Ιταλικό άρθρο περί Βουλγαρικής Διοικήσεως Θράκης, 11 Ιουν 1943


Απόρρητον
ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ                                                   Αθήναι τη 11 Ιουνίου 1943
Ε.Σ.Ι.Δ.
ΑΡΙΘΜ.ΠΡΩΤ.ΑΠΟΡ.48                                                                                 ΠΡΟΣ
ΤΟΝ κ. ΠΡΟΕΔΡΟΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ

ΠΕΡΙΛΗΨΙΣ. Υποβολή μεταφράσεως
άρθρου Ιταλικού Περιοδικού «Διεθνείς                                                Ε Ν Τ Α Υ Θ Α
Σχέσεις» περί της Βουλγαρικής Διοική-
σεως εν Θράκη».

Λαμβάνω την τιμή να υποβάλω συνημμένως μετάφρασιν άρθρου του Ιταλ. Περιοδικού «Διεθνείς Σχέσεις» υπό τον τίτλον » η Βουλγαρική Διοίκησις εν Θράκη», ως και αντίγραφον του συνοδεύοντος το άρθρον τούτο αποσπάσματος χάρτου.
Εν συνεχεία προς την υπ’ αριθμ.4/20-1-43 αναφοράν μου, δι΄ης υπέβαλον μετάφρασιν άρθρου του αυτού περιοδικού υπό τον τίτλον»Η Βουλγαρική Διοίκησις εν Μακεδονία.

Ο πρόεδρος της Επιτροπής

Ν. ΜΠΑΛΗΣ
Συν/ρχης Πυρ/κού

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΙΣ.
-Υ.Ε.Α(Γραφείον Υπουργού)
κ.Μ.Ματθόπουλον.

ΣΥΝΑΠΤΟΜΕΝΑ
Τω εγγράφω ανά μία
μετάφρασις και εν
σχεδιαγράμμα.
Α.Χ. Διά την ακρίβειαν
Ο Δ/ντής της Γραμματείας
(ΤΥ)


Η ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΗ ΔΙΟΙΚΗΣΙΣ ΕΝ ΘΡΑΚΗ
Κατόπιν της Βαλκανικής εκστρατείας του Απριλίου 1941, την διοίκησιν των κυρίως Ελληνικών εδάφων ανέλαβεν η Ιταλία, εν ω τα Γερμανικά στρατεύματα παρέμενον εις την περιοχήν Θεσσαλονίκης (Μεσημβρινή Μακεδονία). Η Κρήτη και αι λοιπαί νήσοι του Αιγαίου κατενεμήθησαν μεταξύ των Ιταλικών και Γερμανικών στρατευμάτων όσον αφορά την Δ. Θράκην, ως συνέβη και με την τέως Γιουγκοσλαυϊκήν Μακεδονίαν, ο Άξων ανεγνώρισε τα εν τη περιοχή ταύτη Βουλγαρικά συμφέροντα, εμπιστευόμενος εις τον Βουλγαρικόν στρατόν την κατοχήν της μεταξύ των ποταμών Στρυμώνος και Έβρου μακράν παραλιακήν ζώνην. Εις δεύτερον χρόνον η Βουλγαρική κατοχή επεξετάθη και εις τας νήσους Θάσον και Σαμοθράκην.
Με την είσοδον των Βουλγαρικών στρατευμάτων εις την τέως Ελληνικήν Θράκην, λαβούσαν χώραν ταυτοχρόνως με την κατάληψιν μεγάλου τμήματος της Μακεδονίας, ικανοποιούντο αι Βουλγαρικαί βλέψεις προς το Αιγαίον, εμπνεόμενοι εξ εθνικών και γεωπολιτικών λόγων, εν ω επανωρθούτο ένας σοβαρός ακρωτηριασμός τον οποίον υπέστη η Βουλγαρία με την συνθήκην Ειρήνης του Νεϊγύ της 27 Νοεμβρίου 1919.
Πράγματι, μέρος της Δ. Θράκης, κατόπιν των Βαλκανικών πολέμων, είχε παραχωρηθή εις την Βουλγαρίαν. Η συνθήκη του Βουκουρεστίου της 10 Αυγούστου 1913 είχε καθορίσει τα Ελληνο-Βουλγαρικά σύνορα επί του Νέστου ποταμού, αφήνουσα εις την Ελλάδα την μεταξύ Στρυμώνος και Νέστου ζώνην της Καβάλλας. Η συνθήκη της Κων/πόλεως της 29 Σεπτεμβρίου του αυτού έτους, υποχρεούσα τους Βουλγάρους να παραιτηθώσι της Αν. Θράκης, καθώρισε τα Τουρκο-Βουλγαρικά σύνορα κατά μήκος του Έβρου ποταμού. Ούτω η Βουλγαρία είχεν επιτύχει την φυσικήν της προς το Αιγαίον διέξοδον εν τη μεταξύ Νέστου και Έβρου ποταμών περιωρισμένη παραλιακή ζώνη ήτις εθεωρήθη ως ουσιώδες θαλασσιον συμπλήρωμα της Μεσημβρινής Βουλγαρίας. Κατόπιν όμως της ήττης των Κεντρικών Αυτοκρατοριών κατά τον πρώτον παγκόσμιον πόλεμον, οι Σύμμαχοι, εν όψει μελλοντικής διευθετήσεως των Ευρωπαϊκών εδαφών της Τουρκίας, υπεχρέωσαν την Βουλγαρίαν να παραιτηθή της παραθαλασσίας ζώνης εν τη Δ. Θράκη, επιφυλασσόμενοι να αποφασίσωσι μεταγενεστέρως επί του εδαφικού καθεστώτος της επαρχίας ταύτης, ήτις ακολούθως παρεχωρήθη εις την Ελλάδα διά των Συνθηκών Σεβρών και Λωζάνης.
Αι Βουλγαρικαί διεκδικήσεις διά μίαν διέξοδον εις το ΑιγαίονΑνεγνωρίσθησαν υπό των Συμμάχων και μετά τον εις βάρος της Βουλγαρίας γενόμενον ακρωτηριασμόν αναγνώρισις όμως αποκλειστικώς πλατωνική. Εν πάση περιπτώσει όμως η αναγνώρισις αυτή επεβεβαίωνε το δίκαιον των Βουλγαρικών δικαιωμάτων, τοσούτω μάλλον καθ’ όσον και από εθνολογικής απόψεως η μεταξύ Νέστου και Έβρου περιοχή κατωκείτο κατά πλειοψηφίαν υπό Βουλγαρικών πληθυσμών. Η κατά το 1920 οργανωθείσα υπό της προσωρινής Διασυμμαχικής Διοικήσεως απογραφή ανεγνώρισε πράγματι ότι επί 212000 κατοίκων της περιοχής ταύτης, 82.000 ήσαν Βούλγαροι, 73.000 Τούρκοι και μόνον 51.000 ήσαν Έλληνες, ενώ ανάλογος κατάστασις υφίστατο και εις την μεταξύ Στρυμώνος και Νέστου Θρακικήν ζώνην 2.
Το Ελληνικόν καθεστώς προέβη, με ριζικές μεθόδους, εις την αλλοίωσιν της εθνολογικής καταστάσεως εν τη Δ. Θράκη, τόσον εις την περιοχήν Καβάλλας όσον και εις την Βουλγαρικήν επαρχίαν ήτις παρεχωρήθη εις την Ελλάδα μετά τον πόλεμον 1914-1918 . Η Ελληνο-Βουλγαρική σύμβασις ανταλλαγής εθνικών μειονοτήτων, συναφθείσα ταυτοχρόνως με την συνθήκην του Νεϊγύ, και η Ελληνο-Τουρκική σύμβασις συναφθείσα μετά την συνθήκην της Λωζάννης διά την ανταλλαγήν των Ελληνικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας και των Τουρκικών τοιούτων της Μεσημβρινής Μακεδονίας και Θράκης, αμφότεραι δηλαδή αι συμβάσεις αυταί, κατέστησαν άριστα όργανα διά την εκ της Δ. Θράκης απομάκρυνσιν του πολυαρίθμου Βουλγαρικού πληθυσμού. Περί τας 70.000 Βούλγαροι της Θράκης υπεχρεώθησαν, πράγματι, να εγκαταλείψουν την πατρίδα των διά να καταφύγωσιν εις την Βουλγαρίαν επειδή δε εν Βουλγαρία η Ελληνική μειονότης ήτο σχεδόν ανύπαρκτος, η μεταξύ Ελλάδος και Βουλγαρίας ανταλλαγή πληθυσμών υπήρξε σχεδόν μονόπλευρος. Εις την θέσιν των Βουλγάρων της Θράκης, η Ελλ. Κυβέρνησις διέθεσεν εις ευρείαν κλίμακα αποίκους Έλληνας μεταφερθέντας εις Ελλάδα εκ Μικράς Ασίας. Η παρουσία του εθνολογικού τούτου στοιχείου, εκτός του ότι παρεβίασε τον εκ παραδόσεως Βουλγαρικόν χαρακτήρα της περιοχής, επεδείνωσε περισσότερον την κατάστασιν των ολίγων χιλιάδων Βουλγάρων οι οποίοι παρέμειναν εις την γενέτειράν των, λόγω μιας επί μάλλον και μάλλον ριζικής ανισότητος ψυχολογικής, οικονομικής και πολιτικής έναντι των επηλύδων.
Αι Βουλγαρικαί Αρχαί, αναλαβούσαι την διοίκησιν της Δ. Θράκης, ευρέθησαν ούτω αντιμέτωποι με το περίπλοκον εθνολογικόν πρόβλημα το οποίον εδημιουργήθει εκ της υπό του Ελληνικού καθεστώτος γενομένης μεταφοράς πληθυσμών. Επρόκειτο όθεν να επανορθώσωσι μίαν σοβαράν αδικίαν διαπραχθείσαν εις βάρος του Βουλγαρικού πληθυσμού της Θράκης, και να προβώσιν εν ταύτω εις την αγροτικήν μεταρρύθμισιν της περιοχής, ένθα οι Έλληνες της Μικράς Ασίας, γενόμενοι γεωργοί της στιγμής, είχον επιφέρει μείωσιν της παραγωγής. Η μερική εγκατάλειψις των καλλιεργησίμων γαιών ενεθαρρύνετο και εκ μέρους των Ελληνικών Αρχών, δοθέντος του μικρού ενδιαφέροντος διά την αξιοποίησιν καλλιεργειών αι οποίαι συνηγωνίζοντο τας εκ παραδόσεως τοιαύτας της κυρίως Ελλάδος. Το συμφέρον αντιθέτως της Βουλγαρίας εξεδηλώθη αμέσως υπέρ μιας νεοαξιοποιήσεως των αγροτικών πόρων της Θράκης (έλαιον και οίνοι), διά τον λόγον ότι οι πόροι ούτοι είναι συμπληρωματικοί της όλης Βουλγαρικής οικονομίας.
Προς πραγματοποίησιν της αρχής να μη αφεθή ούτε πλέθρον γης ακαλλιέργητον εν τη κατεχομένη περιοχή, η Βουλγαρική Κυβέρνησις κατέστρωσε σχέδιον παλινοστήσεως εις Θράκην των Βουλγάρων οι οποίοι είχον εγκαταλείψει την περιοχήν διαρκούσης της Ελληνικής κατοχής. Η επάνοδος των Βουλγάρων μέλλει να αποβή η καλλιτέρα εγγύησις ότι η γεωργία της Θράκης δύναται να ανθίση εκ νέου ως προς τας φυσικάς της καλλιεργείας. Το σχέδιον παλλινοστήσεως εμελετήθη προσεκτικώς διά να εφαρμοσθή κατά τρόπον ώστε να αποδόση πλήρως εις τους νέους αποίκους, επιστρέφοντας εις τας εστίας των, πάσας τας δυνατότητας αμέσου εργασίας. Ούτω, ελήφθη σειρά μέτρων διά την μεταφοράν, την οργάνωσιν κατοικιών, τον επισιτισμόν και την σποράν των ανακαταληφθεισών περιοχών αι γαίαι και τα γεωργικά εργαλεία, τα οποία διενεμήθησαν εις τους αποίκους, προσεφέρθησαν με έκπτωσιν 65% επί του ισχύοντος τιμολογίου, εν ω η Αγροτική Τράπεζα Βουλγαρίας καθώρισε τόκον 4% διά τα αγροτικά δάνεια, υπό την εγγύησιν του Κράτους. Η ευμενής υποδοχή ης έτυχε το σχέδιον αποικίσεως της Θράκης κατεδείχθη εκ του ότι μέχρι του παρελθόντος Ιουλίου μετεφέρθησαν εις την περιοχήν ταύτην 60.000 Βούλγαροι, εν ω έτεροι 100.000 εζήτησαν την μεταφοράν των, ήτις πρόκειται να πραγματοποιηθή εις το προσεχές μέλλον. Ταυτοχρόνως, 70.000 Έλληνες της Θράκης μετεφέρθησαν εις την μεσημβρινήν Μακεδονίαν.
Επί πλέον, αι Βουλγαρικαί Αρχαί απησχολήθησαν και με την αναδιοργάνωσιν των οδών συγκοινωνίας, διά να συνδέσουν στενώτερον την απελευθευρωθείσαν θαλασσίαν περιοχήν με την Βουλγαρικήν ενδοχώραν. Η μόνη σιδηροδρομική γραμμή, η οποία συνέδεε την Δ. Θράκην με την παλαιάν Βουλγαρίαν, ακολουθούσα την κοιλάδα του Στρυμώνος, ήτο στενού πλάτους, ήδη δε αναμένεται να μετατραπή εις κανονικού πλάτους τοιαύτη, διά να δύναται ούτω να εξυπηρετή το προς το Αιγαίον μέγα ρεύμα μεταφορών. Επί πλέον, η Βουλγαρία επί του παρόντος ελέγχει και την διεθνή σιδ. Γραμμήν Κων/πόλεως – Σόφια εις το κατά μήκος του Έβρου τμήμα της. Το πρόβλημα των μεταφορών κατά την έννοιαν νότος – βορράς αντιμετωπίσθη με σχέδια οδών, αίτινες θα συνδέσουν τας ακτάς του Αιγαίου με την Βουλγαρικήν ενδοχώραν και αι οποίαι σήμερον απασχολούν πλέον των 40.000 εργατών της Βουλγαρικής Υπηρεσίας Εργασίας.

Advertisements