Αναφορά Ηγουμένης Ιεροθέας για Λέλα Καραγιάννη


Έ κ θ ε σ ι ς
Ιεροθέας Ηγουμένης της Γυναικείας
Μονής Αγίου Ιεροθέου Μεγάρων
———

Όταν οι Γερμανοί είχαν καταλάβη την Ελλάδα, ομάς από 18 Βρεττανούς που είχαν μείνη, ήλθε μια μέρα στη Μονή και ζήτησε καταφύγιο.
Τους εκρύψαμε τους δέκα σε ένα πατητήρι που εκείνη την εποχή ήταν άχρηστο και τους άλλους οκτώ σ’ ένα σπήλαιο γνωστό με το όνομα «Σπηλιά του Αβραάμ».
Ο ένας απ’ αυτούς ήταν άρρωστος βαρειά, ο Τομ.
Μ’ όλες τις περιποιήσεις τις δικές μας και ενός έμπιστου γιατρού από τα Μέγαρα, δεν κατορθώσαμε να τον σώσουμε και πέθανε. Τότε παραδώσαμε το πτώμα του στον Κωνστ. Κουλουριώτη και το έθαψε στο κτήμα του.
Οι Γερμανοί ήλθαν πολλές φορές στη Μονή, ζητώντας να βρουν Βρεττανούς. Ερευνούσαν τα πάντα ακόμα και την Αγία Τράπεζα, αλλά ο Θεός ηθέλησε ποτέ να μην υποπτευθούν το έρημο πατητήρι κι ούτε ν’ ανακαλύψουν τη σπηλιά που κρυβότανε ανάμεσα στους θάμνους από βατόμουρα.
Στη Μονή ετοιμάζαμε το συσσίτιό τους που άλλοτε το αφήναμε πίσω από το μαντρότοιχο του περιβόλου κι άλλοτε το κρεμούσαμε σ’ ένα κλαδί στο «δέντρο του κοντού» όπως ήταν γνωστό ένα μεγάλο δένδρο εκεί κοντά, κι απ’ εκεί έρχονταν εκείνοι και το πέρνανε αφήνοντας τ’ ασπρόρουχά τους για να τα πλύνουμε.
Μ’ αυτές τις προφυλάξεις κατορθώσαμε πάντα ν’ αποφύγουμε τις έρευνες των Γερμανών.
Μέσα όμως σ’ αυτή την τρομοκρατία, εδέχθηκα μια μέρα την επίσκεψη μιας γυναίκας.
Ήταν μια ηλικιωμένη μάλλον γυναίκα, ντυμένη φτωχικά, με το κεφάλι της τυλιγμένο σ’ ένα μαύρο μαντήλι. Ήλθε το μεσημέρι μέσα στη μεγάλη ζέστη κρατώντας ένα μεγάλο πακέτο και μου είπε.
Γερόντισσά μου ξέρω πως έχεις εδώ κρυμμένους Εγγλέζους και τους έφερα κάτι πράγματα. Αν είναι αλήθεια τους τα δίνεις αν είναι ψέμματα κράτησε τα για το Μοναστήρι.
Την εβεβαίωσα ότι δεν ξέρω τίποτα και ότι η πληροφορία που είχε δεν ήταν αληθινή, εκείνη δεν επέμεινε, εκάθησε λίγο και έπειτα έφυγε.
Όταν άνοιξα το πακέτο, είδα πως είχε τρόφιμα που δεν υπήρχαν εκείνη την εποχή στη Μονή. Βούτυρο, τυτί, μαρμελλάδα, σαλάμι. Επίσης είχε μέσα φάρμακα, κολώνιες, ξυράφια και σαπούνια.
Μετά τρεις ημέρες ήλθε άλλη γυναίκα, έμοιαζε μάλλον ζητιάνα και στηριζόταν στο ραβδί της.
Έβγαλε από το δισάκι της ένα πακέτο και μου είπε πως το έστειλε η γυναίκα που ήλθε την προηγούμενη φορά. Πράγματι εβεβαιώθηκα γι’ αυτό διότι όταν το άνοιξα ευρήκα τα ίδια πράγματα μέσα.
Είχα και τρίτη επίσκεψι σε λίγες μέρες από ένα κύριο με ψαρρά μαλλιά, γνωστό μου από άλλες φορές που είχε επισκεφθή τους Άγγλους, του οποίου όμως δεν ενθυμούμαι το όνομα πλέον. Τον συνόδευε μία κυρία μάλλον νέα καλοντυμένη που κρατούσε ένα πακέτο πάλι.
Επήγαν αμέσως οι δυο τους και βρήκαν τους Άγγλους, έμειναν μαζί τους περίπου δύο ώρες μιλώντας μ’ αυτούς.
Όταν επέστρεψαν η κυρία με πήρε ιδιαιτέρως και μου είπε πως κι’ άλλες φορές ήλθε στη Μονή, φέρνοντας πράγματα για τους Άγγλους, και τότε προσέχοντας καλύτερα, ανεγνώρισα στο πρόσωπό της την ηλικιωμένη γυναίκα και τη ζητιάνα που ήλθαν τις προηγούμενες ημέρες.
Μου αποκάλυψε τότε το όνομά της, Κυρία Καραγιάννη, με παρακάλεσε δε να μην το αποκαλύψω σε κανένα.
Έφευγε το πρωί από τας Αθήνας και επήγαινε στα Μέγαρα και ύστερα ερχόταν στη Μονή, που απέχει μιάμισυ ώρα με τα πόδια, και επέστρεφε με τον ίδιο τρόπο και για να μην κινή υποψίες με τα συχνά της ταξίδια, εντύνετο διαφορετικά κάθε φορά.
Σ’ ένα διάστημα δύο μηνών που έμειναν κρυμμένοι κοντά στη Μονή οι Άγγλοι, η κυρία Καραγιάννη ήλθε περίπου είκοσι φορές, φέρνοντας πάντοτε τρόφιμα εκλεκτά, φάρμακα και είδη καλλωπισμού.
Ντυμένη διαφορετικά κάθε φορά, έφτανε κατά το μεσημέρι στη Μονή, κουρασμένη μα και ευχαριστημένη που κατόρθωνε να ξεγελάση τους Γερμανούς και τους κατασκόπους.
Της άρεσε να κάθεται κάτω από μια μουσμουλιά στην αυλή για να ξεκουραστή, κι ύστερα έπερνε πάλι το δρόμο της επιστροφής.
Μου έλεγε πάντα με ακλόνητη πίστη πως θα νικήσουμε στο τέλος και μου έκανε εντύπωση πόσο αγαπούσε την πατρίδα της καθώς και η πεποίθησίς της πως με τις ενέργειές της θα κατορθώση να τους φυγαδεύση σε λίγο καιρό.
Ένα βράδυ αναστατωθήκαμε από πυκνούς πυροβολισμούς και σε λίγο η Μονή γέμισε από Γερμανούς.
Μας διέταξαν να βγούμε έξω όλες οι μοναχές και μας είπαν ότι θα έκαιγαν τη Μονή αν σε πέντε λεπτά δεν παραδίδαμε τους Άγγλους που εκρύβαμε.
Διαμαρτυρήθηκα όπως πάντοτε και τους προσκάλεσα να ερευνήσουν όπου νομίζουν πως είναι δυνατόν να είναι κρυμμένοι.
Και πάλι ο Παντοδύναμος ηυδόκησε να σώση τη Μονή και τα γενναία παιδιά της Μεγάλης Βρεττανίας, που κατόρθωσαν να διαφύγουν από τα καταφύγιά τους που τα εγνώριζαν πλέον οι Γερμανοί, εκτός από έναν που συνελλήφθη.
Όταν σε δύο μέρες ήλθε πάλι η κυρία Καραγιάννη και έμαθε ότι οι Άγγλοι εσκόρπισαν έμεινε άλλαλη από την απελπισία της, διότι όπως μου είπε είχε κατορθώση να εξασφαλίση τη φυγή τους με υποβρύχιο.
Έκτοτε δεν την ξαναείδα.
Έμαθα αργότερα από της Αδελφές της Μονής που υπηρετούσαν στις φυλακές και την ανεγνώρισαν από τις συχνές της επισκέψεις ότι συνελλήφθη από τους Ιταλούς και απελύθη ύστερα από πολλούς μήνες.
Τώρα τελευταία έμαθα πως την συνέλαβον οι Γερμανοί και την εσκότωσαν.
Ο Θεός ας αναπαύση την ψυχή της διότι ήταν μια Ηρωίδα.
Δεν θα λησμονήσω ποτέ ότι εκείνη την εποχή της τρομοκρατίας έπερνε τόσο συχνά τον επικίνδυνο δρόμο της Μονής, φορτωμένη με πράγματα που μπορούσαν να κινήσουν την υποψίαν αν την ερευνούσαν και περπατούσε τρεις ώρες μέσα στη δυνατή ζέστη για να φέρη λίγη χαρά και ανακούφισι στους ευγενικούς μας συμμάχους.

Advertisements