Επιστολή Μητροπολίτη Ηλείας


Λίαν μοι Αγαπητέ και Περισπούδαστε Αρχηγέ,
Πολύ σας ευχαριστώ δια την καλωσύνην μεθ’ ής ευηρεστήθητε να μοί γράψητε το από 30 παριππεύσαντος μηνός γράμμα Σας, εις απάντησιν των επί τή εορτή Σας ευχών μου. Η επιστολή Σας, γραμμένη διά χειρός του αγαπημένου μου Αρχηγού, όσον πικρά και ακατανόητος εάν ήτο, υπήρξεν ιδικόν Σας γραπτόν, δι’ εμέ δέ πάντοτε πολυσέβαστον διότι ουδέποτε υπήρξα αγνώμων, ουδέ αχάριστος, ουδέ επιλήσμων μίας πολύ παλαιάς φιλίας, ην εσφυρηλάτησαν κοινοί αγώνες, ανά τας Μικρασιατικάς προσφιλείς χώρας, ούς καθηγίαζεν η κοινή πίστις εις τον θεόν της Ελλάδος μας. Δι’ εμέ υπήρξατε και είσθε, μετά του επίσης φιλτάτου μοι Αρχηγού κ. Πλαστήρα , δύο Ιεραί φυσιογνωμίαι, αναποσπάστως μετά της καρδίας μου ηνωμέναι, υπέρ ών δεν παύω δεόμενος του Κυρίου, εν τη ταπεινότητι μου, όπως φυλάττη υμάς, πάντοτε επ’ αγαθώ της Πατρίδος. Η φράσις Σας, ότι με συλλογίζεσθε συχνά, με συνεκίνησε και με συγκινεί βαθύτατα. Λυπούμαι όμως, Αρχηγέ μου, ότι ακόμη δεν εγένετο η οφειλομένη διευκρίνισις εις τα περί εμέ συμβάντα, ώστε να έχητε και υμείς σαφή αντίληψιν αυτών.
Υπάρχουν πράγματι άνθρωποι, οίτινες εσκόρπισαν και σκορπίζουν εις το Έθνος μας αφαντάστους ταλαιπωρίας και θυσίας, αλλ’ εγώ ουδεμίαν σχέσιν έχω με τους ανθρώπους αυτούς, και απορώ πώς συσχετίζεται το πρόσωπόν μου με τους ανθρώπους αυτούς. Ηθικώς εγώ ενίσχυσα, όχι αυτούς, αλλά τους αποτελέσαντας την Εθνικήν αντίστασιν εναντίον του Κατακτητού, μεθ’ ών συνειργάζοντο αι Διασυμμαχικαί Αποστολαί, και μεθ’ ών συνειργάσθη και αύτη η Εθνική Κυβέρνησις του Παπανδρέου. Εγώ μάλιστα έπαυσα συνεργαζόμενος πριν ή παύση η συνεργασία αυτών μετά της ώς άνω Εθνικής Κυβερνήσεως.
Λυπούμαι διότι δεν ενθυμούμαι συμβουλάς Σας. Ενθυμούμαι μόνον ότι, τέλος Σ/βρίου με αρχάς Οκτωβρίου του 1943, ήλθον εις Αθήνας, ίνα ικετεύσω την Α. Μακαριότητα τον Αρχιεπίσκοπον ημών κ. Δαμασκηνόν, όπως αναλάβη, ως Αρχιεπίσκοπος, την δημιουργίαν ενός ενιαίου Εθνικού μετώπου του Πολιτικού κόσμου της Χώρας μας, ίνα ενωθώσι και πάσαι αι Ομάδες της Εθνικής Αντιστάσεως, ίναμη εν τή διαιρέσει των αλληλοφαγωθώσι μεταξύ των, επί ζημία του Έθνους και προςχαράν των εχθρών του. Η Α. Μακαριότης μου είπεν επί λέξει ταύτα «Κάτι γίνεται αλλά δεν έχομε και μεγάλας ελπίδας για ιδέ και τον κ. Γονατάν.»
Και εάν βεβαίως δεν με παρέπεμπε προς Υμάς, είχον υπ΄όψει μου να Σας επισκεφθώ και να ζητήσω τας γνώμας Σας. Επισκεφθείς δε υμάς, μετά του φιλτάτου μοι κ. Γεωργίου Γεωργιάδου, πρώην Νομάρχου Ηλείας, Σας εξέθηκα την κατάστασιν, ώς την έβλεπον από της Επαρχίας Ηλείας, Σας είπον σε ότι «δυστυχώς εκινήθησαν πολύ αργά διάφορα στοιχεία, προςδημιουργίαν σοβαράς κινήσεως, και ότι τους προέλαβεν η Οργάνωσις του ΕΑΜ, προέβλεπον δέ, ότι δεν θα ηδύναντο να επικρατήσωσιν, αφού ήδη η οργάνωσις αύτη εξήπλωσε παντού τους πλοκάμους της, και συνεπώς ήτο οφθαλμοφανές, ότι πάσα προσπάθεια επικρατήσεως άλλης ομάδος θα κατελήγεν εις αποτυχίαν μετά ολεθρίων συνεπειών, και ότι μία συνεργασία πάντων με των κοινόν Εθνικόν σκοπόν επεβάλλετο. Ούτω δε εχόντων των πραγμάτων, τι ήδυνάμεθα ημείς να κάμωμεν, δεδομένου ότι είχομεν ανάγκην να προστατεύσουμε το Μοίμνιόν μας;» Ενθυμούμαι μάλιστα καλώς, ότι η Υμετέρα Εξοχότης, αναγνωρίσασα το δύσκολον της θέσεως ημών, μοί είπε «επαφίεται λοιπόν εις την Αρχιερατικήν σας σύνεσιν, να κάμητε ό,τι εκ των περιστάσεων εκδείκνυται.»
Πιθανόν να μην ενθυμώμαι καλώς εάν μοί είπετέ τι επί πλέον, δεδομένου ότι, εις μίαν φιλικήν συνάντησιν, δεν τηρούντα πρακτικά. Πιθανόν σέ να μοί είπετε και κάτι τι άλλο, το οποίον εγώ να ενησμόνησα. Το γεγονός όμως είναι ότι η προϊσταμένη ημών Αρχή, ώφειλε να μας κατατοπίση, και να μας είπη ρητώς «προσέξατε, μη συνεργασθήτε μετά των Α ή μετά των Β», οπότε , εάν παρηκούομεν θα εδικαιούτο να μας μεταχειρισθή αυστηρότατα, πάντοτε εντός των πλαισίων των Ιερών Κανόνων και των Νόμων της Πατρίδος ημών. Τοιούτον τι όμως δεν εγένετο. Τι συνέβη δε μετά ταύτα;
Κατά μεν το πρώτον δεκαήμερον του Ιανουαρίου του 1944 αι εφημερίδες ανέγραψαν την ραδιοφωνικήν πληροφορίαν, ότι το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ ανεγνωρίσθη ως Τμήμα του Στρατού της Μέσης Ανατολής, ο δέ κ. Κόμπελ, Αρχηγός της Διασυμμαχικής Αποστολής της Επαρχίας μας ον επεσκέφθημεν, ίνα πληροφορηθώμεν τι εσκέπτοντο περί της Πατρίδος ημών, με εβεβαίωσεν ότι, οι Σύμμαχοι και ιδιαιτέρως η Πατρίς του, μετά την υπογραφήν του Συμφώνου της Πλάκας, θα ενίσχυον όλες τας Ομάδας της Αντιστάσεως, επί τω σκοπώ βεβαίως της παρενοχλήσεως του εχθρού, και του εξαναγκασμού όπως συμπτυχθή το ταχύτερον, εγώ δέ ώς Έλλην πατριώτης ησθάνθην, ότι είχον υποχρέωσιν να προσφέρω τας προς την πατρίδα και μόνον υπηρεσίας μου, έχων υπ’ όψει μου ολόκληρον την ιστορίαν των αγώνων του Κλήρου μας υπέρ του Έθνους και τα παραδείγματα εκείνων.
Οφείλω, μάλιστα να ομολογήσω, ότι δεν ηδύναμην πλέον να συνεχίσω την μετά των Γερμανών συνεργασίαν μου επί τώ συμφέροντι του Λαού, καθ’ άς διαταγάς είχομεν λάβει παρά της Κυβερνήσεως Τσολάκογλου από των αρχών της Κατοχής, διότι ήρχισαν να μου ζητώσι πράγματα ανώτερα των δυνάμεων μου, ηθικώς δέ και εθνικώς μη επιτρεπόμενα. Τοιαύτη ήτο, η αξίωσις των, όπως μεσολαβήσω εις τους Αντάρτας να τους αφήσουν να πάρουν, άνευ επιχειρήσεως, το κολοφώνιον από το εργοστάσιον Κουρούτας-Λανθίου, την μετά του οποίου συγκοινωνίαν είχον αποκόψει οι Αντάρται. Και ανέλαβον μέν τότε να επισκεφθώ τους Αντάρτας, αρχάς Μαρτίου του 1944, αγνοών ποίαν θέσιν είχε το κολοφώνιον εις την πολεμικήν μηχανικήν, ότε όμως οι υπέυθυνοι των Ανταρτών μοί είπον, ότι «αυτό που μας ζητούν Σεβασμιώτατε, είναι μία προδοσία κατά των Συμμάχων μας, διότι το κολοφώνιον είναι πρώτη ύλη πολεμική και δεν είναι δυνατόν να τους επιτρέψωμεν να το πάρουν¨, ηναγκάσθην να ομολογήσω προςαυτούς την άγνοιαν μου ως προς την χρήσιν του κολοφωνίου, να παρατηρήσω δέ αυτούς αυστηρότατα, τι ήθελον λοιπόν και το εφύλασσον, ενώ δεν ηδύναντο να το χρησιμοποιήσουν, αυτοί δε μοί έδωσαν τον λόγον των, ότι αυθημερόν θα το ανετίνασσον διά ειδικού συνεργείου.
Φαντάζεσθε τώρα την οργήν των Γερμανών, οι οποίοι εζήτησαν τότε να κρεμάσουν τρεις πολίτας εκ των πέριξ του εργοστασίου της Κουρούτας χωρίων, και την στενοχωρίαν την οποίαν εδοκιμάσαμεν μετά του Νομάρχου Ηλείας κ. Κουράση, μεθ’ ού έπρεπε να αντιμετωπίσωμεν τον ενδεχόμενον αυτόν κίνδυνον, τον οποίον ευτυχώς εις την περίπτωσιν αυτήν διεφύγομεν μετά της προσωπικής μας αυτοθυσίας, και αν ηδυνάμην ναπαραμείνω επί πλέον.
Θα ηδυνάμην βεβαίως να έλθω εις Αθήνας, ως ήλθον και παρέμενον από πολλού εν αυταίς περί τους 30 Ποιμένες της Εκκλησίας, αδιαφορήσαντες διά την τύχην των ποιμνίων των. Εγώ όμως, δεν ηδυνάμην να κάμω τούτο, διότι θα με ήλεγχεν η συνείδησίς μου και διότι, αδιαφορήσας διά την τύχην του πομνίου μου, κατέφυγον εις την Πρωτεύουσαν, ίνα εξασφαλίσω τον εαυτόν μου, όπερ θα απετέλει διά την ποιμαντικήν και πατριωτικήν μου καρδίαν την μεγαλυτέραν προσβολήν, αλλά και διότι, οι Αντάρται εκράτουν εις Στρατόπεδον συγκεντρώσεως όχι ολίγους, θεωρουμένους παρ’ αυτών επικινδύνους, υπέρ της ζωής των οποίων συνεχώς παρεκάλουν, και εφοβούμην, μήπως η αναχώρησις μου θα εξώργιζε και αυτούς τόσον, ώστε να εκτελέσωσιν, αν όχι όλους, που δεν δύναμαι να το γνωρίζω, τουλάχιστον τους σπουδαιότερους εξ αυτών, προςτρομοκράτησιν των υπολοίπων, οποίοι ήσαν ο Στρατηγός Γεώρ. Κονδύλης, ο Βασ. Γιαννόπουλος, πρόεδρος του Εμπορικού Επιμελητηρίου Πύργου, ο Ιωάννης Γιαννόπουλος, βουλευτής σήμερον, αδελφός δέ του Βασιλείου, και ο Γεώρ. Πολυζωγόπουλος, αδελφός του άλλοτε Υπουργού Σταύρου Πολυζωγοπούλου, και άλλοι.
Όλαι αυταί οι σκέψεις και επί πλέον η Πατριωτική παρότρυνσις του τότε Νομάρχου κ. Κουράση, με έκαμον να δεχθώ την πρόσκλησιν, ην τότε μοί έκαμεν η Πελοποννησιακή Επιτροπή επί του Αγώνος, και ανήλθον εις το Βουνόν, ίνα εργασθώ, ως διηνεκώς παρακαλών και μεσιτεύων υπέρ των κρατουμένων και του Λαού. Και επέτυχον, Χάριτι Θεία, να μη πάθη η ζωή των τίποτε, και να επανέλθωσιν εις τας οικίας των και αυτοί και πλείστοι άλλοι. Βεβαίως δεν κατώρθωσα όσα επεθύνουν να προλάβω, μόνον παρακαλών, διότι ουδεμίαν δικαιοδοσίαν είχον πραγματικήν, επέτυχον όμως αρκετά και αυτό με ικανοποιεί, δεν γνωρίζομεν δέ οποίας εκτάσεως γεγονότα θα συνέβαινον, εάν η παρουσία μου και μόνη δεν απετέλει διά τους ανθρώπους εκείνους μίαν δύναμιν κατασταλτικήν. Πάντως, εάν παρέμεινα και μετά την άφιξιν του Υπουργού κ Κανελλοπούλου εις Πολέταν, παρέμεινα μόνον τή παρακλήσει του, και κατόπιν επιστολής, ην εκείνος μοί εκόμισεν εκ μέρους του Αντιπροέδρου της τότε Κυβερνήσεως του κ. Παπανδρέου, δι ής παρεκαλούμην, και εκ μέρους των λοιπών εν τω Υπουργικώ Συμβουλίω συναδέλφων του, να παραμείνω πλησίον του κ. Υπουργού, μέχρι της οριστικής απελευθερώσεως της Πελοποννήσου. Εγώ δε μόλις διωρίσθη το πρώτον Διοικητικόν Οργάνον του Κράτους περί τα τέλη Ν/βρίου, εθεώρησα διαλελυμένην την Διοικητικήν Επιτροπήν της Πελοποννήσου, και ανεχώρησα εις την Παροικίαν μου, όπου αντιμετώπισα τας νέας συγκινήσεις των ομηρειών του Δεκεμβρίου. Ακολουθών πάντοτε την αυσρτηρώς Χριστιανικήν γραμμήν μου, ανέπτυξα νέαν δραστηριότητα, παρακαλών καθημερινώς υπέρ των συλληφθέντων ομήρων, ως και των άλλων κρατουμένων και καταδίκων, και επέτυχον ώστε να μη πάθη εν Πελοπόννησω κανείς τίποτε. Ακολούθως εξήτησαν να ακολουθήσω αυτούς εις την καθορισθείσαν υπό του συμφώνου της Βάρκιζας ζώνην, αλλά και τούτο απέφυγον αντιτάξας επίμονον άρνησιν, καθόσον , απελευθερωθείσης της Πατρίδος ημών, έδει να πειθαρχώσι πάντες εις την φωνήν της νομίμου εξουσίας του Κράτους, και συνεπώς, κατ’ ουδένα λόγον ήτο δυνατόν να εγκαταλείψω το Ποιμνίο μου.
Είναι τόσαι οι δοκιμασίαι, τας οποίας υπέστην, καθ’ όλον το διάστημα της Κατοχής, και της εις το βουνόν ανόδου μου, ώστε, εάν δεχθώμεν, ότι κατά την περίοδον της Κατοχής η φωνή της Οργανώσεως απετέλει την φωνήν της Πατρίδος, κατά την φράσιν του Πρωθυπουργού κ. Παπανδρέου εν τω συγγράμματι αυτού «Η Απελευθέρωσις της Ελλάδος», αι δοκιμασίαι μου δύνανται να θεωρηθώσι μόνον ως προσπάθειαι ευγενείς, Χριστιανικαί και Πατριωτικαί, ενός ποιμένος αφοσιωμένου εις το καθήκον του, ο οποίος έκαμεν πάν ό,τι ηδυνήθη, διά να προλάβη περισσότέρας θλίψεις του λαού, μέσα εις ένα Αγώνα ενατίον του Κατακτητού, αγώνα σκληρόν, εις ον παρεισήλθον και ούκ ολίγα κακοποιά στοιχεία, προςκορεσμόν προσωπικών παθών, επιδιώξεων, και εκδικήσεων.
Ώστε, ως βλέπετε, ουδεμίαν κρίσιν εκάμαμεν επί πολιτικών ζητημάτων, ούτε εθεωρήσαμεν κρίσιν τινά ιδικήν μας ορθωτέραν της ιδικής Σας, την οποίαν δεν ενθυμούμεθα. Εσκέφθην μόνον ως χριστιανός και ώς Έλλην, ουδέν δέ έπραξα ποτέ αντίθετον προςτο θέλημα του Κυρίου μου Ιησού Χριστού ή προςτο συμφέρον της Πατρίδος μου, μέσα εις εν Κίνημα Αντιστάσεως, μεθ’ ού συνειργάζοντο αι Διασυμμαχικαί Αποστολαί και αυτή η Εθνική Κυβέρνηση της χώρας η εν τώ Εξωτερικώ, επιτρέψαντος ασφαλώς τούτο του αειμνήστου βασιλέως.
Ουδείς των σοβαρών Πολιτικών της Πατρίδος μου με ηδίκησεν ουδέ έχω παράπονόν τι κατ’ αυτών. Ηδικήθην όμως υπό της Διοικήσεως της Εκκλησίας μας, διότι, χωρίς να διατάξη ανάκρισιν τινά, χωρίς να με καλέση εις απολογίαν, με εκήρυξεν έκπτωτον της θέσεως μου, πράγμα που δεν ετόλμησεν ουδέ αυτή η Εθνοσυνέλευσις της Μεγάλης Βρεττανίας να κάμη, ούτε κατά του Μαρξιστού Πρωθιερέως του Λονδίνου Τζώνσον, ούτε κατά του απίστου Επισκόπου του Μπίρμιγχαμ εμφανισθέντος τοιούτου διά προσωπικής του συγγραφής, και δεν το έκαμαν εκείνοι, εί και δεν πιστεύουσιν εις το Μυστήριον της Ιερωσύνης, εξ ευλαβείας προςτον θεσμόν του Επισκόπου, ενώ ημείς πιστεύομεν εις το θεοσύστατον του Μυστηρίου, όπερ συνδέει αρρήκτως τον χειροτονούμενον μετά της Διοικήσεως της Εκκλησίας, και δεν δύναται να θεωρηθή Κανονική μία τοιούτη αυθαίρετος ενέργεια κατά Αρχιερέως, να πεταχθή άνευ και της στοιχειωδεστέρας διαδιακασίας εις τους δρόμους. Μ ε τ ά δ ύ ο έ τ η έγιναν ανακρίσεις αυτεπάγγελτοι, μη υπάρχοντος μηνυτού, κατά τους Ιερούς Κανόνες, και δη τον ΣΓ’ της Β’. Οικουμενικής Συνόδου, όπως περιβάλλουν διά νομιμοφανούς κύρους την αρχικώς ληφθείσαν απόφασιν , και, χωρίς να λάβωσιν υπ’ όψιν ουδαμώς την απολογίαν μου και τα προσηρτημένα αποδεικτικά στοιχεία της αθωότητός μου, προέβησαν εμπαθέστατα εις εξοντωτικήν εναντίον μου απόφασιν, ήτις από διετίας ευρίσκεται εφεσίβλητος ενώπιον του Ανωτέρου Συνοδικού Δικαστηρίου. Αισθάνομαι λοιπόν εμαυτόν καιριώτατα πληγέντα και αδικηθέντα, αλλά μόνον εκ μέρους Εκκλησιασστικών παραγόντων, ουχί δε Πολιτικών, οίτινες εάν εμελέτον τον φάκελλόν μου, ουδέποτε θα έφθανον εις τοιούτον σημείον εμπαθείας, ώστε να καταδικάσωσιν άνθρωπον αθώον.

Το κατ’ εμέ, ενατίον του Κατακτητού θα αντετασσόμην πάντοτε, ουδέποτε όμως κατά των νομίμων του Κράτους εξουσιών, ας κατά την Κατοχήν ωνειροπολήσαμεν. Την Πατρίδα μου ασφαλώς την βασανίζουν άλλοι, ουδέποτε όμως εγώ, ο οποίος και τώρα ακόμη εις το γήρας μου, είμαι έτοιμος να δώσω και την τελευταίαν σταγόνα της ζωής μου υπέρ αυτής.
Αρχηγέ, υπηρέτησα υπό τας διαταγάς σας ως Στρατιωτικός Ιερεύς και είμαι εις την ευχάριστον θέσιν να Σας βεβαιώσω, ότι είμαι πάντοτε ο πιστός και αφοσιωμένος δούλος του χριστού μου πρώτον και της Πατρίδος μου ύστερον, ως τοιούτος δέ και υποσημειούμαι.
Μετά σεβασμού και αγάπης εν Χριστώ Ιησού
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΠΡΩΗΝ ΗΛΕΙΑΣ
(Τ.Υ)

 

ΠΗΓΗ:Η Εκλησσία από την κατοχή στον Εμφύλιο, Γεώργιος Ν.Καραγιάννης

Advertisements