Ποίημα Δεκέμβρης 1944


Δεκέμβριος μήνας ήτανε,  κανείς δεν θα ξεχάσει,
ακουσα κτυπους δυνατούς κι η πόρτα πάει να σπάσει.

Έντρομη εγώ σηκώθηκα και κατατρομαγμένη,
τα πόδια μου έτρεμανει,  κάτι με περιμένει.
Βλέπω δυο αγριανθρωπους,  είχα τα λογικά μου
και αμέσως μου πρότειναν μαχαίρι στην καρδιά μου.

Που είναι ο αντρας σου μου λέν,  πούμε και τα παιδιά σου,
ήρθε η ώρα να σφαγούν,  δεν είναι πια δικά σου.

Όρμησαν στο κρεβάτι μας,  τον Ανδρα συλλαμβάνουν,
και τα παιδιά μου απειλούν πως θα πρέπει να πεθάνουν.

Τον άνδρα μου τον πείρανε και μου τον αφανησαν,
κι από κείνη τη στιγμή,  χήρα εμένα άφησαν.
Ο αντρας μου εχάθηκε,  δεν βρέθηκε ακόμα,
άραγε τον έθαψαν,  τον σκέπασαν με χώμα!

Και το παιδί μου ο Νικολής,  το πήρανε μαζί τους,

θα δω πια τη μορφή του;

Και το παιδί μου τη Λενιώ,  μια όμορφη κοπέλα,
ευθύς ως την αντίκρισαν τους έπιασε η τρέλα.

Αμέσως την Επήρανε ως ήταν τρομαγμένη,
την βρήκα λίγο αργότερα,  την είχαν βιασμένη.

Και εκείνη από φιλότιμο κι από την εντροπη της,
επιασε  και κρεμάστηκε,  έχασε τη ζωή της.

Τα κτηνη την εβίασαν ομαδικά μέ λυσσα,
τα δείγματα του βιασμού επάνω της άφησαν.

Μπρος στά παιδικά τα μάτια σφάζανε μάνα,  πατέρα,
κι η βρώμα των θυμάτων σκορπούσε στον αέρα.

Οι νεκροί ήσαν πεταμένοι σαν σαρδέλες στο κουτί.
Χέρια,  πόδια σκορπισμένα ήταν εδώ κι εκεί.

Άλλοι έτρεχαν στα όρη,  άλλοι έτρεχαν στους δρόμους,
άλλοι φώναζαν πιο πέρα από τους φριχτούς τους τόνους.

Τα κτήματά μας κάψανε,  δεν είχαμε να φάμε,
ήξεραν μονάχα με απειλές να ‘ρχονται να ζητάνε.

Τα ρούχα μας τα πήρανε,  των κοριτσιών την προίκα,
άδειασαν τις κασέλες μας,  τίποτε δεν αφήκαν.

Και τα χωριά τα κάψανε,  τα σπίτια γκρεμισμένα
χωρίς παπά,  χωρίς σχόλιο,  όλα είναι ρημαγμένα.

Την εκκλησιά την κάψανε,  παπάδες και εικόνες.
Δεν λησμονιούνται αυτά ποτέ κι ας περάσουν αιώνες.

Έτσι ξεκληριστήκαμε,  το σπίτι διαλύθη,
πως είναι τώρα δυνατόν για να τους δώσω λήθη.

Εγώ η γρια κι ανήμπορη σε τι μπορώ να βοηθήσω;
τούτα τα λόγια έγραψα,  το πόνο μου να σβήσω.

Η μάνα

Advertisements