Εκθεση κου Παρτίδη για Λέλα Καραγιάννη


Ε Κ Θ Ε Σ Ι Σ
Ζησίμου Σπ. Παρτίδου
Αβέρωφ 31
Αθήναι
————

Εγεννήθηκα εις το Βελιγράδι, όπου ο πατέρας μου ήτο διπλωματικός υπάλληλος εις την εκεί Πρεσβείαν μας.
Από την νηπιακήν μου ηλικίαν επήγα σε Σερβογερμανικόν Νηπιαγωγείον και έτσι εμεγάλωνα μιλώντας την Ελληνικήν, την Σερβικήν και Γερμανικήν τας οποίας γνωρίζω εξ ίσου ως μητρικάς μου πλέον γλώσσας. Συν τω χρόνω εξέμαθα την Γαλλικήν και την Ιταλικήν.
Τα πρώτα μαθήματα της γλώσσης μας τα πήρα από τον πατέρα μου στο σπίτι, ο οποίος μου εμάνθανε Ελληνικά πατριωτικά ποιήματα καθώς και την ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως και από τότε μου εδιδαξε ν’ αγαπώ την πατρίδα μου την οποία δεν εγνώριζα ακόμη.
Το έτος 1932 εις ηλικίαν 8 ετών, ο πατέρας μας μετέφερε εμένα και την αδελφήν στη Θεσσαλονίκη διά να παρακολουθήσουμε μαθήματα εις Ελληνικά σχολεία συνοδευόμενοι από τη μητέρα μας η οποία καίτι Σερβίς πάντοτε μας ενεψύχωνε εις την αγάπη μας προς την Ελλαδα.
Εμείναμεν εκεί μέχρι του 1940 και κατά τας διακοπάς εβλέπαμε τον πατέρα μας είτε εις Βελιγράδι, είτε ήρχετο εκείνος και τότε όλοι μαζί εσυνεχίζαμε το ταξίδι εις την Κεφαλληνία, την γενετειρα του πατρός μου.
Εις την Θεσσαλονίκη κατετάγην εις το Σώμα Ελλήνων Προσκόπων και εις εμέ ο οποίος δεν είχα το ευτύχημα να γεννηθώ εις την Ελλάδα και να χορτάσω από τα πρώτα μου βήματα τον ελεύθερο αέρα της, ούτε ως τότε ένιωσα το συναίσθημα εκείνο που νοιώθει κάθε άνθρωπος που ζει στον τόπο του σαν μέσα στην οικογένειά του, τα ωραία εκείνα διδάγματα του προσκοπισμού για την Πατρίδα, απήχησαν βαθειά στην καρδία μου και έκτοτε έγιναν ο καθοδηγητής κάθε πράξεως μου που αφορούσε την εξυπητέτησίν της.
Το 1936 συνεχωνεύθη ο Προσκοπισμός εις την Ε.Ο.Ν. όπου πλέον υπηρέτησα. Οι γονείς μου επέστρεψαν οριστικώς εις Αθήνας το 1940 όπου και εγκατεστάθημεν. Εσυνέχισα εδώ πλάϊν την υπηρεσίαν μου εις την Ε.Ο.Ν. και τη φοίτησίν μου εις το Γυμνάσιον, όταν δε μας επετέθησαν οι Ιταλοί ανέλαβα υπηρεσίαν εις την επίβλεψιν συσκοτίσεως των φωτών, εις τα Πευκάκια (Αγ. Νικόλαος) όπου και εγνώρισα τον Υπαστυνόμον κ. Αλεξ. Μητρόπουλον της Υπηρεσίας Αλλοδαπών. Τότε τον παρεκάλεσα να μου επιτρέψει να τον βοήθησω εις την εργασίαν του, διότι είχα πολλάς σχέσεις με ξένους και θα ήτο δυνατόν ενεργών καταλλήλως να συγκεντρώσω πληροφορίας περί αυτών κυρίως διά την εξακρίβωσιν των εξ αυτών τυχόν κατασκόπων.
Επισκεπτόμην έκτοτε την Γιουγκοσλαυικήν Πρεσβείαν, όπου συνομιλών με ένα γνωστόν μου υπάλληλον της τον Ρούμπιασιτς, συνεγκέντρωνα γενικάς πληροφορίας περι της καταστάσεως στην Γιουγκοσλαυίαν, της πιθανής της στάσεως κ.λ.π. προσεπάθουν συγχρόνως να εξακριβώσω τους πραγματικούς σκοπούς διαφόρων γνωστών μου ξένων οι οποίοι έμεναν εδώ και γενικώς προσεπάθουν να μεταδίδω όσο το δυνατόν θετικάς πληροφορίας εις τον κ. Μητρόπουλον. Τούτο εξηκολούθησε και μετά την Κατοχήν καθ΄όλον το διάστημα του 1941.
Το 1942 δεδομένου ότι τα σχολεία δεν ελειτούργουν ανέλαβα υπηρεσίαν εις τον Ερυθρόν Σταυρόν, όπου βοηθών την κ. Αλεξάνδρου Ζάννα, ειργάσθην εις την περίθαλψιν των τραυματιών μας και την εξυπηρέτησιν των υποθέσεων των εις τα διάφορα Υπουργεία.
Το θέρος του αυτού έτους μετέβην εκ μέρους του Ορειβατικού Συλλόγου εις μίαν παιδικήν κατασκήνωσιν εις Πάρνηθα. Μίαν ημέρα ήλθαν εκεί δύο υπάλληλοι της Γερμανικής Πρεσβείας, οι Πφάουντε και Έρλντε και επεσκέφθησαν την κατασκήνωσιν. Τους εξυπηρέτησα ως διερμηνεύς και αποβλέπων πάντα εις τον αρχικόν σκοπόν μου, εφρόντισα να συνδεθώ όσον ηδύναμη μαζί των, εμφανισθείς ως θιασώτης του μείζονος Ράϊχ, πράγμα οπέρ κατόρθωσα ευκόλως βοηθούσης και της τέλειας γνώσης και προφοράς μου εις την Γερμανικήν Γλώσσαν.
Όταν επέστρεψα εις Αθήνας, δεν παρέλειψα να τους επισκεφθώ εις την Πρεσβείαν και να συνδεθώ περισσότερον μαζί των, μετέδιδα δε εις τον κ. Μητρόπουλον, πάσαν χρήσιμον πληροφορίαν την οποίαν απεκόμιζα εκ των ματ’ αυτών συνομιλιών μου.
Τότε προσελήφθην ως διερμηνεύς εις το συνεργείον αυτοκινήτων Χαριλάου Τριανταφύλλου εις την οδόν Βουλιαγμένης, επιτεταγμένου υπό των Γερμανών. Εκεί συνομιλών με των οδηγών των αυτοκινήτων, συγκέντρωνα πληροφορίας περί διαφόρων μηχανοκινήτων μονάδων, της δυναμεως των, του καταυλισμού των, του τύπου μηχανημάτων των, κινήσεων των κ.λ.π. μεταδίδων αυτάς εις τον κ. Μητρόπουλον.
Εφρόνουν όπως πάντοτε ότι θα ηδυνάμην να προσφέρω περισσότερα εάν κατόρθωνα να προσληφθώ εις μεγαλυτέραν Γερμανικήν Υπηρεσίαν και τότε απεφάσισα καίτι τα σχολεία ελειτούργουν και έπρεπε να φοιτήσω, να επιζητήσω την πρόσληψίν μου εις το Γερμανικόν Φρουραρχείον της οδού Κοραή 4.
Απετάνθην τότε εις τον φίλο μου Έρλντε της Γερμανικής Πρεσβείας όστις μου έδωσε προθύμως μίαν συστατικήν επιστολήν, ένεκα της οποίας ευθύς με εχαρακτήρισαν άνθρωπον της απόλυτου εμπιστοσύνης των εις το Φρουραρχείον.
Εξηκολούθησα την φοίτησίν μου εις την τελευταίαν τάξιν του Ε΄ Γυμνασίου Αθηνών, εργαζόμενος τα απογεύματα εις το Φρουραρχείον εξ ου συναπεκόμιζα σημαντικάς πληροφορίας διά τον κ. Μητρόπουλον.
Εσχετίσθην με τον περιβόητον διερμηνέα Οικονομίδην και δι’ αυτού με τον Αγήνορα τον αρχηγό της κατασκοπείας της Οργανώσεως Μπούντ.
Δεν ήργησα να αποκτήσω και αυτού την εμπιστοσύνην και να παραδόσω εις τον κ. Μητρόπουλον καταλόγους των καταδοτών της Μπούντ, των ασχολιών των και των κατοικιών των.
Τον Ιούλιον του 1943 επεσκέφθη τον Αγήνορα ο Λοχαγός Φρειδερίκος Χόλμαν Διοικητής Τάγματος της Μεραρχίας Βραντερμπουργκ.
Η μεραρχία αυτή χωρίς να ανήκει εις τα ΕΣ.ΕΣ ήτο ισότιμός των, διότι δεν άνηκε και εις τον τακτικόν στρατόν καίτοι οι άνδρες της έφερον τη στολήν της Βέρμαχτ (τακτικού στρατού).
Προορισμός της ήτο η καταδίωξις των σωμάτων αντιστάσεως (ανταρτών) εις τας κατεχομένας χώρας, αι αποθήκαι δε υλικού της ήσαν πλήρεις στολών όλων των στρατών εμπολέμων καθώς και ηττηθέντων ως και οπλισμού όλων των χρησιμοποιουμένων υπό των εμπόλεμων τύπων. Ούτω οι άνδρες της Μεραρχίας ενεδύοντο αναλόγως των παρουσιαζομένων αναγκών διά την εκτέλεσιν των διαφόρων επιχειρήσεων, άλλοτε Άγγλοι, άλλοτε Ρώσσοι ή Πολωνοί ενίοτε δε και ως αντάρτες των χωρών εις ας έδρων όταν το εκάλει η περίστασις. Τούτο ήτο απόρρητον, γνωστόν μόνο εις τους αποτελούντας την Μεραρχίας, οίτινες εις τας συνήθεις εμφανίσεις των και τας φανεράς επιχειρήσεις των έφερον τη στολήν του γερμανικού στρατού.
Κύριος σκοπός των μεταμφιέσεων αυτών ήτο η παγίδευσις των ανταρτικών σωμάτων, άτινα προσήγγιζον φέροντες ομοίας με εκείνα στολάς και εξολώθρευον, ή η πρόκλησις διχονοιών οπότε φέροντες στολήν ανταρτικών ομάδων, αντιθέτων φρονημάτων, επετίθεντο κατά τρόπο ώστε να γίνει αντιληπτή η στολή των και να προκαλέση συρράξεις μεταξύ των οπαδων των διασταυρωμένων παρατάξεων.
Ο λοχαγός Χόλμαν εζήτησεν από τον Αγήνορα να τον βοήθηση εις την στρατολογίαν Ελλήνων εθελοντών διά το Τάγμα του.
Ο Αγήνορας το έπραξεν μεταχειρησθείς δόλον.
Εζήτησεν άνδρας ικανούς να εργασθουν εις γερμανικήν υπηρεσίαν ως εργάται. Παρουσιάσθησαν πολλοί ους απέστελλε δι’ αυτοκινήτων εις τας αποθήκας του Ταγματος ένθα τους ενέδυον τη στολήν του γερμανού στρατιώτου και απ’ εκεί κατευθείαν εις τους καταυλισμούς ευρισκομένου εκτός των Αθηνών.
Υπό τας συνθήκας υπό τας οποίας διετελούμεν τότε, ευνόητον τυγχάνει ότι ουδείς ετόλμησε να διαμερτυρηθήδιά την απάτην.
Ο Αγήνορας συνεβούψε τον Χόλμαν να προσλάβει ένα διερμηνέα της απολύτου εμπιστοσύνης των Γερμανών, εφ’ όσον ο προορισμός του τάγματος του ήτο η καταπολέμησις των ανταρτικών ομάδων, δι’ ων μέσων ανωτέρω εξέθεσα, ως τοιούτω δε επρότεινε εμέ.
Ο Χόλμαν αποδεχθείς την συμβουλήν του Αγήνορα μου επρότεινε να με προσλάβη. Του εζήτησα τότε διήμερον προθεσμίαν διά να σκεφθώ πράγμα όπερ εδέχθη.
Ο κ. Μητρόπουλος (ο οποίος εν τω μετεξύ είχεν αναχωρήση επ’ αδεία) μου είχε δωρήση προ πολλού το βιβλίον του Αστυνόμου κ. Αρχιμανδρίτη “Κατάσκοποι και προδότες”. Το είχα μελετήσει επανειλλημένως με αποτέλεσμα να τονωθή περισσότερον ο πόθος μου όπως εξυπηρετήσω την Πατρίδα μου χρησιμοποιών τα προσόντα μου ως πολυγλώσσου και έχοντος ροπήν προς το στάσιον αυτό.
Όταν επέστρεψα εις την οικίαν μου, ανελογίσθην μερικά ωραία λόγια που γράφει ο κ. Αρχιμανδρίτης στο ΙΥ Κεφάλαιο του βιβλίου του (σελ. 85) περί ψυχολογίας του πατριώτου κατασκόπου.
“Για την εξυπηρέτησιν της πατρίδος του, παραμερίζει τα πάντα, παραμερίζει την οικογένειά του, τους φίλους του, την κοινωνική ζωή και ότι αγαπητώτερο έχει στον κόσμο, παραμερίζει τέλος τον ίδιο τον εαυτό του, τον οποίον παραδίνει στην υπηρεσία της πατρίδος του”.
Και εξακολουθεί παρακάτω.
“Ενας τέτοιος εθνικός πράκτορας όταν κατορθώσει να μπη σ’ ένα στράτευμα ή σε μία υπηρεσία ή τέλος σ’ ένα ξένο κράτος για να φερη εις πέρας ορισμένες εντολές είναι τρομερά επικίνδυνος”.
“Για να κατορθώση εκείνο που πρέπει, δεν θα διστάση μπροστά σε τίποτε. Δεν βλέπει παρά μονον την Πατρίδα του και γι’ αυτό κάθετί που θα κάνει για να φθάσει στον σκοπό του το θεωρεί ιερό.”
“Εάν είναι ανάγκη θα κλέψη, θα δολοφονήση, θα δεχθή εξευτελισμούς και θα ατιμασθή ως άνθρωπος, θα απατήση, θα πλαστογραφήση, θα κλάψη, θα υποκριθή, θα γίνη ερωμένος, θα γίνη δούλος, θα παίξη τέλος σαν ο καλύτερος ηθοποιός στη ζωή”.
Αυτή είναι η ψυχολογία των πατριωτών κατασκόπων (εθνικών πρακτόρων) και πρέπει να είναι υπερήφανα τα κράτη εκείνα που κατορθώνουν να έχουν πολλούς τέτοιους ανεκτίμητους ανθρώπους, γιατί αι υπηρεσίαις τις οποίας προσφέρουν πολλές φορές είναι τόσο σπουδαίες και τόσα μεγάλες, που μπορεί να πει κανείς πως και μόνες αυτές σώζουν και δοξάζουν την Πατρίδα τους.
Αυτά τα λόγια τα εξαναδιάβασα την ημέρα εκείνη και επήρα την οριστική μου απόφασι να δεχθώ την πρότασι του Χόλμαν, αδιαφορών για το μίσος και την περιφρόνησι που θα εξέγειρα γύρω μου, εναντίον μου και εναντίον της οικογενείας μου.
Εις το Γυμνάσιον είχα συμμαθητήν τον Ιωάννην Μαρσέλλον με τον οποίον είχα συνδεθή φιλικά.
Επίσης είχα συνδεθή φιλικά με τον Ιωάννην Κωστόπουλον φοιτητήν τότε και δικηγόρον τώρα. Τους συνάντησα το απόγευμα και απεφάσισα να τους εκμυστηρευθώ την απόφασί μου. Εκείνοι εγνώριζαν μόνο ότι εργάζομαι εις Γερμανικήν υπηρεσίαν και εγώ είχα εννοήση οτι ειργάζοντο εις κάποιαν Εθνικήν Οργάνωσιν.
Τους απεκάλυψα τότε την συνεργασία μου με τον κ. Μητρόπουλον και την απόφασίν μου τώρα να εργασθώ εις το τάγμα του Χόλμαν και τους επρότεινα να με συνδέσουν με μία οργάνωσιν δεδομένου ότι ο κ. Μητρόπουλος απουσίαζε εξ Αθηνών. Εκείνοι μου είπαν ότι θα μου απήντων την επομένην.
Κατά την συνάντησιν της άλλης ημέρας μου ανήγγειλεν ότι έλαβαν εντολήν να μου διαβιβάσουν την επιθυμίαν του αρχηγού της οργανώσεως να δεχθώ την πρότασιν του Χόλμαν.
Μετ’ ολίγας ημέρας ντυμένος πλέον Γερμανός στρατιώτης επήγα με το Τάγμα του Χόλμαν στα Βίλλια όπου θα εμέναμε για ειδικές ασκήσεις των Ελλήνων που εστρατολόγησε ο Αγήνορος και εκ των νέων γερμανών στρατιωτών που ήλθαν εν τω μεταξύ από την Γερμανίαν.
Μου ανέθεσαν την εκγύμνασι των Ελλήνων και κατά το διάστημα της εβδομάδας έκαμα το σχεδιάγραμμα του καταυλισμού του τάγματος εις Βίλλια, λεπτομερώς κατά λόχους και διμοιρίας, καθώς και τας αποθήκας πυρομαχικών και υλικού. Μετά παρέλευσιν δέκα ημερών επήρα διήμερη άδεια και ήλθα εις Αθήνας.
Ο Κωστόπουλος με οδήγησε εις ένα σπίτι της οδού Φυλής οπου έμενε η κυρία Ζρεκ και εκεί γνώρισα για πρώτη φορά τον αρχηγό της Οργανώσεως στην οποίαν άνηκε. Ήτο η Λέλα Καραγιάννη. Επρόκειτο για μια γυναίκα η οποία είχε επάνω της αφάνταστη γοητεία και επιβολή μαζί.
Με συνεχάρει θερμά και μου μίλησε με ενθουσιασμό για το καθήκον όλων μας προς την Πατρίδα που διέρχεται τόσο σκληρές ημέρες, μ’ ενεθάρρυνε ν’ αντιμετωπίσω με ψυχραιμία την κατακραυγή γνωστών και φίλων, οι οποίοι θα εξεγείροντο βλεποντας τη φανερή πλέον υπηρεσία μου προς τους Γερμανούς.
Όλα αυτά με ενίσχυσαν πολύ διότι παρ’ όλη τη αποφασί μου ομολογώ ότι η δυσφορία ήτο μεγάλη διά την στάσιν όλων απέναντί μου και κατέβαλα όλη μου τη θέλησι και επεκαλούμην όλη μου την αγάπη προς την Πατρίδα μου διά ν’ αντιμετωπίσω με όσην αξιοπρέπειαν έπρεπε τη στάσι τους και τους υπαινιγμούς των.
Γι’ αυτό ήταν μεγάλη ηθική ενίσχυσις για μένα αι μυστικαί και εκείναι συγκεντρώεις εις το σπίτι της κυρίας Ζρεκ όπου η κυρία Καραγιάννη και οι φίλοι μου της ομαδος της ήσαν οι μόνοι οι οποίοι εγνωριζαν το μυστικό μου κα μ’ ενίσχυαν εις το έργον μου.
Εκείνη την ημέρα παρέδοσα εις την κυρία Καραγιάννη το διάγραμμα του καταυλισμού που είχα ετοιμάση, εκείνη όμως μου είπε ότι εφ’ όσον ο προορισμός μας ήτο να εγκατασταθώμεν εις Λεβαδειάν δεν θα έπρεπε να ενεργήση τίποτε εναντίον της καταστροφής του τάγματος εις Βίλλια, διότι οι γερμανοί θα έστελον άλλην μονάδα και οι πληθυσμοί θα υπέφερον πολύ εν τω μεταξύ από τα αντίποινα. Ενώ εις Λεβάδεια θα ήτο δυνατόν να γνωρίζωμεν τελείως τον τρόπο δράσεως του Χόλμαν και θα ελαμβάναμε μέτρα εξουδετερώσεως. Μου συνέστησε να προσπαθήσω να φέρω όπλα και πυρομαχικά κατά τας καθόδους μου εδώ και να φροντίσω να υποβοηθήσω όλας τας ανταρτικάς ομάδας της περιφερείας, ασχέτων φρονημάτων, διότι εφ’ όσον χτυπούν τους Γερμανούς επιτελούν εθνικόν σκοπόν.
Αυταί ήσαν οι κατευθύνσεις της κατά την πρώτη συνάντησίν μας από την οποίαν απεκόμησα ένα αίσθημα εκτιμήσεως και σεβασμού καθώς και πραγματικά υϊκής αγάπης προς την κυρία Καραγιάννην.
Μετά εικοσαήμερον παραμονήν εις Βίλλια μετεκινήθημεν εις Λεβάδειαν όπου πλέον εγκαταστάθημεν εις το οίκημα του επιτελείου του Τάγματος και υπέγραψα σύμβασιν υπηρεσίας μου εις τον γερμανικόν στρατόν μέχρι πέρατος της εν Ελλαδι κατοχής.
Όπως προέβλεπα απέκτησα την απόλυτον εμπιστοσύνην του Χόλμαν. Ήτο έφεδρος αξιωματικός, βιομήχανος πορσελάνης εις την ιδιωτικήν του ζωήν και εν γενικαίς γραμμαίς καλός άνθρωπος εν τω πλαισίω πάντοτε της γερμανικής νοοτροπίας. Η κολυσμένη ψυχή του τάγματος ήτο ο Υπολοχαγός Bokl έχων μεγάλον βαθμόν εις την Ναζιστικήν ιεραρχίαν.
Ως γνωστόν οι οπαδοί του Ναζιστικού κόμματος αποτελούσαν συγκρότημα ανθρώπων υπεράνω παντός νόμου και εννοίας κοινωνικής και κρατικής. Ήσαν τελείως ασύδοτοι, αυθαίρετοι και κτηνωδώς σκληροί.
Όχι άπαξ παρέστην εις σκηνάς εξευτελισμού ανωτέρων και ανωτάτων αξιωματικών του τακτικού στρατού υπό του Bokl ισταμένων ενώπιό του εις προσοχήν και δεχομένων βροχή ύβρεων εν σιωπή, διότι εγνώριζον την εξέχουσαν θέσιν του εις το Ναζιστικόν κόμμα.
Ο άνθρωπος αυτός είναι ο κύριος υπεύθυνος όλων των βαρβαροτήτων τας οποίας το τάγμα διέπραξεν εις την περιφέρειαν Λεβαδείας, ατυχώς όμως εφονεύθη αργότερον εις Βοσνίαν υπό Κροατών ανταρτών και απέφυγε την χείρα της δικαιοσύνης η οποία θα έπιπτε βαρεία επί των ώμων του σήμερον.
Ήδη ήμουν εις θέσιν να γνωρίζω όλους τους τρόπους δράσεως των μονάδων του τάγματος και όλα τα τεχνάσματα κυκλώσεως χωρίων προτού οι κάτοικοι αντιληφθώσιν ότι δεν πρόκειται περί διαβατικής ομάδος αλλά περί αποσπάσματος δημίων και καταστροφέων οι οποίοι έφερον τον θάνατο και ερήμωσιν εις τον ήσυχον τόπον των. Εγνώριζον όλα τα μελλοντικά σχέδια του Χόλμαν διά την δράσιν των προσεχών ημερών και τας περιφερείας εις ας θα ελάμβανον χώραν.
Καταδόται και καταδότριαι της Λεβαδείας και των πέριξ, οι οποίοι ήσαν ευτυχώς ελάχιστοι, μου ήσαν πλέον γνωστοί. Ως διερμηνεύς του διοικήτου παρηκολούθουν σχεδόν όλας τας ανακρίσεις των διαφόρων υποθέσεων και ελάμβανον γνώσιν των ονομάτων εκείνων οι οποίοι εκινδύνευον να αποκαλυφθούν.
Η Εφ-Πε Αθηνών είχε στείλη κλιμάκιον υπό τον ανθυπολοχαγόν Πάαρ, ο οποίος ενήργει τας ανακρίσεις των συλλαμβανομένων από της πολιτικής πλευράς ενώ τα τάγμα ενδιαφέρετο διά τας στρατιωτικάς πληροφορίας, τοιουτοτρόπως μου ήτο εύκολον να παρακολουθήσω όλας τα λεπτομερείας και να συλλέξω αξιολόγους πληροφορίας.
Αδιαφορών για την ιδεολογίαν των συλλαμβανομένων, όπως είχα ρητήν εντολήν από τον αρχηγόν μου, προσεπάθησα πάντοτε εν τω μέτρω των δυνάμεών μου να υποβοήθησω τους ανθισταμένους εις την γερμανικήν κατοχήν, μετατρέπων την έννοιαν των καταθέσεων εάν παρίστατο ανάγκη, αποκρύπτον καταγγελόμενα ονόματα κατά τας ομολογίας ή υποβάλλων πολλάκις εις τον Χόλμαν του οποίου πλέον είχα αποκτήση την απόλυτον εμπιστοσύνην, και εις τους αξιωματικούς του σχέδια τα οποία κατά την εφαρμογή των δεν απέδιδαν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα.
Συγκεκριμμένως ενθυμούμαι τα εξης περιστατικά με λεπτομέρειας.
Είχομεν θετικάς πληροφορίας ότι εις το χωρίον Κυριάκι εγκατεστάθη δύναμις ανταρτών. Το σχέδια εξοντώσεως των κατηρτίσθη ως εξής.
Εξ όλων των σημείων θα επιτίθεντο μονάδες του Χόλμαν με γερμανικάς στολάς, υποχρεούντες τους αντάρτας ν’ αποσυρθούν προς ΒΔ κατεύθυνσιν εις την οποίαν θα ανεμενέν ομάς ενδεδυμένην με στολάς ανταρτών του ΕΛΛΑΣ και εφοδιασμένην με οπλισμόν συνήθη του ΕΛΛΑΣ, υπό το πρόσχημα της παροχής ενισχύσεως των καταδιωκομένων ανταρτών και όταν ούτοι θα έφθανον ανυποπτοι πλησίον αυτής θα ήρχιζε πυρ το οποιόν υπό τας συνθήκας αυτάς θα επέφερε την τέλειαν εξολόθρευσιν των ανταρτών.
Της ομάδος των μετημφιεσμένων γερμανών ηγείτο ο υπολοχαγός Ντόβε συμμετείχον δε εγώ, όστις θα ενεφανιζόμην δι’ όλας τας εκ του μακρόθεν συνεννοήσεις κατά την προσέγγισιν των καταδιωκομένων ανταρτών.
Υπό του Χόλμαν εδόθη μυστική εντολή εις τον Ντόβε πλήρους συμμορφώσεως του προς τας υποδείξεις μου, πράγμα όπερ ο Χόλμαν μου ανακοίνωσεν τονίζων την ευθύνην την οποίαν ανελάμβανα.
Ανεχωρήσαμεν 24 ώρας ενωρίτερον και εις το Λουτράκι εφορέσαμεν τας αντάρτικας στολάς, επεβιβάσθημεν διά νυχτός και μετά τινας ώρας εφθάσαμεν εις το σημείο αποβιβάσεως και επροχωρήσαμεν διά των ορέων προς το Κυριάκι.
Με απησχόλη διαρκώς η σκέψις της ματαιώσεως της εφαρμογής του σχεδίου, από της δικής μας πλευράς η οποίαν απετέλει και το θανάσιμον διά τους αντάρτας σημείον του ετοιμαζομένου κλοιού.
Ρητή διαταγή του Χόλμαν ήτο να μην γίνομεν αντιληπτοί παρ’ ουδενός ώστε να μην αποκαλυφθή ποτέ το τέχνασμα της μετεμφιέσεώς μας, οπότε ήτο αδύνατον να χρησιμοποιηθή εις το μέλλον.
Κατά το μεσονύχτιον επλησιάζαμεν εις το Κυριάκι, εμού προβαδίζοντος διά να δύναμαι να αντιληφθώ συνομιλίας ή ν’ απαντώ ελληνιστί και επομένου του Ντόβε.
Υπό το σεληνόφως διέκρινα μία πρόχειρον ποιμενικήν καλύβην (τσαρδάκι) επωφεληθείς δε της αποστάσεώς μου, εκ του Ντόβε εβάδιζα εις τρόπον ώστε να γίνω αντιληπτός όπερ και συνέβη. Εις σχετικήν ερώτησιν του βοσκού (σημειωτέον εν τω μεταξύ ότι μας επετέθησαν και οι κύνες) τον εκάλεσα να πλησιάση, του εξήγησα ότι είμεθα αντάρται του ΕΛΛΑΣ ερχόμενοι προς συνάντησιν των εν τω χωρίω ευρισκομένων και τον ερώτησα εάν απέχομεν πολύ από αυτό.
Μας απήντησε ότι δεν απέχομεν πολύ. Εφάρμοσα αμέσως το σχέδιον το οποίον είχον συλλάβει. Απεσύρθην μετά του Ντόβε ιδιαιτέρως και του επρότεινα να μείνωμεν εκεί επιρηρούντες τον βοσκόν μήπως μεταβή εις το χωρίον και ειδοποιήση τους αντάρτας, οπότε το τέχνασμά μας θα απεκαλύπτετο. Εις σκέψιν του να τον συλλάβωμεν και να τον κρατήσωμεν μαζί μας εις την θέσιν ην έπρεπε να καταλάβωμεν, απήντησα ότι ως μου είπεν είναι και άλλαι ποιμενικαί καλύβαι πέριξ, οπότε ενδέχεται να εγενόμεθα αντιληπτοί και του υπέμνημα τη ρητή εντολήν του Χόλμαν όπως πάση θυσία μη αποκαλυφθή το τέχνασμα της μετεμφιέσεως τονίσας ότι θα ήτο προτιμώτερον να διαφύγουν οι αντάρται παρά να αποκαλυφθώμεν ημείς. Ο Ντόβε επίσθη και διέταξε να μείνωμεν εκεί μέχρις της αυγής, οπότε να προσπαθήσωμεν πάση ταχύτητι να καταλάβωμεν τας θέσεις μας.
Αλλά την τετάρτην πρωινήν ηκούσαμεν μεγάλην έκρηξιν προς την κατεύθυνσιν του χωρίου.Οι αντάρται ηδοποιηθέντες εγκαίρως υπό των προσκόπων των περί των κινήσεων των εμφανών δυναμεων του τάγματος, αντιληφθέντες ότι θα εδέχοντο επίθεσιν, ανατίναξαν τα εντός του περιβόλου της εκκλησίας πυρομαχικά των και υπεχώρησαν διά της μόνης υπαρχούσης οδού διαφυγής, εκείνην δηλαδή την οποίαν ημείς επιτύχοντος του σχεδίου μας, δεν είχαμεν καταλάβει εγκαίρως. Επροχωρήσαμεν μετά του Ντόβε στην κορυφή του υψώματος και είδομεν τα τμήματά μας εισερχόμενα αμαχητί εις Κυριάκι, πράγμα οπέρ απεδείκνυε την έγκαιρον διαφυγήν των ανταρτών μετά του πληθυσμού του χωρίου.
Επαναστρέψαμεν τότε του Ντόβε μη υποπτευθέντος το τέχνασμά μου και καταρωμένου την κακοτυχία μας.
Έτερον περιστατικόν μεταξύ Άνω και Κάτω Αγοριανής είναι το εξής.
Επρόκειτο περί μεγάλης κυκλωτικής κινήσεως εναντίον της Αραχώβης, εις την οποίαν θα ελάμβανον πάλιν μέρος με το τμήμα του Ντόβε, αλλά με γερμανικάς στολάς και από της κατευθύνσεως της Αγοριανής.
Μεταξύ Άνω και Κάτω Αγοριανής αντελήφθημεν ότι αντάρται είχον καταλλάβει τας διαβάσεις. Το απόσπασμα του Ντόβε απετελείτο από 60 άνδρας αρτιώτατα οπλισμένους, είχομεν δε επί πλέον 4 βαρέα πολυβόλα των 42, έναν όλμον μεσαίον και 12 αυτόματα. Καταλάβομεν επικαίρους θέσεις αποκρύψαντες την πραγματικήν μας δύναμιν ως και τον βαρύ οπλισμόν μας και εμφανισθέντες ως μικρόν ελαφρόν απόσπασμα, επί τω σκοπώ να προκαλέσωμεν επίθεσιν των ανταρτών και να τους εξολοθρεύσωμεν ασφαλώς. Ήρχισεν η αψιμαχία, ότε ο αρχηγός των απατηθείς εκ της εμφανίσεως μας διέταξεν υψηλοφώνως την πρώτη ομάδα να επιτεθή. Την διαταγή ταύτην μετέφρασα εις τον Ντόβε, ως αφορώσαν επίθεσιν ολοκλήρου λόχου υποστηριζομένην υπό όλμων και τον ηρώτησα αν θα ήτο φρόνιμόν να αντιστώμεν.
Διέταξεν αμέσως σύμπτηξιν του αποσπάσματος και υποχώρησιν κανονικήν, ούτω δε μόνον εσώθησαν οι αντάρται εκ βεβαίας καταστροφής των, αλλά και η προέλασίς μας κατά των Αγοριανών εβράδυνε επί 24 ώρας μέχρι ότου έλθουν οι ενισχύσεις ας εζητήσαμεν ραδιογραφικώς, δοθέντος ούτω καιρού εις τους αντάρτας ν’ αποσυρθώσι
Την επικειμένην επίθεσιν εναντίον της Αραχώβης, ην εγνώριζον, ανέφερα εις την Καραγιάννη εγκαίρως, κατελθών επί τούτω εις Αθήνας με ημερησίαν άδειαν.
Εις άλλην περίπτωσιν εματαιώθη μία πλεκτάνη εις βάρος του Συν/χου Ψαρρού υπό τας κάτωθι συνθήκας.
Ο αναπληρωτής του αναχωρήσαντος διά Γερμανίαν Χόλμαν, υπολοχαγός Ρόντε, γνωρίζων ότι ο ιδιώτης Σέργιος Λουκάς κάτοικος χωρίου τινός παρά την Χαιρώνειαν είχε προτείνη άλλοτε εις τον Χόλμαν κάτι περί Ψαρρού, εκάλεσε τον Λουκάν εις Λεβάδειαν.
Εις την συνέντευξην αυτήν παρέστησαν επί πλέον, αντιπρόσωπος του Διοικητού του Αου Συντάγματος της Μεραρχίας Ταγματάρχου Βάλτερ, εις υπολοχαγός ακόμη και εγώ. Ο Λουκάς επρότεινεν εξ ονόματος ενός Ταγματάρχου Παπαγιάννη της Οργανώσεως του Ψαρρού, σύμπραξιν της Οργανώσεως μετά του τάγματος Χόλμαν προς κοινήν αντιμετώπησιν των ομάδων του Ε.Α.Μ. υπό τον όρο όπως το τάγμα παύση ενδιαφερόμενον διά την περιφέρειαν δράσεως του Ψαρρού. Εκ της όλης συζητήσεως διεπιστώθη ότι η πρότασις εγένετο εν αγνοία του Συν/ρχου Ψαρρού και τη πρωτοβουλία του Ταγματάρχου Παπαγίαννη, εφ’ ο και οι αξιωματικοί εζήτησαν δευτέρα συνάντησιν εις Αθήνας. Κατήλθωμεν εις Αθήνας, όπου διευκόλυνα την εντολή του Ρόντε τον Λουκά να παραλάβει μίαν διατακτικήν αρκετής ποσότητος πετρελαίου, ανέφερα όμως αμέσως εις την Καραγιάννη εν πάση λεπτομερεία τα της υποθέσεως αυτής, προσθέσας και την πληροφορίαν ότι ο Σέργιος Λουκάς εσύχναζε εις φαρμακείον τι της οδού Σωκράτους όπερ είχεν συμπατριώτης του φαρμακοποιός.
Η Καραγιάννη απεφάσισε τότε να ματαιώση τας περαιτέρω συνεννοήσεις και προς τούτο μεταβάσα εις το φαρμακείον είπεν εις τον φαρμακοπειόν να ειδοποιήση τον Λουκάν ότι «το ραντεβού που έχει με τους τέσσερις έγινε γνωστό και καλά θα κάνη να μην πάη».
Ο Λουκάς όντως τρομοκρατηθείς δεν προσήλθε εις την καθορισθείσαν συνάντησιν, συναντήσας με δε μ’ επληροφόρησε σχετικώς περί του μυνήματος «μιας αγνώστου κυρίας» προσθέσας ότι κάποιος από το μέρος μας επρόδωσε τη υπόθεσιν διότι εκ της πλευράς του μόνον εκείνος και ο Παπαγιάννης εγνώριζαν αυτήν.
Του απήντησα ότι τούτο ήτο αδύνατον και μάλλον εκ της πλευράς των προέρχεται η κατάδοσις διότι ήτο ευκολότερον ν’ αντιληφθώσιν αυτούς συζητούντας, Εληνιστί παρά ημάς εξετάσαντας εντός των γραφείων μας το ζήτημα γερμανιστί, τον συνεβούλευσα δε να μην αναφέρη εις τους αξιωματικούς τον πραγματικόν λόγον ματαιώσεως της συναντήσεώς μας διότι εκινδύνευε να συληφθή ως ύποπτος. Όντως ο Λουκάς τρομοκρατηθείς εκ νέου, ουδέν ανέφερε και η εναντίον του Ψαρρού πλεκτάνη απέτυχε χάρις εις την έγκαιρον επέμβασιν της Καραγιάννη.
Εις την Λεβάδειαν την επόχην εκείνην νομάρχης ήτο ο Ιωάννης Γεωργόπουλος. Συνειργάσθη μετά του Χόλμαν εις το ζήτημα της διώξεως των ανταρτικών σωμάτων, έχων πλήρες δίκτυον ανθρώπων του εις όλην την περιφέρειαν του νομού αναφέρων λεπτομερώς τα της κινήσεώς των. Υπήρξεν επίσης ο εισηγητής της συγκεντρώσεως των ραδιοφώνων πράγμα όπερ και έπραξε ο Χόλμαν.
Κατόπιν υποδείξεώς του επίσης εγένοντο αι επιδρομαί εναντίον της Χώστιας, Καρούτες και Δόμβραινας.
Μέχρι της ημέρας της αναχωρήσεώς μου εκ Λειβαδείας, ετήρησα την Καραγιάννη λεπτομερώς ενήμερον όλων όσων ενέφερα ανωτέρω ως και απείρων άλλων υποθέσεων ων αι λεπτομέρειαι μου διαφεύγουν πλέον. Κατηρχόμην σχεδόν καθ’ εβδομάδαν έχων πάντοτε τας αποσκευάς μου πλήρεις πυρομαχικών. Συνήθως μόλις έφθανα εις Αθήνας μετέβαινα εις το κατάστημα του συζύγου της, όπου πολλάκις και εφόσον υπήρχον πελάται παρεκάλουν γερμανιστί να μου φυλαξουν τας αποσκευάς μου δι’ ολίγην ώραν, οπότε τας μετέφερον εις την αποθήκην του βάθους και παρελάμβανον τα πυρομαχικά, άλλοτε πάλι τα μετέφερα εις την οικίαν της κυρίας Ζρεκ επί της οδού Φυλής 108 και η παραλαβή της εγένετο εκεί.
Την Καραγιάννη συνήντων άλλοτε εις το κατάστημα όταν δεν υπήρχε κίνησις πελατών, συνειθέστερον όμως εις την οικίαν της κυρίας Ζρέκ όπου ήτο δυνατόν να ομιλούμε ελεύθερα και της παρέδιδον τας αναφοράς μου. Εκεί ελάμβανον παρ’ αυτής λεπτομερείς οδηγίας διά τας μελλοντικάς ενεργείας μου και προσεπάθουν πάντοτε να ευρίσκομαι εντός του πλαισίου των.
Πολλάκις συνεζητήσαμεν διά τον τρόπον καθ’ ον θα ήτο δυνατή η διαφυγή μου προς την Οργάνωσιν Ζέρβα διά της δημιουργίας μιας δήθεν αιχμαλωσίας μου κατά την διάρκειαν μιας περιπολίας μου, ατυχώς όμως τελικώς δεν κατορθώθη να γίνη αυτό. Αιφνηδίως διετάχθη το τάγμα ν’ αναχωρήση διά το Ρωσσικόν μέτωπον κατά τον Δεκέμβριον του 1943 και τότε απεφάσισα να προσποιηθώ τον νευρασθενή διά ν’ αποφύγω την μετάβασίν μου εκεί. Κατόρθωσα να επιτύχω τούτο εις βαθμόν ώστε να εισαχθώ προς θεραπείαν εις το Νοσοκομείον Ψυχικού.
Εκεί κατόρθωσα να μάθω την ύπαρξιν του μυστικού όπλου Υ1 (φάου άϊνς) εκ τινος όστις υπαξιωματικού όστις είχε μετατεθή εκ Γαλλίας και είχεν λάβη μέρος εις τας δοκιμάς του, ειδοποίησα δε αμέσως την Καραγιάννη διά του φίλου μου και μέλος της ομάδος της Ιωάννου Μαρσέλλου.
Μετά τρίμηνον παραμονήν μου και δεδομένου ότι υπήρχεν πάντοτε ο κίνδυνος της απόστολής μου εις την μονάδα μου, υπεκρίθην κρίσιν μανείας ξυλοκοπήσας έναν Ιταλό υπαξιωματικό δι’ ασήμαντον αφορμήν, τότε με μετέφεραν εις έναν θάλαμον απομoνώσεως προς ειδικήν θεραπείαν και μετ’ ολίγον με απέστειλαν με νοσοκομειακήν αμαξοστοιχίαν εις Γερμανίαν εις τα έμπεδα της Μεραρχίας μου με την εντολήν να μ’ απασχολήσουν εις ελαφράς βοηθητικάς υπηρεσίας, κατόρθωσα δε να επιτύχω την αποστολήν μου προς ανάρρωσιν εις τι θεραπευτήριον επί των Άλπεων παρά τα Γερμανοελβετικά σύνορα.
Προσεπάθησα να διαφύγω προς Ελβετίαν αλλά δεν επέτυχα λόγω των πυκνών φυλακίων τα οποία ειδικώς διά τας περιπτώσεις αυτάς είχον εγκαταστήσει οι γερμανοί.
Επέστρεψα εις τα έμπεδα, όπου επληροφορήθην ότι ο Χόλμαν με την μονάδα του ευρίσκετο εις Βοσνίαν και εκείθεν θα επέστρεφεν εις Ελλάδα.
Του έγραψα παρακαλών να ενεργήση την τοποθέτησιν μου εις την μονάδα του, πράγμα όπερ έπραξεν αμέσως και ούτω μετέβην προς συνάντησιν του. Μετ’ ολίγον όμως μετετέθη εις Γαλλίαν εγώ δε παρέμεινα εις την μονάδα ως διερμηνεύς δεδομένου ότι η Σερβική είναι επίσης μητρική μου γλώσσα.
Εις Βοσνίαν ήλθον εις επαφήν μετά διαφόρων αρχηγών των Τσέτνικ ήτοι των ανταρτικών σωμάτων άτινα ενισχυόμενα υπό των Γερμανών εμάχοντο εναντίον του Τίτο. Υπήρχον μυστικαί διαταγαί όπως η προς αυτούς βοήθεια των γερμανών στρατιωτικών έδει να είναι μάλλον εικονική, η δε προμήθεια εις όπλα και πυρομαχικά άκρως φειδωλή, να έχουν δε υπ’ όψιν των ότι διά τους Τσέτνικ ο Τίτο είναι υπ’ αρίθ. 1 εχθρός και οι γερμανοί ο υπ’ αρίθ. 2 τοιούτος.
Τας διαταγάς αυτάς έθεσα υπ’ όψιν των ούτως ώστε επέτυχα να επισύρω το μίσος των εναντίον των γερμανών εις τρόπον ώστε πολλάκις να εξοντώσουν γερμανικά τμήματα μέχρις ενός κατορθώνοντες ν’ αποδίδεται τούτο εις ομάδας του Τίτο.
Μετά παρέλευσιν 3 μηνών διετάχθη η μετακίνησίς μας εις Ελλάδα, μόλις όμως ετοιμάσθημεν, ελάβομεν νεωτέραν διαταγήν να μεταβώμεν εις Ρουμανίαν όπου είχον εισέλθη αι Ρωσσικαί Στρατιαί.
Παρέμεινα πάντοτε εις το επιτελείον του τάγματος δημιουργήσας αρίστας σχέσεις μετά των αξιωματικών και απολαμβάνων πλέον της πλήρους εμπιστοσύνης των, μη συντρέχοντος όμως του λόγου της υπηρεσίας μου ως διερμηνεύς, ανέλαβον ως σύνδεσμος του επιτελείου μετά των μαχομένων τμήματων της μονάδος. Είχα προμηθευθή ένα μικρό ραδιόφωνον μπαταρίας και ούτω κατά τας υπηρεσιακάς διαδρομάς μου με μοτοσυκλέταν, σταθμεύων εις ερημικά μέρη παρηκολούθουν τας εκπομπάς του Λονδίνου, και ούτω ήμην ενήμερος της πραγματικής καταστάσεως. Ευρισκόμεθα τότε εις τας Τρανσυλβανικάς Άλπεις παρά το Κλαούζεμπουργκ και η κατάστασις μετεβάλλετο εις χαώδη λόγω της ταχείας προελάσεως των Ρώσσων. Ο πομπός μιας μονάδος μας 1.200 ανδρών είχε καταστραφή και υπό τας συνθήκας των ημερών εκείνων η αντικατάστασις του ήτο αδύνατος, πράγμα όπερ συνέβη και εις απλά τμήματα μας. Η μονάς αυτή ευρίσκετο παρά το Ντέμπρετσεν προς το οποιόν οι Ρώσοι παρήλαυνον ταχύτατα έπρεπε δε τούτο να μετακινηθή αμέσως διά να αποφύγη τελείαν εξόντωσιν. Διετάχθην να μεταφέρω αμέσως τη σχετικήν διαταγήν και μου ετονίσθη ιδιαιτέρως ότι η σωτηρία του οφείλετο εκ της ταχύτητος μου. Γνωρίζων καλώς την γερμανικήν νοοτροπίαν ήμην βέβαιος ότι τούτο δεν θα μετεκινήτο άνευ διαταγής, διά τούτο ανεχώρησα αμέσως επροχώρησα μέχρι τινος και εισήλθον εις το πανδοχείον ενός χωρίου όπου και παρέμεινα επί όσον χρονικόν διάστημα εχρειάζετο διά να καλυφθή η διαδρομή την οποίαν έπρεπε να εκτελέσω. Επιστρέψας εις το Επιτελείον ανέφερα την επίδοσιν της διαταγής, εκ του τμήματος όμως εκείνου ούτινος η δύναμις εν τω μεταξύ είχεν ελαττωθή εις 600 περίπου λόγω προγενεστέρων απωλειών, ουδείς ενεφανίσθη έκτοτε.
Τότε ήλθε διαταγή εκ της έδρας της Μεραρχίας, ευρισκομένης εις Βράδεμπουργκ ν’ αποσταλή εκεί ομάς εκ τεσσάρων ονομαστί οριζομένων 3 υπολοχαγών και εμού, όπως προπαρασκευάσωμεν τον καταυλισμόν της μονάδος μας εις τα πέριξ του Βράδεμπουργκ ένθα θα ανεσυγκροτείτο. Οι τρεις αξιωματικοί είχον φονευθή εν τω μεταξύ και ούτω διατάχθην ν’ αναχωρήσω μόνος.
Καθ’ οδόν η μοτοσυκκλέτα μου έπαθεν βλάβην ανεπανόρθωτον, την εγκατέλειψα μετ’ αυτής δε και το φορητόν μου ραδιόφωνον, πότε δε με αυτοκίνητον και πότε με σιδηρόδρομον έφθασα εις Βιέννην και εκείθεν εις Βράδεμπουργκ.
Μετά την ανασυγκρότησίν μας διετάχθη η μετακίνησίς μας εις Ανατολικήν Πρωσσίαν. Εκεί ο χειμών είχεν ήδη αρχίσει από του Οκτωβρίου, όταν δε έλαβον διαταγή να εκπαιδευθώ ως οδηγός άρματος μάχης τύπου «Βασιλική Τίγρις» (είχον ήδη προαχθή εις υπαξιωματικόν) απεφάσισα να επικαλεστώ τον όρο της συμβάσεώς μου καθ΄ ον θα υπηρέτων στον γερμανικόν στρατόν εφ’ όσον οι Γερμανοί θα παρέμενον στην Ελλάδα, δεδομένου δε ότι την είχον εγκαταλείψη εδικαιούμην ν’ αποστρατευθώ.
Διερχόμενος προ ολίγου καιρού επ’ αδεία εκ Βιέννης, συνάντησα τον άλλοτε αρχηγό της «Μπούντ» Αγήνορα ευρισκόμενον τότε εκεί, επί κεφαλής ενός εκ των δικτύων κατασκοπείας εις Ελλάδα.
Ούτος μου επρότεινε να συμμετάσχω εις την υπηρεσίαν αυτήν, εγω δε εδέχθην, αφ’ ενός μεν διότι θα υπεισερχόμην σε πολλά μυστικά και αφ’ ετέρου διότι θα μου εδίδετο η ευκαιρία να επιστρέψω εις την πατρίδα μου.
Την πρότασιν του Αγήνορα επικαλέσθην επίσης εις την αίτησιν περί αποστρατεύσεώς μου και ούτω κατόρθωσα να επιτύχω αυτήν ταχύτερον και να εισέλθω εις ειδικήν σχολήν κατασκοπείας προς εκπαίδευσίν.
Αποφοιτήσας μετέβην εις Βιέννην όπου συνήντησα τον Αγήνορα και ετέθην εις την διάθεσίν του. Έλαβον το ψευδώνυμον Φίλιππας με το οποίον θα έδρων, και περέμεινα εις Βιέννην εν αναμονή. Εν τω μεταξύ η προέλασις των Αγγλόαμερικανών ως και των Ρώσσων επροχώρει ραγδαίως, κινδυνεύων δε ν’ αποκοπώ εις Βιέννην ανεχώρησα εις Μάλνιτς όπου μετ’ ολίγον εισήλθον οι Βρεττανοί. Εκεί είχε καταφύγη και ο έπαρχος της περιφερείας παρουσιαζόμενος ως συνταξιούχος υπάλληλος, αλλ’ οι Άγγλοι καλώς πληροφορημένοι απέστειλον απόσπασμα διά να τον συλλαβουν οπότε συνάντησαν και εμέ.
Εις τον επί κεφαλής λοχαγόν απεκάλυψα την αλήθειαν επιδείξας και όσας ελληνικάς ταυτότητας είχον μαζί μου. Μου έδωσε σημείωμα να παρουσιασθώ εις το στρατόπεδο των παλινοστούντων εις Σπιτταλ, ………. αλλ’ εκεί λόγω κακής διερμηνείας εκρατήθην εκ παρεξηγήσεως μέχρις ότου ζητήσας ακρόασιν ανέφερα τα της δράσεως μου εν Ελλάδι και Γερμανία τονίσας ότι ανήκον εις την ομάδα της Λέλας Καραγιάννη γνωστήν εις τους σχετικούς κύκλους υπό το ψευδώνυμον «Μπουμπουλίνα».
Εκράτησαν σημειώσεις και μετά διήμερον με άφησαν ελεύθερον, πληροφορήσαντές με ότι εκ παρεξηγήσεως εκρατήθην.
Μέσω Ιταλίας επέστρεψα επιτέλους εις την πατρίδα μου με εξαντλημένον το νευρικόν μου σύστημα λόγω των περιπετειών μου, όπου επληροφορήθην τον τραγικόν θάνατο της γυναικός εκείνης η οποία τόσο με ενεθάρρυνε πάντοτε εις τον δύσκολον ρόλον, ο οποίος μου έλαχε και η οποία με εβοήθησε να αισθανθώ την ικανοποίησιν ότι έπραξα ότι μου ήτο δυνατόν διά να εξυπηρετήσω την Πατρίδα μου.
Την έκλαυσα σαν πραγματικήν μου μητέρα, επισκέπτομαι τακτικά τον τάφο της και δεν θα τη λησμονήσω ποτέ.

Advertisements