Τι προσέφερε και τι δικαιούται να ζητήσει η ΕΛΛΑΣ, ΠΕΑΝ


ΤΙ ΠΡΟΣΕΦΕΡΕ
ΚΑΙ
ΤΙ ΔΙΚΑΙΟΥΤΑΙ ΝΑ ΖΗΤΗΣΗ Η ΕΛΛΑΣ

ΑΦΙΕΡΟΥΝΤΑΙ :
Στις ψυχές των ηρώων που χάραξαν
αμετακίνητα με το αίμα τους τα σύνορα της Πατρίδος
Στις σκιές των μαρτύρων που άφησαν
την τελευταία τους πνοή μετο όραμα της Μεγάλης Ελλαδος
Σε όλους τους μεγάλους και αλησμόνητους
νεκρούς της ΠΕΑΝ.

A. ΤΙ ΠΡΟΣΕΦΕΡΕ Η ΕΛΛΑΣ
Όταν τον Οκτώβρη του 1940 η μικρή Ελλας τόλμησε να σηκώση το ανάστημά της εναντίον της χυδαίας και ανάνδρου επιθέσεως μιας μεγάλης Αυτοκρατορίας σε καμία χώρα της Ευρώπης δεν υπήρχε οργανωμένη αντίσταση κατα του Αξονος και η ίδια η Αγγλία είχε φόβο από εισβολή. Όλα τα αλλα έθνη της Ευρώπης, έθνη πολύ ισχυρότερα από την Ελλαδα, έσκυβαν το κεφάλι το ένα μετά το άλλο μπρος στην αξονική βία και είτε παρεδίδοντο είτε εκάμπτοντο ύστερα από σύντομον αγώνα. Κι αυτή η Γαλλία συνθηκολόγησε ύστερα από εκστρατεία λίγων εβδομάδων. Αν η Ελλας υποχωρούσε στο τελεσίγραφο του Μουσολίνι, κανένας δεν θα είχε το δικαίωμα να την κατηγορήση. Αν συνέβαινε ένα τέτοιο πράγμα, ο άξων θα είχε στην διάθεσιν του όλην την Ευρώπη για να αναπτύξη τις γραμμές των συγκοινωνιών του τα αεροπλάνα και τα υποβρύχια του από τις ακτές της Κρήτης και της άλλης Ελλαδος θα κυριαρχούσαν στη Μεσόγειο και ο Αγγλικός στόλος θα ήταν υποχρωμένος ή να την εγκαταλείψη ή να μποτιλιαριστή μέσα σε αυτήν.
Η άμυνα της Αιγύπτου θα γινότανε πολύ δύσκολη, αν όχι αδύνατη. Η Συρία, το Ιράκ, το Ιράν, η Κύπρος θα κατελαμβάνοντο από τον εχθρό. Η Τουρκία θα εκυκλώνετο. Τα πετρέλαια της Εγγύς Ανατολής θα ήταν στη διάθεση του. Οι πύλες του Καυκάσου θα ανοίγονταν γι αυτόν από τα εσωτερικά και το Σουέζ από ζωτική αρτηρία της αυτοκρατορίας θα γινότανε βρόχος για τον Αγγλικό λαιμό. Κάπου εκεί στο Αντεν ή σε άλλο σημείο του Ινδικού ο Αξων θα συναντιόταν μετον Ιάπωνα σύμμαχό του. Οι Γαλλικές αποικίες της Αφρικής θα γινότανε εύκολή λεία. Ολόκληρη η Μ. Ανατολή, ίσως δε και αυτός ο πόλεμος θα εχάνετο για τους συμμάχους εδώ γύρω απ’ αυτήν την ανατολική λεκάνη της Μεσογείου, όπου από χιλιάδες χρόνια τώρα παίζονται οι τύχες του κόσμου: Σαλαμίς, Φάρσαλα, Άκτιον, Ναύπακτος. Χάρις στην Ελληνική αντίσταση, δόθηκε στους συμμάχους μας Άγγλους ο καιρός να αποκρούσουν και να συντρίψουν έπειτα την Ιταλική στρατιά, που κινήθηκε από τη Λιβύη κατά της Αιγύπτου, να ολοκληρώσουν την κατάληψη της Αιθιοπίας, να καθαρίσουν την Ερυθρά Θάλασσα από τα εχθρικά πλοία, να μεταφέρουν την Αμερικανική βοήθεια προς την Εγγύς Ανατολή και εξουδετερώσουν έτσι την εχθρική απειλή εναντίον της. Τα αποτελέσματα της Ελληνικής αντιστάσεως γίνονται ακόμα και σήμερα αισθητά στούς αγώνες των συμμάχων. Αν το Στάλινγκραντ γίνηκε ο τάφος της Γερμανικής στρατιωτικής υπεροψίας και ο Καυκασος υψώθηκε τείχος αδιάσειστο στη δύναμη των μηχανών και των λεγεώνων του Χίτλερ, αυτό δεν είναι άσχετο προς την Ελληνική αντίσταση που πριν από δύο χρόνια φρόντισε να καλύψη τα νώτα των σημερινών πρωταγωνιστών.
Μεγαλύτερος ήταν ακόμα ο αντίκτυπος από την ηθική πλευρά. Χάρις στην ελληνική αντίσταση κράτη αμφιταλαντευόμενα μεταξύ ενεργού συμπράξεως και ευμενούς ανοχής προς τον Άξονα, όπως η Γιουγκοσλαβία και η Ισπανία, είτε έμειναν ουδέτερα είτε και συνέπραξαν τελικώς προς τους συμμάχους.
Στην καταπτοημένη Γαλλία η αντίστασή μας δημιούργησε την πρώτη αντίσταση εναντίον του κύματος της εθελοδουλείας και της χωρίς όρους υποταγής, που είχε κατακλύση την χώρα αμέσως μετά την ανακωχή.
Όταν εκδηλώθηκε η επίθεση εναντίον μας υπήρχαν πολλοί που πίστευαν ότι η συνθηκολόγηση ήταν ζήτημα ημερών. Κι όμως μέσα σε εξη ολόκληρους μήνες η Ελλάδα όχι μόνον δεν εκάμφθη, αλλά και συνέτριξε την Ιταλική δύναμη. Η Πίνδος, το Αργυρόκαστρο, η Κλεισούρα, η Κορυτσά, η εξόντωση των μεραρχιών των Λυκων και των Κενταύρων αποτελούν μια αδιάκοπη σειρά νικών από τις ωραιότερες μέσα στην τρισχιλιετή ιστορία του Ελληνισμού. Το Ελληνικό μέτωπο έδωσε το μέτρο της αξίας των Ιταλών αρχιστρατήγων και στραταρχών, τους οποίους ο Μουσολίνι αντικαθιστούσε σχεδόν κάθε μήνα, μέχρις ότου τον Μάρτη του 1941 έφτασε ο ίδιος στην Αλβανία για να διευθύνει μια νέα μεγάλη επίθεση που κατέληξε επίσης σε μια νέα μεγάλη αποτυχία. Ο μικρός, κακά οπλισμένος, ατελώς διατρεφομένος και τόσο αλοίμονο! υποτιμηθείς από ορισμένα πανσοφα επιτελεία της ήττης, στρατός της Ελλαδος με τα ελάχιστα ελαφρά κανονάκια του και τα πρωτόγονα μεταφορικά μέσα του κατενίκησε τριάντα ιταλικές μεραρχίες, εξόντωσε τις δώδεκα από αυτές και χάρισε στους σλκηρά δικιμαζομένους συμμάχους την αισιοδοξία της νίκης, πρώτης αυτής, υστερα από την πικρία σειράς όλης από απροσδόκητες καταστροφές.
Το αποτέλεσμα θα ήταν καταπληκτικότερο ακόμα και ο υπ’ αριθ. 1 εχθρός θα ριχνόταν στη θάλασσα με το φτιάξιμο του καιρού αν νέος και φοβερότερος εχθρός δεν ερχόταν από τα νώτα να χτυπήση τον ηρωικό μας στρατό. Η Γερμανία, μπροστα στο στρατό της οποίας υποχωρούσαν τα τείχη και έπεφταν στα γόνατα ζαρωμένοι οι άλλοτε ισχυροί, συνάντησε στην Ελληνική στάση το πρώτο αδυσώπητο όχι.
Το Ρούπελ, το Περιθώρι, το Ιστίμπει, ο Εχίνος και τα άλλα μακεδονοθρακικά οχυρά θυμίζουν τηρουμένων των αναλογιών το Βερντέν του προηγούμενου πολέμου και το Στάλινγκραντ του σημερινού. Το ολοκαύτωμα της Κρήτης καθυστέρησε κατα δύο τουλάχιστον μήνες την έναρξη της επιθέσεως εναντίον της Ρωσσίας και βοήθησε όσο τίποτε άλλο στα καθάρισμα της καταστάσεως στη Συρία και το Ιράκ. Αν δε το κακό φύλαγμα της πόρτας του σπιτιού μας από τους άλλους δεν άνοιγε το δρόμο στους Γερμανούς, το δεύτερο μέτωπο που ακόμα σήμερα συζητούμε, θα ήταν ίσως από τότε γεγονός πραγματικό.
Κατεχομένη, αλλά χωρίς ποτέ της να υποταχθή η Ελλας απασχολή σήμερα για το φύλαγμα της τρεις ιταλικές στρατιές, διακόσιες χιλιάδες Βουλγάρους και σημαντικό αριθμό Γερμανών. Συμμετέσχε στις επιχειρήσεις της Μ. Ανατολής με το στρατό της, το ναυτικό και την αεροπορία της, διαθέτη δεύτερο εσωτερικό στρατό ανταρτών, που η συμβολή και η σημασία του θα γίνωνται διαρκώς πιο μεγάλες με τη μεταφορά των επιχειρήσεων επί της ηπείρου και με τον εμπορικό της στόλο, τον έβδομο στον κόσμο από απόψεως εκτοπίσματος, βοηθάει στη μεταφορά των όπλων της νίκης διά μεσου των ωκεανών. Ο κόσμος δεν δικαιούται να λησμονήση ποτέ την ελληνική συμβολή, συμβολή πρωταγωνιστού και όχι κομπάρσου, στην κρίσιμη αυτή όσο και κοσμογονική στιγμή.
Πριν από δυόμισυ χιλιάδες χρόνια λίγοι Ελληνες συνεκράτησαν στις Θερμοπύλες μια τεράστια βαρβαρική στρατιά. Σ’ όλα τα σχολεία του κόσμου διδάσκεται ότι οι άνθρωποι εκείνοι έσωσαν τοτε με τη θυσία τους την Ευρώπη. Επί αιώνες από τώρα οι γενεές του μέλλοντος θα διδάσκονται ότι και πάλι οι λίγοι Ελληνες έσωσαν με τη θυσία τους τον ανθρώπινο πολιτισμό. Γιατί είναι αλήθεια που δεν μπορεί κανεις να αμφισβητήση ότι εχύσαμε το αίμα μας για την ελευθερία μας και για την εθνική κυριαρχία των Βαλκανικών λαών. αλλά και για καθαρά πανανθρώπινες αρχές. Αλλοι τις ξέχασαν τις αρχές αυτές. Είναι λυπηρό βέβαια να το λέμε, αλλά σύγχρονα και αναγκαίο, όταν οι αλλοί αυτοί είναι ακριβώς εκείνοι που οι άλλοτε και σήμερα σύμμαχοι μας μεγάλωναν ελεφαντιακά με την προσδοκία να δικαιολογήσουν κάποτε τη θέση και την ύπαρξή τους, σαν ισσοροποιητικοί παράγοντες στην ευρωπαική πολιτική ζωή, για να’ χουνε στο τέλος τη πικρή έκπληξη να τους βλέπουν αδιάφορους θεατές στην κρισιμότερη περίοδο της πάλης με τον Γερμανικό ιμπεριαλισμό (οι Γάλλοι τους Σέρβους, οι Αγγλογάλλοι τους Ρουμάνους και οι δυο τους όλους μαζύ, ως Μικράν Αντάν). Η Ελλάς έκανε το αντίθετο και ενθουσιάστηκε. Και κάποια άλλη φορά θυσιάστηκε το ίδιο χωρίς να συναντήση την ευγνωμοσύνη των νικητών. Σήμερα τα πράγματα πρέπει να έχουν πείσει τους συμμάχους ότι είναι ανάγκη και συμφέρον τους να εξελιχθούν όλα τελείως διαφορετικά. Αν η Ιταλία βρέθηκε σε θέση να σηκώση το ανάστημά της εναντίον των Αγγλογάλλων, τούτο οφείλεται στην εξαιρετική στρατηγική σημασία που της εξασφάλισε στη Μεσόγειο η κατοχή των Ελληνικών Δωδεκανήσων και των επίσης Ελληνικών κλειδίων της Αδριατικής. Αν η Βουλγαρία βρίσκεται και πάλι τη στιγμή αυτή στο στρατόπεδο των εχθρών των συμμάχωνκαι αυτό οφείλεται στην εξαιρετική επιείκια με την οποία θέλησαν να την μεταχειριστούν τότε αδικώντας καταφώρως τους παντοτινούς φίλους και συμπολεμιστάς των. Σήμερα οι αντιγνωμίες μεταξύ των συμμάχων, μαζί τους ήτανε τότε και η Ιταλία, που χρησίμευαν σαν δικαιολογία για την εγκατάλειψή μας, δεν υπάρχουν πια. Πλούσια από πείρα που απόκτησε μετά από τόσες δοκιμασίες η Γαλλία είναι βέβαιο πως θα γίνη ο ενθερμότερος υποστηρικτής των Ελληνικών απόψεων.
Για την Αγγλία δεν γενάται ζήτημα, γιατί είναι η μόνη που και τότε δεν μας εγκατέλειψε. Η Ρωσσία και η Αμερική και αυτές δεν εχουν λόγο να μην μας υποστηρίξουν, αφού και πιστοί τους εμείναμε πάντα και οι διεκδικήσεις μας δεν προσκρούουν στα συμφέροντα τους ή σε γενικότερες ηθικές αρχές. Δεν απομένει λοιπόν παρά να πιστέψουμε όλοι οι Έλληνες σ’ αυτές και να εργασθούμε από τώρα ενωμένοι για την ώρα της συγκομιδής. Για να γίνη όμως αυτό είναι ανάγκη να ιδούμε τι είναι αυτό που ζητάμε, από ποιούς το ζητάμε και ποιοί είναι οι λόγοι που επιβάλλουν να μας δοθή.
Απ’ την τοποθέτηση αυτή των ζητημάτων βγαίνει και ο τίτλος του παρόντος φυλλαδίου “Τι προσέφερε και τι δικαιούται να ζητήση η Ελλάς”. Και το τι προσέφερε μεν ελέχθη παραπάνω και δεν είναι τίποτε άλλο παρά σταχυολόγημα των όσων ελέχθησαν κατά καιρούς από επίσημα χείλη συμμαχικά.
Στο τι, από ποιούς και γιατί εκτός από την προσφορά στον κοινό αγώνα δικαιούται να ζητήση η Ελλας, αφιαιρούνται οι Γραμμές που ακολουθούν.
Β. ΤΙ ΔΙΚΑΙΟΥΤΑΙ ΝΑ ΖΗΤΗΣΗ Η ΕΛΛΑΣ
Ι.- Είμαστε λαός φτωχός. Το καλλιεργήσιμο έδαφος μικρότερον παρά σε κάθε άλλη ευρωπαικήν χώρα δεν φθάνει ούτε τα 19 % της όλης επιφανείας, ενώ στη Ρουμανία αποτελεί τα 50 %, στη Βουλγαρία τα 40%, στη Σερβία τα 30% κ.ο.κ. Ολά τα άλλα 81% αποτελούνται από βραχώδεις άγονες εκτάσεις και ξεροβούνια με αραιή βλάστηση από φρύγανα και θάμνους κατάλληλα μόνον γαι βοσκή γιδιών.
Η πυκνότης του πληθυσμού μικρή εν σχέση με την όλη επιφάνεια της χώρας (51κατ. κατά τ. χμ.), είναι μεγάλη εν σχέση με την καλλιεργήσιμη έκταση (246κατ. κατά τ.χμ.), δύο φορές τουλάχιστον πιο μεγάλη από τις άλλες Βαλκανικές χώρες και αρκετά μεγαλύτερη από άλλες χωρες πολύ προηγμένες γεωργικά και βιομηχανικά (Βέλγιον 245. Γερμανία 141, Ιταλία 131). Συνέπεια των παραπάνω είναι η τραγική στενότης του κλήρου, που ενώ στις περισσότερες χώρες του κόσμου αρχίζει απο τα 300 στρέμματα σε μας σταματάει τις πιο πολλές φορές στα 1 – 10.
Πολύ μεγαλύτερη φαίνεται η δυαναλογία αυτή αν συγκριθή η αποδοτικότητα των εδαφών των χωρών αυτών με την αποδοτικότητα του Ελληνικού εδάφους, κατώτερη από κάθε άλλης χώρας (η μέση στρεμματική απόδοση είναι η εξής τα τελευταία χρόνια στις διάφορες χώρες της Ευρώπης: Ολλαδνία 300, Δανία 275, Βέλγιον 264, Αγγλία 225, Σουηδία 217, Ελβετία 219, Νορβηγία 176. Γερμανία 195, Γαλλία 144, Ουγγαρία 140, Βουλγαρία 138, Σερβία 127, Ιταλία 126, Πολωνία 120, Ρουμανία 93, Ισπανία 80, Ρωσσία 72, Ελλάς 62). Έτσι το εισόδημα του Έλληνα χωρικού δεν ξεπερνούσε υπό τις ευνοικότερες προυποθέσεις την καλή εποχή τις 18.000 δρχ. το χρόνο ενώ είχε υπολογισθή πως για τη στοιχειώδη συντήρηση μιας αγροτικής οικογενείας χρειαζόνταν τουλάχιστον 25.000 δρχ., τις υπόλοιπες αυτές 7.000 δρχ. ο Ελλήν χωρικός τις, όταν μπορούσε, από διάφορα δάνεια (το ποσόν των οποίων έφτανε με τους μετριότερους υπολογισμούς στα 1934 τα 9 δισ. δρχ., πράγμα που αντιστοιχούσε στα 105% της αξίας της όλης ετήσιας γεωργικής παραγωγής.), και όταν δεν μπορούσε πλάκωνε την κοιλία του περιμένοντας την έλευση καλυτέρων ημερών. Πείνα λοιπόν και υποσιτισμός είναι η μόνιμη κατάσταση του γεωργικού πληθυσμού της χώρας. Αραποσίτι ατελώνιστο που διανέμη το κράτος είναι για τους ορεινούς μας η μόνη τροφή. Καλύτερη δεν είναι η θέση των άλλων στρωμάτων του πληθυσμού. Έλλειξη μαζικών δυναμικών υλών (πετρέλαιο, κάρβουνο, μέταλα) δημιουργεί δασμόβιες μόνο βιομηχανίες που αυξάνουν το κόστος της ζωής χωρίς να μπορούν να αποροφήσουν το σύνολο των εργατικών χειρών.
Αν προσθέσουμε σε αυτά και την μεγάλη, παραπάνω από 90.000 το χρόνο αύξηση του πληθυσμού τότε έχουμε μπροστά μας το ελληνικό πρόβλημα σε όλη του την τραγικότητα. Έτσι το κοινωνικό ζήτημα στην Ελλάδα εχεί την πηγή του κατά μέγα μέρος όχι μόνο στις συγκρούσεις κεφαλαίου και εργασίας αλλά κυρίως στην έλλειξη συγκεντρωμένου κεφαλαίου και τεχνικού πολιτισμού, στην υπερπληθώρα εργασίας αδιάθετης και στην ανεπάρκεια της εθνικής γης.
Η Ελλάς έτσι όπως τη βρίσκουμε στη φύση, ηλιοδαρμένη, άνυδρη και ορεινή, φτωχή σε παχειά καλλιεργήσιμη γη, θυσαυρούς του υπεδάφουςκαι αρτηρίες εσωτερικής συγκοινωνίας, δεν μπορεί να θρέψη έναν πολύ πυκνό πληθυσμό. Γι’ αυτήν αληθεύει και σήμερα το παλλαϊκό “τη Ελλάδι πενίη μεν αείποτε σύντροφος εστί”.
Η “στεναχωρία γης” ήταν για τον Πλάτωνα η αιτία του εκπατρισμού των αρχαίων Ελλήνων και μ’ αυτήν εν μέρει δικαιολογούσε την ανάγκη του περιορισμού των γεννήσεων στην ιδανική πολιτεία.
Γι’ αυτό πολύ νωρίς και επί χιλιάδες χρόνια οι Ελλήνες χρησιμοποίησαν τη θάλασσα σαν γέφυρα και εξαπλώθηκαν σ’ όλα σχεδόν τα παράλια της Μεσογείου και του Ευξείνου και μετά από τον Μέγα Αλέξανδρο στην Ασία μέχρι τις Ινδίες. Η διαρκής μετανάστευση και διασπορά είναι το χαρακτηριστικότερο σημείο της αρχαίας Ελληνικής ιστορίας. Αν ο ελληνισμός ξαπλωνόταν γύρω του σε συμπαγή όγκο, όπως ο γερμανισμός και ο σλαυισμός, θα ήταν βέβαια σήμερα το μεγαλύτερο έθνοςτου κόσμου. Αλλά η μετανάστευση του Ελληνισμού από την Ευρώπη στην Ασία, ενώ είχε ως αποτέλεσμα την ολιγανθρωπία και την υποδούλωση της παλαιάς Ελλάδος, δεν μπόρεσε τελικά ούτε τους μετανάστες να σώση. Την ζωτικότητα των μεταναστών αυτών φανερώνει η ανυπέρβλητη ακμή πνευματική και οικονομική και εν γένει εκπολιτιστική, που βασίλευε σ’ Ελληνες και ιθαγενείς της Αιγύπτου, της Συρίας, της Παλαιστίνης και της Μ. Ασίας. Στην παγκόσμια ιστορία δεν υπάρχει θαύμα μεγαλύτερο από το εκπολιτιστικό κατόρθωμα των Ελλήνων, που επήγαν ύστερα από το Μέγα Αλέξανδρο στην Ασία και την Αίγυπτο.
Και όμως ο Ελληνισμός αυτός, που υπηρέτησε τόσο λαμπρά τον πολιτισμό, έμελλε τόσο άδοξα να χαθή μόνο και μόνο γιατί κατείχε πόλεις και δεν μπόρεσε να επεκταθή στην ύπαιθρο. Πράγματι στην Ασία και στην Αίγυπτο ο Ελληνισμός ίδρυσε άπειρες πόλεις, που ακμάσανε και επληθύνθηκαν εξαιρετικά. Στην ύπαιθρο όμως λίγοι Ελλήνες πήγαν, ο γεωργοκτηνοτροφικός πληθυσμός αποτελείτο από ιθαγενείς, που μιλούσαν πάντοτε τη γλώσσα τους. Μόνον όσοι ιθαγενείς ερχόσαντε στις πόλεις εξελληνίζοντο. Οι άλλοι μισούσαν τους Ελληνες και γι’ αυτό μόλις φάνηκαν οι Άραβες πήγαν μαζί τους και τους βοήθησαν να καταλάβουν με τόση ευκολία την Αίγυπτο, τη Συρία και την Παλαιστίνη. Έτσι ο Ελληνισμός ο οποιός έμεινε εκεί κάτω χίλια χρόνια σχεδόν, από τον Μέγα Αλέξανδρο μέχρι τον Ηράκλειο, δεν κατόρθωσε να καταλάβη την ύπαιθρο και γι’ αυτό τελικά υποχωρεί. Τα εκατομμύρια των Ελλήνων φεύγουν, σφάζονται ή εξισλαμίζονται. Οι Σλαύοι στην Βαλκανική ξαπλώθηκαν σαν ποιμένες και γεωργοί, ενώ οι Ελλήνες φύγανε από την Αίγυπτο και τη Συρία, γιατί δεν θέλησαν να γίνουν ποιμένες και γεωργοί, να καταλάβουν δηλαδή την υπαίθρο.
Στην Μ. Ασία τα πράγματα διαφέρουν. Εκεί πρώτον μεν οι ιθαγενείς απομονώθηκαν ευκολότερα με τους Ελλήνες στις άπειρες νέες πόλεις, δεύτερον δε οι Ελληνες ξαπλώθηκαν και στην εύφορη ύπαιθρο, στις κοιλάδες του Μαιάνδρου. του Έρμου κ.λ.π. Ακριβώς γιατί η ύπαιθρος της Μ. Ασίας έγινεν Ελληνική, γι’ αυτό κρατήθηκε η χώρα αυτή τόσο πολύ από τους Ελλήνες και έγινε το κύριο στήριγμα στο χιλιόχρονο κράτος του Βυζαντίου. Χωρίς την Μ. Ασία δεν μπορούσε να υπάρξη Βυζαντινό κράτος.
Δεν είναι παράδοξο, αν και σήμερα οι ίδιες συνθηκες έχουν τις ίδιες συνέπειες, αν η νεοελληνική οικονομία είναι αναγκασμένη να ζητάει την συμπλήρωσή της έξω από το εθνικό έδαφος, στη Διασπορά, αν μέχρι τη Μικρασιατική καταστροφή τα 55% του Ελληνισμού ζούσαν στο εξωτερικό, αν η κανονική εξαγωγή του περισσεύοντος πληθυσμού δεν έπαψε να είναι για την Ελλάδα ζήτημα ζωής, αν ναυτιλία και εμπόριο, μετανάστευση και παροικίες παραμένουν η μοναδική διέξοδος για την εθνική εργασία. Πιεζόμενος από τις ίδιες αυτές συνθήκες ο Έλλην χωρικός, αφού έγινε με τη σειρά ζωοκλέπτης, αγωγιάτης, χωροφύλακας, καντηλαναύτης, ψηφοφόρος διαπραγματευόμενος την ψήφο του με τους κομματάρχας, δικηγόρος και πήρε το δίπλωμά του, το άκρον άωτον της νεοελληνικής κοινωνικής ιεραρχίας, χωρίς να δη Θεού πρόσωπο, αφού έφαγε έτσι την άδικη αυτή ατιμία με τη χούφτα, πήρε τέλος τα μάτια του και τράβηξε για την ξενητιά. Ρουμανία, Ρωσσία, Αίγυπτο και τελευταία την Αμερική.
Εκεί έγινε λούστρος, εργάτης, γλυκατζής, ρωμηός κατεργάρης κι όταν μόνος αβοήθητος σαν καλαμιά στον κάμπο, κατάφερε να αποκτήση μερικά χρηματάκια, γύρισε πίσω για να ρίξη στα μούτρα τοκογλύφων και διδασκάλων του ρωμαικού δικαίου το χρέος του και να σχίση τα χαρτιά, όπου ήταν τυλιγμένη η μικρή περιουσία του.
Από απόψεως ατομικής η λύση αυτή ήταν ίσως ένας ηρωισμός, από απόψεως όμως εθνικής καταστρεπτική. Αυτοί που γυρίζουν γίνονται όσο πάει και λιγότεροι, αιτοί που χάνονται για την μικρή πατρίδα ολοένα και πιο πολλοί. Και οι νεώτεροι μετανάστες της Ρωσσίας, Ουγγαρίας, Αμερικής κ.λ.π. διακρίθηκαν για τη ζωτικότητά τους, όπως και οι παλιοί προ του Μεγάλου Αλεξάνδρου και ύστερα από αυτόν. Οι μετανάστες είναι συνήθως νέοι με ζωτικότητα, οι σακάτηδες μένουν στην πατρίδα και σπάνια μεταναστεύουν.
Έτσι μένει διαρκώς ολιγάνθρωπη η εθνική μας κοινωνία, και στις κρίσεις σαν κι αυτή που περνούμε τώρα, δεν μπορεί να συγκρατήσει τους όγκους των λαών που μας ρίχνονται κάθε τόσο εισβάλοντας από τα βόρεια σύνορα μας και από τις γύρω μας θάλασσες.
Είναι κι αυτό μια άποψη που παράλληλα προς την οικονομική και κοινωνική που αναπτύξαμε παραπάνω, πρέπει να δώσει και αυτή τη σφραγίδα της στη φύση και τον προσδιορισμό των εθνικών μας διεκδικήσεων.
Όλος ο κόσμος αναγνωρίζει την ανεπάρκεια της σημερινής εκτάσεως της Ελλαδος να διαθρέψει τους κατοίκους της, πολλοί θα είχανε μάλιστα να προτείνουν ως φάρμακο την επανάλειψη της μεταναστεύσεως των Ελλήνων σε άλλες ηπείρους, κι’ άλλοι ακόμα πιο αμελέτητοι ή επικίνδυνα μεγαλομανείς την παραχώρηση “εντολών” ή αποικιών στη Λιβύη, τη Σομαλία, τη Μαγαδασκάρη και δε συμμαζεύεται. Θα είχαμε όμως να ρωτήσουμε αυτούς που θέλουν να στείλουν τους Έλληνες να ζήσουν στις Λιβύες, τις Σομαλίες, τις Αυστραλίες, τις Μαγαδασκάρες σκέφθηκαν ποτέ τι θα απογίνουν οι νεώτεροι μετανάστες ή τι έγιναν τουλάχιστον οι παλαιότεροι; Γιατί είναι φοβερό βέβαια αλλ’ αληθές, ότι ούτε μια νεώτερη μελέτη δεν έχουμε για το τι έγιναν οι Ελλήνες μετανάστες, πόσοι δηλαδή΄τοις % εναυάγησαν, πόσοι γύρισαν, πόσοι κρατούνται. Αυτοί εξετάζουν μόνο τα εκατομμύρια που ευκολύνουν τη συναλλαγματική μας κατάσταση και τίποτε περισσότερο. Για του μετανάστες που εναυάγησαν αδιαφορούν όπως αδιαφορούσαν και οι μεσίτες που τους έστελναν λαθραίως στην Αμερική κι’ εν ανάγκη τους έπνιγαν στα ύδατα της Κούβας. Ούτε συλλογίζονται πόση ζωτικότητα χάνουμε από τους μετανάστες σαν έθνος, τη στιγμή που οι Βούλγαροι και οι άλλοι γείτονες δεν μεταναστεύουν και είναι έτοιμοι να καταλάβουν τις χώρες, που θα ερημώση η Ελληνική μετανάστευση.
Ούτε μετανάστευση λοιπόν ούτε αποικίες. Οι Ελληνες δεν θέλουν πια να διασπείρονται σ’ όλο τον κόσμο για να εξασφαλίσουν την ευημερία των άλλων με το δικό τους μόχθο και στο τέλος αντί ευγνωμοσύνης να δέχονται τη κλωτσιά που τους στέλνει να πεθάνουν όπως ξεκίνησαν στη φτωχή και άγονη πατρική γη. Βαρέθηκαν πια να δέχονται τ’ αλλεπάλληλα κύματα της προσφυγιας. Το 1905 πρόσφυγες από την Ανατολική Ρωμυλία, τον ίδιο χρόνο άλλοι πρόσφυγες απ’ τη Ρουμανία, το 1912 πρόσφυγες από την Τουρκία, το 1916 πρόσφυγες από την Μακεδονία, το 1918 πρόσφυγες από τον Καύκασο και τη Ρωσσία, το 1920 άλλοι πρόσφυγες από ανατ. Ρωμυλία, το 1922 το απίστευτο ξερρίζωμα εκατομ. αδελφών μας της Θράκης και της Ανατολής, το 1939 νέοι πρόσφυγες από τη Ρωσσία, το 1941 τρεις και τέσσερες φορές πρόσφυγες από την Μακεδονία και τη Θράκη, από το 1912 πρόσφυγε ς και πάλι πρόσφυγες και πάντα πρόσφυγες από τα Δωδεκάνησα, τη Βόρεια Ηπειρο, το Μοναστήρι και άλλες ξενοκρατούμενες ή εχθροκρατούμενες περιοχές. Διώξεις στην Αίγυπτο, απαγορεύσεις εξασκήσεως επαγγέλματος στη Γαλλία και την Τουρκία αναγκαστική πολιτογράφηση και άλλα καταπιεστικά μέτρα και πάνω από όλα η πρόστυχη όσο και άδικη μομφή πως είμαστε κάπηλοι και λαθρέμποροι και αερητζήδες και μεταπράτες, να η περίφημη πράγματι μοίρα των Ελλήνων μεταναστών. Σήμερα όμως ήρθε ο καιρός να πάψουν όλα αυτά. Το έδαφος που μας λείπει θα το ζητήσουμε γύρω μας. Είμαστε ο αρχαιότερος και ιστορικότερος λαός της Βαλκανικής. Τα εδάφη της τρεις χιλιάδες τώρα χρόνια τα ποτίζουμε με το αίμα μας, τα ραντίζουμε με τα δακρυα μας και τα γονιμοποιούμε με τον ιδρώτα μας. Έχουμε συνεπώς δικαιώματα πάνω σ’ αυτά. Και τα δικαιώματά μας αυτά διεκδικούμε αυτή τη στιγμή. Από ποιούς τα διεκδικούμε; Από τους Βουλγάρους κυρίως. Γιατί; γιατί ήσαν δικά μας και μας τα πήραν, χωρίς καν να πολεμήσουν ποτέ τους με τη ληστεία, το δόλο και χάρις τις μανούβρες μιας λεγόμενης μεγάλης και πράγματι ανόητης ευρωπαικής πολιτικής. Αλλά και αν δεν υπήρχε αυτός ο λόγος πάλι οι Βούλγαροι θα έπρεπε να δώσουν εδάφη, αφ’ ενός μεν γιατί έχουμε κι’ εμείς δικαιώματα στη ζωή, πολύ περισσότερα μάλιστα απ’ αυτους, αφ’ ετέρου δε ως αποζημίωση για τα απίστευτα εγκλήματα που έχουν κάνει εις βάρος μας κατά καιρους. Στα σημείο αυτό θα επιμείνουμε ιδιαίτερα και προτού μπούμε στο κεφάλαιο των επιμέρους διεκδικήσεων, γιατί μια κάποια προπαγάνδα τα τελευταία χρόνια είχε προσπαθήσει και προσπαθεί ίσως ακόμα να επιφέρει σύγχυση στα μυαλά των νεοτέρων, ιδίως Ελληνικών γενεών, υποστηρίζοντας άλλοτε ότι πρέπει να δείξουμε μακροθυμία για να μπορέσουν κάποτε να ‘ρθουν και οι Βούλγαροι σε λογαριασμό, κι’ άλλοτε ότι πρέπει να κάνουμε διάκριση μεταξύ Βουλγαρικής κυβερνήσεως που πράγματι φταίει και Βουλγαρικού λαού, που είναι αμέτοχος ο καυμένος από όλες αυτές τις εγκληματικές παρακτροπές. Ας συζητήσουμε λοιπόν και πάνω σ’ αυτό.
ΙΙ.- Δεν είναι η πρώτη φορά που οι Βούλγαροι συμπεριφέρονται εγληματικά εις βάρος της Ελλαδος και των άλλων γειτόνων τους. Πρέπει δε να είναι κανείς ηλίθιος ή πράκτωρ των Βουλγάρων για να υποστηρίζει ότι η συρροή αυτή των εγλημάτων και των ατιμιών γίνεται παρά ή χωρίς τη θέληση των Βουλγάρων. Ο Βουλγαρικός λαός είναι εξίσου υπεύθυνος με τους κυβερνήτες του, όπως και κάθε άλλος λαός είναι υπεύθυνος για τον ηρωισμό ή για τα εγκλήματά του και γενικά για τις πράξεις του. Γιατί λαός δεν θα πει μάζα άψυχη και χωρίς φωνή που θεόσταλτες κατάρες ή έστω και δώρα του Θεού οι κυβερνήτες του παρασύρουν κάθε φορά προς το έγκλημα και την ατιμία ή προς το δρόμο της δημιουργίας και της αρετής. Λαός θα πει σύνολο ζωντανό με δική του θέληση και δικό του πνεύμα, που όπως και αν σχηματίζονται, αυτά και μόνο χαράσουν την κατευθυντήρια γραμμή, που πάνω της κινούνται αναγκαστικά τα άτομα, απ’ τους πιο μεγάλους και δημιουργικούς ηγέτες, ως τον οικτρότερο τυραννίσκο, που θα κατάφερνε να καθήσει στο σβέρκο ενός λαού.
Παράδειγμα εμείς οι Ελληνες: Όταν στα 1917 διαφωνήσαμε με την Κυβέρνηση και τον Βασιληά μας επαναστατήσαμε, γιατί θέλαμε να πολεμήσουμε και να μην μείνουμε ουδέτεροι (πράγμα που δεν είχε ξαναγίνει μέχρι τότε στην ιστορία). Ποιός θα τολμήσει απ’ την άλλη μερια να ισχυριστή πως ο σπιθαμιαίος δικτάτορας της 4ης Αυγούστου μπορούσε, κι’ αν ακόμα το ήθελε, να μας παραδώση στους Ιταλούς τον Οκτώβριο του 40, ή ότι οι σημερινοί Τσολάκογλοι, Ράλληδες και Λογοθετόπουλοι θα μπορούσαν ποτέ να μας εξαναγκάσουν να πολεμήσουμε εναντίον των Ρώσσων συμμάχων μας. Κάτω από τριπλή κατοχή οι Ελληνες βρίσκουμε τον τρόπο να εκδηλώσουμε τη θέληση μας με μεγαλειώδεις λαικές εξεγέρσεις, όπως της 5ης Μαρτίου, 25ης Ιουνίου και 13ης Ιουλίου 1943, και με ενέργειες καθαρά πολεμικές, όπως των εθνικών ομάδων που ξαναζούν στα βουνά μαςτην παράδοση της κλεφτουριάς, εξαναγκάζουμε κατακτητές και εγχωρίους λακέδες τους σε παραίτηση από μέτρα αντισυμμαχικά και αντιλαικά. Δίπλα μας στέκουν οι Σέρβοι. Πέταξαν κατάμουτρα στο Χίτλερ, στους αντιβασιλείς και στους κυβερνήτες τους τα δολώματα της προδοσίας για να προτιμήσουν έστω και τη “δωδεκάτην ώραν” το δρόμο του Γολγοθά.
Τώρα αν η Βουλγαρική Κυβέρνηση μόνο ή ολόκληρος ο Βουλγαρικός λαός είναι υπεύθυνος στην προδοσία των γειτόνων του, όπως και των Άγγλων και των Ρώσσων, αυτό φαίνεται και από την ομόφωνη επιδοκιμασία της εξωτερικής πολιτικής του Φίλωφ στη συνεδρίαση της επιτροπής των εξωτερικών υποθέσεων της Βουλγαρικής βουλής στις 8 Σεπτεμβρίου του 1941. Φαίνεται από το υβραιολόγιο κατά της Αγγλίας που ξέρασε στη Σοβρανιε στις 15 Νοεμβρίου 1941, ο αρχηγός της αντιπολιτεύσεως και ως αγγλόφιλος ως τότε παρουσιαζόμενος Μουσάνωφ. Φάνηκε από τις εκπομπές του βουλγαρικού ραδιοσταθμού, από τις ενθουσιώδεις λαικές εορτές που οργάνωσαν παντού οι Βουλγαροι χωρικοί προς τιμή των Γερμανών στρατιωτών, φάνηκε στη γενική και πρόθυμη συμμετοχή ολόκληρου του Βουλγαρικού λαού στο χειμερινό έρανο προς βοήθειαν του Γερμανικού εισβολέως του Ανατολικού μετώπου, φάνηκε με την αποστολή γιατρών και υγειονομικού υλικού στα γερμανικά νοσοκομεία και ακόμη περισσότερο από την ψυχολογία του Βουλγαρικού λαού όπως την αντελείφθησαν επί τόπου τρίτοι ψύχραιμοι παρατηρητές. Ας παραθέσουμε δύο μ.ονο από τις παρατηρήσεις αυτές.
Η πρώτη ανήκει στον διευθυντή του αμερικανικού Κολλεγίου Σόφιας MODAK, ο οποίος επί 20 χρόνια εργάσθηκε για τη σύσφιξη των αμενικανικοβουλγαρικών σχέσεων. Σε δηλώσεις του που έγιναν στην Κωνσταντινούπολη στις αρχές του 1942, μετά την αναχώρησή του από τη Βουλγαρία, είπε τα εξής για την ευθύνη του Βουλγαρικού λαού: “Είναι πλάνη να πιστεύεται, ότι η θέληση του Βουλγαρικού λαού εκβιάστηκε από την κυβέρνηση Φίλωφ και ότι αυτή φέρει μόνο την ευθύνη για τη σημερινή θέση της Βουλγαρίας. Η πολιτική της κυβερνήσεως Φίλωφ εγκρίνεται και ακολουθείται από τους περισσότερους. Δεν υπάρχει σχεδόν μορφωμένος Βούλγαρος που να μην επιθυμεί τη νίκη της Γερμανίας. Οι προσπάθειές μας επί τόσα χρόνια δεν έφεραν αποτέλεσμα. Οι Βούλγαροι παρέμειναν πιστοί στις δυνάμεις εκείνες που με τη βία και τη διαρπαγή επιδιώκουν να ικανοποιήσουν τα κατακτητικά τους ενστικτα. Χάρτες της Μεγάλης Βουλγαρίας, όπως παρουσιάζεται μετά την ποδοπάτηση των εδαφών των γειτόνων της, κατέκλεισαν τη χώρα και βρίσκοναι αναρτημένοι και στο πιο φτωχό σπίτι. Η ιδέα της Βουλγαρίας, ηγεμόνος της Βαλκανικής χερσονήσου ουδέποτε υπήρξε ζωηρότερη . . . Θα ήταν ίσως λαμπρότερη ίσως ακόμα, αν δεν άρχιζε να την επισκιάζει ήδη ο τρόμος ότι οι μεγάλες Δημοκρατίες ίσως μια μέρα ανατρέψουν την κατάσταση που δημιουργήθηκε εκεί”.
Πέρνουμε τη δεύτερη περικοπή απ’ την Πολιτική Επιθεώρηση “The second great War” (Τεύχος Ιουνίου 1941), όπου το Αγγλικό Υπουργείο των Εξωτερικών δημοσιεύει κάθε μήνα στοιχεία σχετικά με την εξέλιξη του πολέμου. Να τι λέει για τη Βουλγαρία : “ Η απόφασις της Βουλγαρίας ελήφθη με μεγάλη πλειοψηφία, όχι τόσο επειδή η Βουλή είχε αποφανθεί προηγουμένως υπέρ της συμπράξεως με τον Αξονα, αλλά κυρίως γιατί όλες οι τάξεις του λαούεπιθυμούσαν την έξοδο της Βουλγαρίας στο πλευρό της πρώην συμμαχου της Γερμανίας. Ο στρατός, οι κάτοικοι των πόλεων, οι πολιτικοί, οι βουλγαρομακεδόνες, οι πολυάριθμες οργανώσεις, οι υπάλληλοι, όλοι αυτοί επικρότησαν την απόφαση του Βασιλέως και της Κυβερνήσεως του κι’ η μέρα της εισόδου των Γερμανών ήταν γι’ αυτούς μέρα ενθουσιασμού και ελπίδων”. Εάν Βουλγαρικός στρατός δεν πολέμησε στην Ρωσσία, αυτό οφείλεται μόνο και μόνο στην απόφαση του Γερμανικού Στρατηγείου, που θέλησε να τον κρατήσει στην Βαλκανική δεσμοφύλακα των γειτόνων του και φρουρό των τουρκικών συνόρων, πράγμα που επέτρεψε σε ισαρίθμους γερμανούς να κινηθούν προ βορράν. εάν τους είχε δώσει άλλη διαταγή το γερμανικό στρατηγείο, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι θα πολεμούσαν τους Ρώσσους με την ίδια λύσσα που τους πολέμησαν και στα 1916 στη Δοβρουτσά. Απ’ την άλλη μεριά μόλις βεβαιωθούν οι Βουλγαροι ότι ο Άξων καταρέει θα είναι οι πρώτοι που θα ζητήσουν να τον κτυπήσουν για να εξιλεωθούν στα μάτια των νικητών.
Δεν θα είναι άλλωστε η πρώτη φορά που Βούλγαροι ύστερα από το ναυάγιο των κατακτητικών τους εξορμήσεων, θα προσπαθήσουν να ρίξουν τις ευθύνες στους ηγέτες τους και να εμφανίσουν τον εαυτό τους σαν την αθώα περιστερά που παρά τη θέλησή της μεταβλήθηκε σε κοράκι που τρέφεται από σάρκες ελληνικές.
Έτσι η δόλια και αιφνιδιαστική επίθεση του 1913, αποδόθηκε σε βασιλικοστρατιωτικό προξικόπημα του Φερδινάνδου και του Σαβώφ. Η συμμετοχή στον πόλεμο του 14 και η μαχαιριά στην πλάτη των Σέρβων, που μέχρι τη στιγμή εκείνη νικούσαν τους γερμανοαυστριακούς στον ίδιο τον Φερδινάνδο και τον Ραδοσλαύωφ, ενώ ο διάδοχός τους δημοκρατικός Μαλίνωφ έκανε διαβήματα στη Κυβέρνηση του Κερένσυ για της εγγυηθεί τη Μακεδονία στα όρια, που η ίδια η Ρωσσία είχε χαράξει με την συνθήκη του Αγίου Στεφάνου. Αργότερα ο αγροτοκομμουνιστής δικτάτορας Σταμπολίνσκυ, αφού βυσσοδόμησε ένα σωρό εις βάρος μας με τα σχέδια του περί ενιαίου βουλγαρονοτιοσλαυικού κράτους με φυσική διέξοδο τη Θεσσαλονίκη, βρήκε στο τέλος μετά την μικρασιατική καταστροφή την ευκαιρία για να ζητήση στη Λωζάνη τη Θράκη μας, προς την οποία είχε αρχίσει να εξαποστέλλει τις κομιτατζηδικές του ορδές.
Δεν χρειάζονταν λοιπόν προφητικά χαρίσματα για να περιμένει κανείς με βεβαιότητα, πως υπεύθυνη τούτη τη φορά θα είναι ο Βόρις και η κυβέρνηση του Φίλωφ, που εκπροσωπώντας μιλιταριστικά και αστοτσιφλικαδικά συμφέροντα, εκμεταλλεύθηκαν και πίεσαν τον αγαθώτατο βουλγαρικό λαό τόσο, ώστε να τον εξαναγκασουν να γίνει σφαγεύς των γειτόνων του.
Το σύνθημα για ένα τέτοιο τροπάρι έχει κιόλας δοθεί από βουλγαρικούς κύκλουςτου εξωτερικού, μόλις άρχισαν τα πράγματα ν’ αλλάζουν τροπή. “Ενώσεις Ελευθέρων Βουλγάρων” ξεφύτρωσαν από τωρα σε κάποιες συμμαχικές ή ουδέτερες πρωτεύουσες, όλο το παλιό βουλγαρικό πρόγραμμα των κομιτάτων και του προηγούμενου πολέμου προχωρεί μέρα με την μέρα προς την ολοκληρωτική του εφαρμογή.
Άλλοτε ήταν η δημοκρατική επανάσταση που τιμωρώντας τον “επίορκο βασιλέα” είχε προσπαθήσει να εξασφαλίσει στο γιό του, τον μετά 25 χρόνια νέον “επίορκο βασιλέα” τους καρπούς του εγκλήματος. Σήμερα η επανάσταση αυτή θα είναι η ταξική και κοινωνική που θα διώξει τον άρπαγα βασιλέα και την αστικοτσιφλικάδικη κλίκα του, αλλά και που θα προσπαθήση και αυτή με τη σειρά της να κρατήση τα προιόντα της αρπαγής. Είναι η τακτική των παλιών μικροκλεφτών κάποιας ελληνικής επαρχίας διατυπωμένη από τους ίδιους σε μια εξομολόγηση που σε συγκινεί πράγματι μετην ειλικρίνειά της : “Εάν με ίδουσι αστειεύουσι, εάν δεν με ίδουσι το παίρνουσι και φεύγουσι”. Έστι και οι Βούλγαροι αν αποτύχουν δεν φταίνε αυτοί, αλλά οι κακοί αρχηγοί που τους παρέσυραν στην καταστροφή, αν πάλι πετύχουν τότε κάθετι που έγινε από τους κακούς αρχηγούς είναι καλά καμωμένο και όποιος θελήση να το αλλάξη θα έχει να λογαριαστή μ’ ολόκληρο το βουλγαρικό λαό.
Θα μας πουν μερικοί πως η μέθοδος αυτή, χοντροκομένη όπως είναι και χωρίς ντροπή, δεν θα μπορούσε να καταφέρει και μεγάλα πράγματα, αν όμως κρίνουμε από την επιτυχία που σημείωσε στο παρελθόν σε ορισμένους κύκλους του εξωτερικού, και ότι οι κινούμενοι από συμφέροντα ή δογματική βλακεία δεν λείπουν ακόμα και μέσα από τους δικούς μας κύκλους, και ιδίως εκείνους που είναι γνωστοί από παλιά για τους ιδιαίτερους δεσμούς τους με τους αυριανούς Βουλγάρους πρωταγωνιστάς της μεταβολής, τότε πρέπει να εξετάσουμε το ζήτημα από τώρα με όλη την απαιτούμενη προσοχή για να μην πέσουμε σε παγίδα καταστρεπτική για τα εθνικά και κοινωνικά συμφέροντα του ελληνισμού.
Τέσσερες γείτονες έχουν οι Βούλγαροι. Και με τους τέσσερες στα μαχαίρια. Να υποθέσουμε παραμερίζοντας προς στιγμήν τα γεγονότα, ότι φταίνε οι τέσσερες άλλοι, δεν θατανε λογικό . Άρα φταίει κάποιος άλλος. Κι ο άλλος αυτός είναι ο βουλγαρικός λαός. Ένας λαός που δεν έχει αίσθημα, δεν γνώρισε μέτρο, δεν χορταίνει ποτέ του, έχει μέσα του την πρωτόγονη μανία της ρεμούλας και της καταστροφής. “Ένας άγριος, κτηνώδης, στερούμενος πάσης ανατροφής και παιδεύσεως όχλος, έτοιμος για κάθε χυδαιότητα, που δεν θα μπορούσε κανείς καν να σκεφθεί”, αυτός είναι ακόμα και για τους ελαχιστοτάτους ακόμα φωτισμένους βουλγάρους ο βουλγαρικός λαός (Ακέκο Κωνσταντίνωφ, ο Μπάι Γκάνιος σελ. 165 ελλ. μετ. Ο συγγραφέας του βιβλίου αυτού όπου περιγράφεται σ’ όλη την προστυχιά και κτηνωδία ο βουλγαρικός λαός είχε την ατυχία να δοκιμάση ο ίδιος αυτές του τις αρετές. Στις εκλογες του 1896, πηγαίνοντας εκλογική περιοδία μαζί με τον υποψήφιο του κόμματος των δημοκρατικών και κατόπιν Υπουργό Μιχαήλ Τάκεφ, στην ελληνική κωμόπολη της Ρωμυλίας Περιστερά, γενέτειρα του Τάκεφ, έπεσε θύμα ενέδρας που είχε στήση ο δήμαρχος καποιου χωριού του αντιθέτου κόμματος για την δολοφονία του Τάκεφ. Ο Μπάι Γκάνιος είναι μια θαυμάσια σάτυρα του βουλγάρου που τον παριστάνει όπως είναι πραγματικά).
Ας είχε τουλάχιστον τον ανδρισμό του πολεμιστή. Ούτε αυτός δεν έχει. Ο Βούλγαρος δεν είναι πολεμιστής . Δολοφόνος είναι. Ποτέ του δεν κατέβηκε σε πόλεμο ανοιχτό με τους εχθρούς του. Περιμένει πάντοτε να τους βρει εξαντλημένους από την επίθεση κάποιου άλλου, πιο δυνατού, για να έχει αυτός ύστερα τη χαρά να σκηλεύη ανενόχλητα τα πτώματά τους. Είναι ο μόνος λαός της Βαλκανικής που δεν πολέμησε για τη λευτεριά του. Όταν οι στρατοί του Τσάρου τους απελευθέρωσαν στα 1877 οι Βούλγαροι δεν προσέφεραν ούτε μια διμοιρία στρατιωτών εκτός από λίγες βρωμερές συμμορίες δολοφόνων που σέρνονταν πίσω από τους Ρώσσους για να σφάζουν και ληστεύουν προλαλώντας την αγανάκτηση και τον αποτροπιασμό και αυτών ακόμα των Ρώσσων.
“Στην αρχή της Εκστρατείας, γράφει ο Τσέχος καθηγητής Νίντερλε (Η Σλαυική φυλή 2α Εκδ. Παρίσι 1916 σελ. 189), οι Βούλγαροι το ‘σκασαν ομαδικά από τη Στάρα Ζαγορά, το Καζανλίκ, την Κιόψα, τη Ζλάτιστα, προς τα βόρεια και δεν γυρίσανε στα σπίτια τους παρά μόνο όταν οι Ρώσοι προχώρησαν προς το νότο”. Μάταια ζητούσαν οι Ρώσσοι στο πέρασμά τους “μπρατούσκι” (αδελφούληδες) να τους βοηθήσουν στην απελευθερωτική εκστρατεία τους. Δεν τους βρίσκανε πουθενα, τόσο ώστε όπως ξέρει όλος ο κόσμος κι’ όπως βεβαιώνουν πολλοί συγγραφείς στα βιβλία τους, δημιουργήθηκε τότε στην Ευρώπη ένα παιχνίδι που γνώρισε μεγάλη επιτυχία κι’ είχε για όνομα “ Που είναι ο Βούλγαρος;” (chercher le Bulgare). “Όχι μόνο λέγει ο Γάλλος ιστορικός Δουρναβό, οι στρατιώτες, αλλά και οι Ρώσοι στρατηγοί απορούσαν, γιατι τους αναγκάζανε να ελευθερώσουν ένα λαό που ποτέ του δεν το ζήτησε και που αντί να διαμαρτυρηθή από πέντε αιώνων εναντίον του Τουρκικού ζυγού βρισκότανε σε άμεση συνάφεια με τους Τούρκους και διατηρούσε μ’ αυτούς φιλικές σχέσεις”. (“Η Ρωσσία και η Ορθόδοξος Ανατολή” σελ. 28). Τούτο εννοείται δεν εμπόδισε τους Βουλγάρους όπως βεβαιώνει ο Άγγλος ιστορικός W. Millre εις την “Ιστορία – του – της – Βουλγαρίας” (σελ. 80), να σφάζουν κτηνωδώς τους τέως φίλους των.Μήπως όμως έχουν πολιτικότητα; Κάθε άλλο.γεμάτοι από ενστικτώδη δολιότητα χωριάτικη κουτοπονηριά προσπαθούν πάντα να επιβληθούν με την εξόντωση των ανωτέρων λαών που τους περιστοιχίζουν για να την πάθουν στο τέλος κάθε φορά. Το 1891 ο Χαρίλαος Τρικούπης έκανε την απόπειρα να συμμαχήση με τους Σέρβους και τους Βουλγάρους εναντίον της Τουρκίας. Στη Σόφια ο πρωθυπουργός Σταμπούλωφ καταπρόδοσε τον Έλληνα συνάδελφό του στους Τούρκους. Στη δεύτερη συνάντησή τους είχε κρυμένο για να κρυφακούει πίσω από ένα παραπέτασμα τον Τούρκο διπλωματικό πράκτορα. Όπως δε βεβαιώνει ο γνωστός Άγγλος φίλος των Βουλγάρων Μπάουτσερ (The Balkan question, 1915, sel. 89) έσπευσε ευθύς αμέσως ο ίδιος στην Κωνσταντινούπολη για να πληροφορήση τον σουλτάνο Αβδούλ Χαμίτ με αντάλλαγμα τις εξής παραχωρήσεις στην Μακεδονία και την Ευρωπαική Τουρκία εν γένει : 1) Δύο βεράτια που αναγνώριζαν το διορισμό Βουλγάρων δεσποτάδων στο Νευροκόπι και στα Βελεσσά, 2) την αναγνώριση 40 νέων Βουλγαρικών κοινοτήτων, 3) την αναγνώριση στα Βουλγαρικά σχολεία ίσα δικαιώματα με τα Ελληνικά, 4) τη δωρεά οικοπέδου στο Βούλγαρο έξαρχο στη Πόλη για την ανέγερση ιερατικής σχολής και την άδεια ν’ αγοράζη οικόπεδα στο Πέραν. (Κάποιος άλλος πρόγονος του Σταμπούλωφ. ο Τσάρος Σισμάν ο Γ, έκανε κάτι χειρότερο εις βάρος του αυτοκρατόρος του Βυζαντίου Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Ούτε πολύ ούτε λίγο τον συνέλαβε αιχμάλωτο τη στιγμή όταν στα 1665 είχε πάει στη Βουλγαρία να ζητήση τη βοήθειά του κατά των Τούρκων και δεν τον ελευθέρωσε παρά μόνο με την ένοπλη επέμβαση του κομήτος της Σαβοίας). Την ίδια τύχη είχε και προηγούμενη όμοια πρόταση του Σέρβου πολιτικού Πάσιτς στα 1889. Πριν από τον πόλεμο του 1897 ο Δεληγίαννης, είχε ζητηση τη συνδρομή της Βουλγαρίας. Έγιναν τακτικές διαπραγματεύσεις από το Δεκέμβρη του 1896 μέχρι την άνοιξη του 1897. Όταν εξερράγη ο πόλεμος η Βουλγαρία ανέκρουσε πρύμναν με αντάλλαγμα από την Τουρκία τρεις ακόμα επισκοπές. Την 1η Ιανουαρίου 1907 ο Φερδινάνδος έλεγε στον επιτετραμένο της Ελλάδος Α. Καραπάνο: “Δεν έχασα την ελπίδα της συννενοήσεως με την Ελλάδα”. Ο Γάλλος Αλιζέ προσφέρθηκε ως μεσάζων. Ο Καραπάνος διέκοψε τις συννενοήσεις λέγοντας: “Οι Βούλγαροι δεν έχουν ειλικρινή διαθέση συμπράξεως”.
Με την ίδια άπληστη και δόλια συμπεριφορά τους την έπαθαν στο Μακεδονικό αγώνα και έχασαν με την αντίδραση που γέννησαν και περιφέρειες που είχαν κατορθώσει μέχρι τότε να κερδίσουν κάποιαν επιρροή.
Στα 12 χωρίς συνθήκη διανομής, άφηναν τη λεία της Μακεδονίας για να κυνηγήσουν το δόλωμα της Κωνσταντινουπόλεως. Στα 13 την Καβάλα, που τους έφυγε από τα χέρια που απλώνονταν να κλείσουν τη Θεσσαλονίκη.
Τον Σεπτέμβριο του 15, όπως αργότερα τον Απρίλιο του 41, η Βουλγαρία έβγαινε στον πόλεμο “παρά το πλευρό των νικητών”. Ήταν νικητες τότε όπως και τώρα, οι Γερμανοί, γιατί κατόρθωναν να καταλάβουν ένα μέρος της Δυτικής Ευρώπης και να εισβάλλουν στο Ρωσσικό έδαφος.
Έτσι ήταν πάντα οι Βούλγαροι. Λαός που δεν πιστεύει σε τίποτε άλλο παρά μόνο στο νόμο της βίας. Εδώ έχει την πηγή της και η έλξη που οι “Πρώσσοι της Ανατολής”, όπως με αυταρέσκεια αποκαλούνται, νοιώθουν για τους Πρώσσους της Δύσεως και που τους κάνει να τους βλέπουν κάθε φορά σαν νικητές και σαν σωτήρες. απ’ την ίδια αιτία και η αδυναμία τους να συλλάβουν κάθε νοητή και όχι αισθητή σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ν’ αποκτήσουν συνεπώς κάποια βαθύτερη εμπειρία. Και τα πιο βαρειά παθήματα δεν τους αποτρέπουν από την επανάληψη των ιδίων ακριβώς σφαλμάτων.
Ακαταμάχητη παρόρμηση που τους σπρώχνει αδιάκοπα να ξεχυθούν και να κλατακλύσουν, ν’ αρπάξουν γη και άλλη γη, να κατακτήσουν ύλη, πάντα ύλη, σημάδι κι’ αυτό αδιάψευστο της ταταρικής καταγωγής, χαρακτηρίζει από την πρώτη ιστορική του εμφάνιση μέχρι σήμερα τον Βουλγαρικό λαό.
Ύστερα από χίλια και πλέον χρόνια που ζουν ανάμεσα σε πολιτισμένους λαούς οι Βουλγαροι κυβερνούνται ακόμα από ένστικτα και παρορμήσεις, που όχι μόνο δεν έχουν θέση στο σημερινό πολιτισμό, αλλ’ αποτελούν τέλεια άρνηση της ιστορικής ζωής. Οι Βούλγαροι σφάζουν, ληστεύουν, καίνε, εξολοθρεύουν. Όχι μόνο οι κομιτατζήδες και τα όργανα του Βουλγαρικού φασισμού. Όλοι οι Βούλγαροι. Βούλγαροι έφεδροι είναι αυτοί που εκτελούν τους φόνους, τους βιασμούς και τις αρπαγές και Βούλγαροι πολίτες είναι αυτοί που κατεβαίνουν στο Αιγαίο για να λεηλατήσουν τις Ελληνικές περιουσίες. Ούτε ακούστηκε μέχρι τώρα καμμιά διαμαρτυρία από βουλγαρικό κόμμα, επιστημονική, θρησκευτική ή επαγγελματική οργάνωση για το διωγμό που γίνεται ή μάλλον συνετελέσθη εναντίον του ελληνισμού.
Όλα τα βουλγαρικά κόμματα παραδέχθηκαν ρητά ή σιωπηρά την εξαφάνιση των Ελλήνων από τις εστίες τους με το διπλό σκοπό: τα μεν κόμματα που παραστένουν το φίλο των συμμάχων ή μερικών τουλάχιστον απ’ αυτούς να θέσουν ζήτημα βουλγαρικό και μετά τη συμμαχική νίκη για τις βόρειες επαρχίες μας και να στηριχθούν στη εθνολογική αλλοίωση για να το κερδίσουν έστω και μερικώς, οι δε άλλοι που είναι σαφως αξονόφιλοι για να μην έχουν δυσκολίες σε περίπτωση που θα κέρδιζε τον πόλεμο ο Άξων με δήθεν δημοψηφίσματα κ.λ.π.
Μπροστά στην πραγματικότητα αυτή δεν έχουν να πουν τίποτα οι περί φασισμών και κομμουνισμών νεολογισμοί. Ο βούλγαρος είναι πάντα βούλγαρος, ότι και να το κάνεις, όπως και να το πεις. Αν δεν ήταν έτσι βουλγαρο – μακεδονικό κομιτάτο και βουλγαρικό κομμουνιστικό κόμμα δεν θα είχαν τις ίδιες απόψεις πάνω στο ζήτημα της αυτονομήσεως της Μακεδονίας και Θράκης, λύσεως που τόσα οφέλη τους έχει προσκομίσει στο παρελθόν. Βούλγαροι σοσιαλιστές του Σακάζωφ, αγροτοκομμουνιστές του Σταμπολίνσκυ, δημοκρατικοί του Μάλινωφ, που πιθανόν να διαφωνούσαν, όπως λέγανε στον προηγούμενο πόλεμο για το στρατόπεδο που έπρεπε να πάρει θέση η Βουλγαρία δεν θα ήσαν απολύτως σύμφωνοι με την κυβέρνηση του Ραδασλαύωφ στο ότι η Βουλγαρία έπρεπε να κρατήση τα όσα με τη βία άρπαξε από τους γείτονές της. Το ίδιο παιχνίδι προσπαθεί να παίξει και σήμερα το κομμουνιστικό κόμμα της Βουλγαρίας και δεν μπορεί να πει κανείς ότιδεν έχει σημειώση κάποια επιτυχία όταν το ελληνικό κομμουνιστικό κόμμα ακολουθώντας σαν στραβό τα συνθήματά του, δεν ξέρει Μακεδονία ελληνική και Βουλγάρους κατακτητές, παρά μακεδονική εθνότητα που καταπιέζουν εξίσου Έλληνες και Βούλγαροι φασίστες, και όταν το ίδιο αυτό κόμμα που λέγεται ελληνικό, τολμάει να θέτη στην ίδια γραμμή υπέροχους εθνομάρτυρες και ανθρωπιστές, όπως ο Ρήγας, με γνωστούς απαίσιας μνήμης κομιτατζήδες, όπως ο Γκότσε Νιέλτεφ και ο Τσακαλάρωφ, που έχουν στο ενεργητικό τους εκατοντάδες θυμάτων από τους ωραιότερους εκπροσώπους του μακεδονικού ελληνισμού. Για όσους δεν μπορούν να πιστέψουν μια τόσο φριχτή παραγνώριση της πραγματικότητας και μια τέτοια ασέβεια στους ποταμούς των αιμάτων με τους οποίους χιλιάδες χρόνια τώρα οι Ελληνες ποτίζουν τη μακεδονική γη. παραθέτουμε εδώ τρία μόνο έγγραφα από τις δεκάδες που θα μπορούσε να εμφανίσουμε σχετικά. Τα δύο πρώτα είναι προκυρήξεις του κομμουνιστικού κόμματος της περιφερείας Καστορίας και έχουν ως εξής:

ΠΡΟΚΗΡΥΞΗ
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ
ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ
Προς
τον Μακεδονικόν λαόν

ΜΑΚΕΔΟΝΕΣ

   Μακεδονικέ λαέ. Κατάλαβε μια για πάντα πως κίνητρο στη δράση μας έχουμε τα ιστορικά παραδείγματα του Ρήγα για την αποτίναξη της σκλαβιάς χωρίς να ξεχνούμε ποτέ τους ομοίους του στις σκέψεις και στις αρχές Μακεδόνες αγωνιστές Ντέλτσεφ και Τσακαλάρωφ κ.λ.π.

   Μακεδονικέ λαέ. το κομμουνιστικό κόμμα γνωρίζοντας τον πόνο κάθε καταπιεσμένου λαού σας καλεί να τρέξετε ολόψυχα στον αγώνα μας για την πραγματοποίηση της λευτεριάς, αφήνοντας στην μπάντα κάθε αμφιβολία σας. Δεν πρέπει να ξεχάσετε ποτέ τα λόγια του μεγάλου αγωνιστή Ντέλτσεφ, που έλεγε όποιος σκλαβωμένος θέλει τη λευτεριά του πρέπει ν’ αγωνισθη για την κατάκτησή της.

ΖΗΤΩ Η ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΤΩΝ ΛΑΩΝ
ΖΗΤΩ ΤΟ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ

ΠΡΟΚΗΡΥΞΗ
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ ΤΗΣ
ΕΛΛΑΔΟΣ
ΠΡΟΣ
ΤΟΥΣ ΜΑΚΕΔΟΝΑΣ ΧΡΟΥΠΙΣΤΑΣ ΚΑΙ
ΠΕΡΙΧΩΡΩΝ

Αδέλφια!

   Μακεδόνες. Τινάξετε τη στάχτη που ρίχνουν στα μάτια σας οι Ραβάλ, Βορίδες και Μεταξάδες, αυτοί είναι πάντα αδελφομένοι με ένα και μοναδικό σκοπό την υποδούλωση των Μακαδόνων, το ρούφηγμα του αίματός τους και του ιδρώτα τους όπως ακριβώς κάνουν για κάθε λαό.
Μη λησμονήτε πως είσαστε Μακεδόνες και τίποτα άλλο, ένα έθνος που έζησε εδώ και χίλια χρόνια κάτω από τη βία των κατακτητών και κάθε τόσο αλλάζει χέρια αφέντη. Μη λησμονήτε ότι τα παιδιά της Μακεδονίας έχουν δώσει ποτάμι το αίμα τους για τη λευτεριά. Μιμηθήτε την εσωτερική Μακεδονική επαναστατική οργάνωση (Ε.Μ.Ο.), τους αρχηγούς της Ντέλτσεφ και Τσακαλάρωφ, τους οποίους οι βούλγαροι καταχτητές θέλησαν να σας τους κρύψουν και να τους παρουσιάσουν στα μάτια σας σαν εθνικούς ήρωες της Βουλγαρίας. Μη λησμονήτε το Ήλιντεν και την δολοφονία των πιο πάνω ηρωικών παιδιών της Μακεδονίας, που δολοφονήθηκαν άναδρα από τους πράκτορες του βουλγαρικού και του ελληνικού φασισμού και που από τότε οι αλυσίδες της σκλαβιάς μπήχτηκαν πιο βαθειά στις σάρκες σας.
ΑΔΕΛΦΙΑ. ΤΑ σημερινα παιδιά σας που πήραν το τουφέκι δίπλα στους αδελφούς σας Ελλήνες, μα τους Ελλήνες αυτούς που δεν έχουν καμιά σχέση με τους λύκους Τσαχτσήρα, Μανιαδάκη και Μεταξά, ακολουθούν τον τίμιο δρόμο του Ντέλτσεφ που οδηγεί στην λευτεριά και την τιμή.
ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΟΥΣ ΠΡΟΔΟΤΕΣ
ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΣΤΟ ΛΑΟ

Η ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ
ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ”

Το τρίτο αποτελεί αντίγραφο του βουλγαρικού στρατηγείου προς την Διοίκηση του Μακεδονοβουλγαρικού κομιτάτου και συνιστά την ένταση της διώξεως των Ελλήνων Εθνικιστών μόνο. Να ολόκληρο το κείμενο της:

“Προς την Διοίκησιν Κομιτέτ Μακεντόνσκυ Μπουλγκάρσκυ

                                                                                                   Κοστίρτσκυ

ΔΙΑΤΑΓΗ

Έχοντες υπόψιν τα άρθρα του νόμου 17 – 16, του νόμου 5194 και την υπ’ αριθμό 67/3/4/1943, γνωμοδότησιν του συμβουλίου της Σοβράνιε

ΔΙΑΤΑΣΣΟΜΕΝ

Την διενέργειαν ευρείας προπαγάνδας προς τον σκοπόν να επιφέρει σοβαράς ταραχάς καθ’ άπασαν την περιφέρειαν. Εντέλλεσθε όπως μην αδρανήσετε λήψιν μέτρων αφορώντων τήρησιν τάξεως περιφερείας. Εντείνατε δίωξιν Ελλήνων εθνικιστών μονον. Συγκεκριμέναι πληροφορίαι παρά Γερμανικού Στρατιωτικού Φρουραρχείου αναφέρουν ομαδικάς μεταναστεύσεις υμετέρων πολιτοφυλάκων εν Α. Μακεδονία προς το Γ Σώμα Στρατού Κατοχής. Δι’ αναφοράς ημών απεφασισθη η παράδοσις πάντων των συλλληφθέντων πολιτοφυλάκων περιφερείας σας. Μεταφερθήσονται άπαντες εις τας φυλακάς Βαλαντόβου. Αποστέλλεται κατάλογος συλληφθέντων.

ΔΙΑΤΑΓΗ

Κοινοποίησις Α Τμήματος 3ης Διευθύνσεως .

Κοινοποιούνται κατωτέρω το υπ’ αριθ. Δ 105 της 9/5/1943 έγγραφον 3ης Διευθύνσεως (Τμήμα Α) εντελλόμεθα όπως εντείνητε μέχρι μεγίστου δυνατού ορίου προσπαθείας για την αποτελεσματικήν δίωξιν
πάντων των εν τη περιφερεία σας δρώντων Ελλήνων εθνικιστών συνεργαζομένων μετά φυγάδων Σέρβων, Μαυροβουνίων και Αλβανών.
Προσοχή. Προσοχή εις τα όργανά σας κατασκοπείας. Διενεργήσατε έλεγχον ομαδικό ημετέρων πολιτοφυλάκων χωρίων Ζέλοβο, Ανταρτικόν, Οστμα, Τρίγωνον, Μπρένιτσα – Βατοχώρι. Περίπτωσης συνήθης.
Συνεργάζονται μετά των ανταρτών δωροδοκούμενοι απλήστως. Αναμένομεν αναφορά πάντων των αρχηγών όλων των διοικήσεων,
Τ.Τ. 124/13-6-43
Ανωτ. Διοικ. Διευθ.

Ύστερα από τη θλιβερή αυτή παρένθεση ας γυρίσουμε πίσω στο θέμα που μας απασχολεί. Τι πρέπει να γίνη αυτή τη φορά με τους Βουλγάρους, αν όλοι παραδεχθούμε ότι οι παραπάνω διαπιστώσεις, βγαλμένες όλες από την ιστορία πρόσφατη και παληά είναι αληθινές; Σκληρό αλλ’ αναγκαίο επακόλουθο αυτών των διαπιστώσεων είναι πως θάταν ανοησία να ξεκινήση κανείς για τη λύση του βουλγαρικού προβλήματος μ’ οποιαδήποτε θεωρία της ιστορίας. Πέφτουν σε λάθος ασυγχώρητο απ’ την άποψη ακριβώς της θεωρίας τους, όσοι εφαρμόζοντας παντού και πάντα το ίδιο φάρμακο, πιστεύουν ή καμώνονται πως πιστεύουν ότι προλεταριακή αδελφωσύνη είναι η πανάκεια, που θα γιατρέψει και της Βαλκανικής την πληγή. Ο ιστορικός υλισμός μπορεί να είναι καλή θεωρία για να εξηγεί εκ των υστέρων την ιστορική ζωή, αλλά δεν πρόβαλε μέχρι τώρα αξίωση και για τη λύση φυσικών, προϊστορικών προβλημάτων. Η διεθνής αδελφωσύνη και η πανανθρώπινη κοινωνία προυποθέτουν μια ορισμένη κονωνική εξέλιξη κι’ ένα κοινό επίπεδο παρόντος. Μια κι’ αυτά λείπουν, οι Βούλγαροι δεν μπορούν παρά ν’ αντιμετωπισθούν σαν μια καθυστερημένη φυλή, βάρβαροι παραπλανημένοι μέσα στους σύγχρονους πολιτισμένους λαούς, που ασφαλώς δεν πρέπει να πεθάνουν, αλλά που ασφαλώς πρέπει να τεθουν υπό την κηδεμονίαν αυτών των άλλων πολιτισμένων λαών, που αιώνες τώρα υφίστανται τα αποτελέσματα των εγκληματικών τους παρεκτροπών. Εγκληματίες που πρεπει οπωσδήποτε να υποστούν την τιμωρία του νόμου για να πάψουν μια για πάντα να εγκληματούν. Ανώμαλες και καθυστερημένες φύσεις που έχουν ανάγκη παιδαγωγού. Αυτή πρέπει να’ ναι λύση. Λύση παιδείας, κηδεμονίας, προσαρμογής. Λύση που δεν αποβλέπει, όπως θα μπορούσαν να ισχυριστούν κακόπιστοι και αφελείς δογματικοί, στο να υποβιβάσει τους κηδεμονευομένους σε όργανα εξυπηρετήσεως των καθαρά πρωτόγονων ζωικών αναγκών του κηδεμόνος, ούτε να τους πάρη την μπουκιά από το στόμα, όπως κάνουν αυτοί. Τέτοιες λύσεις δεν μπορούν να έχουν σχεση με τον λαό τον ελληνικό. Γιατί οι Ελληνες είναι λαός πολιτισμένος, που χιλιάδες χρόνια τώρα ζη από την εργασία του και μόνο από αυτή, και όχι από ληστείες.
Έχουνε όμως κι’ αυτοί δικαιώματα στη ζωή. Κι’ αν ζητούν κάτι από τους γείτονές τους, δεν το ζητουν μόνο και μόνο επειδή θα’ ναι οι νικητές, αλλά και σαν δικαιοσύνη, αφού οι γείτονές τους αυτοί και κατ’ επανάληψιν τους έχουνε αδικήσει και πλουσιότεροι εις βάρος τους έχουν γίνει.
Δεν κάναμε εμείς τον πόλεμο, για να μπορεί να μας πει ο καθένας πως έχουμε βλέψεις κατακτητικές. Μας τον έκαναν αυτοί, που πιστεύουν μόνο στο νόμο της ζούγκλας. Μας έκαναν φτωχότερους, λιγότερους, ασθενέστερους. Πρέπει να επανορθώσουν ό,τι μας κατέστρεψαν. Έπαιξαν κι’ έχασαν. Θα πληρώσουν. Αλλιώς οι χαμένοι θα’ μαστε εμείς. Ούτε πρέπει να πιστεύση κανένας ότι οι βούλγαροι κάνουν ότι κάνουν γιατί νομίζουν ότι θαναι στι τέλος οι νικητές. Όχι. Οι Βούλγαροι σήμερα ξέρουν πολύ καλά πως δεν πρόκειται να νικήσουν. Συνεχίζουν όμως την τακτική τους γιατί λογαριάζουν, πως όποιος και να νικήση, όσο περισσότερο μας βλαψουν τόσο πιο πολύ θα ωφεληθούν. Στο χέρι το δικό μας είναι να τους δείξουμε πόσο έχουν πλανηθή στον άτιμο αυτό υπολογισμό τους. Ο πόλεμος είναι και παράγοντας δικαιοπαραγωγικός στη διεθνή ζωή. Γιατί και εμείς δεν θα πούμε πως και ο δικός μας ο πόλεμος εδημιούργησε δίκαιο; Γιατί μόνο εμείς να παραιτηθούμε από τα νόμιμα δικαιώματα του νικητή; Γιατί μαζί με τα καταπατημένα είτε τώρα είτε πριν από 20, 30, 40 χρόνια χωράφια μας δεν θα ζητήσουμε και τα έξοδα της δίκης; Γιατί δεν θα ζητήσουμε από τώρα να κατοχυρωθούμε από τώρα εναντίον νέας ενδεχόμενης επαναλήψεως της προσβολής; Γιατί θα λησμονήσουμε πως οι Βούλγαροι έκαψαν και ξερρίζωσαν με φωτιά και με σίδερο τον Ελληνισμό της Θράκης και Ευξείνου; Αφού εγύμνωσαν από το ελληνικό τους στοιχείο την ενδοχώρα του Αιγαίου δεν βάλθηκαν να την εποικίζουν με τους δικούς τους χονδροκέφαλους χωρικούς; Και δεν εξακολουθούν και τώρα να εποικίζουν την Αν. Μακεδονία με Βουλγάρους, σφάζοντας και διώχνοντας τους δικούς μας που’ ναι τρεις και τεσσερες φορές πρόσφυγες; Και τι θα έχουν να ζημιωθούν οι κοπτόμενοι υπέρ της κοινωνικής οργανώσεως – που γνωρίζουν πολύ καλά πως τη θέλουμε κι’ εμεις πολύ περισσότερο μάλιστα από αυτούς – αν πραγματοποιηθή μια φορά και για την πατρίδα μας η απόδοση της ιστορικής δικαιοσύνης, αν πάρει δηλαδή η Ελλάς μας εκείνα που κατά καιρούς της έχουν αρπάξη με τη βία και τη σφαγή;
Τι ζητούμε λοιπόν εμείς; Θέλουμε να αδικήσουμε κανέναν; Να του πάρουμε το ψωμί από το στόμα; Ή να του αρνηθούμε δικαιώματα στη ζωή;
Ψωμί για τον πεινασμένο ζητούμε. Χωράφια για τους ακτήμονες. Εργασία για τον εργάτη. Θέση για τον υπάλληλο. Να πάψει πια ο πτωχοπροδρομισμός ενός λαού υποχρεωμένου από τη στενότητα της γης του να ζη από τα ψίχουλά που περισεύουν από το πλούσιο τραπέζι των άλλων, ενώ έχει εργασθή ο ίδιος σκληρότερα απ’ όλους για να στρωθή για τους άλλους το τραπέζι αυτό.
Να εξουδετερώσυμε το βουλγαρικό κίνδυνο μια για πάντα, βγάζοντας από τη Βουλγαρία τα νύχια και δυναμώνοντας τα σύνορα τα βορεινά, ώστε να γλυτώση ο τόπος μας στο μέλλον, από τους πολέμους, τις επιδρομές και τις σφαγές και τους εκβουλγαρισμούς και την πείνα και την μαύρη αγορά και τα εκτελεστικά αποσπάσματα. Να πάψουν οι προσφυγιές, τα δάνεια οι μετασταστεύσεις. Να πάψη η φαγωμάρα και να λείψουν τα διάφορα μικροελλατώματα του Ελληνος που κάποτε μας απογοητεύουν και δεν είναι στο βάθος παρά συνέπεια και αντανάκλαση της οικονομικής μας κακομοιριάς. Θα ζημιωθή κανένας Ελληνας μ’ αυτό; Ή μήπως θα ζημιωθή ο ελληνικός λαός αν ελευθερώσουμε την Ήπειρο, τα Δωδεκανησα ή την Κύπρο; Και ποιός θα βγει ζημιωμένος αν προστεθούν μερικά χωράφια στην Ελληνική γη, μερικά χωράφια όχι ξένα, αλλλά αιώνες πολλούς ελληνικά, που τ’ άρπαξαν οι γείτονες σφάζοντας ή διώχνοντας τους πληθυσμούς τους, για να τα εμφανίσουν δικά τους; Και επιτέλους ας πάρουμε και μιαν άλλη άποψη, ότι για χατήρι των παιδιών μας που έπεσαν και επάγωσαν στην Αλβανία ή έφαγε το εκτελεστικό απόσπασμα, η πείνα και οι επιδημίες της Κατοχής, αποφάσισαν οι σύμμαχοί μας να μας δώσουν εδάφη, λεπτά και καράβια και να εμπιστευθούν στον ελληνισμό την μεγάλη αποστολή που στάθηκε άξιος να κρατήση τόσους αιώνες σε τούτη την επίκεντρη σκοπιά που από τη φύση και την ιστορία έχει ταχθή. θα πρέπει να πούμε όχι και να ζητήσουμε για χάρη από τους νικητές την Έλλαδα μικρότερη από την προπελεμική, γιατί μικρότερη θαναι οπωσδήποτε ύστερα από τα τόσα δεινοπαθήματα πολέμου και κατοχής, για να μην προσκρούσωμεν σε κάποια ακατανόητα για τη μονομέρεια και την αποκλειστικότητα που διατυπώνονται συνθήματα διεθνισμού; H στοιχειώδης λογική λέει να κάνουμε τους κουτούς και να τα δεχτούμε αυτά και ακόμα περισσότερα και μάλιστα να τα επιώξουμε. Ευκαιρίες σαν τη σημερινή δεν ξανάρχονται κάθε μέρα, ούτε θα μπορή στο μέλλον κάθε 10 ή 20 χρόνια να οργανώνεται το καθεστώς των ηπείρων. Πρέπει λοιπόν να επωφεληθούμε στον ανώτατο δυνατό βαθμό από τη σημερινή ευκαιρία για να ικανοποιήσουμε όλα εκείνα τα δικαιώματα και τις ανάγκες μας, που η παραγνώρησή τους θα μας καταδίκαζε σε μαρασμό.
Όσο για τα λαικά ζητήματα αυτά κυρίως έχουν να ωφεληθούν από τις λύσεις που επιδιώκουν οι Έλληνες πατριώτες. Αν δυναμώση η Ελλάς και απαλλαγή από το φόβο της εισβολής ο πρώτος που θα ωφεληθή θάναι ο λαός. Αν μεγαλώση η Ελλας και αυξήση ο γεωργικός κλήρος και αποκατασταθούν τα παλικάρια που πολέμησαν στην Αλβανία, πάλι ο λαός θα ωφεληθή. Αν βρουν περισσότερη δουλειά τα καράβια, το εμπόριο και οι βιομηχανίες και αφθονήσουν οι πρώτες ύλες, τα κεφάλαια και τεχνικά μέσα, τελικά πάλι ο λαός θα ωφεληθή. Τα κοινωνικά προβλήματα θα φανούν εκπληκτικά ευκολότερα, όταν θα έχουν εξασφαλισθή πλατειές πηγές ζωντανής εθνικής οικονομίας μαζί με την απρόσβλητη στρατηγική κατοχύρωση της πατρικής γης. Και η απονομή της εσωτερικής κοινωνικής δικαιοσύνης, που όλοι επιδιώκουμε, θα είναι πολύ ευκολότερη, οργανικότερη, γρηγορότερη για την πατρίδα μας όταν θα έχει προηγηθή η απόδοση της εξωτερικής, γιατί και ο πιο κουτός ακόμα καταλαβαίνει πως κάτι τέτοιες λύσεις είναι δυνατες μόνο μέσα στον πλούτο και την αισιοδοξία κι’ όχι μέσα στη φτώχεια, τη γκρίνια και την κακομοιριά.
Εν ονόματι λοιπόν της Κοινωνικής Δικαιοσύνης – που πρέπει να την απαιτούμε όχι μόνο για τις ταξικές αλλά και για τις ευρύτερες παρατάξεις – και της ανάγκης να αρθούν μια για πάντα οι αιτίες, που συντελούν στο ν’ ανατρέπεται κάθε τόσο η παγκόσμια τάξη και να κουρελιάζεται η διεθνής ηθική, ζητούμε εκείνα που μας είναι απαραίτητον για να ζήσουμε, εκείνα που μας πήραν και αυτά που μας ανήκουν ιστορικά, εθνολογικά, γεωοικονομικά. Όταν αποκτήσουμε την ασφάλεια και τη λευτεριά μας, όταν εξασφαλίσουμε τον εθνικό και τον οικονομικό χώρο που χρειάζεται για να μην πεινάει ο λαός μας, για να μην είναι Διεθνής Προλετάριος, και όταν εξασφαλίσουμε μέσα δημοκρατικά τη χειραφέτησή μας από κάθε είδους πολιτική και οικονομική ολιγαρχία, που μέχρι σήμερα επωφελούμενες από έναν ανόητο διχασμό μας εκμεταλλεύτηκαν και μας κατέστρεψαν, τότε θα δούμε ότι πολύ λίγες είναι οι διαφορές μας πάνω στα ζητήματα της εσωτερικής πολιτικής. Φτάνει ν’ αφήσουμε το Λαό ανεπηρέστα ν΄αποφασίση.
Όσοι δεν τα βλέπουν έτσι τα πράγματα, ή όσοι τα παραβλέπουν, όσοι τα αγνοούν, ή όσοι καμώνονται πως τα αγνοούν, μπορούν να κανουν οτιδήποτε άλλο εκτός όμως από ελληνική πολιτική.
Αυτοί νόμισαν πως βρήκαν στην εθνική περιπέτεια την ευκαιρία για την επικράτηση, ακριβέστερα για την επιβολή της δικής τους πολιτικής. Γι’ αυτό στα ζητήματα της Ελλάδος δεν βλέπουν παρά μόνο την πλευρά την εσωτερική, κι’ αυτή με τη δική τους ξενότροπη προοπτική. Γι’ αυτό και ζητουν “την άμεση λύση των λαικών προβλημάτων”. Και λέγοντας “λύση των λαικών προβλημάτων” εννοούν φυσικά τη δική τους τη συνταγή, δηλαδή την επανάσταση και την κατάληψη της εξουσίας από το Κόμμα τους. Για χατήρι της επαναστάσεως αυτής και εν ονόματι μιας ακατανόητης λογικής πρέπει να θυσιάσουμε το εθνικό μας πρόγραμμα, να αδιαφορήσουμε για οτιδήποτε άλλο και σε άρνηση αποδοχής των απόψεων τους να δημιουργήσουμε ένα δεύτερο πόλεμο – εμφύλιο αυτή τη φορά – για να ιδούμε ποιος θα απομείνει στο τέλος ο νικητής. Αμείλικτα θέτουν το δίλημμα : ή το ένα ή το άλλο. Ή εθνικές διεκδικήσεις, ή επανάσταση κοινωνική. Μεση λύση δεν υπάρχει. Αν δεν γίνει σήμερα η επανάσταση δεν θα γίνει ποτέ.Εν πρώτοις δεν βλέπουμε ποια σχέση μπορεί έχουν οι εθνικές διεκδικήσεις με την κοινωνική επανάσταση και κατά τι η ικανοποίηση των μεν πρόκειται να εμποδίση την πραγματοποίση της άλλης. Από την άλλη μεριά δεν μπορούμε να καταλάβουμε γιατί αν η επανάσταση δεν γίνει σήμερα κινδυνεύει για πάντα να ματαιωθή. Ο ιστορικός υλισμός διδάσκει ότι η σοσιαλιστική επανάσταση είναι το καταστάλαγμα μιας οικονομικής εξελίξεως. Αν η εξέλιξη αυτή έχει συμπληρωθή, τότε οι αντικειμενικές προυποθέσεις που υπάρχουν σήμερα θα υπάρχουν και αύριο πολύ περισσότερο. Κανεις δεν υποστήριξε μέχρι σήμερα ότι η εξέλιξη πηγαίνει προς τα πίσω. Προς τι λοιπόν να βιαζόμαστε; Μήπως πρόκειται η εθνική μας πολιτική ν’ ανακόψει την εξέλιξη αυτή; Πάνω σ’ αυτό δεν θ’ απαντήσουμε εμείς. Θα δώσουμε τον λόγο στην Κομμουνιστική Διεθνή που για τελευταία της θέληση μετά τη διάλυσή της στέλνει στα Κομμουνιστικά Κόμματα όλων των χωρών την προσταγή ν’ αφιερώσουν όλες τους τις δυνάμεις για κατατρόπωση του Ναζισμού, του Φασισμού και των δορυφόρων τους (Βουλγάρων και Σία).
Το γεγονός αυτό πρέπει να χαιρετισθή σαν ένας καλός οιωνος που καθιστά δυνατή και γόνιμη τη συνεννόηση ανάμεσα στους λαούς κι’ αποτελει την αναγνώριση και το επιστέγασμα μιας πραγματικότητος, που ο πόλεμος με τις διακυμάνσεις του και τις δραματικές του φάσεις, αποδεικνύει πιο δυνατή από όλους τους μονοκόμματους δογματισμούς, ότι δηλαδή το αίσθημα το εθνικό, απάνω απ’ όλα τα συνθήματα και όλες τις ταξικές αντιθέσεις και διαφορές, εξακολουθεί να είναι το ισχυρότερο κίνητρο που ωθεί και προσδιορίζει τις τύχες των λαών και που η παραγνώρισή του οδηγεί αναποφεύκτα σε ασυναρτησία ηθική και πνευματική. Είναι η οριστική καταδίκη μιας ουτοπίας, από τους ίδιους εκείνους που την δίδαξαν.
Είναι η δικαίωση της διαμαρτυρίας κάθε τίμιου Ελληνος εναντίον του συνθήματος της “πανανθρώπινης λευτεριάς” με το οποίο, μερικοί αμετανόητα αφελεις ή εγκληματίες, χαιρετούσαν στον τόπο μας τη σφαγή των Ελλήνων Προλεταρίων από τους “αδελφούς Βουλγάρους”. Αν αυτή η σύσταση αναγνωρισθή γενικά από τους Έλληνες θα λείψη η άβυσσος που μας χώρισε ως τα τώρα, σε στιγμές που η ενότητα δεν είναι μόνο ηθική προσταγή, αλλά και το απαραίτητο στοιχείο για την επικράτηση, και ο Εθνικός Αγώνας από πρόσχημα ορισμένων για την πραγματοποίηση βλέψεων πολιτικών θα γίνει σκοπός και πραγματικότητα.
Ειδικά για τον ελληνικό κομμουνισμό, η τελευταία απόφαση της Διεθνούς του δίνει μιά ευκαιρία εξιλεώσεως για την φοβερά ασυνάρτητη και ακοθόριστη θέση του στα εθνικά ζητήματα, που τον οδηγούσε άλλοτε να μιλάει για την αυτονόμηση της Μακεδονίας και Θράκης, άλλοτε ν’ απευθύνεται στους “λαούς της Ελλάδας”, άλλοτε να αισθάνεται περισσότερη συγγένεια με τους Βουλγάρους κομιτατζήδες παρά με τους Έλληνας αστούς, και κάθε φορά να διαμαρτύρεται αν κανένας Έλληνας τολμούσε να μιλήση για εθνικές διεκδικήσεις, που κατά τον κομμουνισμό, αποτελούσαν “ ασυγχώρητους ιμπεριαλισμούς”.
Ελπίζουμε ότι το παράδειγμα της Ρωσσίας, που μάχεται μέχρι σήμερα υπερ βωμών και εστίων, όπως και οι άλλοι σύμμαχοι λαοί, θα δώσει και στον ελληνικό Κομμουνισμό την ευκαιρία να απαλλαγή από τον μονόπλευρον αυτό “διεθνικό δογματισμό” και να συντελέση κι’ αυτός στο να δημιουργηθή η απαραίτητη για τη ζωή και την περαιτέρω εξέλιξη του ελληνικού λαού ενότητα πάνω στα εθνικά τουλάχιστον ζητήματά μας.
Αν όλοι οι Ελληνες αρχίσουν ν’ ασχολούνται με την λευτεριά των άλλων λαών, αφού εξασφαλίσουν πρώτα τη Λευτεριά των Ελλήνων Προλεταρίων, όπως το ζητάει στην τελευταία της θέληση η Τρίτη Διεθνής, κι’ αν θελήσουν να είναι, όσο χριεάζεται για τέτοιους αγώνες ειλικρινείς στις μεθόδους, τότε ότι μας χωρίζει αναμεταξύ μας θα είναι τόσο μικρό που θα μπορέσουμε χέρι με χέρι, ενωμένοι, υπερήφανοι και ωραίοι να δώσουμε όλοι μαζί τη ζωή μας, θυσία, στον Αγώνα της Λευτεριάς.
Εμπρός λοιπόν! Για μιαν ενότητα προοιωνίζει την ευτυχία του “Ελληνικού Λαού”. Εμπρός για το σιδερένιο ενιαίο εθνικό μέτωπο, που είναι και το μόνο μέσο που εγγυάται την επιτυχία των εθνικών μας διεκδικήσεων. Εμπρός λοιπόν. Ετοιμασθήτε για να υποδεχθούμε τη Νέα Ελλάδα που έρχεται κι’ απλώνει τα χέρια της ν’ αγκαλιάση μια φορά για πάντα όλα της τα παιδιά. Γενεές γενεών επερίμεναν του κάκου αυτή τη στιγμή. Γέροι την ευχηθήκανε στο θλιβερό χειμώμα της σκλαβιάς τους, σαν τη τελευταία χάρη του ουρανού. Ετοιμοθάνατοι την περίμεναν μάταια και στην τελευταία τους πνοή τη θρηνήσανε που δεν ερχότανε περισσότερο και από τη ζωή τους … Και νατην! … Πλησιάζει η στιγμή αυτή! Είναι η Μεγάλη Ελλάς η οποία έρχεται! Αυτή είναι! … Τα μάτια της είναι στραμμένα απάνω μας. Το χέρι της απλωμένο στη διεύθυνσή μας. Μαζύ της χιλιάδες τάφων της Μικρασίας, της Θράκης και των βουνών της Αρβανιτιάς ενώνουν τη φωνή τους στη βουβή αυτή μα κατηγορηματική προσταγή. Δεν έχουμε παρά να απλώσουμε το χέρι μας σ’ έναν από τους συγκινητικώτερους εναγκαλισμούς.
Έλληνες !
Σηκωθήτε. Είναι η Πατρίδα αυτή που περνά!
Στο ζήτημα των καθ’ έκαστα διεκδικήσεων η ΠΕΑΝ επιφυλάσσεται να αφιερώση σειρά από ιδιαίτερα φυλλάδια στο καθένα από τα οποία θα εξετάζεται χωριστά και με όλα τα επιχειρήματα ιστορικά, εθνολογικά και γεωπολιτικά το σύνολο των δικαιωμάτων της Ελλάδος σε κάθε μια από τις χώρεςπου οι διεκδικήσεις μας αφορούν.
Το μόνο που μπορεί από τώρα να λεχθή είναι ότι οι διεκδικήσεις μας περιλαμβάνουν στις γενικές του γραμμές:
1) Tη Μακεδονία που με τις συνθήκες του 1913 και του 1918 απόμεινε στους Βουλγάρους, και που κατά την ομολογία και Βουλγάρων ακόμα συγγραφέων περιλαμβάνει χωριά και πόλεις με πληθυσμούς ελληνικούς. Κατά τον Ι. Ιβάνωφ, καθηγητή του Πανεπιστημίου της Σόφιας και ακαδημαικό (το μακεδονικό ζήτημα από απόψεως ιστορικής, εθνολογικής και στατιστικής, Παρίσι, 1920) όχι μόνο σχεδόν ολόκληρη η Αν. Μακεδονία αναγνωρίζεται ελληνική, αλλά γίνεται δεκτή και η εντός του εδάφους της Βουλγαρικής Μακεδονίας ύπαρξη νησίδων με ελληνικό πληθυσμό, όπως π.χ. της πόλεως Μελενίκον (σελ. 30), του ελληνοβλαχικού κοντά στο Νευροκόπι χωριού Παπά – Τσαίρι, του ελληνοβλαχικού τμήματος της Ανω Τζουμαγιάς κ.λ.π.
2) Την Ανατολική Ρωμυλία. η χώρα αυτή, η νοτιοανατολική δηλ. Βουλγαρία νοτίως του Αίμου και ανατολικά της Ροδόπης κοντά στον Έβρο και τον παραπόταμο Τούτζα, κατωκείτο τον μεσαίωνα από Ελληνες. Η χώρα αυτή (όχι η σημερινή Μακεδονία) ήταν το μήλο της έριδος επί αιώνες μεταξύ Βυζαντινών και Βουλγάρων που είχαν τα βλέμματά τους στραμμένα στην κατάκτηση της Κωνσταντινουπόλεως. Χαρακτηριστική για το περήφανο βυζαντινό φρόνημα των κατοίκων της Αν. Ρωμιλίας είναι η αφήγηση του Γεωργίου Ακροπολίτη για την κατά το έτος 1246 παράδοση του Μελενικου από τους κατοίκους του που επαναστάτησαν εναντίον της βουλγαρικής κυριαρχίας στον Έλληνα αυτοκράτορα της Νίκαιας Ιωάννη Βατάτζη. Ο Βυζαντινός ιστορικός βάζει στο στόμα του αρχηγού των κατοίκων Νικολάου Μεγκλαβίτη τα εξής: “… αλλ’ επεί ο βασιλεύς ημών, ο των Ρωμαίων προσήγγισε, δει αυτώ εαυτοίς εγχειρίσθασθαι, δεσπότη πιστώ και ειδότι άνδρα, ηδε κακόν ηδέ και εσθλόν, και δίκαιον εν ημίν εκπαλαί σχόντι, ότι γαρ ημέτερος χώρος τη των Ρωμαίων προσήκει αρχή πλεονεκτικώτερον γαρ οι Βούλγαροι τοις πράγμασι χρημάμενοι και του Μελενίκου γεγένηνται εγκρατείς, ημείς δε πάντες εκ Φιλιππουπόλεως ορμώμεθα, καθαροί το γένος Ρωμαίοι, προσθέτει δε για τους πολίτες αυτούς, καμμιά πεντακοσαριά, ότι ήσαν “άνδρες ευσταλείς τε και έντιμοι, καν μόνης θέας αιδούς και τιμής άξιοι” (Γεώργιος Ακροπολίτης, εκδοσ. Βόννης Ι σελ. 81 επ.).
Οι βυζαντινοί έχτισαν και ξανάχτισαν πολλές πόλεις της σημερινής Αν. Ρωμυλίας κι’ έφεραν πληθυσμούς από τη Μ. Ασία για να είναι τα σύνορα ασφαλέστερα. Η σημερινή π.χ. Στάρα – Ζαγορά είναι η Βερόη ή Ειρηνόπολις που χτίσανε δύο φορές οι Βυζαντινοί. Της Μεσημβρίας η ελληνική ακμή αποδεικνύεται και από τις δεκάδες των βυζαντινών ναών, που σήμερα καταρρέουν κάτω από την σκόπιμη αδιαφορία της βουλγαρικής διοικήσεως. Τον αριθμό και τη σημασία του ελληνικού στοιχείου δείχνει και το γεγονός ότι στον καταστατικό χάρτη της Αν. Ρωμυλίας, που έγινε στις 26 Απριλίου 1879 ωρίστηκε και η ελληνική μαζί με την βουλγαρική και την τουρκική ως επίσιμη γλώσσα. Χαρακτηριστικό πάνω σ’ αυτό είναι και ένα απόσπασμα από το λόγο του Αυστριακού αντιπροσώπου στην επιτροπή για τη σύνταξη του χάρτη αυτού, ξέρουμε δε πως η αυστριακή πολιτική κάθε άλλο παρά για φιλελληνικά αισθήματα διακρινόταν. “Επιμένω να δοθούν τα ίδια δικαιώματα και στην ελληνική γλώσσα, όχι μόνο για τους λόγους που εξέθεσε πριν ο Άγγλος αντιπρόσωπος, δηλ. επειδή η ελληνική Εκκλησία από πολύ καιρό έχει κυριαρχήσει στη χώρα αυτή, αλλά και επειδή εδώ οι Έλληνες προόδευσαν πνευματικά πολύ περισσότερο από τους Βούλγαρους και τους Τούρκους. Τα σχολεία τους είναι πολύ περισσότερα των άλλων. Δεν επιθυμώ να εξετάσω τις αιτίες είναι όμως αναμφίβολο ότι εδώ οι Έλληνες είναι στοιχεία πολιτισμένα και που εκπολιτίζουν, ναι, δεν μας επιτρέπεται να τα αγνοήσουμε. Αν αποφασίζαμε να αποκλείσωμε τη γλώσσα τους θα διαπράτταμε αδίκημα, όχι μόνο εναντίον τους αλλά και εναντίον ολόκληρης της χώρας”.
Τι απέγινεν όλος αυτός ο ελληνικός πληθυσμός της χώρας που οι Τούρκοι ονόμαζαν Ρουμιλή (χώρα των Ρωμηών, δηλ. των Ελλήνων) ακριβώς γιατί ήταν πέρα για πέρα ελληνική. Μόλις σώθηκαν μέχρι τα τελευταία χρόνια περί τις 150.000, από τις οποίες μέρος ήλθε το 1906 ύστερα από τους διωγμούς στην Ελλάδα άλλο μέρος το 1920 με την ανταλλαγή και το υπόλοιπο καμμιά εβδομηνταριά χιλιάδες εκβουλγαρίζεται συνεχώς με όλα τα μέσα. Δεν ήσαν όμως 150.000 μόνο οι κάτοικοι της χώρας, που οι βυζαντινοί υπεράσπιζαν με τόσα οχυρά και με εγκαταστάσεις Μικρασιατών Ελλήνων. Όχι μόνο η βουλγαρική κατάκτηση, αλλά και η βαθμιαία διείσδυση του βούλγαρου γεωργού κατά τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, συντελούσης και της ταυτότητος του δόγματος, έφερε τον εκβουλγαρισμό τόσων εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων εκεί πάνω. Όμως πάντα οι εμπορικότεροι Έλληνες μάθαιναν τα βουλγαρικά, ενώ οι χοντροκέφαλοι βούλγαροι γεωργοί δεν είχαν καμμιά ανάγκη να μάθουν ελληνικά. Όλοι αυτοί οι Παναρέτωφ, Τρανταφύλλωφ, Ρίζωφ, Γεωργίεφ, Θεοδώρωφ που έχουν κατά καιρούς πρωταγωνιστήσει στη βουλγαρική επιστήμη, στο στράτευμα ή στην πολιτική, δεν είναι όπως φαίνεται και από τα ονόματά τους, τίποτ’ άλλο παρά Έλληνες της Θράκης και της Μακεδονίας που έχουν μάλιστα πολύ πρόσφατα εκβουλγαρισθή (Βλ. σχετικά Ganlis, Bulgarie et Macedonie, Paris, 1902, σαλ. 77-78, CousineryVoyage dans la Macedoine, Paris, 1831, Τόμος Α, σελ. 94).Για να φανεί ακόμα καλύτερα πόσο δυσκίνητοι είναι γλωσσικώς οι ποιμένες και οι γεωργοί αρκεί ν΄ αναφέρουμε το εξής ελληνικό παράδειγμα. Ενώ στην Αν. Ρωμυλία στο διάστημα λίγων αιώνων της Τουρκοκρατίας η ελληνική πλειοψηφία εξεβουλγαρίσθη βαθμιδόν από τη βουλγαρική μειοψηφία της υπαίθρου, στην κάτω Ιταλία κατόρθωσαν να περισωθούν λίγες χιλιάδες Ελλήνων ύστερα από δύο χιλιάδες χρόνια μόνο και μόνο γιατί ήσαν ποιμένες και γεωργοί σε δυσκολοπλησίαστα ορεινά μερη. Όλοι οι άλλοι κάτοικοι των πόλεων και των πεδιάδων υπέκυψαν στο βαθμιαίο εξιταλισμό.
Έχουμε λοιπόν σαν δεδομένο ότι ο ποιμενικός και γεωργικός βίος των βουλγάρων συντέλεσε στη διάσωση της βουλγαρικής γλώσσας και στον εκβουλγαρισμό μεγάλων όγκων Ελλήνων στην Αν. Ρωμυλία. Μια τέτοια όμως διαδικασία είναι αργή, και οι βούλγαροι όπως το έχουν πολλές φορές αποδείξει, καλούν πάντοτε σε ενίσχυσή της το μαχαίρι και τους διωγμούς. Αυτό άρχισε στην Αν. Ρωμυλία να γίνεται ευθύς μετά την υπογραφή της συνθήκης του Αγ. Στεφάνου και πριν ακόμα εκκενωθή η χώρα από το Ρωσσικό στρατό. Τους διωγμούς αυτούς εξέθεσαν οι έλληνες αντιπρόσωποι της επαρχίας Φιλιπουπόλεως με μια πρώτη διαμαρτυρία τους προς τις κυβερνήσεις Αυστρίας, Γαλλίας, Γερμανίας και Αγγλίας (6/18 Μαρτίου 1878), καταγγέλοντας φόνους ελλήνων διδασκάλων και διδασκαλισών, φυλακίσεις προκρίτων, κατασχέσεις σχολικών κτιρίων, εκκλησιών και μονών, αποκλεισμό της ελληνικής γλώσσας (βλ. Φωτίου επισκόπου Ειρηνουπόλεως, “Επίσημα Έγγραφα”, Αθήναι, 1919). Η ίδια κατάσταση εξακολούθησε και μετά την αναχώρηση των Ρωσσικών στρατευμάτων, όταν μπήκε σ’ εφαρμογή ο συμφώνως προς το άρθρο 18 της Συνθήκης του Βερολίνου από ειδική Διεθνή επιτροπή συνταχθείς πομπώδης “Οργανικός Νόμος της Αν. Ρωμυλίας” από495 άρθρα και πολλά προσαρτήματα με ειδικούς νόμους και κανονισμούς (14/26 Απριλίου 1879). Ο οργανισμός αυτός περιφρουρούσε με επιμέλεια τα δικαιώματα όλων των πολιτών (αρθρ. 24 – 32), τη χρήση της Ελληνικής και της Τουρκικής ως επίσημων γλωσσών μαζί με τη Βουλγαρική (22,75,4,77), την ελευθερία της εκπαιδεύσεως (38,344 – 349, 356, 359, 360), τη θρησκευτική ελευθερία (28, 29, 337 – 339, 355 κ.λ.π.), τις περιουσίες των θρησκευτικών κοινοτήτων και την ιδιοκτησία γενικά. Άσχετο αν αυτά όντως τα άρθρα 4 και 5 της συνθήκης του Βερολίνου, τα καταπάτησαν οι Βούλγαροι με τον αισχρότερο τρόπο απ’ την πρώτη στιγμή, όπως φαίνεται και από τη μεγάλη έκθεση του άγγλου προξένου Πύργου Brophy που έγινε τον Οτώβριο του 1878, και από την αναφορά του άγγλου Συνταγματάρχου Wilson που τον είχε στείλει η κυβέρνησή του για να εξετάσει επι τόπου την κατάσταση (Blue Bock Tur key 1880, σελ. 18, και 139-156. Όπως λοιπόν διεπίστωσε τελικά ο Wilson όλες οι ανώτερες θέσεις ήσαν κλειστές στους Έλληνες και τους Μουσουλμάνους, ακόμα δε και στις μεγάλες πόλεις, όπως στην Αγχίαλο, πόλη καθαρά ελληνική, ούτε ενας Έλληνας ή Μουσουλμάνος βρισκότανε στην υπηρεσία της Χωροφυλακής. Σε μερικές μάλιστα περιφέρειες οι Έλληνες ούτε να ταξιδέψουν μπορούσαν ελεύθερα ούτε να εμπορευθούν, εκτός δε από αυτό ήταν απαγορευμένη στους Βουλγάρους η συναλλαγή με τους Έλληνες. Ας αφήσουμε τις εκλογικές παρανομίες που είχαν καταντήσει γενικός κανών.
Οι σχετικές διαμαρτυρίες των Ελλήνων εύρισκαν στις αρχές απήχηση και στο Αγγλικό τύπο, οι δε βουλγαρικές παρανομίες αναγράφονται και στις αγγλικές διπλωματικές βίβλους. Οι “Τάιμς” έγραφαν τον Σεπτέμβριο του 1879 ότι ο σκοπός της ιδρύσεως της Αν. Ρωμυλίας δεν ήταν η δημιουργία ενός δεύτερου βουλγαρικού κράτους σε χώρα, που εκτός από τους ελληνες, μόνο οι μουσουλμάνοι αποτελούσαν το 1/3 του πληθυσμού.
Στις 20/2 Απριλίου 1886 μ΄ένα νέο υπόμνημά τους οι Έλληνες είχαν εκθέσει τα παράπονά τους στις Μεγάλες Δυνάμεις. Τον Μάιο του 1889 οι βουλγαρικές αρχές απήλασαν τον μητροπολίτη Αγχιάλου με την πρόφαση ότι οι Έλληνες της επαρχίας του ήσαν δυσαρεστημένοι εναντίον του. Τον Αύγουστο του ίδιου έτους διαλύθηκε το δημοτικό συμβούλιο Στενημάχου, πόλεως πέρα για πέρα ελληνικής, και αντικαταστάθηκε από βουλγάρους, που στάλθηκαν από τη Βουλγαρία.
Το 1903 τέλος ύστερα από βιαιοπραγίες εναντίον του μητροπολίτου και των ιερέων Βάρνας δόθηκε το σύνθημα γενικής επιθέσεως κατά των ελληνικών κοινοτήτων της Αν. Ρωμυλίας και της Βουλγαρίας. Στη Φιλιππούπολη, ύστερα από συλλαλητήριο, που οργανώθηκε από ανθρώπους που ήρθαν από τη Βάρνα και τον Πύργο, πλήθος από μαινομένους Βουλγάρους, εξερεθισμένους από σκόπιμες διαδόσεις, ότι καταρτιζότανε αντατρικό σώμα Ελλήνων Φιλιππουπολιτών, για να δράσει στη Μακεδονία, και ότι υπήρχε στη πόλη κομιτάτο, κατέλαβε την εκκλήσια του Αγίου Χαραλάμπους, έπειτα δε επετέθη κατά του μητροπολιτικού ναού και του μητροπολιτικού μεγάρου με λιθοβολισμούς, σιδερένιες ράβδους, τσεκούρια και μαχαίρες και κατέστρεψε τα πάντα, μεταξύ δε των άλλων και την πολύτιμη βιβλιοθήκη. Κατόπιν οι Βούλγαροι κατάλαβαν και βεβήλωσαν το ναό της Αγίας Παρασκεύης, τη Μαράσλειο Σχολή, χτισμένη μόλις πριν από έξι χρόνια, ελεηλάτησαν δε και 59 ελληνικά καταστήματα. Οι ίδιες σκηνές απανελήφθησαν στις 15 Ιουλίου (π. ημ.) στον Πύργο, στις 30 στην Αγχίαλο, όπου οι Έλληνες αντιστάθηκαν, αλλ’ αφού ήλθε έφιππη χωροφυλακή σε βοήθεια των Βουλγάρων, επεκράτησαν αυτοί και έβαλαν φωτιά κι’ έκαψαν σχεδόν ολόκληρη τη μέχρι τότε περήφανη ελληνική πόλη. Ο μητροπολίτης Αγχιάλου Βασίλειος, ο κατόπιν οικουμενικός Πατριάρχης, που κατόρθωσε να διαφύγει, συνελήφθη στο δρόμο και φυλακίσθηκε στη Σήλιμνο. Κατά την έκθεση του Βουλγάρου Υπουργου Εσωτερικών Δ. Πέτκωφ από 994 σπίτια τα 816 κάηκαν. Όμοιες σκηνές επιθέσεων και λεηλασιών συνέβησαν και στο Καβακλή, Στενήμαχο, Μεσημβρία, την πόλη με τις πολλές βυζαντινές εκκλησίες, και αλλού (βλ. Φωτίου: “Επίσημα έγγραφα” σελ. 358 – 454, Άθω Ρωμάνου: “Οι ανθελληνική διωγμοί εν Βουλγαρία”, Αθήναι, 1906). Το Οικουμενικό Πατριαρχείο επέδωσε στις 28 Ιουλίου στις Πρεσβείες των Δυνάμεων στη Θεσσαλονίκη υπόμνημα διαμαρτυρίας, ενώ οι περισσότεροι από τους κατοίκους της Αγχιάλου φεύγανε στην Ελλάδα και χτίζανε τη νέα Αγχίαλο στη Θεσσαλία, αυτή την ίδια που κάψανε σήμερα οι σύμμαχοι των Βουλγάρων Ιταλοί. Τέτοια ήταν στην Ευρώπη η εντύπωση που δημιουργήθηκε από τα γεγονότα αυτά, ώστε ο διπλωματικός πράκτορας της Βουλγαρίας στην Κωνσταντινούπολη Γρ. Νάτσεβιτς παραιτήθηκε λέγοντας, ότι δεν μπορεί να συνεργάζεται με τέτοια κυβέρνηση. Ύστερα από ένα χρόνο δημοσίευσε στη “Μίρ” (19,20 και 21 Ιουλίου 1907) σειρά από άρθρα που αποδείκνυαν, ότι τα βάρβαρα εκείνα γεγονότα είχε οργανώσει η ίδια η κυβέρνηση του στρατηγού Ράτσο Πέτρωφ. Ύστερα απ’ αυτά είναι αλήθεια πως δεν υπάρχει πια σήμερα στην Αν. Ρωμυλία πλειοψηφία ελληνική. Υπήρχε όμως μέχρι πριν από λίγα χρόνια, και η ζωή των εχθρών δεν μπορεί να κρίθει όπως των ατόμων, με την παρέλευση λίγων ή περισσοτέρων δεκαετιών. Άρα υπάρχει. Χιλιάδες πολλές είναι ακόμα εκείνοι που κάτω από Βουλγαρικη εμφάνιση κρύβουν συνείδηση Ελληνική, που δεν περιμένει παρά μόνο την ευκαιρία να εκδηλωθή………………. ……………………………………………………………………………………………………………………
Ας μη θελήση κανείς να μας πει πως μια τέτοια λύση αντιτίθεται δήθεν στην “αυτοδιάθεση των λαων”. Ένα τέτοιο επιχείρημα θα ίσχυε μόνο για κείνους, που φροντίζουν εκ των προτέρων να εξαφανίζουν τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή της πράγματι ορθότατης αυτής αρχής. Και για να μη χανόμαστε σε θεωρητικές συζητήσεις, ερωτούμε αν υποτεθή, ότι αν η βάρβαρη βουλγαρική κατοχή διατηρείτο κάμποσα ακόμα χρόνια μεταξύ Έβρου και Στρυμώνος, θα υπήρχε εκεί κατά τη λήξη του πολέμου ψυχή Ελληνική; Δεν θα ήταν λοιπον η Ανατολική Μακεδονία και η Θράκη δική μας; Ή μήπως θα έπρεπε να δεχθούμε ότι εάν μετά από ένα τέτοιο γεγονός είχαν περάσει 20, 30 ή και περισσότερα χρόνια, θ’ αρκούσε η πάροδος του χρονικού αυτού διαστήματος για να εξασφαλίση δικαιώματα στους σφαγείς και καταπατητές; Σε μια τέτοια περίπτωση το ζήτημα των εθνικών διεκδικήσεων θα ήταν όχι ζήτημα ζωής για τα έθνη και τάξεως για την διεθνή κοινωνία, αλλ’ ένα απλούστατο δικονομικό ζήτημα παραγραφής, κι’ ο κατακτητής, όσο πιο σκληρός, όσο πιο βάρβαρος, τόσο πιο περισσότερες πιθανότητες θα είχε ν’ αναγνωρισθή ως νόμιμος κύριος των προϊόντων της αρπαγής. Σύμφωνα με την ανήθικη αυτή βάση θα έπρεπε νε εγκαλή κανείς επί βλακεία τους κατακτητάς εκείνους που δεν φρόντισαν να λύσουν μια για πάντα με το μαχαίρι τα ζητήματα των λαών των υποδουλωμένων σ’ αυτούς περιοχών. Σύμφωνα με την αρχή αυτή οι Ιταλοί είναι ηλίθιοι μπροστά στους Βουλγάρους, γιατί αντί να σφάξουν όπως αυτοί σε ανάλογες περιπτώσεις τους πληθυσμούς των Δωδεκανήσων, προτίμησαν να ξαναγκάσουν ένα μέρος μόνο από αυτούς σε εκπατρισμό. Για να είναι σωστή λοιπόν η αρχή της “αυτοδιάθεσης των λαών” θα έπρεπε να βρεθή τρόπος εκτός από τους ζωντανούς να ψηφίσουν και ……… ……………………………………………………………………………………………………………………
Ο αυριανός κόσμος θ’ ανασυνταχθή με βάση την ασφάλεια, γιατί δεν μπορεί να επαναλαμβάνεται δύο και τρεις φορές σε κάθε γενεά η φρίκη του πολέμου. Οι λαοί που υπέστησαν αναίτιη επίθεση δικαιούνται να ζητήσουν να δοθή προτεραιότης στο ζήτημα της ασφαλείας τους σε σύγκριση με το θέμα των εθνικοτήτων. Όπου ένας λαός από κείνους που υπέστησαν άδικη επίθεση κα σφάχτηκαν και λεηλατήθηκαν θα χρειάζεται για να αποκτήση την απαραίτητη στρατηγική ασφάλεια, συνοριακή επέκταση σε ζώνες που περιλαμβάνουν και ξένους πληθυσμούς, είναι φανερό ότι η άποψη των εθνικοτήτων για τις ορισμένες αυτές ζώνες θα παραμερισθή μπροστά στην ανάγκη. Με την ανάμιξη άλλωστε των λαών που παρατηρείται κατά τόπους στην Ευρώπη δύσκολα θα μπορούσαν να χαραχθούν τα όρια ενός κράτους με ενότητα γεωγραφική και στρατηγική ασφάλεια, χωρίς να περιλαμβάνονται και τμήματα εδαφών με ξένες μειονότητες. Ακόμα μεγαλύτερη είναι η ανάμιξη των πληθυσμών στην Βαλκανική, μεγαλύτερη δε κάμποσες φορές και η ασάφεια των συνειδήσεων.
Η Βουλγαρία αν πετύχαινε η πολιτική που ακολουθή θα καταλάμβανε αδίστακτα όλη την Μακεδονία μέχρι του Ολύμου και εξαφάνιζε ανηλεώς τους ελληνικούς πληθυσμούς. Δεν ζητούμε τίποτε το παρόμοιο. Απλώς μόνο να εξασφαλίσουμε στο λαό μας την ελεύθερη αναπνοή, χωρίς να ξεχνούμε ότι στις ζώνες που διεκδικούμε από τους Βούλγάρους υπάρχουν σημαντικοί πληθυσμοί (Τούρκων και άλλων), 700.000 στην περίπτωση της Αν. Ρωμυλίας που θα προτιμούσαν την ελληνική από τη βουλγαρική κατοχή.
3) Τους Καζάδες Μοναστηρίου, Δοιράνης, Αχρίδος, Στρωμνίτσης και Γευγελής, και μέρος των καζάδων Περλεπέ και Καφαντάρ από τη Μακεδονία που με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου του 1913 παραχωρήθηκε στη Σερβία. Η παραχώρηση αυτή το 1913 έγινε όχι γιατί τα δικαιώματα της Σερβίας πάνω στα μέρη αυτά ήσαν περισσότερα από τα ελληνικά, αλλά για να υπάρχει μια κάποια ισορροπία μεταξύ των βαλκανικών κρατών σε τρόπο που να μην μπορεί κανένα από αυτά, ύστερα από το παράδειγμα της Βουλγαρίας, να ζητήση να επιβάλη την κυριαρχία του πάνω στα άλλα. Έτσι η Σερβία από 45.000 τετρ. χμ. προ του 1912 πέρασε μετά το 1913 στα 82.000, η Ελλάς από 63.211 στα 120.000 και η Βουλγαρία από 96.635 στα 114.000 τετρ. χμ. Για την επίτευξη της ισορροπίας αυτής η Ελλάς με τους βαλκανικούς πολέμους παραιτήθηκε από ένα σημαντικό μέρος από όσα εδικαιούτο σύμφωνα με την εθνολογική σύνθεση της Μακεδονίας. Για να γίνη κατανοητό αυτό δεν έχουμε παρά ν’ αναφέρουμε έναν αριθμό:τον αριθμό των Ελληνικών σχολείων των βιλαετίων Μοναστηρίου και Θεσσαλονίκης στο έτος 1902 σε σύγκριση με τα σερβικά και βουλγαρικά:

                  Σχολειά    Διδάσκοντες Μαθηταί εξ ων 27.106 στην
Ελληνικά       908          1463            69640 περιφέρεια Μοναστηρίου
Βουλγαρικά  561            873             18311
Σερβικά          53            112              1674
Κουτσοβλάχ.  49           145               2002

(βλ. Giou Amabori Virglili; La questione rumellsta e la pelitica italiaua, biblioteca italiana di politica estera. No I Bitonto, 1908, σελ. 277).
Ιδιαίτερα αισθητή ήταν για την Ελλάδα η απώλεια του Μοναστηρίου, Στρωμνίτσης και Γευγελής, τριγώνου όχι μόνο εθνολογικά δικού μας, αλλά και από την εδαφική του διαμόρφωση απαραίτητου για την ασφάλειά μας. Η ισορροπία όμως αυτή, για την οποία η Ελλάς έκανε τις παραπάνω θυσίες διαταράχθηκε μετά τον πρώτο ευρωπαικό πόλεμο, όταν η Σερβία από τα 82.000 τετρ. χμ. πήδησε αιφνίδια στα 247.852 τ.μ. τριπλασιάσθηκε και σε σύγκριση με το 1912 εξαπλασιάσθηκε, ενώ η Ελλάς παρέμεινε στα 127.000 τετρ, χμ., ήγουν διπλασιάσθηκε μόλις εν σχέσει προς τα 1912. Και εφ’ όσον μεν δεν είχε επέλθει η γενική διαταραχή των ευρωπαικών συνόρων που επέφερεν ο πόλεμος, η Ελλάς πιστή πάντοτε στο ιδεώδες της βαλκανικής και της γενικότερης συννενοήσεως δεν είχε κρίνει επιτρεπόμενο ν’ ανακινήση ζητήματα συνοριακά. Τώρα όμως που ο πόλεμος έθεσε οπωσδήποτε το ζήτημα και που μια νέα γενική διαρρύθμιση των ευρωπαικών πραγματων είναι προσεχής, η Ελλάς δεν μπορεί να μην διεκδικήσει εκείνα που της ανήκουν σύμφωνα με όλες τις ιστορικές και εθνολογικές απόψεις και που συγχρόνως είναι απαραίτητα για την άμυνα της αν ληφθή υπ’ όψην ότι οι γερμανικές φάλαγγες φθάσανε τον Απρίλη του 1941 στη Θεσσαλονίκη διά μέσου ακριβώς Στρωμνίτσης, Δοιράνης και Γευγεγή, περιφερειών και που οι ίδιοι οι Σέρβοι πρόσφεραν το 1915 στην Ελλάδα (εκτός της Στρωμνίτσης που ήταν τότε Βουλγαρική) για να εξασφαλίσουν τη συμμετοχή της στον πόλεμο.
4) Τα Δωδεκάνησα και την Κύπρο.
5) Τη Β. Ήπειρο και την περιφέρεια Κορυτσάς. Η λύση αυτή σύμφωνη προς ιστορικές και εθνολογικές απόψεις θα ήταν εν τούτοις λύση μπαλωματή, εφ’ όσον θα άφηνε σαν αυτόνομη κρατική ύπαρξη την υπόλοιπη Αλβανία, χώρα που όπως απόδειξαν τα γεγονότα, είναι αδύνατο να ζήση μόνη της για πολλούς και ποικίλους λόγους οικονομικούς και πολιτικούς. Πρόθυμοι τώρα ν’ ανακαλύψουν ιμπεριαλισμούς εκεί όπου δεν υπάρχουν οι διάφοροι δογματικοί μας θ’ ανακράξουν ότι ζητούμε να υποδουλώσουμε ξένους λαούς. Τίποτα απ’ αυτό δεν ζητούμε. Ζητούμε μόνο εκείνο που οι ίδιοι οι Αλβανοί όταν έκριναν ανεπηρέαστα μοναχοί τους είχαν ζητήση και που άλλοι, ακόμα κι’ εχθροί, έβλεπαν ως τη μόνη λογική λύση στο πρόβλημα το Αλβανικό: Το δυαδικό ελληνοαλβανικό κράτος. Συγγενής από άποψη φυλετική ο αλβανικός λαός και απομονωμένος όπως και εμείς μέσα στο πέλαγος των μεγάλων γερμανικών. σλαυικών και λατινικών ομοεθνών που συγκροτούν τη σημερινή Ευρώπη και απειλούμενοι ιδιαίτερα από τη σλαυική βουλιμία και τη μεγαλομανία των Ιταλών έχει κάθε συμφέρον να προσκοληθή προς το λαό εκείνο που είναι μαζί του ο αρχαιότερος της βαλκανικής και που για χιλιετηρίδες ολόκληρες συνεβίωσε μαζί του ειρηνικά. Την κοινότητα αυτή των συμφερόντων είχαν αντιληφθή ενωρίς οι Αλβανοί στα 1878, όταν με αντιπροσωπεία τους στον Κουμουνδούρο ζητούσαν τη βοήθειά μας για την δημιουργία του ενιαίου ελληνοαλβανικού κράτους, και την ίδια πραγματικότητα εξέφραζε στα 1880 ο Κρίσπι, εγκαινιαστής μ’ όλα ταύτα της ιταλικής ιμπεριαλιστικής πολιτικής, όταν βροντοφωνούσε στη Βουλή, επικρίνοντας τις μηχανορραφίες με τις οποίες από τότε η Ιταλία ζητούσε να βάλει στο χέρι την Αλβανία, τα ακόλουθα, που δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάει ο ελληνισμός: “ Τι έχουμε να κάνουμε εμείς με τους Αλβανούς; Η γλώσσα τους, οι παραδόσεις τους και η συμμετοχή τους στον πόλεμο της ελληνικής ανεξαρτησίας τους έχουν συνηθίση να στρέφουν πάντα τα βλέματά τους προς την Ελλαδα. Είναι συνεπώς πολύ επιπόλαιο να σπάμε το κεφάλι μας για το μέλλον του λαού αυτού. Κι αν ζητούσαμε τώρα μια Αλβανία αυτόνομη ή συνδεδεμένη με την Ιταλία διά της ομοσπονδιακής οδού, δεν θα δημιουργούσαμε κατάσταση διαρκή. Γιατί αργά ή γρήγορα, όταν θα γίνονταν ανεξάρτητοι οι Αλβανοί, θα πραγματοποιούσαν την ένωσή τους με την Ελλάδα.»
Το 1903 κατά τηλεγράφημα του γενικού Προξένου της Αγγλίας στη Θεσσαλονίκη SIR ALFRED BILLISTI προς την κυβέρνησή του, δημοσιευμένο και στην Αγγλική Κυανή Βίβλο του 1903 οι Αλβανοί εζήτησαν σύμπραξη με τους Ελληνες στην περιφέρεια Κοσσυφοπεδίου και γενικά στη Μακεδονία εναντίον των Σλαύων με απώτερο σκοπό τη δημιουργία δυαδικού ελληνοαλβανικού κράτους, κατά το αυστροουγγρικό πρότυπο, που να εκτείνεται σε όλες τις ελληνικές και αλβανικές χώρες. Ως πρώτη δε εκδήλωση του ενδιαφέροντος της Ελλαδος ζήτησαν το διορισμό Προξένου στη Μητροβίτσα για ν’ αναλάβη το συντονισμό του όλου αγώνος. Το σχέδιο όμως ναυάγησε απ’ τη μια μεριά χάρη στην αδιαφορία των τότε κρονολήρων Ελλήνων κυβερνητών και στην λυσσασμένη αντίδραση των ιταλοαυστριακών απ’ την άλλη. Κοινοί εχθροί των Ελλήνων και των Αλβανών οι Ιταλοαυστριακοί πέτυχαν πράγματι τα σχέδια τους κι’ έτσι στα 1913 δημιουργήθηκε η ελευθερη (!) Αλβανία για να φτάση ύστερα σπό σειρές κινημάτων, μεταπολιτεύσεων και κηδεμονιών, που εξαθλίωσαν και εξευτέλισαν το λαό, στην απροκάλυπτη ιταλική κατοχή. Ελεύθεροι σε λίγο χάρις κυρίως στην ελληνική αντίσταση οι Αλβανοί, ας ελπίσουμε ότι θα είναι σε θέση να διακρίνουν που είναι το συμφέρον τους και να μας βοηθήσουν για την πραγματοποίηση μιας λύσεως που γι’ αυτούς κυρίως πρόκειται να’ ναι ευνοική και αποδοτική.
Ανάμεσα στα αυτοκρατορικά όνειρα της Ρώμης και στην αρπακτικότητα άλλων λαών ο Ελληνισμός στέκει για τους Αλβανούς σαν η μόνη φωτεινή ελπίδα, ελευθερίας, μέτρου, αδελφωσύνης και πολιτισμού. Αρκετές είναι οι απογοητεύσεις, που συνεκόμισαν μέχρι σήμερα οι αδελφοί μας και περισσότερες οι ζημιές που εδημιούργησαν, έστω και χωρίς να το θέλουν, στους άλλους λαούς της βαλκανικής. Στο χέρι τους είναι ν’ αποφασίσουν, εαν πρόκειται και στο μέλλον η ίδια κατάσταση να συνεχισθή. Από την απόφασή τους θα εξαρτηθούν αι αποφάσεις και των γύρω λαών.

Advertisements