Ο Ελληνικός Δεκέμβρης Βραδυνη, 1982


Η κατάσταση

Τον Οκτώβριο του 1944 ο Αθηναϊκός λαός ζούσε το παραλήρημα  της ελευθερίας του. Το Δεκέμβριο του ίδιου έτους έμελλε να ζήσει, τη θηριωδία, τα βασανιστήρια, τις εκτελέσεις, την ομηρία και τη στέρηση της ελευθερίας του εξαιτίας της ένοπλης επανάστασης του ΚΚΕ.

Μέσα σε δυο μήνες, η αναίμακτη απελευθέρωση που είχε επιτύχει ο Γεώργιος Παπανδρέου θα κατέληγε σε αιματηρή αναμέτρηση.

Τις τελευταίες ημέρες του Νοεμβρίου 1944 η προκλητικότητα των κομμουνιστών είχε υπερβεί κάθε όριο ανθρώπινης υπομονής και ανθεκτικότητας. Συνεχή θορυβώδη συλλαλητήρια με τρομακτικά συνθήματα και απειλές, πυροβολισμοί και επιθέσεις στις οδούς εναντίον παντός εθνικόφρονος πολίτου, αισχρότητες  και βαρβαρότητες, εις βάρος ανδρών και γυναικών δημόσια και τέλος πάσης μορφής και επινοήσεως κακουργηματικές πράξεις χαρακτηρίζουν την μεγάλη κρισιμότητα της καταστάσεως. Ελάχιστα εθνικά προπύργια έχουν απομείνει ακόμη εντός των Αθηνών.

Ολόκληρη ή Αθήνα είχε βαφεί κόκκινη. Το σφυρί και το δρεπάνι (σύμβολο ξένου μεγάλου κράτους) απειλούσε με γενοκτονία τον Ελληνικό Λαό. Τα μισερά και αιμοδιψή συνθήματα των ανατροπέων μόλυναν τας προσόψεις των κτιρίων όλων των συνοικιών και των τοίχων και της τελευταίας μάνδρας των Αθηνών και του Πειραιώς. Τα χωνιά καλούσαν ασταμάτητα τους δήμιους του Έθνους σε συναγερμό «Σικελικού Εσπερινού» της Ελλάδος.

Το ηλεκτρικό ρεύμα είχε διακοπεί, τα τηλέφωνα είχαν αχρηστευθεί, το δριμύτατο κρύο χτυπούσε στο κόκαλο και ο ζόφος του τρόμου, του εγκλήματος και του θανάτου «Δαντικής Κολάσεως» συνείχε τον Αθηναϊκό και Πειραϊκό Λαό. Η όμορφη και ιστορική περιοχή της Αττικής, θα μεταβαλλόταν για 33 μέρες σε Γολγοθά και Κρανίου Τόπο για θύματα και θύτες…

Η Ελλάς δεν υπήρχε παρά στο κέντρο των Αθηνών σε μια έκταση 4 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Στην αντίπερα όχθη υπήρχε ο ΕΛΑΣ, πλήρως εξοπλισμένος και αρνούμενος να αφοπλιστεί, όπως είχε συμφωνηθεί με την κυβέρνηση Παπανδρέου. Κατείχε δε, τις πιο σημαντικές περιοχές, τόσο στην περιοχή των Αθηνών, όσο και της υπολοίπου Ελλάδος (Θεσσαλονίκη, Λάρισα).

Η Αττική ήταν πλημμυρισμένη από τμήματα του ΕΛΑΣ. Το πλήθος αυτό του επέτρεπε να έχει παντού την πρωτοβουλία.

Στις συνοικίες κυριαρχούσε ο τρόμος, ομαδικές εκτελέσεις, εκτοπίσεις στα γειτονικά βουνά.

Στις άλλες περιοχές της Ελλάδος, το ίδιο σκηνικό αλλά σε μικρότερη έκταση. Ο λαός βρισκόταν μπροστά στη θανάσιμη απειλή των κομμουνιστών και ζούσε σε μια πνιγηρή ατμόσφαιρα αγωνίας και τρόμου.

Για την ατμόσφαιρα τρόμου και αναρχίας της εποχής διαβάζουμε στην έκθεση του Αρχηγείου Χωροφυλακής :

«Αξιωματικοί των διαλελυμενων ενόπλων δυνάμεων, όργανα ασφαλείας και αθώοι εθνικόφρονες πολίτες συλλαμβάνονται ημέρα και νύκτα και εκτελούνται άνευ διαδικασίας υπό των Κομμουνιστών.

Ουσιαστικώς Κυβερνησις δεν υπάρχει και το κράτος έχει καταργηθεί και διαλυθεί απο τους Κομμουνιστές, οι οποίοι έχουν γίνει σχεδόν κύριοι της καταστάσεως.

Ομάδες κομμουνιστών ενόπλων και μη, ημέρα και νύκτα περιφερομεναι εις τας οδούς με τηλεβόας (χωνιά) κατηγορούν τα εθνικόφρονα μέλη της Κυβερνήσεως δια προδοσίας και εθνικας δήθεν αναξιότητας και καλούν τον λαόν να ακολουθήσει το ΚΚΕ και την επιδιωκόμενη υπ’ αυτων «αλλαγή καταστάσεως»

Οι κυβερνητικές δυνάμεις

Τις κυβερνητικές στρατιωτικές δυνάμεις, οι οποίες τελούσαν υπό τη διοίκηση του Βρετανού στρατηγού Σκόμπυ (που είχε ορισθεί από το Συμμαχικό Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής) αποτελούσαν:

  • 20.000 Βρετανοί (οι 5.000 βρίσκονταν στην Αττική, κυρίως ναύτες και αεροπόροι διασκορπισμένοι σε διάφορες εγκαταστάσεις του λεκανοπεδίου),
  • η 3η Ορεινή Ταξιαρχία (η επονομαζόμενη «ΡΙΜΙΝΙ»),
  • ο Ιερός Λόχος (υπό τον συνταγματάρχη Τσιγάντε, βρισκόταν διασκορπισμένος στα νησιά),
  • δυνάμεις της Χωροφυλακής και της Αστυνομίας Πόλεων,
  • η αντιστασιακή οργάνωση «Χ» του Συνταγματάρχη Γρίβα (μελλοντικού αρχηγού της ΕΟΚΑ) και ακαθόριστος αριθμός μη οργανωμένων μαχητών.

Για τις δυνάμεις της Χωροφυλακής εκείνης της περιόδου μαθαίνουμε από μια έκθεση τους Σώματος της εποχής εκείνης :

«… Ολίγας ημέρας μετά την εκ των εχθρικών δυνάμεων απελευθερωσιν της χώρας , η Χωρ/κη σχεδόν διελυθη, αντικατασταθείσα υπό της Πολιτοφυλακής ήτις ήτο οργανωσις Κομμουνιστική προς ασκησιν δήθεν αστυνομικών καθηκόντων.

Αι συγκεντρωθείσαι εις Αθήνας δυνάμεις της Χωρ/κης, εντολή της τότε αφιχθείσης εις Ελλάδα Κυβερνήσεως του Καΐρου, περιωρισθησαν εις τους στρατώνας  των εν αδρανεία και εν αναμονή εξελίξεως της εσωτερικής καταστάσεως.

Ούτω αι δυνάμεις ούτοι εγκατεστάθησαν και εστρατωνιζοντο εις τα υπό των Υπηρεσιών Χωρ/κης κατεχόμενα μέχρι τότε εν Αθήναις κτίρια:

  • του αρχηγείου Χωρ/κης επί της οδού Ιουλιανού αριθ. 36
  • του Συντάγματος Χωρ/κης Μακρυγιάννη παρά την ομωνυμον οδόν πλησίον της Ακροπόλεως
  • της Σχολής Χωρ/κης παρά το Γουδί
  • της Α.Δ.Χ Στερεάς Ελλάδος επί της οδού Άνδρου αριθ. 16 και της πλησίον ταύτης Δ.Χ
  • του τμήματος Μεταγωγών Αθηνών επί της οδού Νικοδήμου αριθ. 56
  • εις το κτίριον του Ορφανοτροφείου Χατζηκώνστα
  • εις τα κτίρια επί των οδών Μαυρογένους αριθ. 8 και Ελπίδος 5
  • εις το Μέγαρον των Παλαιών Ανακτόρων και
  • εις το οίκημα οδού Φιλελλήνων αριθ. 15

ως και εις το προ της πλατειάς Μητροπόλεως οίκημα της Δ/νσεως Εγκληματικών Υπηρεσιών.

Επίσης διετηρησεν η Χωρ/κη κατά τον χρονον τούτον φρουρά εις το εν Αθήναις Ανάκτορα του Βασιλέως και τας φρουράς των Φυλακών :

  • Αβέρωφ, επί της Λεωφόρου Αλεξάνδρας,
  • Συγγρού , παρά τον Άγιο Σώστη και
  • Βουλιαγμένης επί του δεξιού των κατερχομένων εξ Αθηνών την ομώνυμον λεωφορον μικρού πευκόφυτου υψώματος.

Τέλος μικραί δυνάμεις Χωρ/κης διετηρηθησαν εις τα προαστεια των Αθηνών οιτινες ουσιαστικώς ουδεμία υπηρεσία εξετελουν, αλλά παρέμειναν τυπικώς εις τας θέσεις τους εν αναμονή εξελίξεων.

Τα Τμήματα τούτα άμα τη έναρξη των αιματηρών γεγονότων του Δεκεμβρίου 1944 συνεμπτηχθησαν μετά βραχύ αγώνα εντός των Αθηνών.

Ούτως είχαν η καταστασις από απόψεως δυνάμεως, οπλισμού και διατάξεως των δυνάμεων   Χωρ/κης κατά τον από της απελευθερώσεως χρονον (12 Οκτωβρίου 1944) μέχρι της ενάρξεως του στασιαστικού κινήματος των Κομμουνιστών κατά Δεκέμβριο 1944».

  • Η οργάνωση «Χ» αμυνόταν στο Θησείο, δυτικά της Ακροπόλεως.
  • Στα ανατολικά της Ακροπόλεως, αμυνόταν το Σύνταγμα Χωροφυλακής «ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ». Αυτό αμυνόταν σε συγκρότημα κτιρίων το οποίο δέσποζε της οδού προς το Φάληρο(Λ. Συγγρού). Εντελώς απομονωμένο, στενά πολιορκημένο, βομβαρδιζόμενο από όλμους και πυροβολικό αντιστεκόταν. Οι πυροβολισμοί που ακούγονταν από εκεί σήμαιναν τη συνέχιση της αντιστάσεως και συντελούσαν στη διατήρηση του ηθικού όλων αυτών που αμύνονταν.

Το ημερολόγιο μιάς συμφοράς

Στην Καζέρτα (26 Σεπτεμβρίου 1944) είχε συμφωνηθεί να αποστρατευθούν ο ΕΔΕΣ και ο ΕΛΑΣ. Οταν όμως ο Σκομπυ συναντήθηκε με το Σαράφη (αρχηγό του ΕΛΑΣ) ο τελευταίος απέρριψε το αίτημα του Βρετανού στρατηγού και ζήτησε για να το κάνει δεκτό , διαταγή της Κυβερνήσεως υπογεγραμμένη από όλους τους υπουργούς (και εκείνων που προέρχονταν απο την ΠΕΕΑ). Στο αδιέξοδο που δημιουργήθηκε, ο Πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου απηύθυνε έκκληση προς τους υπουργούς του που ήταν μέλη της ΠΕΕΑ αλλά όχι μέλη του ΚΚΕ να τον βοηθήσουν και σε συνεργασία με το Ζέβγο κατάφεραν μετά απο σκληρές διαπραγματεύσεις να φθάσουν σε νέα συμφωνία.

Η συμφωνία παραδόθηκε στις 27 Νοεμβρίου στον Γ. Παπανδρέου απο τον Καθηγητή Σβώλο, τον Τσιριμώκο (μέλη της ΠΕΕΑ) και τον Ζεβγο.

Την επομένη (28 Νοεμβρίου 1944) ο Παπανδρέου παρουσίασε τη συμφωνία στα αλλά μέλη της Κυβέρνησης του που προέρχονταν απο το Κέντρο και τη Δεξιά και με αρκετή δυσκολία τους έπεισε να τη δεχθούν. Στη συνεχεία ανήγγειλε μέσω του Τύπου το τι είχε συμφωνηθεί (1).

Με το διάταγμα αυτό προβλεπόταν η αποστρατεία όλων των ένοπλων μονάδων και ομάδων (την 10η Δεκεμβρίου).Θα δημιουργουντο δυο ισοδύναμες Ταξιαρχίες, μια απο τμήματα της 3ης Ορεινής Ταξιαρχίας, του Ιερού Λόχου και κληρωτών, και μιας Ταξιαρχίας  αποκλειστικά του ΕΛΑΣ. Επίσης θα διαλυόταν η Χωροφυλακή και η Ε.Π (η αστυνομία του ΕΛΑΣ) και θα παρέδιδαν τις αρμοδιότητες τους στην εθνοφυλακή η οποία αποτελείτο από κληρωτούς (την 1η Δεκεμβρίου αρχικά και μέχρι τις 17 Δεκεμβρίου σε όλη τη χώρα).  Την τελευταία όμως στιγμή ,οι υπουργοί του ΕΑΜ υπαναχώρησαν απο τις θέσεις που οι ίδιοι είχαν διατυπώσει και απαίτησαν , μετά απο συζητήσεις μιας εβδομάδος, να διαλυθεί και η 3η Ορεινή Ταξιαρχία. Η τακτική τους ήταν πλέον φανερή.

Την 1η Δεκεμβρίου και αφού η Π.Ε αρνήθηκε να εφαρμόσει τα συμφωνηθέντα , τμήματα του ΕΛΑΣ άρχισαν να καταλαμβάνουν θέσεις γύρω απο την Αθήνα. Ο Ριζοσπάστης δημοσίευσε εμπρηστικό άρθρο του Ζεύγου όπου έλεγε : «Πέρασε η ώρα των διαπραγματεύσεων, τώρα τα όπλα θα λύσουν τις διαφορές».

Την 2η Δεκεμβρίου, οι εξ(6) υπουργοί της ΠΕΕΑ παραιτήθηκαν και κηρύχθηκε γενική απεργία στην Αθήνα.

Την ίδια μέρα η κυβέρνηση ψήφισε ένα διάταγμα που διέλυε το ΕΑΜ, την Ε.Π και τον ΕΔΕΣ. Όλοι οι αξιωματικοί ,συμπεριλαμβανομένων και όσων υπηρετούσαν στον ΕΛΑΣ, όφειλαν να παρουσιαστούν αμέσως στο Υπουργείο Στρατιωτικών.

Ο στρατηγός Σκόμπυ εξέδωσε ανακοίνωση προς τον Ελληνικό λαό, όπου υποστήριζε με πίστη την υφιστάμενη συνταγματική κυβέρνηση μέχρις ότου το ελληνικό κράτος μπορέσει να εγκαθιδρυθεί με νόμιμους ένοπλες δυνάμεις και να λάβουν χώρα ελεύθερες εκλογές.

Ανάλογη ανακοίνωση εξέδωσε και ο Τσωρτσιλ απο το Λονδίνο.

Την Κυριακή, 3 Δεκεμβρίου 1944, άτομα προσκείμενα στο ΚΚΕ διοργάνωσαν διαδηλώσεις, οι οποίες όμως απαγορεύθηκαν , και συνεπλάκησαν με την αστυνομία.

Κατα την αριστερά, οι αστυνομικοί πυροβόλησαν πρώτοι για να διαλύσουν το πλήθος. Κατα τις Αρχές, οι διαδηλωτές πυροβόλησαν για να διασπάσουν τον κλοιό. Αυτό δεν είχε τόση σημασία γιατί στο σημείο που βρίσκονταν τα πράγματα, ακόμα και χωρίς πυροβολισμούς εκείνη την ημέρα ,κάποιο άλλο γεγονός θα συνέβαινε. Η επανάσταση είχε εξαπολυθεί πριν την 3η Δεκεμβρίου (1).

Την επομένη του συλλαλητηρίου (3 Δεκεμβρίου 1944) οι κομμουνιστικές δυνάμεις αρχίζουν να εξουδετερώνουν μεμονωμένες και ολιγάριθμες δυνάμεις της χωροφυλακής στα προάστια του Πειραιά και να περισφίγγουν με ισχυρές δυνάμεις του ΕΛΑΣ την Αθήνα απ’ όλα τα σημεία, αφού προώθησαν στις παρυφές της πόλεως και σε άλλα σημεία μεγάλο αριθμό πυροβόλων και άλλων βαρέων όπλων.

Παράλληλα μέσα στην πόλη, εφεδρικές δυνάμεις του ΕΛΑΣ κατέλαβαν θέσεις κοντά σε υπηρεσίες της Χωροφυλακής εναντίον των οποίων άρχισαν επιθέσεις απο το απόγευμα της 8ης Δεκεμβρίου 1944.

Ο «δακτύλιος των Αθηνών»,  ο οποίος την εποχή εκείνη αποτελούσε τη «μικρή ελεύθερη Ελλάδα» περικλειόταν απο τις εξής οδούς και σημεία :

  • Λεωφόρος Αλεξάνδρας,
  • Πλατεία Κυριακού,
  • Αχαρνών,
  • Πλατεία Βαθης, Άγιος Κωνσταντίνος,
  • οδός Πειραιώς,
  • Θησείο περιοχή Μακρυγιάννη,
  • Ζάππειο, Πλατειά Ρηγίλλης,
  • Λεωφόρος Βασιλίσσης Σοφίας,
  • Μεσογείων,
  • Γουδί, Σχολή Χωροφυλακής,
  • Ερυθρός Σταυρός,
  • Λεωφ. Κηφισίας.

Η ανίσχυρη κυβέρνηση Παπανδρέου, μάταια επιχειρούσε εκκλήσεις προς τους κομμουνιστές, κατηγορώντας την ηγεσία τους ότι οδηγεί την Ελλάδα σε εμφύλιο πόλεμο, ο οποίος αποτελεί θανάσιμη συμφορά της Πατρίδος.

«…Απευθυνόμεθα προς τους αξιωματικούς και τους άνδρας του ΕΛΑΣ, της Πολιτοφυλακής, καθώς και προς τα μέλη του ΕΑΜ, δια να τους είπωμεν  :

«Επαλαιψατε , κατά την περιοδον της λαϊκής αντιστάσεως, εναντίον του κατακτητού. Και προσθέσατε ένδοξους τίτλους εις την Ιστοριαν των Εθνικών μας αγώνων. Και επαλαισατε εναντίον του κράτους. Αλλά το Κράτος τότε, ήτο της Κατοχής. Και οφείλατε να παλαισετε.

Σήμερον, καλείσθε επίσης, απο τους παλιούς σας ηγέτες να παλαισετε εναντίον του Κράτους. Σήμερον όμως, είναι το Κράτος της Ελλάδος. Ημπορείτε να το πράξετε; Με την γενικην απεργιαν βυθίζετε σήμερον εις την δυστυχία τον λαον μας. Και με την στασιακην ανασυστασην του ΕΛΑΣ εγκαινιάζετε τον εμφυλιον πολεμον, ο οποίος αφήνει ανοικτά τα σύνορα εις τους εχθρούς της πατρίδος.

ΝΕΟΙ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, ευγενείς και γενναίοι αγωνισταί των Εθνικών μας αγώνων, είναι δυνατόν να πλήξετε την πατρίδα εις την καρδιαν; Η πατρίς έχει επιζήσει απο τα πλήγματα και των τριών βαρβάρων κατακτητών. Νέοι της Ελλάδος, μέλη του ΕΑΜ. Δεν μπορείτε να στρέψετε τα όπλα εναντίον της πατρίδος. Κατα το σταδιον της δουλείας, η φωνή της οργανώσεως ητο συγχρόνως και φωνή της πατρίδος. Και οφείλατε να υπακούετε. Σήμερον δυστυχώς, άλλη είναι η φωνή της Οργανώσεως και άλλη η φωνή της Πατρίδος.

Οφείλετε να υπακούσετε εις την φωνην της Ελλάδος.

Η Κυβέρνησις γνωρίζει ότι έχει στο πλευρό της την πλειοψηφία του Ελληνικού λαού, που εκφράζει την βαθιά ευγνωμοσύνη της προς την Κυβέρνηση και τους εκπροσώπους ενταύθα της Μεγάλης Βρετανίας δια την αμεριστον αυτών συμπαραστασιν της τάξεως και της ελευθερίας του Ελληνικού λαού.

Αλλά θελομεν εις το πλευρον μας όλους τους Έλληνες. Διότι αγωνιζομεθα δια τον αγώνα της Ελλάδος.

Ηνωμένοι, οφειλομεν να υπερνικησομεν την θανασιμον κρίσιν, να αποκαταστήσομε την ελευθερία και τον Νόμο και να βαδισωμεν πάλι αποφασιστικοί προς το μέλλον.

Με την βοήθεια όλων των τέκνων της, καθώς και των Μεγάλων Συμμάχων μας, η πατρίς θα επανεύρη τον δρομον της.

ΖΗΤΩ Η ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΑΣ»

Το βράδυ της 4ης Δεκεμβρίου, ο στρατηγός Σκομπυ, ζήτησε απο τον ΕΛΑΣ να εγκαταλείψει την κατοικημένη περιοχή της πρωτεύουσας και τον Πειραιά μέχρι τα μεσάνυχτα της 6ης Δεκεμβρίου χωρίς καθυστέρηση. Αυτό δε συνέβη, ένοπλες ομάδες άρχισαν να επιτίθενται σποραδικά σε διάφορα σημεία των Αθηνών. Τότε γράφτηκαν και οι ηρωικές σελίδες του Συντάγματος Χωροφυλακής Μακρυγιάννη, οπως αναφέρεται πιο κάτω.

Η αρχή του εμφυλίου πολέμου είχε γίνει.

Τις πρώτες πρωινές ώρες της 6ης Δεκεμβρίου εκδηλώθηκε η γενική επίθεση των ελασιτων

Στις 6 Δεκεμβρίου 1944, ο Πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου απεύθυνε διάγγελμα, στο οποίο ανέφερε(3):

«Την 1η Δεκεμβρίου, συμφωνως προς την ομόφωνον αποφασιν ολόκληρου του Υπουργικού Συμβουλίου, έπρεπε η Πολιτοφυλακή του ΕΑΜ να παραδώσει υπηρεσία εις το νέον Σώμα της Εθνοφυλακής. Αλλά η Πολιτοφυλακή ηρνείτο να παραδώσει. Και τότε εκριναμεν, ότι η διαταγή της παραδόσεως έπρεπε να υπογράφει απο όλα τα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου.

Και θεωρησαμεν την συνυπογραφην θέμα εμπιστοσύνης. Αλλά οι υπουργοί της Άκρας Αριστεράς, παρά την ομόφωνον προηγουμένην απόφασιν, δεν υπέγραψαν.

Και επήλθε η κρίσης.

Και τώρα, ενώπιον της συνειδήσεως του Έθνους, τίθεται το ερώτημα:

ΠΟΙΟΣ ΠΤΑΙΕΙ;

Το Έθνος γνωρίζει ότι εξαντλησαμεν ολας τας προσπάθειας μας δια την διατηρησιν της Εθνικής μας Ενοτητος. Επροτιμησαμεν να εκτεθωμεν  εις σφόδρας επικρίσεις δια την υπέρμετρον υποχωρησιν μας εις τας αξιώσεις της Άκρας Αριστεράς. Αλλά δεν μας επτοησεν η επικρισις, διότι αρχή του πολιτικού βίου μας δεν είναι η δημοτικοτης, αλλά το χρέος.

Παραμειναμεν σταθεροί εις την προσπάθειαν, διότι εγνωρίζαμεν ποια κατάρα δια τον τόπον θα ητο ο εμφύλιος πόλεμος. Και σήμερον, έχομεν την συνείδησιν ηρεμον, ότι δεν επταίσαμεν. Ολόκληρος η ευθύνη του Έθνους βαρύνει την ηγεσίαν της Άκρας Αριστεράς».

Στις 11 Δεκεμβρίου ο Στρατάρχης Αλεξάντερ ήλθε ο ίδιος εις την Αθήνα, για να εξετάσει την κατάσταση επιτόπου. Το τεθωρακισμένο αυτοκίνητο που τον μετέφερε απο το αεροδρόμιο στο ξενοδοχείο της Μεγάλης Βρετανίας, «την πρωτεύουσα της πρωτευούσης», εβλήθη απο τον εχθρό.

Ο Αλεξάντερ ξετίμησε την κατάσταση και ενέκρινε την απόφαση του Σκομπυ να συγκεντρώσει κατα το δυνατόν όλες τις δυνάμεις του στην Αθήνα και διέταξε τη μεταφορά στην Αττική μιας ολόκληρης Βρετανικής Μεραρχίας.

Ο ΕΛΑΣ είχε πληροφορηθεί την επίσκεψη του Στρατάρχη Αλεξάντερ και αντέδρασε κατα τρόπο περίεργο, ίσως επειδή ήθελε να τον κάμει να πιστεύει ότι ο αγώνας θα μπορούσε ειρηνική λύση.

Τη 12η Δεκεμβρίου απεσταλμένος του ΕΛΑΣ ρώτησε το Σκομπυ υπό ποιους όρους θα δεχόταν να υπογράψει συμφωνία αναστολής των εχθροπραξιών. Η απάντηση του Βρετανού στρατηγού υπήρξε λακωνική: Να εκκενωθεί η Αττική!

Η ανταπάντηση του ΕΛΑΣ υπήρξε κατ’ άλλο τρόπο σπαρτιάτικη: την ίδια ημέρα, λίγες ώρες αργότερα, μια θυελλώδης επίθεση των τμημάτων του επέτρεψε να καταλάβει διάφορα άλλα κτίρια….

Την επομένη η επίθεση υπήρξε ευρύτερη και σκληρότερη. Μέγας αριθμός ολμοβολων και πενήντα περίπου πυροβόλα όπως και διάφορα μέσα δολιοφθοράς ετέθησαν σε ενέργεια.

Όλες οι μονάδες του ΕΛΑΣ χωρίς να περιμένουν τις ενισχύσεις που κατέφθαναν, ανέλαβαν σφοδρές επιθέσεις. Δεν πραγματοποίησαν όμως μεγάλες προόδους  γιατί όλα τα κτίρια που ήλεγχαν σταυροδρόμια, τα υπερασπίσθηκαν μαχητές με μεγάλο θάρρος και πείσμα. Η ημέρα εκείνη ήταν η σκληρότερη και πιο αιματηρή αυτής της περιόδου.

Στις 13 Δεκεμβρίου, τη σκληρότερη ημέρα του αγώνα, έφθασε στην Αθήνα απο το Παρίσι (όπου ήταν αυτοεξόριστος), ο στρατηγός Πλαστήρας, «ο πτωχός, αγνός και γενναίος στρατιώτης», που το 1923 είχε εκθρονίσει το Γεώργιο Β’ και είχε ανακηρύξει τη Δημοκρατία.

Περίεργη σύμπτωση, μετά την άφιξη του Πλαστήρα, ο ΕΛΑΣ έστειλε πάλι αποστολή στο Σκομπυ για να του πει ότι δεχόταν να εκκενώσει την Αθήνα, εάν εκείνος δεχόταν μερικούς όρους, οι οποίοι δεν φαίνονταν φοβεροί, αλλά ίσως να υπέκρυπταν πολλές πονηρές σκέψεις. Ο Σκομπυ επειδή ακριβώς βρισκόταν σε πολύ δύσκολη θέση δεν δέχθηκε να συζητήσει αυτούς τους όρους.

Στις 18 Δεκεμβρίου εκτός άλλων μεγάλων κτιρίων, δέχθηκαν επίθεση και οι φυλακές Αβέρωφ, όπου είχαν οχυρωθεί κυβερνητικά τμήματα και όπου εκρατουντο προσωπικότητες της άκρας αριστεράς καθώς και άτομα που είχαν συνεργασθεί με τον εχθρό. Μεταξύ αυτών βρισκόταν και ο τελευταίος κατοχικός πρωθυπουργός. Η επίθεση αποκρούστηκε αλλά την επόμενη ημέρα μερικά τείχη της φυλακής ανατινάχθηκαν και το κτίριο παραδόθηκε στις φλόγες. Οι περισσότεροι απο τους υπερασπιστές του καθώς και οι κρατούμενοι φυγαδεύτηκαν.

Για το γεγονός αυτό, ο στρατηγός Θρασύβουλος Τσακαλώτος αναφέρει:

«18 Δεκεμβρίου. Η ταξιαρχία διέταξε επιχείρηση προς τις φυλακές Αβέρωφ για να διευκολύνει τη διάσωση των εκεί κρατουμένων (600 περίπου), οι οποίοι είχαν περικυκλωθεί απο τους ελασιτες και απειλουντο με σφαγή.

Διετέθησαν 2 λόχοι με 6 άρματα υπό τις διαταγές του αντισυνταγματαρχου Ιατριδη οι οποίοι την 13.30 ώρα δημιούργησαν δίοδο καλυπτόμενη υπό των πυρών των αρμάτων και των Λόχων και εξασφάλισαν την έξοδο των φυλακισμένων καθώς και της αγγλικής φρουράς. Σύνδεσμος αρμάτων-πεζικού είχε ορισθεί ο λοχαγός Βαρδανης Δημήτριος και ο ηρωικώς πεσων εις τον Γράμμο υπολοχαγός Παππάς».

Στις 20 Δεκεμβρίου ο Σκομπυ, ενισχυμένος σοβαρά, ανήγγειλε ότι θα αρχίσει αντεπίθεση και ειδοποίησε το κοινό να λάβει μέτρα προφύλαξης.

Ο Hawkesworth έριξε στον αγώνα όλες τις δυνάμεις χωρίς να κρατήσει καμία εφεδρεία. Τις δυνάμεις αυτές αποτελούσαν αγγλικές και ελληνικές δυνάμεις (και η νεοαφιχθεισα βρετανική μεραρχία) υποστηριζόμενες απο πυροβολικό, όλμους και μερικά άρματα μάχης.

Επί πέντε μέρες μαίνονταν οι οδομαχίες. Ορισμένα τμήματα του ΕΛΑΣ πολέμησαν μέχρι του τελευταίου άνδρα, αλλά όμως εκάμθησαν. Ο Μαντακας προσπαθούσε να καλύψει τα κενά με ενισχύσεις που έρχονταν εκείνες τις μέρες.

«Η κυβερνητική περιοχή διευρυνόταν, το αίμα έρεε και το ηθικό των ελασιτών κλονιζόταν λόγω των σημαντικών απωλειών, λιποταξιών και της ορμής της αντεπιθέσεως(1)».

Τελικά, οι κυβερνητικές δυνάμεις υπερίσχησαν και ο ΕΛΑΣ αναγκάστηκε να υποχωρήσει εκτός Αθηνών και να ζητήσει ανακωχή, μιά ανακωχή που θα του επέτρεπε να προετοιμαστεί για τον επόμενο γύρο, όπως και έκανε.

Στις 12 Φεβρουαρίου 1945 η υπογραφή της συμφωνίας της Βάρκιζας έθετε τυπικά τέρμα στα Δεκεμβριανά, ουσιαστικά όμως οδηγούσε στην πρώτη φάση του εμφυλίου. Σηματοδότησε την ήττα του ΕΑΜ στο πολιτικό πεδίο και προδίκασε οδυνηρές πολιτικές εξελίξεις. Σύμφωνα με τις διατάξεις της συμφωνίας, ο ΕΛΑΣ έπρεπε να παραδώσει όλον τον οπλισμό του και να αυτοδιαλυθεί μέσα σε δύο εβδομάδες.

Η σύγκρουση του Δεκεμβρίου του 1944 υποθήκευσε την πορεία της χώρας και οδήγησε σε έναν αιματηρό Εμφύλιο Πόλεμο που επρόκειτο να σημαδέψει την ιστορίας του λαού μας για δεκαετίες.

Advertisements