. Θα τους τα εδίδαμεν όλα».
Η διαφωνία μου είναι απόλυτος. Οχι ότι δεν υπήρξε «δώρον του Υψίστου» ο Δεκέμβρης… Αλλά ότι «θα τους τα εδίναμε όλα…». Διότι συνέβαινεν ακριβώς το αντίθετον: «Τους τα επαίρναμεν όλα…» Και διότι επεμείναμεν, απεφάσισαν την Στάσιν…
«Γνωρίζω ότι υπάρχει ακόμη σύγχυσις, η οποία εμποδίζει την ορθήν εκτίμησιν εκείνης της εποχής. Υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι δεν ημπορούν ακόμα να εννοήσουν. Και υπάρχουν άλλοι, οι οποίοι αρνούνται να εννοήσουν. Απαντώ διά τους πρώτους – και επίσης διά την Ιστορίαν -διότι οι άνθρωποι που θα έλθουν θα είναι απροκατάληπτοι και θα θέλουν να εννοήσουν.
Κατέχομαι από την συνείδησιν ότι χάριν εις την πολιτικήν την οποίαν ηκολούθησα κατά τους κρισιμώτατους εκείνους μήνας, κατά τους οποίους η Μοίρα με είχεν επιφορτίσει με την ευθύνην της Ελλάδος, κατέστη δυνατή η συντριβή της Κομμουνιστικής Τυραννίας η οποία τότε ήτο παντοδύναμος και εδυνάστευε την Ελλάδα. Και πιστεύω ότι η πορεία των γεγονότων – και εις την Ελλάδα και εις την Ευρώπην – επαληθεύει την πρόβλεψιν τον μεγάλου Βρετανού ηγέτον, ο οποίος μου ετηλεγράφει τον Ιανονάριον του 1945 ότι «η πολιτική μου θα εύρη την οφειλομένην επιβράβευσίν της εις τας ημέρας πον έρχονται».
«θα επικαλεστώ κείμενα:
«Την 26η Απριλίον 1944, όταν ανέλαβα την Κυβέρνησιν εις το Κάιρο, διεκήρυξα το σύνθημα: «Μία Πατρίς, μία Κυβέρνησις, εις Στρατός».
«Εις τοΣυνέδριον του Λιβάνου την 17ην Μαΐου 1944, ομιλών ενώπιον και των εκπροσώπων του ΚΚΕ, είπα: «Το κύριον επίμαχον θέμα είναι το στρατιωτικόν, το θέμα της υλικής δυνάμεως. Η ώρα είναι ιστορική και οφείλομεν να ομιλήσωμεν ευκρινώς και απεριφράστως. Εάν το ΕΑΜ έχει την πρόθεσιν να χρησιμοποιήσει την υλικήν του δύναμιν ως όργανον εμφυλίου πολέμου και εξοντώσεως των αντιπάλων του, και αύριον, μετά το πέρας του πολέμου, υπό το ψευδώννμον της Λαϊκής Λημοκρατίας, ως όργανον δυναμικής επικρατήσεως επί της πλειοψηφίας τον Ελληνικού λαού, τότε βεβαίως δεν υπάρχει στάδιον συνεννοήσεως. Το καθήκον μας τότε είναι να συνεγείρωμεν το έθνος και να επικαλεσθώμεν την επικουρίαν όλων των Μ. Συμμάχων μας εις τον διπλούν αγώνα και κατά τον εξωτερικού εισβολέως και κατά τον εσωτερικού εχθρού. Διότι ο Ελληνικός λαός δεν κάμνει επιλογήν τυράννων. Αρνείται την τυραννίαν…»
«Εάν όμως το ΕΑΜ έχει λάβει απόφασιν να εγκατάλειψη τους σκοπούς της δυναμικής επικρατήσεως και να αρκεσθή εις τα πολιτικά μέσα της πειθούς και αν κατά συνέπειαν δέχεται την κατάργησιν τον ΕΛΑΣ καθώς και των άλλων ανταρτικών σωμάτων και την δημιουργίαν Εθνικού Στρατού, ο οποίος θα ανήκει μόνον εις την Πατρίδα και θα υπάκουη εις τας διαταγάς της Κυβερνήσεως, τότε η συμμετοχή και του ΕΑΜ εις την Εθνικήν μας Ενωσιν θα ημπορή να θεωρήται γεγονός».
«Την 6η Ιουλίου 1944 απήντησα από το ραδιόφωνον του Καΐρου προς την Επιτροπήν των Βουνών, η οποία είχε ζητήσει επιπροσθέτως τα υπουργεία των Στρατιωτικών και των Εσωτερικών. Και είπα: «Αποδοχή των νέων όρων σημαίνει κατ’ ουσίαν: Στρατός ΕΑΜ. Ελεγχον της Αστυνομίας, της χωροφυλακής, της Διοικήσεως και της Δικαιοσύνης από το ΕΑΜ. Και έμπνευσιν της Παιδείας μας από το ΕΑΜ. Τώρα, πλέον, ημπορεί να γίνει πλήρης εξήγησις. Γνωρίζομεν τι μας ζητούν. Και απέναντι των αιτημάτων των λαμβάνωμεν επίσημον, υπεύθυνον θέσιν: Αρνούμεθα. Μας ζητούν να παραδώσουμε την Ελλάδα. Αρνούμεθα!
«Την 21ην Αυγούστου 1944 συνηντήθην εις τηνΡώμηνμε τονΒρετανόν Πρωθυπουργόν. Και όταν μου έθεσε το ερώτημα, ποια είναι η πολιτική μου, απήντησα: «Εξοπλισμός του Κράτους. Αφοπλισμός του ΕΑΜ».
«Την 8ην Οκτωβρίου 1944 συνηντήθην πάλιν με τον Βρετανόν ηγέτην και τον υπουργόν των εξωτερικών κ. Ηντεν εις την Νεάπολιν της Ιταλίας. Εις το υπόμνημα το οποίον τους επέδωκα, προβλέπω ότι η επικείμενη Απελευθέρωσις θα είναι αναίμακτος και ότι κατόπιν το ΚΚΕ θα επιχειρήσει Στάσιν. Και οι δυο προβλέψεις επαληθεύθησαν. Εγραφα:«… Ελπίζω ότι το Εθνος θα εξέλθη από την δουλείαν ομαλώς και θα συντελεσθή αναιμάκτως η Απελευθέρωσις. Τούτο είναι ουσιώδες αλλά όχι οριστικόν. Το ΚΚΕ διαθέτει σήμερον δυναμικήν υπεροχήν χάρις εις τας οργανώσεις ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Οπως επανειλημμένως είχον την ευκαιρία να εξηγήσω, η Ελλάς αποτελείται σήμερον από μίαν μεγάλην αφοπλισμένην πλειοψηφίαν και αφετέρου από την ένοπλον μειοψηφίαν του ΚΚΕ. Εξάλλου η προσαρμογή του ΚΚΕ εις την Εθνικήν Ενωσιν έχει συντελεσθή υπό την σιωπηράν προϋπόθεσιν της παρουσίας εν Ελλάδι σημαντικών βρετανικών στρατιωτικών δυνάμεων. Εάν διεπιστούτο ότι ο όρος αυτός δεν υφίσταται, υπάρχει φόβος ότι το ΚΚΕ θα θέση εις ενέργειαν, κατά τρόπον συγκεκαλυμμένον ή απροκάλυπτον, την υλικήν του δύναμιν δια να γίνη κύριον της καταστάσεως. Τα ακόλουθα μέτρα είναι απαραίτητα προς αποτελεσματικήν αντιμετώπισιν της κρισίμου ταύτης καταστάσεως: 1) Η άμεσος αποστολή σημαντικών βρετανικών δυνάμεων. 2) Η άμεσος δημιουργία τακτικού Ελληνικού Στρατού και 3) Ο πλήρης εφοδιασμός της Ελλάδος».
«Και την 18ην Οκτωβρίου 1944, εκφωνών τονλόγον της Απελευθερώσεως εις την πλατείαν Συντάγματος, επαναλάμβανον: «Βάσις του Εθνικού μας Στρατού δια το μέλλον θα είναι η τακτική στρατολογία. Θα γίνη συνείδησις και πράξις ότι ο Στρατός δεν βουλεύεται. Βουλεύεται μόνον ο Κυρίαρχος λαός, του οποίου την θέλησιν εκφράζει η Κυβέρνησις, και τας διαταγάς της κυβερνήσεως εκτελεί ο Στρατός… Θα γίνει συνείδησις και πράξις ότι ο Στρατός δεν ημπορεί να ανήκει ούτε εις κόμματα. Ανήκει μόνον εις την πατρίδα και υπακούει μόνον εις τας διαταγάς της Κυβερνήσεως…».
«Και συνεπής προς την σταθεράν επαγγελίαν επηκολούθησε η εφαρμογή…
Η κυβέρνησις της Εθνικής Ενώσεως ανεσχηματίσθη εν Αθήναις την 23ην Οκτωβρίου. Και μετά δέκα ημέρας, την 3ην Νοεμβρίου 1944, προέβην εις τας ακολούθους ανακοινώσεις:
«Μετά την συντελεσθείσαν πλήρη Απελευθέρωσιν της Ελλάδος λήγει και η Αντίστασις. Είναι επομένως φυσικόν, ότι επακολουθεί η αποστράτευσις των Ανταρτικών Ομάδων ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ, η οποία ωρίσθη δια την 10ηνΔεκεμβρίου.
Και όταν έφθασεν η ώρα της πραγματοποιήσεως και το ΚΚΕ διεπίστωσεν ότι αι αποφάσεις μου δεν ήσαν απλαί λέξεις, αλλά πράξεις, και ότι, αφοπλιζόμενον, θα μετεβάλλετο πλέον από παντοδύναμος δυνάστης εις μικρόν πολιτικόν κόμμα μειοψηφίας, απετόλμησεν την Στάσιν.
«Τα κείμενα απήντησαν… Αποδεικνύουν ότι όχι μόνον δεν είμεθα διατεθειμένοι «να τα δώσωμεν όλα» – δια να μη γίνει Επανάστασις, αλλά αντιθέτως «να τα πάρωμεν όλα…», έστω και αν επρόκειτο να επακολουθήσει Επανάστασις την οποίαν είχομεν προπαρασκευασθή – με την παρουσίαν των Βρετανών, την άφιξιν της ταξιαρχίας του Ρίμινι, την συγκρότησιν της Εθνοφυλακής και την συγκέντρωσιν των χωροφυλάκων εις Αθήνας – δια ν’ αντιμετωπίσωμεν. Το Σάββατον 2 Δεκεμβρίου παρα-μονήν της Στάσεως, ετηλεγράφησα εις τον Βασιλέα: «Υπουργοί Ακρας Αριστεράς αρνηθέντες υπογράψουν αποστράτευσιν παρητήθησαν. Παραίτησις σημαίνει δυστυχώς απαρχήν εμφυλίου πολέμου. Με όσην αποφασιστικότητα εξηντλήσαμεν τας προσπάθειας μας δια την αποτροπήν του εμφυλίου πολέμου, με την ίδιαν αποφασιστικότητα θα υπερασπίσωμεν την Ελλάδα εναντίον των εσωτερικών της εχθρών. Εύχομαι εις τον Θεόν η τραγική περίοδος να είναι σύντομος και πλήρης η επιβολή του Νόμου προς πραγματικήν Απελευθέρωσιν του στενάζοντος Ελληνικού Ααού».
«Ολαι αι άλλαι παραχωρήσεις μου προς το ΚΚΕ – αι οποίαι τόσον επεκρίνοντο τότε από ανθρώπους, οι οποίοι δεν είχον εμβαθύνει εις την υφισταμένην πραγματικήν κατάστασιν – ήσαν εντελώς δευτερεύουσαι και άνευ ουσιαστικής αξίας. Επειδή τότε μία ήτο η επείγουσα και υπέρτατη ανάγκη: Να αφοπλισθή το ΚΚΕ, και να εξοπλισθή το Κράτος. Κατόπιν, όλα τα άλλα, αυτομάτως θα επηκολούθουν…
«Και δια τούτο η ημερομηνία της Αποστρατεύσεως – η 10η Δεκεμβρίου – έμενεν αμετακίνητος.
«Οσοι θέλουν να κρίνουν δικαίως εκείνην την εποχήν, οφείλουν να αναπολήσουν την κατάστασιν του Απριλίου 1944, όταν ανέλαβον την Κυβέρνησιν.
«Εις την Ανατολήν, αι ένοπλοι δυνάμεις μας είχον αποσυντεθεί από την Στάσιν. Και εις την Ελλάδα το ΚΚΕ είχε καταστή παντοδύναμον και είχε συγκροτήσει και την Κυβέρνησιν των Βουνών- την ΠΕΕΑ. Και η αγωνία, από την οποία αδιαλείπτως κατειχόμην ήτο: Πως θα καταλύετο; Δύο ήσαν τα στάδια δια να φθάσωμεν εις την Νίκην: Πρώτον, η έλευσις εις τας Αθήνας! Και δεύτερον, ο αφοπλισμός του ΚΚΕ.
«Δια να έλθωμεν εις τας Αθήνας -ως αντίπαλοι του ΚΚΕ- δεν διεθέταμεν, δυστυχώς, ούτε εις το εσωτερικόν, ούτε εις το εξωτερικόν, ελληνικάς δυνάμεις, αριθμητικώς επαρκείς διά να αντιμετωπίσουν τας μυριάδας του ΕΛΑΣ, τακτικού και εφεδρικού, καθώς και την ευρυτάτην συνωμοτικήν οργάνωσιν του ΕΑΜ. Αλλά δεν υπήρχον επίσης τότε ούτε Βρετανικαί δυνάμεις διαθέσιμοι, διότι είχον απορροφηθή από τα τρία ευρωπαϊκά μέτωπα, τα οποία, κατά τους κρίσιμους εκείνους μήνας – Σεπτέμβριον και Οκτώβριον 1944- επιέζοντο σφοδρώς από τον Χίτλερ, αποβλέποντα εις τον εξαναγκασμόν χωριστής ειρήνης… Και είχε μάλιστα φθάσει εις τόσον βαθμόν η έλλειψις διαθεσίμων Βρετανικών δυνάμεων, ώστε να αναγκασθώ μίαν ημέραν, εις τον πρεσβευτήν της Μεγ. Βρετανίας, ο οποίος μου ωμίλει περί αποστολής εις την Ελλάδα «εκατοντάδων» ή και «δεκάδων» ανδρών, να δώσω την απάντησιν, ότι «έχω την εντύπωσιν, ότι ομιλώ με αντιπρόσωπον του Αουξεμβούργου…».
«Αλλά και αν ακόμη καθίστατο, μ’ όλα ταύτα, δυνατόν να εξευρίσκοντο δυνάμεις Βρετανικαί, και πάλι θα ήτο τότε πολιτικώς αδύνατος η απόβασις εναντίον του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, λόγω της σφοδρός αντιδράσεως και των Αγγλων εργατικών και του Προέδρου Ρούσβελτ και της Σοβιετικής Ενώσεως. Δια να πεισθώμεν, φθάνει να ενθνμηθώμεν την γενικήν εξέγερσιν, την οποίαν είχε προκαλέσει η Βρεταννική επέμβασις κατά τον Δεκέμβριον και η οποία εκλόνισε την θέσιν τον Τσώρτσιλ – και η οποία, εν τούτοις, είχεν επιχειρηθή υπό «απείρως ευμενεστέρας συνθήκας», διότι αι Βρετανικαί δυνάμεις υπεστήριζαν τότε την νόμιμον κυβέρνησιν και ευρίσκοντο εδώ πρεσκεκλημένοι και από τον ΕΛΑΣ, διό τηνδιατήρησιν της τάξεως…
«Ιδού, διατί, μόνον η συμμετοχή του ΚΚΕ εις την Κυβέρνησίν μας ήνοιγε τας πύλας της Ελλάδος. Και δια τούτο την επεδίωξα – και ευτυχώς κατωρθώθη… Καθώς επίσης, μόνον το σύμφωνον της Καζέρτας, όπου ο ΕΛΑΣ, διά του Αρχηγού του, υπέγραψε την υποταγήν του εις το Βρεταννικόν Στρατηγείον και προσεκάλεσε τους Βρεταννούς εις την Ελλάδα, καθιστά Συμμαχικώς εύκολον την παρουσίαν των…
«Αλλά νπάρχει και το δεύτερον στάδιον, ο αφοπλισμός τον ΕΛΑΣ. Διότι εφ’ όσον το ΚΚΕ παρέμεινε πάνοπλον, η Ελληνική Κυβέρνησις, καθώς ελέγαμεν τότε, ήτο απλώς «η περικεφαλαία του ΕΑΜικού Κράτους…»
«Αλλά πότε θα έπρεπε ν’ αποφασισθή η αποστράτευσις; Θα έπρεπε ν’ αποφασισθή αμέσως, ή να αναβληθή δι’αργότερον; Το ζήτημα του χρόνου ήτο κρισιμώτατον. Το ΚΚΕ εζήτει αναβολήν. Και αι γενικώτεραι συνθήκαι την ηυνόουν. Εφόσον εξηκολούθει ο πόλεμος εναντίον του Ναζισμού, ηδύνατο να θεωρηθή παράλογος η άμεσος αποστράτευσις δυνάμεων της Εθνικής Αντιστάσεως. Και δι’ αυτό ουδαμού της Ευρώπης συνέβη…
«Αλλά μου ήτο σαφές, ότι ο χρόνος ειργάζετο υπέρ τον ΚΚΕ.
«Και εσωτερικώς, διότι θα εξησφάλιζεν εν τω μεταξύ την πλήρη διά-βρωσιν – όπως φαίνεται να συνέβη εις την Τσεχοσλοβακίαν. Και εξωτε-ρικώς, διότι τότε η Σοβιετική Ενωσις ευρίσκετο ακόμη εις την θανάσιμον εμπλοκην με τον Ναζισμον και επροφυλάσσετο να διατάραξη τας Συμμαχικάς σχέσεις της. Και δια τούτο ακριβώς παρέστησε, καθ’ όλον τον Δεκέμβριον, τον ουδέτερον – και μάλιστα μέχρι του σημείου να μας αναγγείλη την 30ηνΔεκεμβρίου, την αποστολήν πρέσβεως, ενώ ακόμα αιμάχαι εμαίνοντο εις τας Αθήνας…
«Και δια τούτο επέμεινα ανενδότως εις την άμεσον αποστράτευσιν. Και η 10ηΔεκεμβρίου έμενεν αμετακίνητος…
«Το συμπέρασμα είναι ότι ο Δεκέμβριος ημπορεί να θεωρηθή «δώρον τον υψίστου». Αλλά, δια να υπάρξη ο Δεκέμβριος, έπρεπε προηγουμένως να είχωμεν έλθει εις την Ελλάδα. Και τούτο ήτο δυνατόν μόνο με την σνμμετοχήν και τον ΚΚΕ εις την κυβέρνησίν, δηλαδή με τον Λίβανον.
Και δια να ευρεθούν εδώ οι Βρετανοί, οι οποίοι ήσαν απαραίτητοι δια την Νίκην, έπρεπε προηγουμένως να είχεν υπογραφή το Σύμφωνον της Κα-ζέρτας. Και δια να γίνη η Στάσις – «το δώρον του Υψίστου» – έπρεπε προηγουμένως να επιμείνω εις την άμεσον αποστράτευσιν του ΕΛΑΣ και να θέσω το ΚΚΕ ενώπιον του διλήμματος ή να αποδεχθή ειρηνικώς τον αφοπλισμόν του ή να επιχείρηση την Στάσιν, υπό συνθήκας όμως πλέον, αι οποίοι ωδήγουν εις την συντριβήν του. Αυτή είναι η ιστορική αλήθεια»

Μετ’ εξαίρετου τιμής
Γ. Παπανδρέου 1/3/48».

ΠΗΓΗ: ΚΟΜΕΠ 5/2005 σελ. 113 – 120.

Advertisements