Οι Ελληνικές περιοχές Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης υπό Βουλγαρική Διοίκηση


ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΑΣ
Δ/ΝΣΙΣ ΕΠΙΤΕΛΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ
ΓΡΑΦΕΙΟΝ ΙΙον

ΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΑΙ ΠΕΡΙΟΧΑΙ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ
ΚΑΙ ΔΥΤΙΚΗΣ ΘΡΑΚΗΣ
ΥΠΟ
ΤΗΝ ΓΕΡΜΑΝΟ-ΒΟΥΡΓΑΡΙΚΗ ΚΑΤΟΧΗ

Από 6 Απριλίου 1941

Ι.- ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΑΙΡΕΣΙΣ, ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΙΣ ΑΥΤΟΥ ΠΕΡΙΟΧΗ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

Α. ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΑΙΡΕΣΙΣ

Η Ανατολική Μακεδονία περιελάμβανε προ της καταλήψεώς της τους κάτωθι Νομούς:

Ιον. Νομός ΣΕΡΡΩΝ (Πρωτεύουσα:ΣΕΡΡΑΙ) περιλαμβάνων τας Επαρχίας:
α)    Σερρών                                                   : Πρωτεύουσα αι Σέραι.
β)    Βισαλτίας (Νιγρίτης)                    :           »                      η Νιγρίτα.
γ)    Σιντικής (Σιδηροκάστρου)       :           »                     το Σιδηρόκαστρον.
δ) Φυλλίδος (Σίχνης)                            :           »                      η Νέα Σίχνα (Ζημλιάχωβα).

2oν. Νομός ΔΡΑΜΑΣ (Πρωτεύουσα:ΔΡΑΜΑ)περιλαμβάνων τας Επαρχίας:
α)    Δράμας                                  : Πρωτεύουσα η Δράμα.

3ον. Νομός ΚΑΒΑΛΛΑΣ (πρωτεύουσα:ΚΑΒΑΛΛΑ)περιλαμβάνων τας Επαρχίας:
α)    Θάσσου                                  : Πρωτεύουσα
β)    Καβάλλας                              :           » η Καβάλλα.
γ)    Νέστου                                               :           » η Χρυσούπολις.
δ)    Παγγαίου (Πραβίου)              :           » η Ελευθερούπολις.

ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
Περί της Ανατολικής Μακεδονίας εκ της απογραφής του 1940

Ι. ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ

Νομοί Έλληνες Μουσουλμάνοι Ισραηλίται Αρμένιοι ΄Ολον
Δράμας 143.371 338 780 588 145.077
Καβάλλας 134.996 380 1593 1182 138.151
Σερρών 231.653

(α)

111 538 1069 233.366
Σύνολον 510.020 829 2.906 2.839 516.594

ΙΙ. ΣΧΟΛΕΙΑ

Δράμας 232 1 1 234
Καβάλλας 152 1 1 154
Σερρών 312 1 2 315
Σύνολον 696 3 4 703

ΙΙΙ. ΜΑΘΗΤΑΙ

Δράμας 29.771 99 65 29.935
Καβάλλας 23.252 275 145 23.672
Σερρών 41.481

(β)

66 87 41.634
Σύνολον 94.504 440 297 95.241

Παρατηρήσεις

1) α=ων 275 Βλαχόφωνοι

2) β=ων 35 Βλαχόφωνοι

Β. ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Περί της Δυτ. Θράκης εκ της απογραφής του 1940

Ι. ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ

Νομοί Ελληνες Μουσουλμάνοι Ισραηλίται Αρμένιοι Όλον
Έβρου 140.985 12.008 1.085 767 154.845
Ροδόπης 101.894 100.527 1.452 1.501 205.364
΄Ολον 242.879 112.535 2.537 2.268 360.209

ΙΙ. ΣΧΟΛΕΙΑ

΄Εβρου 198 32 1 1 232
Ροδόπης 163 238 2 2 405
΄Ολον 361 270 3 3 637

ΙΙΙ. ΜΑΘΗΤΑΙ

΄Εβρου 25.140 1.500 80 57 26.777
Ροδόπης 16.587 9.838 149 133 26.707
΄Ολον 41.727 11.338 229 190 53.484

ΟΙ ΒΟΥΛΓΑΡΟΙ ΕΝ ΑΝΑΤ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΚΑΙ ΘΡΑΚΗ

ΙΙ. ΚΑΤΑΛΗΨΙΣ ΥΠΟ ΤΩΝ ΒΟΥΛΓΑΡΩΝ ΤΗΣ ΑΝΑΤ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΑΚΗΣ
1)     Οι Βούλγαροι κατέλαβον διά τρίτην φοράν τας Ελληνικάς ταύτας περιοχάς ως εντολοδόχοι των Γερμανών.
Διά πρώτην φοράν κατέλαβον την Δ. Θράκην και μέγα μέρος της Ανατολικής Μακεδονίας κατά τον Βαλκανο-Τουρκικόν πόλεμον του 1912.
Διά της συνθήκης του Βουκουρεστίου (1913), δι’ ης ετερματίσθη ο κατά της Βουλγαρίας πόλεμος των Βαλκανικών συμμάχων, η μεν Ανατολική Μακεδονία περιήλθεν εις την Ελλάδα, η δε Δυτ. Θράκη παρέμεινεν εις την Βουλγαρίαν.
Διά δευτέραν φοράν οι Βούλγαροι κατέλαβον την Αν. Μακεδονία κατά τον Παγκόσμιον πόλεμον 1914-1918 συμμαχούντες στρατιωτικώς μετά των Γερμανών, Αυστριακών και Τούρκων.
Λήξαντος του πολέμου τούτου ου μόνον επεστράφη η Αν. Μακεδονία εις την Ελλάδα, αλλά προσηρτήθη αυτή και η Δυτ. Θράκη διά της Συνθήκης του Νεϊγύ (1920).
Διά τρίτην φοράν οι Βούλγαροι κατέλαβον τας επαρχίας ταύτας κατά το έτος 1941, οπότε τοις παρεδόθησαν υπό του καταλαβόντος ταύτας Γερμανικού στρατού, κατόπιν του εκραγέντος την 6ην Απριλίου 1941 Ελληνο-Γερμανικού πολέμου.

2)     Η Γερμανία παρεχώρησε τας επαρχίας ταύτας, καταληφθείσας υπό του Στρατού της, εις την μη εμπόλεμον μεθ’ ημών Βουλγαρίαν, κατά παράβασιν του Διεθνούς Δικαίου και παρά τα προς προπαγάνδαν μόνον διατυμπανισθέντα μυριάκις φιλικά της αισθήματα προς την Ελλάδα, αφ’ ενός διότι είχεν υιοθετήσει τας επ’ αυτών Βουλγαρικάς διεκδικήσεις, αφ’ ετέρου δε προς ανταμοιβήν των πολεμικών υπηρεσιών, ας τη προσέφερεν η Βουλγαρία κατά τον παρόντα πόλεμον επιτρέψασα αυτή να εγκαταστήση επί του εδάφους της βάσεις επιχειρήσεων κατά της Ελλάδος, της Γιουγκοσλαυίας και της Τουρκίας και επί πλέον διά να τιμωρήση την Ελλάδα διότι αντέστη εις την Γερμανο-Ιταλικήν εισβολήν πολεμήσασα διά την ανεξαρτησίαν και την τιμήν της.
Το επιχείρημα, ότι η Γερμανία επεκαλέσθη μόνον την συνδρομήν του Βουλγαρικού στρατού διά την τήρησιν της τάξεως, ουδένα δύναται να πείση, διότι, πλην της στρατιωτικής κατοχής επέτρεψεν εις την Βουλγαρίαν την εκδίωξιν των Ελληνικών Αρχών και την εγκατάστασιν Βουλγαρικών τοιούτων, παραδόσασα ολοκληρωτικώς τας επαρχίας ταύτας εις την Βουλγαρίαν και καταστάσα ούτως υπεύθυνος όλων των Βουλγαρικών κακουργιών, αίτινες έλαβον χώραν εις βάρος του Ελληνικού πληθυσμού.

ΙΙΙ. ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΚΒΟΥΛΓΑΡΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΑΝΑΤ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΚΑΙ ΔΥΤ. ΘΡΑΚΗΣ
1)     Οι Βούλγαροι άμα τη εισόδω των εις τας Επαρχίας ταύτας και προς τον σκοπόν, όπως στηρίξωσι τας επί τούτων διεκδικήσεις των, επεδόθησαν μετά λύσσης εις την εφαρμογήν του προγράμματός των προς εμφάνισιν των επαρχιών τούτων ως κατοικουμένων υπό Βουλγάρων, συνισταμένου εις την διά της βίας αλλοίωσιν του εθνολογικού χαρακτήρος του πληθυσμού, δι’ εκδιώξεως όλου του Ελληνικής συνειδήσεως πληθυσμού και εποικισμού Βουλγάρων εκ Βουλγαρίας.
Τα κυριότερα σημεία του προγράμματος τούτου συνίσταντο:
Εις την μείωσιν του Ελληνικού πληθυσμού διά του εξαναγκασμού αυτού εις εκπατρισμόν.
Εις την είσοδον εκ Βουλγαρίας ου μόνον υπαλλήλων αλλά και Βουλγαρικού πληθυσμού προς εποικισμόν.
Εις την εξόντωσιν της Ελληνικής Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Εις την καθιέρωσιν υποχρεωτικής της Βουλγαρικής γλώσσης εν τε τω δημοσίω και ιδιωτικώ βίω.

2)     Προς εκτέλεσιν του προγράμματος αυτού οι Βούλγαροι προέβησαν εις τας κάτωθι ενεργείας.
Κατέλαβον και διώκησαν τας επαρχίας ταύτας στρατιωτικώς.
Εξεδίωξαν τας Ελληνικάς Αρχάς (Διοικητικάς, Δικαστικάς, Αστυνομικάς, κ.λ.π.) και εγκατέστησαν τοιαύτας Βουλγαρικάς.
Κατήργησαν τας αιρετάς Δημοτικάς και Κοινοτικάς Αρχάς και εγκατέστησαν τοιαύτας εκ Βουλγάρων μεταφερθέντων εκ Βουλγαρίας.
Ανέθεσαν την Αγροτικήν Ασφάλειαν αποκλειστικώς εις Βουλγάρους ποερχομένους εκ Βουλγαρίας.
Εξεδίωξαν άπαντας τους ΄Ελληνας Ορθοδόξους Αρχιερείς, κατέλαβον πλείστους ναούς και μονάς, εξεδίωξαν μεγάλον αριθμόν ιερέων, υπεχρέωσαν τους παραμείνοντας ιερείς να ιερουργώσιν εις Βουλγαρικήν γλώσσαν και να δηλώσωσι προσχώρησιν εις την αιρετικήν Βουλγαρικήν Εξαρχίαν, μετέτρεψαν τας επιγραφάς των εκκλησιών και των εικόνων εις Βουλγαρικήν γλώσσαν.
Εξεδίωξαν άπαντας τους Έλληνας Καθηγητάς και Διδασκάλους. Διώρισον αντ’ αυτών Βουλγάρους και εισήγαγον ως υποχρεωτικήν γλώσσαν διδασκαλίας την Βουλγαρικήν.
Εισήγαγον την Βουλγαρικήν γλώσσαν αποκλειστικώς ου μόνον εις τα Δικαστήρια, τας εκκλησίας, το Σχολείον και εν γένει τον δημόσιον βίον, αλλά και εις την ιδιωτικήν ζωήν των κατοίκων και τας ιδιωτικάς των συναλλαγάς.
Προέβησαν εις τον εκβουλγαρισμόν των ονομάτων πόλεων, χωρίων, οδών, πλατειών, επιγραφών καταστημάτων ιδιωτικών, των οικογενειακών ονομάτων, ως και των εικόνων των εκκλησιών.
Ενήργησαν αθρόαν μεταφοράν εκ Βουλγαρίας και εγκατάστασιν ου μόνον υπαλλήλων πάσης φύσεως, αλλά και μεγάλου αριθμού Βουλγάρων εποίκων αποκατασταθέντων εις τας εγκαταληφθείσας περιουσίας των εκπατρισθέντων Ελλήνων ή δι’ αφαιρέσεως μέρους της ακινήτου περιουσίας των παραμεινάντων τοιούτων.
Μέγα μέρος των εποικισθέντων Βουλγάρων απετελείτο εκ κακοποιών Βουλγάρων τρομοκρατιών (Κομιτατζήδων) ενόπλων.
Απηγόρευσαν την παλινόστησιν εις τας εστίας των ου μόνον των προσωρινώς απουσιαζόντων δι’ υποθέσεις των κατά την εποχήν της καταλήψεως, αλλά και των εκ του Ελληνικού Στρατού αφυπηρετησάντων εφέδρων και των εξ αιχμαλωσίας επανελθόντων μεταγενεστέρως στρατευσίμων, επέτρεψαν δε μόνον την παλινόστησιν εκείνων οίτινες προσκαλούμενοι εις την εν θεσσαλονίκη ιδρυθείσαν Βουλγαρικήν Λέσχην εξεβιάζοντο να δηλώσωσιν εγγράφως ότι ήσαν Βούλγαροι.
Υπεχρέωσαν τους βία εκδιωκωμένους να παραδώσωσι εις τας Βουλγαρικάς Αρχάς κατά την αναχώρησιν των δήλωσιν έγγραφον ότι αναχωρούσιν οικειοθελώς ότι παραιτούνται του δικαιώματος παλινοστήσεως και ότι χαρίζουσι την περιουσίαν των εις το Βουλγαρικόν Κράτος.

Προέβησαν εις σειράν όλην τρομοκρατικών ενεργειών κατά του Ελληνικού πληθυσμού όπως εξαναγκάσωσι τούτον να αναχωρήση εκ των εστιών του εγκαταλείπων τα υπάρχοντά του. Εκ τούτων αι κυριώτεραι ήσαν:
α)    Απέλασις όλων των μορφωμένων στοιχείων, ως δικηγόρων, ιατρών, φαρμακοποιών, Συμβολαιογράφων, Καθηγητών, διδασκάλων, εφέδρων Αξιωματικών, βιομηχάνων, εμπόρων και άλλων οικονομικών παραγόντων, ως και βιοτεχνών, εργατών και αγροτών ακόμη.
β)    Υποχρεωτική στρατολογία των κατά τα έτη 1920-1921 γεννηθέντων Ελλήνων δι’ εκτέλεσιν πάσης φύσεως έργων και αγγαρειών.
γ)    Δήμευσις των περιουσιών υπό μορφήν φορολογίας του 1/3 της αξίας της κινητής και ακινήτου περιουσίας και υπό μορφήν αναγκαστικών απολλοτριώσεων διά κοινωνικούς δήθεν σκοπούς (φαρμακείων, κλινικών, Βιομηχανικών επιχειρήσεων, μύλων κ.λ.π.).
δ)    Δήμευσις της περιουσίας ου μόνον των μη ευρεθέντων εις τας εστίας των κατά την εποχήν της καταλήψεως, αλλά και παντός άλλου, όστις εθεωρήθη ως εμπόδιον εις την Βουλγαρικήν προσπάθειαν προς αλλοίωσιν του εθνολογικού χαρακτήρος των επαρχιών τούτων.
ε)    Αναγκαστική πρόσληψις υπό των εναπομεινουσών εν λειτουργία Ελληνικών επιχειρήσεων και Βουλγάρων συνεταίρων άνευ καταβολής ουδενός κεφαλαίου, οι οποίοι μεταγενεστέρως διά διαφόρων τρομοκρατικών μέσων εξηνάγκαζον τους Έλληνας ν’ αποχωρήσωσι της επιχειρήσεως.
στ)  Δημιουργία αφορήτου καταστάσεως διά τον πληθυσμόν διά της καταργήσεως του οικογενειακού ασύλου, των λεηλασιών, διαρπαγών, φόνων, κακοποιήσεων και ατιμώσεων.
ζ)    Εσκεμμένη προπαρασκευή και εκτέλεσις σφαγών κατά το β’ 15θήμερον του μηνός Σεπτεμβρίου και το α΄ 15θήμερον του μηνός Οκτωβρίου 1941, ενεργηθεισών υπό του Βουλγαρικού στρατού εν συνεργασία μετά των Κομιτατζήδων.

ΠΟΛΙΣ ΣΕΡΡΩΝ
Περίοδος από της καταλήψεως μέχρι του Σεπτεμβρίου 1941

Αι Βουλγαρικαί Αρχαί κατέλαβον άμα τη εισόδω των τα σχολεία της πόλεως και εγνωστοποίησαν, ότι ταύτα θα λειτουργήσουν υπό Βουλγάρους Διδασκάλους και εις την Βουλγαρικήν γλώσσαν, του πληθυσμού θεωρουμένου ως καθαρώς Βουλγαρικού. Επίσης διετάχθησαν επισήμως και διά τοιχοκολλήσεων πάντες οι κάτοικοι να μεταβάλωσι τα επώνυμά των εις Βουλγαρικά προσθέτοντες τας καταλήξεις «εφ» και «ωφ», μεταβάλλοντες συχρόνως τας επιγραφάς των καταστημάτων των Βουλγαριστί. Επίσης βουλγαριστί επέγραψαν και τους ιερούς Ναούς.

Την 6ην Ιουνίου, συνέλαβον τους προκρίτους Σερρών ιατρούς Ιπποκράτην Μακρήν, Γεώργιον Κούζαν, Γεώργιον Παπαδόπουλον, Ιω. Ζαχαρόπουλον, τους εμπόρους Πέτρον Πετράκογλου, Ηλίαν Σαραϊδάρην, Γεώργιον Μοίχου, Νικόλαον Καπανίκην, Αθανάσιον Παπατσάκην τον Σ. Κατσανήν, τον αντιπρόσωπον του μονοπωλείου Γεώργιον Α. Μουρατζάν. Τούτους έλεγον ότι θα μεταφέρουν εις Σόφιαν και θα κρατήσουν ως ομήρους, πλην τους απέλυσαν των φυλακών υποχρεώσαντες αυτούς εις εκπατρισμόν.

Κατά τας πρώτας ημέρας της εισόδου των εις Σέρρας όργανα των Βουλγαρικών Αρχών εφόνευσαν διά ξυλοκοπημάτων τον Γεώργιον Ιωάννου, ένα παιδί 15 ετών, υιόν κουρέως.

Εις τας Σέρρας αφού ησέλγησαν Βούλγαροι επί γυναικός, της απέκοψαν τους μαστούς.

Βουλγαρική περίπολος εισέβαλεν την 9ην Ιουνίου 1941 εις τον περίβολον οικίας της συνοικίας «Ομόνοιας» των Σερρών, συνέλαβε την οικοδέσποινα και ό,τι επηκολούθησε προκαλεί την αηδίαν και τον αποτροπιασμόν.

Εν Σέρραις κατελήφθησαν αμέσως οι ναοί.

Την 9/6 είς Λοχαγός και είς δεκανεύς – αγαστή συνεργασία βαθμοφόρων εις έντιμον πράξιν – εισήλθον νύκτωρ εις την οικίαν του Αβραάμ Μαραγκού (συνοικία Αραμπατζή μαχαλά Σερρών) και προτείνοντες τα περίστροφα των ηνάγκασαν τον μεν σύζυγον να περιορισθή εις εν δωμάτιον, την δε σύζυγον εις άλλο, εξυπηρετούτο τοιουτοτρόπως καλύτερον εις τους σκοπούς των.

Κατά την κατάληψιν του στρατιωτικού Νοσοκομείου Σερρών συνελήφθη ο διαχειριστής τούτου Δ. Πατίστας – εντιμότατος και σεμνότατος οικογενειάρχης – διότι δεν παρέδωκεν εν μικροσκόπιον. Μάτην διαβεβαιοί ο Δ/ντής του Νοσοκομείου ότι τούτο ουδέποτε είχε μικροσκόπιον. Ο Δ. Πατίστας όχι μόνον δεν απελύθη αλλά και παρεπέμφθη εις το Στρατοδικείον Δράμας, άγνωστον δε ποία τύχη τον αναμένει.

Μητροπολίτης Σερρών Κωνσταντίνος
Η πρώτη αξίωσις των Βουλγαρικών Αρχών παρά του Μητροπολίτου Σερρών ήτο να μνημονεύση κατά τας τελετάς της Συνόδου της Σόφιας.
Την 29/5 ενηργήθη υπό πολυπληθών οργάνων της Βουλγαρικής Διοικήσεως έρευνα εις την Μητρόπολιν εζητήθησαν άνευ περιστροφών και παρελήφθησαν τα Αρχιεραρικά άμφια, η ποιμαντορική ράβδος και η μίτρα. Τέλος εζήτησαν από τον Μητροπολίτην και την χρηματικήν του περιουσίαν ην και παρέλαβον.
Ο Νατσάλνικ Γκρούπεη και ο Στρατ. Διοικητής Τίρνεφ παρουσίασαν εις τον Μητροπολίτην προς υπογραφήν δήλωσιν περί εκουσίας αναχωρήσεώς του.
Κατά την άρνησίν του να υπογράψη ετέθησαν εις χρήσιν αι απειλαί: «Θα τεθήτε υπό κράτησιν. Θα ανακριθήτε βασανιστικώς βάσει των αυστηρών διατάξεων του Βουλγαρικού Στρατοδικείου……»
Και εν ω έλεγον ταύτα εθώπευον τα ξίφη των.
Την 5/6 επεβιβάσθη ο Μητροπολίτης φορτηγού αυτοκινήτου και απελάθη.
Κατά την απέλασιν παρίσταντο πλήθη Βουλγάρων αστυνομικών. Εις ουδένα επετράπη να πλησιάση και ασπασθή την δεξιάν του Μητροπολίτου. Οι Βούλγαροι είχον εκμανή διότι την προηγουμένην ημέραν πλήθος Χριστιανών με δάκρυα εις τους οφθαλμούς είχε κατακλύσει την Μητρόπολιν, διά να διαδηλώση τα άπερ επλημμύρουν την ψυχήν των αισθήματα πίστεως και αφοσιώσεως προς την Μητέρα Εκκλησίαν, την Ελληνικήν Ορθόδοξον Εκκλησίαν.
Την 12/6 εξεδιώχθησαν εκ της πόλεως Σερρών οι ιερείς Γ. Αβραμιάδης, Ιωάννης Κάππος και Παναγιώτης Χατζηθωμάς, καταφυγόντες εις Νιγρίταν.
Ο πρώτος τούτων ωδηγήθη ημέραν τινά παρά του Νατσάλνικ Σερρών εις την Μητρόπολιν διά να δείξη παρά την διαβεβαίωσίν του, ότι ουδέν γνωρίζει, που ήσαν κεκρυμμένα τα έπιπλα και άλλα αντικείμενα της Μητροπόλεως, εκεί δε παρέστη αυτόπτης μάρτυς της πλήρους διαρπαγής των πάντων.
Διά να εξαναγκασθή ο ιερεύς ούτος Γ. Αβραμιάδης και εκπατρισθή εγένετο χρήσις της εξής….. εντίμου μεθόδου: εκρύβη παρά των Βουλγαρικών Αρχών εις την οικίαν του βόμβα, η βόμβα κατόπιν ανευρέθη υπό των ιδίων και ούτω επεβλήθη εις αυτόν ο εκπατρισμός. Ο δεύτερος των άνω μνημονευθέντων ιερέων Ιωάννης Κάππος εξεδιώχθη, διότι εμνημόνευσε κατά την θείαν λειτουργίαν του Έλληνος Μητροπολίτου, νομίμου εκκλησιστικού προϊσταμένου του.
Την 22/6 υπό συνοδείαν οπλοφόρων και κατόπιν διαταγής των Βουλγαρικών Αρχών ωδηγήθησαν εις τα κρατητήρια της Ασφαλείας Σερρών οι ιερείς, Αρχιμανδρίτης Συνέσιος Δημητριάδης, Αρχιμανδρίτης Ιγνάτιος Παπαμιχαήλ, ο Ηγούμενος της Μονής του Τιμίου Προδρόμου, Παπαγεώργιος Παπαμιχαήλ και άλλοι. Κατά την διάρκειαν ερεύνης εις την οικίαν του ιερέως Παπαγεωργίου Παπαμιχαήλ ο λυμαινόμενος την Μονήν του Τιμίου Προδρόμου Βούλγαρος Μοναχός Στέφανος Γκάρμπας ερράπισε τούτον επανειλημμένως και εξηυτέλισε την κόρην του.

Εκ της πόλεως ωσαύτως Σερρών εξεδιώχθη, αφού προηγουμένως εκακοποιήθη ο ιερεύς Δημήτριος Παπαδόπουλος (Ευαγγελιστρίας ΣΕΡΡΩΝ).

Ο Αρχιμανδρίτης Δημ. Νικολαϊδης (Μητροπόλεως Σερρών) ωδηγήθη την 23/6 εις το Βουλγαρικόν Φρουραρχείον και εδάρη ανηλεώς, εκτυπήθη επανειλημμένως εις την κεφαλήν, εγροθοκοπήθη και εμωλοπίσθη διά λακτισμάτων. Βούλγαρος Ανθυπολοχαγός του Φρουραρχείου έσυρεν αυτόν εκ της γενειάδος και τον εκτύπησεν με υποκόπανον όπλου. Ωδηγήθη κατόπιν εις Κάτω Βροντούν, όπου άλλος Βούλγαρος Ανθυπολοχαγός του αφήρεσεν 6.000 δραχ. Ο ιερεύς ούτος συνήντησεν εις το Βουλγαρικόν Φρουραρχείον της Μητροπόλεως και άλλους 10 ΄Ελληνας κρατουμένους, εις δε το της Κάτω Βροντούς άλλους 50.

Οι αναχωρούντες κατ’ αυτόν τον τρόπον εξηναγκάζοντο να υπογράφωσι προηγουμένως δήλωσιν, ότι αναχωρούσι οικειοθελώς. Προτότυπος εκούσιος εκπατρισμός.

Ανήκουστα είναι τα δεινά, τα οποία εδοκίμασεν εν Σέρραις ο Δημοσθένης Μερτζεμιέκης, διότι ηρνήθη να υπογράψη τοιαύτην δήλωσιν.

Αναφέρομεν συγκεκριμένον παράδειγμα εξαναγκασμού προς αναχώρησιν.

Το παράδειγμα του Μιχαήλ Κασάπη: Εις τας Σέρρας δύο κομιτατζήδες – τα εκτελεστικά ταύτα όργανα παντός ανοσιουργήματος των Βουλγαρων – τας πρώτας ημέρας της καταλήψεως εζήτησαν να εξαναγκασωσι τον ρηθέντα Μιχαήλ Κασάπην, επιχειρηματίαν, να προσλάβη και τούτους ως συνεταίρους άνευ καταβολής τινός και διά συμβολαιογραφικής πράξεως εις τον Κινηματογράφον του. Ούτος απευθύνθη καταγγέλων τον εκβιασμόν εις τον Γερμανόν Διοικητήν, ο οποίος τον παρέπεμψεν εις τας Βουλγαρικάς Αρχάς, αι οποίαι, όταν προσήλθεν εις ταύτας, – όπου και είδε παρακαθημένους εν φιλικωτάτη διαχύσει τους δύο Κομιτατζήδες – τον εξίβρυσαν σκαιότατα, διότι, λησμονών κατ’ αυτούς, ότι εκεί πλέον είναι Βουλγαρία ετόλμησε ν’ αποτανθή εις ξένην Αρχήν δηλ. εις τον Γερμανόν Διοικητήν. Ο ρηθείς επιχειρηματίας ηναγκάσθη λόγω των απειλών υπό των Βουλγαρικών Αρχών να φύγη διά πλαστού διαβατηρίου.

Προς εξαναγκασμόν προς αναχώρησιν γίνεται χρήσις ποικίλων μέσων.

Ούτω επεβλήθησαν διάφοροι βαρείαι φορολογίαι. Εις τας Σέρρας επεβλήθη είδος κεφαλικού φόρου εις πάντας τους από ηλικίας 15 ετών και άνω. Ωρισμένας ημέρας υπεχρεώθησαν οι άνδρες από ηλικίας 13 ετών και άνω να καθαριζωσι την πόλιν των Σερρών.

Περίοδος Σεπτεμβρίου – Οκτωβρίου 1941

Από πολλού χρόνου η εξουσία ουσιαστικώς είχε περιέλθη εις τας χείρας των Κομιτατζήδων, οι οποίοι είχον πλημμυρίσει την πόλιν και την ύπαιθρον, η δε ζωή των κατοίκων ένεκα του λόγου τούτου κατέστη αφόρητος.

Εν τη πόλει των Σερρών η εξουσία εξησκείτο υπό του Βοεβόντα Ρούπελη Γεωργίου και υπό ενός Βουλγάρου αποστράτου Αντισυνταγματάρχου, οργάνου του Βουλγαρικού Κομιτάτου.
Ες τα χωρία της περιοχής Σερρών ρυθμιστής της καταστάσεως ήτο ο Βοεβόντας Γεωργίεφ.
Αι συλλήψεις ήρξαντο από της 29ης Σεπτεμβρίου χωρίς να προηγηθή τι το έκτροπον .

Την μεσημβρίαν της 29ης Σεπτεμβρίου ε.ε. όλοι οι Δημόσιοι και οι Δημοτικού υπάλληλοι καθώς και οι ευρισκόμενοι εις Σέρρας Κομιτατζήδες και λοιποί ιδιώται (έμποροι), επαγγελματίαι κ.λ.π., συνεκεντρώθησαν εις τους στρατώνας Πεζικού, όπου και εξωπλίσθηκαν.

Από της στιγμής ταύτης την τήρησιν της τάξεως εν τη πόλει ανέλαβεν η Χωροφυλακή μετά των κομιτατζήδων, ενισχυθείσα και διά των εξωπλισθέντων Βουλγάρων υπαλλήλων και οπλιτών, οίτινες εσχημάτισαν πολιτοφυλακήν, καθ’ όσον το πλείστον του εν Σέρραις Βουλγαρικού Στρατού ανεχώρησεν την αυτήν ημέραν δι’ αυτοκινήτων προς Δράμαν.

Την 29 Σ/βρίου 1941 μετά μεσημβρίαν, κατόπιν πτήσεως αεροπλάνου το οποίον έρριψε φακέλλους διά τας Βουλγαρικάς Αρχάς, αυτοκίνητα πλήρη Βουλγαρικού στρατού και αστυνομικοί επί μοτοσυκλετών ήρχισαν να διασχίζουν την πόλιν πυροβολούντα ασκόπως, συγχρόνως δε ειδοποιήθησαν οι κάτοικοι να κλεισθούν εις τας οικίας των και να κλεισθούν τα καταστήματα, όπως εν Καβάλλα και Δράμα.

Καθ’ όλην την νύκτα ερρίποντο πυροβολισμοί και συνελαμβάνοντο υπό Κομιτατζήδων και χωροφυλάκων διάφορα άτομα, ιδίως οι εναπολειφθέντες ιατροί, δικηγόροι και πρόκριτοι εν γένει, εξηκολούθουν δε αι συλλήψεις και την επομένην ημέραν, αφού πάλιν ειδοποιήθησαν οι κάτοικοι να εξέλθουν των οικιών των.

Αι συλλήψεις και εις την πόλιν των Σερρών, ήρχισαν από της 29 Σ/βρίου, χωρίς να προηγηθή και το παραμικρόν έστω έκτροπον.

Την νύτα 29/30 ηκούοντο εν τη πόλει αθρόοι πυροβολισμοί, εσυνεχίζοντο δε αι συλλήψεις μέχρι της πρωϊας της 30ης Σ/βρίου.

Οι συλληφθέντες υπολογίζεται ότι υπερβαίνουν τους 1000, ενεκλείσθησαν δε εις τους σταύλους των στρατώνων ιππικού και Πεζικού, εις τα υπόγεια της Τραπέζης Ελλάδος, εις την κλινικήν Αργυράδου και εις το κτίριον του Ηλία Σεραϊδάρη, όλοι δε εξυλοκοπήθησαν αγρίως.

Οι συλληφθέντες παρέμειναν επί 35 ώρας νήστεις, άνευ ύδατος και σκεπαμάτων. Την 2αν Οκτωβρίου ε.ε. ειδοποιήθησαν ότι δύνανται αι οικογένειαί των να τοις προμηθεύουν τα απαραίτητα τρόφιμα της ημέρας.

Μεταξύ των συλληφθέντων συγκαταλέγονται 17 προύχοντες της πόλεως και οι ιατροί Γεωργιάδης και Πρόβος. Μεταξύ των φονευθέντων είναι και οι:1)Μιχαήλ Μπακιρτζής, ο οποίος εφονεύθη εις την αυλήν της οικίας του, 2) Σιλίς, φονευθείς εντός του Αστυνομικού Τμήματος, 3) Ιπποκράτης Γαλατάς, αποβιώσας εντός του Τμήματος εκ ξυλοδαρμού, 4) Κρυωνάς κρεοπώλης.

Εκ των συλληφθέντων η τύχη πολλών αγνοείται. Πιθανόν να μεταφέρθησαν εις Βουλγαρίαν ή αλλαχού ή και να εξετελέσθησαν εκτός της πόλεως.

Την 3ην Οκτωβρίου ε.ε. προσήλθεν εις ενωμοτάρχης, όστις παρέλαβε τους 17 προύχοντας της πόλεως ους εξυλοκόπησεν αγρίως διά σιδηρού ελάσματος εντός ενός γραφείου των στρατώνων, μεθ’ ο τους επανέφερεν εις τον σταύλον, εις τον οποίον συγκεντρούντο οι συλλαμβανόμενοι Έλληνες πολίται.

Την 8ην ημέραν από της συλλήψεώς των προσήλθεν εις τον σταύλον ο Διοικητής της Φρουράς Σερρών. Ο δ/τής της Ασυνομίας και άλλοι υπάλληλοι.

Ο Δ/της της Φρουράς ηρώτησεν αν γνωρίζουν τον λόγον δι’ ον κρατούνται. Άπαντες απήντησαν ότι τον αγνοούσι καθ’ όσον ουδείς τους ανεκοίνωσε τι περί τούτου. Κατόπιν αυτού, ο Δ/τής της Φρουράς είπεν τα εξής: «Μερικοί ανόητοι ηθέλησαν να δημιουργήσουν εις βάρος των Βουλγάρων σοβαρά ζητήματα ευτυχώς όμως εις άλλους νομούς, όχι και εις τον Νομόν Σερρών, ετιμωρήθησαν όμως όλοι σκληρώς και κατόπιν αποτεινόμενος προς τους 17 προύχοντας της πόλεως είπεν τα εξής : Σεις οι οποίοι έχετε επιρροήν επί των κατοίκων του Νομού, ως προύχοντες αναλαμβάνετε την ευθύνην διαπάσαν τυχόν εκδηλωθησομένην εχθρικήν κατά των Βουλγάρων πράξιν και προς τούτο θα υπογράψετε δήλωσιν μεθ’ ο θα εξέλθητε ελεύθεροι να μεταβήτε εις τας οικίας σας.» Εις παρατήρησιν των προυχόντων ότι πως είναι δυνατόν να υπέχωσι ούτοι ευθύνην διά τας πράξεις ατόμων ανοήτων, ο Φρούραρχος απήντησεν ότι εν τοιαύτη περιπτώσει δεν πρόκειται να εξέλθουν εκ του σταύλου. Οι προύχοντες κατόπιν αυτού ηνηγκάσθησαν να υπογράψουν τας εν λόγω δηλώσεις και αφέθηντες ελεύθεροι παρέμειναν κεκλεισμένοι εις τας οικίας των επί 20ήμερον.

Από το απόγευμα της Τετάρτης 1/10/41 ήρξαντο αθρόαι συλλήψεις όλων των κατοίκων ηλικίας 19-50 ετών. Άπαντες οι συλληφθέντες μετεφέρθησαν δι’ αυτοκινήτων προς άγνωστον κατεύθυνσιν. Ως εξακριβούται εκ διασταυρωμένων πληροφοριών οι συλληφθέντες θα σταλώσιν εις Σόφιαν.

Βαθμηδόν επήλθε πλήρης ηρεμία, πλην όμως ο λαός της πόλεως ευρίσκεται τρομοκρατημένος. Μετά τα γεγονότα οι Βούλγαροι ήρχισαν να επιβάλλουν βαρυτάτας φορολογίας εις τους Έλληνας και απηγόρευον εις τους εμπορευομένους να προμηθεύωνται τα απαραίτητα διά την εξάσκησιν του επαγγέλματος των εμπορεύμάτα εκ των Κρατικών πρατηρίων διά κουπονίων. Εκ τούτου υπεχρεώθησαν άπαντες οι Έλληνες καταστηματάρχαι, εστιάτορες, ζαχαροπλάσται, καφεπώλαι κ.λ.π. να προσλάβωσι ως συνεταίρους των Βουλγάρους ιδιώτας μη διαθέτοντες ούτε ειδικότητα ούτε και σχετικόν κεφάλαιον.

ΠΟΛΙΣ ΣΙΔΗΡΟΚΑΣΤΡΟΝ

Α΄.- Περίοδος από της καταλήψεως μέχρι του Σ/βρίου 1941
Την 6ην μ.μ. του Πάσχα (Απριλίου 1941) τέσσαρες στρατώται Βούλγαροι λογχοφόροι μετέβησαν εις την Ι. Μητρόπολιν και παρέλαβον τον Μητροπολίτην, τον οποίον, δίκην εγκληματίου, ωδήγησαν εις το Στρατόπεδον. Εκεί ο Στρατιωτικός Διοικητής διέταξε τούτον ν’ αναχωρήση μεθ’ όλων των ιερέων, μέχρι της μεσημρίας της επομένης, εις Σέρρας, όπου, ως έλεγε, θα ελάμβανε διαταγήν.

Την επαύριον, 21/4 ο Μητροπολίτης με 8 ιερείς ανεχώρει υπό συνοδείας δύο κάρρων εις Σέρρας υπό ραγδαίαν βροχήν.

Είναι πλέον συγκινητικαί αι σκηναί της αναχωρήσεως. Εις σχετικήν έκθεσιν σημειούται: «Οι κλαυθμοί και οδυρμοί των κατοίκων δεν περιγράφονται. Η πόλις ολόκληρος εσείσθη. Γεγονός παρόμοιον ουδέποτε είδε το Σιδηρόκαστρον. Οι πάντες έκλαιον και εθρήνουν διά τον Μητροπολίτην αλλά και διά την ιδίαν αυτών τύχην…….»

Ο Βούλγαρος Νομάρχης Σερρών τον οποίον παρεκάλεσεν ο Μητροπολίτης Σιδηροκάστρου να τω επιτρέψη την εις την έδραν του επιστροφήν, απήντησε χαρακτηριστικώς «Τι θα κάμης εις Σιδηρόκαστρον; Δεν έχετε τώρα πλέον εκεί κανένα προορισμόν. Εδώ τώρα είναι Βουλγαρία και ημείς θα φέρομεν Βουλγάρους Αρχιερείς και Βουλγάρους ιερείς». Εν τω μεταξύ διηρπάζετο η εν Σιδ/κάστρω Μητρόπολις.

Ουδέν εις ταύτην έμεινε άθικτον, από την στέγην μέχρι του υπογείου. Τα πάντα δι’ επτά κάρρων εστάλησαν εις Βουλγαρίαν.

Η Αστυνομία Σερρών την 24/5 διατάσσει τον Μητροπολίτην Σιδηροκάστρου να φύγη και εκ Σερρών εντός δύο ωρών. Και ήτο τότε ούτος βαρέως ασθενής.

Επιτυγχάνεται άδεια ολιγοήμερος προ της αναχωρήσεώς του ενεργείται έρευνα πάρα των Αρχών εις τας αποσκευάς του, πριν ή φορτωθώσιν αι αποσκευαί του αποσπάται ποσόν 3500 δραχμών. Την 31/5 αναχωρεί. Φθάνει εις Στρυμώνα. Αι αποσκευαί κρατούνται εις το Βουλγαροκρατούμενον έδαφος και ληστεύονται αγρίως τα πάντα και αυτή η χρυσή Αρχιερατική στολή.

Ο Μητροπολίτης φθάνει εις Θεσσαλονίκην τελείως γυμνός, δεν τω αφέθη ούτε έν μανδύλιον.

Οκτώ ιερείς έτι εξεδιώχθησαν εκ Σιδηρόκασττρου την 20/4/1941 μετά του Μητροπολίτου. Εκ των υπολοίπων ιερέων, οι οποίοι δεν προσεχώρησαν εις την Εξαρχίας πολλοί εξεδιώχθησαν. Οι εναπομείναντες είναι άνεργοι.

Β΄.- Περίοδος Σ/βρίου – Οκτωβρίου 1941

Η Διοίκησις και η τήρησις της τάξεως πολύ προ της 28ης Σεπτεμβρίου είχεν περιέλθη εις χείρας του Βουλγαρικού Κομιτάτου, ούτινος αρχηγός εν τη περιοχή Σιδηροκάστρου είναι ο ΔΟΝΤΣΙΟ Βοϊβόντας, παλαιός Κομιτατζής και κακοποιός εκ Σχιστολίθου Σιδηροκάστρου.

Όλοι οι κατελθόντες εκ Βουλγαρίας Κομιτατζήδες περιεφέροντο ένοπλοι εις την πόλιν και την ύπαιθρον συνειργάζονται δε στενώς μετά της χωροφυλακής και του στρατού.

Την 29ην Σεπτεμβρίου και ώραν 17ην συνελήφθησαν υπό των Βουλγάρων οι εξής:

Προκόπιος Αθ. Δεσποτίδης, ιατρός
Γεώργιος Γιούρης, έμπορος
Ανδρέας Τζίκας, φαρμακοποιός
Γεώργιος Χριστόγλου, δικολάβος
Γαβριήλ Κοσμίδης, φαρμακοποιός
Παντελής Δηματάκης, αρτοποιός
Δημ. Λασκαρίδης, έμπορος
Στυλ. Μυρόβας, χαρτοπώλης
Βασιλ. Παπαβασιλείου, εμπορορράπτης
Χαρ. Αλεξίδης, ξενοδόχος.

Την 30ην Σεπτεμβρίου το εσπέρας απελύθησαν εκ τούτων οι:
Προκόπιος Δεσποτίδης, Γεώργιος Γιούρης, Γεώργ.
Χρίστογλου, Ανδρέας Τζίκας και Γαβριήλ Κοσμίδης και
Βασ. Παπαβασιλείου, συνελήφθησαν δε οι:
Ιωάννης Δεσποτίδης (υιός του ιατρού)
Γεώργιος Λασκαρίδης, υποδηματοποιός
Κατίνα σύζυγος Ε. Λασκρίδου
Άπαντες οι ανωτέρω εδάρησαν κατ’ επανάληψιν ανηλεώς.

Από της πρωϊας της 29 Σ/βρίου ήρξαντο και έτεραι αθρόαι συλλήψεις, αίτινες εξηκολούθησαν καθ’ όλην την εβδομάδα (29 Σ/βρίου – 5 Οκτωβρίου). Οι συλλαμβανόμενοι εκρατούντο εις το όπισθεν της Αστυνομίας γήπεδον εν υπαίθρω, υπολογίζεται δε ο αριθμός των εκ της πόλεως και των χωρίων συλληφθέντων εις υπέρ (400) τετρακοσίους.

Την πρωϊαν της 5ης Οκτωβρίου συνελήφθη εκ νέου ο ιατρός Δεσποτίδης όστις μετά απειλήν θανάτου απηλάθη εντεύθεν του Στρυμώνος
διά Ροδοπόλεως. Καθ’ οδόν ούτος συνηντήθη με φάλαγγα κατοίκων του νέου Πετριτσίου μεταφερομένην εις Σιδηρόκαστρον.

Αι συλλήψεις και διωγμοί εσυνεχίζοντο και μετά την 5ην Οκτωβρίου.

Την 8ην ώραν της 7ης Οκτωβρίου συνελήφθησαν εντός των καταστημάτων των οι μεγαλέμποροι αδελφοί Σπάση και ο Ηλίας Τρούπκος επίσης έμπορος. Ούτοι ωδηγήθησαν υπό Κομιτατζήδων και χωροφυλάκων εις το προαύλιον της οικίας του Κωνσταντίνου Ράσιου, όπου εκρατούντο και έτεροι 200 και πλέον άνδρες της περιοχής Σιδηροκάστρου. Καθ’ όδόν εκακοποιήθησαν υπό των συνοδών των Κομιτατζήδων.

Εις τον χώρον συγκεντρώσεως αντελήφθησαν τας εις βάρος των κατοίκων Ηρακλείας διαπραχθείσας βαρβαρότητας υπό των Βουλγάρων. Κατόπιν αυτού, αναλογιζόμενοι ότι θα τους ανέμενεν η ιδία τύχη, διά γνωστού των προσώπου, εδωροδόκησαν τον Βούλγαρον Φρούραρχον, Δήμαρχον, Αστυνόμον και Αρχικομιτατζήν αδρώς και αφέθησαν ελεύθεροι μετά τινας ημέρας. Ολίγον μετά την απόλυσίν των εκλήθησαν εκ νέου οι αδελφοί Σπάση και υποχρεώθησαν να δωρήσωσι τον αλευρόμυλον εις την Κοινότητα Σιδηροκάστρου, όπερ και εγένετο μετά πάσης επισημότητος. Εν συνεχεία, διετάχθησαν να αναχωρήσουν μέσω φράγματος Κερκίνης και να παραλάβωσι ό,τι θέλουσι. Πράγματι την επομένην οι αδελφοί Σπάση και ο Ηλίας Τρούπκος με συνοδόν Βούλγαρον Χωροφύλακα και εποχούμενοι φορτηγού αυτοκινήτου πεφορτωμένου με αποσκευάς αφίχθησαν εις το φράγμα Κερκίνης.

Εκεί τα μεν πράγματα του αυτοκινήτου κατεσχέθησαν, αυτοί δε γυμνωθέντες υπέστησαν νέαν λεπτομερή έρευναν καθ’ ην τοις αφηρέθησαν ό,τι μεθ’ εαυτών είχον (χρήματα, κοσμήματα) μεθ’ ο τοις επετράπη να εισέλθουν εις την Γερμανοκρατουμένην ζώνην με μόνον 250 λέβια.

ΝΟΜΟΣ ΚΑΒΑΛΛΑΣ

ΕΠΑΡΧΙΑ ΚΑΒΑΛΛΑΣ

ΠΟΛΙΣ ΚΑΒΑΛΛΑ (Πρωτεύουσα του Νομού Καβάλλας)

Α΄   Περίοδος από της καταλήψεως μέχρι του Σ/βρίου 1941

Αναπληρωτής του Μητροπολίτου Φιλίππων και Νεαπόλεως (έδρα εν Καβάλλα) ήτο ο Αρχιμανδρίτης Κ. Χρόνης ιεροκήρυξ. Την 3/6 ο Υποδήμαρχος Καβάλλας δρ. Μέντωφ συνοδευόμενος υπό λογχοφόρων κατέλαβε την ιεράν Μητρόπολιν και την παρακειμένην Χριστιανικήν στέγην ως και 19.219 δραχμάς ποσόν το οποίον προήρχετο εξ αδειών γάμου, εξ συνεισφορών Χριστιανών υπέρ των επιστρεφόντων εφέδρων και το οποίον εν μέρει ανήκεν εις τον αναπληρωτήν. Κατόπιν τούτου διετάχθη ούτος υπό της βουλγαρικής ασφαλείας να φύγη εντός εικοσιτετραώρου.

Επειδή ούτος δεν ανεχώρει τον ηπείλουν καθημερινώς και τέλος του εισηγήθησαν να υπογράψη σημείωσιν γεγραμμένην Βουλγαριστί διά της οποίας δήθεν εβεβαιούτο ότι τους παρέδωκεν τα κλειδιά της Μητροπόλεως. Και όμως η σημείωσις περιείχε δήλωσιν ότι ο αναπληρωτής θα ανεχώρει εκουσίως εκ Καβάλλας.

Τότε ο Αστυνομικός Διευθυντής της Ασφαλείας και ο Φρούραρχος διέταξαν αυτόν να αναχωρήση την 14ην του μηνός Ιουνίου, απειλήσαντες ότι εν εναντία περιπτώσει ουδείς θα ήτο ικανός να σώση αυτόν, και τοιουτοτρόπως ηνηγκάσθη ούτος να αναχωρήση. Εκ των κατασχεθέντων πραγμάτων του απεδόθησαν εις αυτόν μόνον τα δυσμετακόμιστα, κρεβάτι, στρώμμα κ.α. κατεκρατήθησαν δε πάντα τα έχοντα αξίαν, ραδιόφωνον, αδιάβροχον, χλαίνη κ.α.

Την 6ην Ιουνίου 1941 Βούλγαρος Λοχαγός, συνέλαβε καθ’ οδόν κορασίδα 13 ετών εντός της πόλεως Καβάλλας (και εν τη συνοικία Παναγίας) και ητίμασεν αυτήν, κατόπιν δε έχωσε την χείραν του εις την μήτραν της και την αφήρεσε βιαίως.

Ο Αρχιμανδρίτης Δημήτριος Νικολαϊδης, ο επιχειρηματίας Γεώργιος Σαραντίδης και πλείστοι άλλοι εληστεύθησαν, υπεβλήθησαν εις εξευτελισμούς και μαρτύρια και τέλος απηλάθησαν, δημευθείσης της περιουσίας των.

Β΄   Περίοδος Σ/βρίου – 8/βρίου 1941

Την πρωίαν της 29ης Σ/βρίου και περί ώραν 9ην πρωϊνήν Βούλγαροι αξιωματικοί διέταξαν όπως άπαντα τα αυτοκίνητα (φορτηγά και επιβατικά) παρουσιασθώσι εις την εκεί Βουλγαρικήν Μοίραν αυτοκινήτων.

Την αυτήν ώραν 150 ιππείς και Ουλαμός Πυρ/κού διέσχισαν την πόλιν με κατεύθυνσιν προς Δράμαν. Από της μεσημβρίας της ιδίας ημέρας διεδόθη ότι εις ΔΟΞΑΤΟΝ κάτι συνέβη. Περί ώραν 17ην και 30’ της ιδίας ημέρας εξεδόθη προκήρυξις διατάσσουσα όπως οι κάτοικοι παραμένουν εις τας οικίας των μέχρι της 7ης ώρας της επομένης 30ης Σ/βρίου. Κατά την διάρκειαν της νυκτός ερίποπτοντο αθρόοι πυροβολισμοί και ενηργούντο συλλήψεις και φόνοι. Πολλοί ανεζητούντο εις τας οικίας των και συλλαμβανόμενοι εφονεύοντο. Μεταξύ των συλληφθέντων προκρίτων συγκαταλέγονται και οι εξής:

1)     Τάντιρας Δ/ντής Κυλινδρομύλου Νικολετοπούλου.
2)     Αβραμίδης, Δ/ντής Καπνεμπορικού οίκου Πετρίδου.
3)     Βελλής, δικηγόρος
4)     Μαγγίδης, μεγαλέμπορος
5)     Τσιχριτζής, ιατρός
6)     Σαμαράς Γεώργιος και άλλοι, ων τινές Ισραηλίται και εργάται.

Βούλγαροι χωροφύλακες εισήλθον την 23ην ώραν της 29 Σ/βρίου εις την οικίαν του Ηλ. Χρονοπούλου, τον οποίον, συλλαβόντες, ωδήγησαν εις τα κρατητήρια της Αστυνομίας, όπου εκρατούντο 25 Έλληνες πολίται κάτοικοι Καβάλλας, μεταξύ των οποίων και οι κάτωθι: 1)Βελής Θεόδωρος, δικηγόρος, 2)Τσινόπουλος Ν. δικηγόρος, 3) Τσιώτσος Αν. δικηγόρος, 4)Παπαϊωάννου Α. Ιατρός, 5)Βαλέτας Γ. 6) ΣπηλιόπουλοςΚ., 7)Μητσοκάπος Στερ., 8)Σαμαράς Γ., 9)Μωριανθόπουλος, 10)Ο ισραηλίτης Σιμαντώφ και μερικοί ακόμη ισραηλίται.

Την αυτήν νύκταν οι Βούλγαροι εξήγαγον εκ των φυλακών τους Σαμαράν Γεώργιον και έτερον τινά υπάλληλον Σιμαντώφ του οίκου Πετρίδου, τους οποίους και ετυφέκισαν. Γενικώς κατά την νύκταν ταύτην επεκράτει πλήρης τρομοκρατία λόγω των ριπτομένων πυροβολισμών και των ενεργουμένων συλλήψεων. Πολλοί εδέροντο ανηλεώς υπό των Βουλγάρων, οδηγούμενοι δε εις το Στρατόπεδον Καρα-Ορμαίν εληστεύοντο και τινές εφονεύθησαν καθ’ οδόν. Την πρωϊαν της 30ης Σ/βρίου (Τρίτη) 17 καπνεργάται μεταβάντες εις τα καπνεργοστάσια δι’ εργασίαν εφονεύθησαν υπό των Βουλγάρων έξωθι του Καπνεργοστασίου.

Πέντε πτώματα ανευρέθησαν εις την Συνοικίαν Αγίου Αθανασίου, πολλά δε άλλα εις άλλας συνοικίας.
Τα πτώματα των φονευφθέντων περισυνελέγησαν υπό των Βουλγάρων δι’ ειδικών συνεργείων.
Την 7.30’ ώραν της 30 Σ/βρίου αι Βουλγαρικαί Αρχαί επετέθησαν κατά των εξελθόντων εκ των οικιών των κατοίκων της πόλεως διά πυροβολισμών με αποτέλεσμα τον φόνον δέκα πλέον Ελλήνων εις διάφορα σημεία της πόλεως.
Εκ τούτων ο μεγαλέμπορος υφασμάτων Χατζημωϋσιάδης καταζητηθείς ονομαστικώς και διαταχθείς να εξέλθη της οικίας του εφονεύθη εiς απόστασιν 100 μέτρων απ’ αυτής φέρων πυτζάμες.
Περί ώραν 9.30’ της αυτής νέα διακήρυξις της Δημαρχίας προσεκάλει τους κατοίκους να εξέλθουν των οικιών των και επαναλάβουν τας εργασίας των.

Οι κάτοικοι υπήκοντες εις την πρόσκλησιν εξήλθον των οικιών των και ήνοιξαν τα καταστήματά των.

Ελληνίς μεταβάσα εις Καβάλλαν με άδειαν των Γερμανικών Αρχών Αθηνών την 1ην Οκτωβρίου και δυνηθείσα να συναντήση επί της προκυμαίας την μητέρα της, διότι δεν της επετράπη, να εισέλθη εις την πόλιν επληροφορήθη παρ’ αυτής ότι κατά τας σφαγάς της 30ης Σεπτεβρίου και 1ης Οκτωβρίου εφονεύθησαν υπό των Βουλγάρων πολλά άτομα μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται οι εξής:

1) Δαυϊδ Εσκηναζή και 2) Σεϊδάρης, φαρμακοποιός.

ΝΟΜΟΣ ΔΡΑΜΑΣ

1ον) ΕΠΑΡΧΙΑ ΔΡΑΜΑΣ

Α.’ Περίοδος. Από της καταλήψεως μέχρι του Σ/βρίου 1941

Εις την περιφέρειαν Δράμας ιδιαιτέρως εστράφη η μήνις του αγρίου εισβολέως κατά των μορφωμένων κληρικών, διότι παρ’ αυτών εφοβείτο ούτος μεγαλυτέραν την αντίδρασιν κατά του έργου του. Οι ιερείς Κοκκινογείων Μακάριος Παπαδόπουλος και Γ. Αλεξιάδης, Πετρούσης Σπυρ. Ξανθόπουλος και Κ. Βαλαβάνης, Πρωτσοτσάνης Γρηγ. Μαυρίδης και Δ. Νάκος, Ξηροποτάμου Διον. Κλαυδιανός και Καλλιφύτου Θεοδ. Ζιαμίδης υποστάντες πάντα χλευασμόν και πάσαν βαρβαρότητα γυμνοί, πεινασμένοι και απένταροι απηλάθησαν.

Αφάνταστα είναι τα διαδραματισθέντα εις τας παραμεθορίους ενορίας τριγώνου, Παρανεστίου και της περιφέρειας Κάτω Νευροκοπίου.
Το διαμέρισμα τούτο κυριολεκτικώς εξεκαθαρίσθη από τους ιερείς. Χωροφύλακες και κομιτατζήδες ωργίασαν εις βάρος των ιερέων και των εκκλησιστικών επιτρόπων. Ο βίος τούτων κατέστη αβίωτος. Και όμως ενέμενον. Τότε διά συνοδείας εξεδίωξαν τούτους και έφερον αντ’ αυτών Βουλγάρους ιερείς εκ Βουλγαρίας.
Αι περιουσίαι των κατησχέθησαν.
Εις διάφορα χωρία της επαρχίας Δράμας, εξαιρετικώς δε εις τα παραμεθόρια άμα τη καταλήψει αφηρέθησαν όλα τα οικόσιτα ζώα, οι εθελοντές εκ Βουλγαρίας χωρικοί εθέρισαν κι αλώνισαν τα σιτηρά των κατοίκων τούτων.
Κατά χιλιάδες κατέρχονται εκ Βουλγαρίας εις την περιφέρειαν καθώς και εις την πόλιν Δράμας και εγκαθίστανται αυθερέτως εις τα κτήματα των Ελλήνων τη συνδρομή αυτών των Βουλγαρικών Αρχών κατέρχονται μάλιστα όχι μόνον γεωργοί, αλλά έμποροι επαγγελματίαι.
Επί της οδού Καλλιφύτου Δράμας ευρέθησαν κατακρεουργημένοι υπό Βουλγάρων πέντε έφεδροι, απολυθέντες των τάξεων του Στρατού.

Β.’ Περίοδος. Σ/βριος – 8/βριος 1941

Δέκα πέντε περίπου ημέρας προ της εκτελέσεως των σφαγών ήτοι κατά τα μέσα Σ/βρίου εσημειώθησαν αθρόαι αιφνιδιαστικαί αναχωρήσεις Βουλγάρων υπαλλήλων. Ούτω αναχώρησεν αιφνιδίως και άνευ αιτίας τινός:

1)     Ο Δήμαρχος Ροδολείβους Αμπρόσοφ μετά των υπαλλήλων του διά Σόφιαν ούτος έχει αδελφόν Υπουργόν ή ανώτατον υπάλληλον.
2)     Ο Έπαρχος Ζίχνης διά Βουλγαρίαν.
3)     Αι διδασκάλισσαι του χωρίου Αληστράτη διά Βουλγαρίαν καίτοι τα Σχολεία της κωμοπόλεως ταύτης ελειτούργουν.

Τα μεταξύ Μενικίου όρους, στενωπού Γιούρετζικ και Παγγαίου όρους χωρία εκάησαν και οι κάτοικοι αυτών εφονεύθησαν άνευ διακρίσεως τους μήνας Σεπτέμβριον και Οκτώβριον 1941. Αυστηρά μέτρα ελήφθησαν εις τον Στρυμώνα ώστε να αποφευχθεί η διαφυγή προς την Γερμανοκρατούμενη περιοχήν. Εις τας εκβολάς του Στρυμώνος εκβράζονται πτώματα φονευθέντων.

Βούλγαρος σωματοφύλαξ καπνεμπόρου Καβάλλας επιστρέφων εκ Δράμας εις Καβάλλαν, κατά το τέλος Σ/βρίου 1941 είδε τα εκατέρωθεν της οδού ταύτης χωρία καιόμενα και ειδικώς τα χωρία της περιφερείας Κυργιών, Σίχνης, Δοξάτου και άλλα.

Πλην των χωρίων τούτων αναφέρονται ως πυρποληθέντα υπό των Βουλγάρων και πλείστα άλλα ως λ.χ. Ο Νικηφόρος. Επίσης ότι σφαγαί έγιναν πλην της Προσωτσάνης, του φωτολείβους, του Δοξάτου κ.λ.π. και εις τα χωρία Κουμπάλιστα, Σιταγροί, Καρλίκοβα, Καλλιθέα, Προύσοβο, Σέλιανι – Καβάλλας, Νέα Πάφρα και άλλα.

ΠΟΛΙΣ ΔΡΑΜΑ (Πρωτεύουσα του Νομού Δράμας)

Α.’Περίοδος. Από της Καταλήψεως μέχρι του Σ/βρίου 1941

Από της καταλήψεως της πόλεως υπό του Βουλγαρικού Στρατού εσημειώθη η άφιξις πολυαρίθμων Βουλγάρων του Μακεδονικού Κομιτάτου και ήρξατο η συστηματική εκρίζωσις των διανοουμένων γενικώς, του κλήρου και των εμπόρων. Ταχέως ολόκληρος σχεδόν η εξουσία περιήλθεν εις χείρας του Βουλγαρικού Κομιτάτου, αρχηγός του οποίου εν Δράμα ήτο ο Βούλγαρος δικηγόρος Σφέτκο Μούδρωφ.
Διετάχθησαν όλοι οι εγκατασταθέντες εις Δράμαν από του 1913 Παλλαιολαδίται ν’ αναχωρήσωσι μέχρι της 24/6/41 και ανεχώρησαν.
Κατηρτίσθη έτερος κατάλογος όλων των μετά το 1922 εγκατασταθέντων προσφύγων εκ Πόντου, Θράκης και Μικράς Ασίας, διά να εκδιωχθώσι και ούτοι.
Εβδομήκοντα και δύο (72) επιστήμονες, ιατροί, δικηγόροι, γεωπόνοι, μηχανικοί και άλλοι διετάχθησαν να φύγωσιν εντός 48 ωρών εκ Δράμας.
Ιερείς εξεβιάσθησαν να τελέσωσι γάμους άνευ αδείας νομίμου εκκλησιαστικής Αρχής, βάσει απλού σημειώματος του Βουλγάρου Συνταγματάρχου Δράμας Μαντζούκωφ Στρατ. Διοικητού και Αρχηγού χωρ/κής.
Εις ολίγας και μόνον γραμμάς ανταπόκρισις εκ Δράμας παριστάνει κατά τον πλέον ζωηρόν τρόπον τα πράγματα «οικογεναιακή τιμή και οικογενειακόν άσυλον δεν υπάρχει διά τους απογόνους του Κρούμμου. Τα διαταχθέντα και διαπραττόμενα παρ’ αυτών όργια εις βάρος των Ελλήνων είναι απερίγραπτα.»
Είναι ασύλληπτοι αι ωμότητές των εις βάρος γυναικών και νεανίδων.
Και εις άλλο σημείον της αυτής εκθέσεως σημειούται: «Ωρα νυκτερινής κυκλοφορίας ωρίσθη η 9η. Ποίος όμως τολμά να ευρίσκηται εκτός της οικίας του με την 7ην εσπερινήν; ποιά γυναίκα ή κορασίς θα ετόλμα να εξέλθη εις τας οδούς και εν μέση ημέρα.»
Την 23/5/41 ο Αρχιερατικός Επίτροπος του Βουλγαρικού Μητροπολίτου Νευροκοπίου συνοδευόμενος από 3 Βουλγάρους στρατιωτικούς ιερείς και από τον Ληξίαρχον Δράμας, ως διερμηνέα μετέβησαν εις την Μητρόπολιν και ηξίωσαν την παράδοσιν ταύτης, τάξαντες κατόπιν μυρίων απειλών δεκάλεπτον προθεσμίαν.
Αρνηθέντος του αναπληρωτού του μητροπολίτου Αρχιμανδρίτου Ιερωνύμου Γιαμαλάκη να συμμορφωθή, ήρχισαν να καταλαμβάνωσιν αυθαιρέτως όλα τα διαμερίσματα της Μητροπόλεως κλειδώνοντες και σφραγίζοντες αυτά.
Ηρνήθησαν να επιτρέψωσιν εις τον αναπληρωτήν να παραλάβη και την ιδίαν αυτού περιουσίαν, του οποίου κατέσχον και αυτά τα τρόφιμα, και την ην εζήτησεν ούτος ατομικήν αλληλογραφίαν του Μητροπολίτου Δράμας.
Εζήτησαν κατόπιν τας κλείδας διά να ανοίξωσιν το χριματοκιβώτιον και τα συρτάρια, επειδή δε δεν είχε τούτο ο αναπληρωτής του Μητροπολίτου ήλθον κατόπιν τηλεφωνήματος δύο Βούλγαροι Αξιωματικοί με δύο ορμαθούς κλειδίων και ήνοιξαν τα πάντα. Είναι αληθές ότι εύρον ολίγα χρήματα. Εθεώρησαν όμως καλόν να κατάσχωσιν παν ό,τι εύρον. Τα συρτάρια του προσωπικού γραφείου του Μητροπολίτου δεν τα ήνοιξαν, διότι ως έλεγον ταύτα θα ηνοίγοντο παρ’ αυτού του Βουλγάρου Μητροπολίτου Νευροκοπίου Βόριδος. Απηγορεύθη κατόπιν παρά του Βουλγάρου Νομάρχου Δράμας εις τον αναπληρωτήν η διενέργεια οιασδήποτε διοικητικής πράξεως και ηνηγκάσθη ούτος κατόπιν απειλών, επαναλαμβανομένων καθ’ εκάστην και παρά διαφόρων οργάνων της Βουλγαρικής Διοικήσεως, να αναχωρήση εκ Δράμας την 7/6/1941.

Εις Στρυμώνα υπέστη και ούτος έρευναν των αποσκευών του.
Συν τω χρώνω αι πιέσεις κατά του ελληνικού στοιχείου ηύξανον συστηματικώς.
Από της αφίξεως των Βουλγάρων εν Δράμα οι Βούλγαροι κομμουνισταί (ιδιώται και στρατιωτικοί) επεδίωξαν και επέτυχον μέσω Βουλγαροφρόνων ιδία κατοίκων να έλθουν εις επαφήν μετά Ελλήνων κομμουνιστών. ΄Εκτοτε ήρχισεν μεταξύ των στενωτάτη συνεργασία και ελάμβανον χώραν συχναί προς τούτο συγκεντρώσεις και συσκέψεις εις διαφόρους οικίας Βουλγαροφρόνων εν Δράμα.

Εις μίαν τοιαύτην σύσκεψιν λαβούσαν χώραν εις οικίαν Βουλγαρόφρονος κατοίκου Δράμας, καθ’ ην παρίσταντο Βούλγαροι κομμουνισταί (ιδιώται και στρατιώται), τινές των οποίων εγνώριζον την Ελληνικήν γλώσσαν, είς των Βουλγάρων στρατιωτών είπε μεταξύ των άλλων και τα εξής:

«Πρέπει οπωσδήποτε να πεισθήτε, να ενωθώμεν και να γίνωμεν Έλληνες και Βούλγαροι ένα, διά να επιτύχωμεν να διώξωμεν, εν ανάγκη και διά των όπλων, τους Βουλγάρους, από την Ελληνικήν Μακεδονίαν και να απελευθερώσωμεν και την Βουλγαρίαν από τον ζυγόν φανατικών εθνικιστών, την οποίαν θα θέσωμεν κατόπιν υπό την προστασίαν των Σοβιέτ, μετά των οποίων οι Βούλγαροι γεωργοί και εργάται έχομεν ιδιαιτέρους δεσμούς και φυλετικήν συγγένειαν. Άλλωστε νε είσθε βέβαιοι ότι μόλις ακούσωμεν, ότι εισέρχονται οι Ρώσσοι εις την Βουλγαρίαν και ημείς εδώ θα πετάξωμεν τα όπλα και θα ταχθώμεν με αυτούς, Στρατός και Λαός».

Αι λιποταξίαι Βουλγάρων οπλιτών οσημέραι εσυνεχίζοντο, ελάμβανον δε χώραν συχναί έρευναι εν Δράμα διά την ανακάλυψιν και σύλληψιν των ιδία εις τας συνοικίας Γύφτικα και Κρατικά, άνευ αποτελέσματος.

Πολλοί Βούλγαροι στρατιώται και υπαξιωματικοί ή δημόσιοι υπάλληλοι διέδιδον εμπιστευτικώς εις Έλληνας φίλους των από τον μήνα Ιούνιον 1941 ότι κάτι σοβαρόν πρόκειται να διαπραχθή υπό των Βουλγάρων εις βάρος του Ελληνικού στοιχείου και συνίστων εις αυτούς, όπως, εις περίπτωσιν συναγερμού, πυροβολισμών ή ζητωκραυγών, μη εξέλθουν των οικιών των. Εξ άλλου Βούλγαροι Δημόσιοι υπάλληλοι και Αξιωματικοί διέδιδον, ότι πάντες οι Έλληνες της Ανατολικής Μακεδονίας θα εκπατρισθούν και αντ’ αυτών θα εγκατασταθώσι εν αυτή Βούλγαροι.

Β΄   Περίοδος Σ/βρίου – Οκτωβρίου 1941

Πολύ προ της 28 Σ/βρίου, τόσον η πόλις Δράμας όσον και τα περίχωρα αυτής είχον κατακλυσθή από Βουλγάρους Κομιτατζήδες, ενισχύθη δε σοβαρώς η Βουλγαρική Χωροφυλακή Δράμας ως και της περιοχής της. Εξ άλλου μεταξύ της 25 και 26 Σ/βρίου εσημειώθησαν πολλαί ύποπτοι κινήσεις και συνεργασίαι Βουλγαρικών αρχών και Κομιτατζήδων. Συγκεκριμμένως δε την παραμονήν της ενάρξεως των γεγονότων (28 Σ/βρίου) έλαβον χώραν εις το 10ον Δημοτικόν Σχολείον και το Κινηματοθέτρον «Αττικόν» συσκέψεις και συγκεντρώσεις Βουλγάρων υπαλλήλων, κομιτατζήδων και Σλαυοφώνων κατοίκων των περιοχών.

Την 25ην Σεπτεμβρίου όλοι οι υπηρετούντες εις το Ινστιτούτον Καπνού Δράμας Βούλγαροι υπάλληλοι και εργάται ωπλίσθησαν και έλαβον εντολήν να πυροβολούν κατά παντός ατόμου όπερ ήθελεν οραθή κινούμενον πλησίον του Ινστιτούτου μετά την 20ην ώραν. Τινές εκ τούτων εγνώρισαν εις Έλληνας εργάτας του Ινστιτούτου, ότι τα μέτρα αυτά λαμβάνονται διότι επρόκειτο νε εκραγή κίνημα.

Οι Βούλγαροι υπάλληλοι Δράμας, καθώς και οι εν Δράμα διαμένοντες Κομιτατζήδες απέστειλαν το απόγευμα της Κυριακής 28 Σ/βρίου (παραμονής της ημέρας ενάρξεως των γεγονότων) τας οικογενείας των εις τους στρατώνες, όπου και τους εγκατέστησαν. Εξ άλλου το ίδιο εκείνο απόγευμα Βούλγαροι στρατιώται και πολίται Δράμας περιφερόμενοι καθ’ ομάδας εις τας οδούς της πόλεως και ιδία εις εκείνην προς τον σιδηροδρομικόν Σταθμόν, μετέδιδον εις τους γνωστούς των Έλληνας πολίτας, τους οποίους συνήντων, ότι διαρκούσης της νυκτός θα λάβη χώραν εξέργερσις καθ’ όλην την Βουλγαρίαν και την Βουλγαροκρατουμένην Μακεδονίαν και ότι διά την περιοχήν Δράμας ωρίσθη ώρα εκρήξεως η 22α της 28 Σεπτεμβρίου.

Κατόπιν της πληροφορίας ταύτης, τινές των Ελλήνων κατοίκων, παραλαβόντες τους οικείους και συγγενείς των, αναχώρησαν εκ Δράμας είτε αμέσως είτε άμα ως επήλθε το σκότος.

Το εσπέρας της Κυριακής 28 Σ/βρίου εσβέσθησαν τα φώτα και όλοι οι Βούλγαροι στρατιώται   έσπευσαν εις τους στρατώνες. Την 21ην ώραν της 28ης Σεπτεμβρίου ηκούσθησαν πυροβολισμοί, οίτινες μετ’ ολίγον επανεξετάσθην εις ολόκληρον την πόλιν. Εν συνεχεία περί ώραν 24ην εγένετο αντιληπτόν εξ οικειών αίτινες ευρίσκοντο εγγύς των στρατώνων Πεζικού, ότι οι Βούλγαροι Στρατιώται εγκατέλειπον τους στρατώνες των και έφευγον δρομαίως προς την κατεύθυνσιν του Μποζ-Νταγκ, μετ’ ολίγον δε είδε τρέχοντας όπισθεν αυτών Αξιωματικούς πυροβολούντας και ακολουθούμενους από ολίγους στρατιώτας.

Το πρωϊ της 29 Σ/βρίου μέγα μέρος του εν Δράμα Βουλγαρικού στρατού είχεν αποσυρθή προς τα υψώματα του Μποζ-Νταγκ, παρέχον την εντύπωσιν ότι εγκατέλειπε τας τάξεις του και διά τούτο ενισχύθη ο στρατός και η αστυνομία διά κομιτατζήδων. Το πρωϊ (8 π.μ.) αι αρχαί απηγόρευσαν εις τους κατοίκους την έξοδον ευθύς δε αμέσως (ώρα 9 π.μ.) Βουλγαρικόν αεροπλάνον ιπτάμενον εις χαμηλόν ύψος επολυβόλησε τον συνοικισμόν Κρατικά συγχρόνως δε, ωσεί τούτο ήτο σύνθημα ήρχησαν αθρόοι πυροβολισμοί εις το κέντρον της πόλεως και τους στρατώνας, ριπτόμενοι υπό Βουλγάρων και ηκούσθησαν κανονιοβολισμοί από την κατεύθυνσιν της Ραβίκας.

Περί την μεσημβρίαν οι πυροβολισμοί εγενικεύθησαν εις όλην την πόλιν και ενεφανίσθησαν τμήματα Βουλγαρικού Στρατού οδηγούμενα από υπαλλήλους με Βουλγαρικόν πηλίκιον, τα οποία εισήλθον βιαίως εις τας οικίας και συνέλαβον όλους τους άνδρας κυρίως τους νεωτέρους.

Οι συλλαμβανόμενοι εις τας οικίας των υπό των χωροφυλάκων ενόπλων κομιτατζήδων και στρατιωτών Έλληνες ή εφόνευοντο καθ’ οδόν ή ωδηγούντο εις τους Στρατώνας, το Γυμνάσιον το Μέγαρον των Δικαστηρίων, ή την Αστυνομίαν.

Εις τους στρατώνας Πυροβολικού είχον συγκεντρωθή 700 περίπου Έλληνες πολίται της Δράμας. Μεταξύ αυτών οι 1) Ιατρός Προκοπίου, 2) Ιατρός χρονίδης, 3) Αλατόπουλος, 4) Φέσσας πρώην Δήμαρχος Δράμας μετά των δύο υιών του και πολλοί άλλοι έμποροι, διανοούμενοι, επιστήμονες και ελάχιστοι εργάται.

Οι ως ανωτέρω 700 Έλληνες όταν έφθασαν εις τον τόπον συγκεντρώσεως δε διετάχθησαν να υψώσουν τας χείρας, μεθ’ ο υπέστησαν γενικήν σωμστικήν έρευναν υπό των Βουλγάρων στρατιωτών καθ’ ην αφηρέθησαν παρ’ αυτών άπαντα τα τιμαλφή και οπωσδήποτε έχοντα αξίαν τινά αντικείμενα, χρήματα, ωρολόγια, δακτυλίδια, βέρες καπαρντίνες, υποκάμισα, υποδήματα, κ.λ.π. Όταν επερατώθη η συστηματική καταλήστευσις τούτων, διετάχθησαν οι 15 επικεφαλής της φάλαγγος εις τους οποίους συμπεριελήφθη ληφθείς εκ του τέλους της φάλαγγος και εργοστασιάρχης αεριούχων ποτών ονόματι Κώστας, εκδηλώσας την αγανάκτισίν του προς τον ενεργήσαντα την σωματικήν αυτού έρευναν Βούλγαρον στρατιώτην, όστις του αφήρεσεν 90. 000 λέβα άτινα έφερε μεθ’ εαυτού, να προχωρήσουν προς τους σταύλους.

Εν τη εκτελέσει της δοθείσης αυτοίς διαταγής ούτοι ενέπεσαν εις πυρά τοποθετημένου επίτηδες πολυβόλου και εφονεύθησαν πάντες. Οι υπόλοιποι ενεκλείσθησαν εις τους θαλάμους των στρατώνων αφού πρηγουμένως προσεδέθησαν αι χείρες των.

Την πρωϊαν της 30 Σ/βρίου εσύρθησαν τα πτώματα των ως ανωτέρω 16 φονευθέντων προ των παραθύρων των θαλάμων εις ους εκρατούντο οι λοιποί και μετά ταύτα μετεφέρθησαν εις το Ινστιτούτον Καπνού όπου ετάφησαν εντός λάκκων προετοιμασθέντων από αρκετών ημερών, τα πτώματα δε εκαλύφθησαν δι’ ασβέστου μεταφερθείσης εκεί δι’ αυτοκινήτων από της 26 Σ/βρίου. Αμέσως μετά την μεταφοράν των πτωμάτων εισήλθεν εις τους θαλάμους Βούλγαρος Λοχαγός της Μουσικής όστις είπεν προς τους κρατουμένους ότι οι εκ της πόλεως Δράμας καταγόμενοι ουδέν έχουσι να πάθωσι καθ’ όσον απεδείχθη ότι ουδεμία αντιβουλγαρική εκδήλωσις έλαβεν χώραν εν αυτή. Συγχρόνως εχαλάρωσε τα δεσμά τινων εκ των κρατουμένων και διένειμεν εις πολλούς τεμάχια άρτου. Το εσπέρας όμως απόσπασμα Βουλγάρων στρατιωτών παρέλαβεν εξ εκάστου θαλάμου 5-10 κρατουμένους, τους οποίους ετυφέκισεν εις τον περίβολον των στρατώνων. Μεταξύ των τυφεκισθέντων ήσαν οι: 1) Δημητριάδης Δημήτριος 2) Βελγίδης Ιωάννης και Παπαδημόπουλος Δημ. Κατά την διάρκειαν της νυκτός κατά την αλλαγήν της φρουράς υπό κομιτατζήδων εφονεύοντο υπ’ αυτών κατά βούλισιν 4-5 άτομα εξ εκάστου θαλάμου εκλεκτικώς.

Η 1η Οκτωβρίου διήλθεν εν ηρεμία εις τους Στρατώνας και ωδηγούντο εις ταύτας μόνον μεμονωμένα άτομα εκ Δράμας ή των πέριξ αυτής χωρίων. Κατά την ημέραν ταύτην αφηρέθησαν τα δεσμά των κρατουμένων και δεινεμήθη εις τούτους άρτος. Το απόγευμα της αυτής Ημέρας διετάχθησαν να εξέλθουν των θαλάμων οι κρατούμενοι και συνεκεντρώθησαν εις το προαύλιον των στρατώνων, όπου εγένετο ο διαχωρισμός αυτών κατά συνοικίας, επί τω λόγω ότι θα αφίεντο ελεύθεροι, αντί όμως τούτου ενεκλείσθησαν άπαντες εις ένα σταύλον των στρατώνων η δε φρούρισις των ανετέθη εις Κομιτατζήδες.

Περί το μεσονύκτιον της 1ης προς 2αν Οκτωβρίου ήλθεν εις τους στρατώνας ο αρχηγός των Κομιτατζήδων εν Δράμα δικηγόρος Σφέτκο Μούδρωφ όστις εσκηνοθέτησεν απόπειραν αποδράσεως των κρατουμένων εκ των σταύλων διά να δικαιολογήση την κατωτέρω απάνθρωπον και κτηνώδη πράξιν.

Πλησιάσας τους σταύλους διένειμεν χειροβομβίδες εις τους φύλακας κομιτατζήδες εις ους επεδείκνυεν και τον χειρισμόν, γενόμενος αντιληπτός κατά τας ανωτέρω ενεργείας του υπό του κρατουμένουΑντωνίου Βεζιρτζόγλου. Ακολούθως οι κομιτατζήδες διά πυροβολισμών εθραυμάτισαν την λυχνίας του σταύλου και αμέσως μετά τούτο ήρξαντο ρίπτοντες εντός αυτού χειροβομβίδες αίτινες εκραγείσαι αφ’ ενός εδημιούργησαν αφάνταστον πανικόν και αφ’ ετέρου εφόνευσαν 15 εκ των κρατουμένων και ετραυμάτισαν πολλούς.

Μετά τούτο εισήλθεν εντος του σταύλου ο δικηγόρος Σφέτκο Μούδρωφ και διά κομιτατζήδων απεμάκρυνε τα πτώματα εκ του σταύλου. Εν συνεχεία ηρώτησε ποίοι είναι οι τραματισθέντες εκ των χειροβομβίδων όσοι δε δήλωσαν ότι ετραυματίσθησαν εξήχθησαν εκ του σταύλου και εφονεύθησαν υπό κομιτατζήδων προ αυτού.

Αφού έληξεν και η δολοφονία των τραυματισθέντων, εκάλεσαν ονομαστικώς να εξέλθουν εκ του σταύλου διάφοροι διδάσκαλοι και διανοούμενοι, τους οποίους παρέδωκεν εις κομιτατζήδες οίτινες τους εξετέλεσαν.

Την 2αν Οκτωβρίου εγένοντο ανακρίσεις διά την σκηνοθετηθείσαν απόπειραν αποδράσεως των κρατουμένων εκ του σταύλου. Την ανάκρισιν διενήργησεν είς Βούλγαρος Ταγ/ρχης, όστις εξέλεξεν 10 άτομα εκ των κρατουμένων με τα οποία εσχημάτισε Επιτροπήν την οποίαν παρουσίασεν εις τον Στρατιωτικόν Διοικητήν. Η ανωτέρω Επιτροπή έλαβε εντολήν από τον Στρατιωτικόν Διοικητήν να καταδώσουν τίνες εκ των κρατουμένων είναι κομμουνισταί διά να αφεθούν οι υπόλοιποι ελεύθεροι.

Η επιτροπή κατόπιν τούτου ηρώτησεν άπαντες τους κρατουμένους να κατονομάσουν τους γνωστούς αυτοίς κομμουνιστάς, μετά την συλλογήν δε των στοιχείων ανέφερε τα ονόματα γνωστόν κομμουνιστών, ων δύο συγκατελέγοντο μεταξύ των κρατουμένων, οι δε λοιποί δεν είχον συλληφθή. Οι δύο κρατούμενοι κομμουνισταί εξετελέσθησαν με διαταγή του Στρατιωτικού Διοικητού επί τόπου.

Επηκολούθησεν είτα τμηματική απελευθέρωσις των κρατουμένων οίτινες διετάχθησαν να παραμείνουν εις τας οικίας των επί 18ήμερον.

Πολλαί εκτελέσεις έγιναν την 29 Σ/βρίου εντός των υπογείων των δικαστηρίων της πόλεως Δράμας, του Αστυνομικού Καταστήματος και του όπισθεν του Νέου Γυμνασίου Χώρου. Τρία κάρρα γεμάτα πτώματα εθεάθησαν να εξέρχονται από το Αστυνομικόν τμήμα. Επίσης πολλοί εφονεύθησαν καθ’ οδόν, εις τρόπον ώστε η οδός Μεγάλου Αλεξάνδρου ήτο γεμάτη από πτώματα, μετά την μεταφοράν των οποίων επηκολούθησε πλύσιμο αυτής από τα αίματα. Το πλύσιμον έγινε από κρατουμένους.

Το πρωϊ της 29 Σ/βρίου Βούλγαροι χωροφύλακες και άτακτοι ωδηγούν δέκα ΄Ελληνας ανυποδύτους και φέροντας μόνον πυτζάμας, τους οποίους είχαν υποχρεώσει να βαδίζουν με ανυψωμένα τα χέρια. Όταν έφθασαν εις το ύψος του Ταχυδρομείου της πόλεως τους εξετέλεσαν πυροβολήσαντες κατ’ αυτών εκ των νώτων όλοι οι εκτελεσθέντες, πλην ενός που είχε λευκήν την κώμην, ήσαν νέοι άνδρες ηλικίας 25-30 ετών.

Εις την προ της εκκλησίας Αγίας Τριάδος πλατείαν έγινεν ομαδική εκτέλεσις διά σφοδρών ριπών πολυβόλων των συλληφθέντων ανδρών της συνοικίας, επί παρουσία των ολοφυρομένων γυναικών.

Την 30 Σ/βρίου και την 1ην Οκτωβρίου γυναικόπαιδα, περί τα 500, είχον καταφύγει εις την εκκλησίαν της Αγ. Τριάδος. Οι Βούλγαροι ανετίναξαν διά δυναμίτιδος την εκκλησίαν και τα γυναικόπαιδα ετάφησαν ύπό τα ερείπια.

Αι συλλήψεις εξηκολούθουν ολόκληρον την 30ην Σ/βρίου και την πρωϊαν της 1ης Οκτωβρίου, συγχρόνως όμως ειδοποιήθησαν αι γυναίκες να εξέλθουν των οικιών των διά να προμηθευτούν ψωμί.

Πέριξ των αρτοποιείων οι Βούλγαροι εφόνευσαν διά πυροβόλου πολλά γυναικόπεδα συγκεντρωμένα εκεί προς αγοράν ψωμιού κατά τ’ ανωτέρω εκτεθέντα.

Την 30 Σ/βρίου εδόθη διαταγή περί την μεσηβρίαν να εξέλθουν των οικιών οι κάτοικοι των συνοικισμών Κρατικά και Γύφτικα, διετάχθησαν να συγκεντρωθώσιν εις το κέντρον της πόλεως. Οι άνδρες εν τω μεταξύ συνελμαβάνοντο και εφονεύοντο καθ’ οδόν.

Σωφέρ ευρισκόμενος εν Δράμα την 4ην Οκτωβρίου είδε να καθαρίζωνται αίματα εις το δάπεδον της οδού Μεγάλου Αλεξάνδρου και ήκουσε πυκνούς πυροβολισμούς προερχομένους από το προαύλιον της Βουλγαρικής Νομαρχίας, όπου κατά πληροφορίας άλλων προσώπων παρευρεθέντων εν Δράμα οι Βούλγαροι είχον συγκεντρώσει πολλούς άνδρας τους οποίους και εφόνευσαν. Άλλοι αφηγούνται ότι τρεις εκ των δέκα υπαλλήλων του καταστήματος Αεριούχων ποτών «Μέλισσα» εσφάγησαν. Σωφέρ διηγείται όσι συνήντησεν εις τα περίχωρα Δράμας τέσσαρα παιδιά εγκαταλελειμμένα και τα παρέλαβεν εις το αυτοκίνητόν του, ότε όμως διήρχετο εκ Τσατάλζτης οι Βούλγαροι ήρπασαν αυτά και τα έσφαξαν υπό τα όμματά του.

Μεταξύ των φονευθέντων εν Δράμα αναφέρονται οι 1) Ν. Αφεντούλης, 2) Μηνάς Μαγιόγλου μετά του 15ετούς υιού του Κοσμά, 3) οι τρεις αδελφοί Ζήση, 4) οι τέσσαρες αδελφοί Κωνσταντινίδη, 5) ο Δημητριάδης, πτυχιούχος Νομικής, υιός του αλευρεμπόρου Δημητριάδη, 6) ο Παντελής Καραχισραλίδης, έχων αδελφούς των οποίων η τύχη αγνοείται, 7) ο ιδιοτκήτης του ζυθεστιατορίου Επτάλοφος ονόματι Κώστας και ο αδελφός του Αδάμ, 8) Βασ. Ιωαννίδης, κουρεύς, 9) Πασχάλης καπνεργάτης (μονόφθαλμος) 10) Τρεις αδελφοί Παπαζήση, ιδιοκτήται ζαχαροπλαστείου επί της οδού Τσαλδάρη, 11) Τρεις αδελφοί Ανέστης, Θεολόγος και Ιωάννης Γκαλβόπουλος, καταγόμενοι εκ χωρίου Αρουκλή, 12) Ο Αναστ. Περγιαννίδης, 13) Πανέκας καπνομεσίτης, κάτοικος συνοικίας Αγ. Τριάδος, 14) Λάζαρος και Γεώργιος Λαζαρίδης έχοντες πανδοχείον επί της οδού Γαληνού, 15) Αριστείδης Τριανταφυλλίδης, μάγειρος, 16) Ο είς των αδελφών Καρλιώτη, 17) Καραγκολής μάγειρος, 18) Κώστας Παπαδάκης, ξενοδόχος, 19) Θανασάκης, 20) Ο Έλλην μηχανικός του Δήμου Δράμας Μπέλωφ, 21) Αλλ. Αγγελίδης τυρέμπορος, 22) Θεόφιλος Αθανασιάδης, πρώην Δήμαρχος Δράμας, διευθυντής του εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Δράμας, 23) Γιαλαμπούκης, τέως υπάλληλος εφορείας, 24) Παπακωνσταντίνου εστιάτωρ, 25) Μισσήνης αρχιεργάτης καπνών, 26 Μιχαήλ Σιδεκράς, σιδηρουργός, 27) Ιωάννης Ζαχάρης, 28) Πολυδεύκης Κιπίνης, 29) Ανδρέας Παπαδόλπουλος, 30) Δεληγιαννίδης, σωφέρ.

Μία γυναίκα ανεγνώρισεν εντός του ρεύματος Τσάϊ όπερ διασχίζει την αγοράν της Δράμας, τα πτώματα των εκ Μικράς Ασίας, 1) Προδρόμου Ανανιάδου, 2) Θεοδ. Ανανιάδου, 3) Πολυκάρπου Αγγελίδου, 4) Καρόλου Καρολίδου, είδε δε και 4 άλλα πτώματα αγνώστων.

Επίσης ειδικώς συλληφθέντες εφονεύθησαν 31 πρόσφυγες εκ Πόντου γνωστοί εις όλην την πόλιν διότι συνήθως κατά τας εθνικάς εορτάς έφερον την στολήν της Πατρίδος των μετά πολυτελούς οπλισμού.

Οι Κώστας Δαυϊδ έμπορος και Αλατόπουλος οδοντοϊατρός, διασωθέντες την τελευταίαν στιγμήν που επρόκειτο να φονευθούν, υπό Βουλγάρου αγρονόμου φίλου των, παρεφρόνησαν εκ του τρόμου των.

Οι φονείς του εργοστασιάρχου Μαγιόγλου επεχείρησαν να βιάσουν την πεντηκοντούτιδα σύζυγόν του, ήτις συνεπεία των ανωτέρω απανθρώπων γεγονότων υπέστη διασάλευσιν των φρένων.

Ομοίως εφονεύθησαν, αφού προηγουμένως εβιάσθησαν κατ’ επανάληψιν υπό Βουλγάρων αι δύο (2) θυγατέρες του Ταμίου της Συντεχνίας Κρεοπωλών Δράμας Ζαχαριάδου. Τα πτώματα αμφοτέρων ευρέθησαν ολόγυμνα εκτός της Δράμας επί της οδού προς Βυσσωτσάνην.

Αι συλλήψεις και εκτελέσεις εις την πόλιν της Δράμας εσυνεχίσθησαν επί αρκετάς ακόμη ημέρας μέχρι και της 12 Οκτωβρίου.

Καθ’ όλον το από 29 Σ/βρίου έως 12 Οκτωβρίου χρονικόν διάστημα ηκούοντο μέραν και νύκτα πυροβολισμοί και κρότοι χειροβομβίδων. Ιδιαιτέρως όμως συχνά και σφοδραί υπήρξαν αι ριπαί πολυβόλων, που ηκούοντο να ρίπτονται εις την περιοχήν των στρατώνων του Πυροβολικού κατά τας νύκτας της 10ης, 11ης και 12ης Οκτωβρίου και από της 19ης μέχρι της 24ης ώρας. Αναφέρεται ότι κατ’ αυτάς εξετελέσθησαν πάντες οι εις τους εν λόγω στρατώνας κρατούμενοι ακόμη Έλληνες.

Βούλγαροι υπάλληλοι και στρατιωτικοί και κομιταζτήδες ανεβίβαζον τον αριθμόν των εκτελεσθέντων εν Δράμα Ελλήνων υπό των Βουλγάρων εις 2.000-3.000 άνδρας εις ολόκληρον δε τον νομόν της Δράμας εις 5.000-6.000. Μεταξύ των εκτελεσθέντων πιθανώς συγκαταλέγονται και 70 περίπου παιδιά τα οποία είχον συλληφθεί διότι επειράθησαν παρά τας διαταγάς των Βουλγάρων να επικοινωνήσουν με τους κρατομένους υπό των Βουλγάρων γονείς των. Τούτο εικάζεται εκ του γεγονότος ότι μέχρι της 28ης Οκτωβρίου ουδεμία πληροφορία περί της τύχης των υπήρχεν εν Δράμα. Μεταξύ των Βουλγάρων οίτινες παρέσχον τας ανωτέρω πληροφορίας είναι και ο Βούλγαρος υπάλληλος της Εφορείας Δράμας Πέταρ Γιάνκεφ,, όστις επί πλέον ωμολόγησεν ότι οι Βούλγαροι και οι΄Ελληνες κομμουνισταί συνειργάζοντο.

Εις την πόλιν Δράμας επεβλήθη βαρεία χρηματική ποινή. Ελληνίς επιθυμούσα να επανέλθη εις Θεσσαλονίκην, πλησίον των γονέων της, υπεχρεώθη από οικονομικόν έφορον Δράμας να πληρώση 30.000 λέβα εις αναλογίαν αυτής διά την επιβληθείσαν εκ 10.000.000 λεβίων χρηματικήν ποινήν εις την πόλιν. Ο αυτός ΄Εφορος εδήλωσεν άμα εις ταύτην ότι πρέπει να ευχαριστή τον θέον διότι εσώθη διότι υπήρχε διαταγή να σφαγή ολόκληρος ο πληθυσμός της Δράμας εις περίπτωσι καθ’ ην θα ερρίπτετο έστω και είς πυροβολισμός παρ’ Έλληνος τινός.

Κωμόπολις ΔΟΞΑΤΟΝ

Β.΄ Περίοδος Σ/βρίου – Οκτωβρίου 1941

Περί ώραν 21ην της 28ης Σεπτεμβρίου, ενώ οι κάτοικοι ήσαν κεκλεισμένοι εντός των οικιών των λόγω της επί ποινή θανάτου απαγορευτικής διατάξεως κυκλοφορίας εις τα οδούς, ηκούσθησαν πυροβολισμοί.

Ανησυχήσαντες εκ τούτων έστρεψαν την προσοχήν των ίνα αντιληφθώσι τι εγένετο των οικιών των και ήκουσαν ομιλίας εις Ελληνικήν και Βουλγαρικήν γλώσσαν. Τινές των κατοίκων εξελθόντες των οικιών των, ανεγνώρισαν ότι μεταξύ των περιτρεχόντων το χωρίον περιελαμβάνοντο, γνωστοί Έλληνες κομμουνισταί, καταδιωχθέντες κατά το παρελθόν υπό των Ελληνικών Αρχών, ως επίσης και Βούλγαροι άγνωστοι στρατιώται και πολίται.

Ενώ οι πυροβολισμοί εξηκολούθουν συνοδευόμενοι υπό εκκρήξεως χειροβομβίδων ηκούοντο ζητοκραυγαί και ούρα. Περί το μεσονύκτιον εθεάθη πυραϊά εις το Αστυνομικόν τμήμα Δοξάτου.

Την Πρωίαν της 29 Σ/βρίου επήλθε πλήρης ησυχία. Οι κάτοικοι εξελθόντες των οικιών των επληροφορήθησαν ότι Βούλγαροι και Έλληνες κομμουνισταί είχον εισέλθη κατά την νύκτα εις το χωρίον και αφού εφόνευσαν 4 Βουλγάρους χωροφύλακας και τον εκ Καστορίας καταγόμενον και εν Δοξάτω διαμένονται ιδιώτην Μπαμπάνην και ετραυμάτισαν τον Δήμαρχον Δοξάτου Δασκάλωφ, ένα υπάλληλον του Δήμου και τον Νομάρχην Δράμας, απεσύρθησαν προς άγνωστον διεύθυσνιν.

Οι κάτοικοι πτοηθέντες εκ της δημιουργηθείσης καταστάσεως ανησύχησαν, αρκετοί δε εξ αυτών προβλέποντες σκληρά μέτρα των Βουλγάρων ανεχώρησαν εκ του χωρίου ίνα αποκρυβώσιν εις τα εγγύς υψώματα.

Περί ώραν 8ην πρωϊνήν της 29 Σ/βρίου ενεφανίσθη εκ της κατευθύνσεως Δράμας Βουλγαρικός Λόχος Πεζικού κινούμενος εις ακροβολισμόν προς το χωρίον.

Άμα τη εισόδω εις το χωρίον οι Βούλγαροι στρατιώται ήρχισαν να ρίπτουν εις τας οδούς χειροβομβίδας και να πυροβολούν, ενώ ταυτοχρόνως πολλοί εξ αυτών εισήρχοντο εις τας οικίας και οδήγουν όλους τους κατοίκους γενικώς μηδέ των ασθενών εξαιρουμένων εις το Σχολείον της Κοινότητος, αφού προηγουμένως συνεκέντρωνον αυτούς κατά τας συνοικίας. Καθ’ ον όμως χρόνον εξηκουλούθει η συγκέντρωσις Βουλγαρικά αεροπλάνα εβομβάρδισαν τα τρία άκρα του Δοξάτου πλην της συνοικίας του σχολείου. Οι παρά τους τόπους βομβαρδισμού ευρεθέντες Βούλγαροι στρατιώται, φοβηθέντες ετράπησαν εις φυγήν, οι δε κρατούμενοι των αντιλειφθέντες τι τους ανέμενεν, ετράπησαν εις φυγήν προς τα παρακείμενα όρη, πλην των της συνοικίας του Σχολείου, οίτινες είχον εγκλεισθή εις το Σχολείον.

Από τους συλληφθέντας άνδρας και γυναικόπαιδα οι Βούλγαροι στρατιώται αφήρουν τα χρήματα, ωρολόγια, δακτυλίδια, υποκάμισα υποδήματα, ενώ συγχρόνως ομάδες στρατιωτών περιτρέχουσαι το χωρίον εισήρχοντο εις τας οικίας, τας οποίας ελεηλάτουν κατά τρόπον καταφανή.

Επηκολούθησεν εν συνεχεία διαχωρισμός των γυναικοπαίδων από τους άρρενας ηλικίας 17-70 και εκ τούτων τα μεν γυναικόπαιδα διετάχθησαν να επιστρέψουν εις τας οικίας των, οι δε άνδρες εχωρίσθησαν εκ νέου εις τρεις ομάδας.

Μία ομάς εκ 600 ανδρών ηλικίας 17-45 ετών εξετελέσθη ομαδικώς διά πολυβόλων.

Την επομένην του Σ/βρίου οι υπόλοιποι εκ των κρατουμένων αφέθησαν ελεύθεροι εγκλειθέντες εις τας οικίας των επί 15θήμερον, απαγορευθείσης αυστηρώς της εξόδου των υπό των Βουλγάρων.

Από της 1ης μέχρι 27 Οκτωβρίου εξηκολούθουν μεμονωμέναι συλλήψεις κατοίκων, η ολότης δε των κατοίκων διετέλει εν διαρκεί αγωνία. Μεταξύ των φονευθέντων συμπεριλαμβάνονται και οι εξής:

1)    Ιωάννης Βελέντζας ετών 22
2)    Ιωάννης Κιουτάχιαλης ετών 25
3)    Λεωνίδας Καρακάντζαλης ετών 44
4)    Πρόδρομος Μαδελμής ετών 21
5)    Δημοσθένης Μαδελμής ετών 28
6)    Νίκος Μαδελμής ετών 38
7)    Δημοσθένης Μηγαδάς ετών 36
8)    Γεώργιος Γεωργιάδης ετών 36
9)    Αναγνώστης Ζαχαροπλάστης ετών 28
10)  Κώστας Βουδάκης ετών 28
11)  Στέφανος Κουντουράς ετών 32
12)  Νίκος Κουντουράς ετών 34
13)  Αλέξανδρος Κουντουράς ετών 36
14)  Νίκος Γοργίας ετών 28
15)  Κώστας Καπαλάκης ετών 27
16)  Χρήστος Βογιατζής ετών 35
17)  Αριστοτέλης Αμβρόζης ετών 26
18)  Δημοσθένης Αμβρόζης ετών 22
19)  Αναστάσιος Χ»Βασιλείου ετών 30
20)  Χρήστος Παπάζογλου ετών 34
21)  Δημήτριος Παπάζογλου ετών 38
22)  Χατζηβασιλείου Άξιος ετών……
23)  Χ.Βασιλείου Κώστας ετών 20
24)  Βελένης Ανέστης ετών 35
25)  Ζήσης Μαδελμής ετών 28
26)  Καραγιαβρέκης Αθανάσιος ετών 30
27)  Καραγιαβρέκης Χρήστος ετών 25.

Αυτόπτης μάρτυς και θύμα ταυτοχρόνως των Βουλγαρικών ωμοτήτων των διαπραχθεισών εις Δοξάτον ανεκοίνωσεν ότι ένα μέρος των κατοίκων της ατυχούς κωμοπόλεως εξετελέσθη ως ακολούθως: Αφού ούτοι συνεκεντρώθησαν υπό των Βουλγάρων εδένοντο ανά δέκα διά συρμάτων και ακολούθως ωδηγούντο εις το χείλος χαράδρας, κειμένης προς ανατολάς της Κωμοπόλεως. Εκεί ανέμενεν εκτελεστικόν απόσπασμα, το οποίον εφόνευε διά ριπών πολυβόλου κάθε ομάδα οδηγουμένην εις την ως άνω θέσιν και ακολούθως έρριπτε τα πτώματα εις την χαράδραν. Ο ίδιος που κατέθεσε τα ανωτέρω φέρει πέντε τραύματα και εσώθη ως εκ θαύματος.

Εις την κωμόπολιν ταύτην συγκειμένην εξ ευπόρων κτηματιών και εμπόρων, την οποίαν ιδιαιτέρως μισούν οι Βούλγαροι και είχον καταστρέψει και το 1913 διά σφαγής και πυρπολήσεως αναβιβάζονται οι φονευθέντες εις 1200. Είναι αξιοπαρατήρητον ότι, ενώ εξ άλλων πόλεων και χωρίων, όπου έγιναν σφαγαί κατώρθωσαν να φθάσουν εις το Ελληνικόν έδαφος φυγάδες, εκ Δοξάτου ουδείς ενεφανίσθη.

Κωμόπολις ΠΥΡΣΟΠΟΛΙΣ (ΠΡΟΣΩΤΣΑΝΗ)

Α.΄ Περίοδος από της καταλήψεως μέχρι του Σ/βρίου 1941

Άμα τη καταλήψει υπό του Βουλγαρικού στρατού είκοσι (20) πρόκριτοι συλληφθέντες μετεφέρθησαν εις την Βουλγαρίαν ως Όμηροι.
Οι Βούλγαροι από της εγκαταστάσεώς των εις Πυρσόπολιν εφέροντο προς τους Έλληνας κατοίκους λίαν πιεστικώς, προς εξαναγκασμόν αυτών εις εκπατρισμόν. Μεταξύ των επιβληθέντων πιεστικών μέτρων ήσαν και τα εξής:
α)     Απηγόρευον την εξάσκησιν υπό Ελλήνων διαφόρων επαγγελμάτων.
β)     Δεν επέτρεπον εις τους Έλληνας να προμηθεύωνται άρτον από τα αρτοποιεία.
γ)     Απηγόρευον αυστηρώς την μετακίνησίν των από του ενός χωρίου εις έτερον.
δ)     Άπαντα τα μικροπαραπτώματα των Ελλήνων ετιμωρούντο με μεγάλας χρηματικάς ποινάς.
ε)     Οιαδήποτε υπόθεσις των Ελλήνων ελύετο μόνον κατόπιν αδράς πληρωμής των υπαλλήλων, Προέδρων Κοινοτήτων κ.λ.π.
στ)   Εξηρούντο οι Ελλήνες της χορηγουμένης κατά μήνα διά των δελτίων ποσότητος ζακχάρεως, ελαίου, σάπωνος, ορύζης κ.λ.π.

Β.΄ Περίοδος Σ/βρίου – Οκτωβρίου 1941

Εις Προσωτσάνην οι Βούλγαροι διέδιδον ήδη από της 28 Σ/βρίου 1941 ότι εις την Βουλγαρίαν εξερράγη επανάστασις και μάλιστα κομμουνιστικού χαρακτήρος και προέτρεπον τους Έλληνας να εξεγερθούν από κοινού. Την Κυριακήν 28ην Σ/βρίου Βούλγαροι στρατιώται επιβαίνοντες μοτοσυκλετών προερχόμενοι δε εκ Νευροκοπίου της Βουλγαρίας διέτρεχον τα πέριξ χωρία (Προσωτσάνην κ.λ.π.) κραυγάζοντες ότι «εξερράγη επανάστασις εις Βουλγαρίαν» και ζητούντες από τους κατοίκους να εξεγερθούν. Εις την πλατείαν Πρωσοτσάνης την νύκτα της 28-29 Σ/βρίου ενεφανίσθησαν πολλοί άγνωστοι ξένοι, ομιλούντες βουλγαριστί και διαδίδοντες πάλιν τα περί επαναστάσεως κ.λ.π. Σημειωτέον ότι εις την περιφέρειαν ταύτην (Πρωσοτσάνην) εγκατεστάθη Βουλγαρικόν στοιχείον διά της αθρόας μεταφοράς Βουλγάρων άμα τη καταλήψει της Μακεδονίας και διά του διωγμού των Ελλήνων.

Κατά την σημειωθείσαν την νύκτα της 28ης προς την 29ην Σεπτεμβρίου κομμουνιστικήν εξέγερσιν εν Πυρσοπόλει, επρωτοστάτησαν οι Βούλγαροι την καταγωγήν, το αίσθημα και την ψυχήν.
α)     Γεώργιος Μπόντσης ή Παπλιάκης, αγροφύλαξ και έμπιστον όργανον των Βουλγάρων.
β)     Βεληγιάντσης ή Καρανίκας Ιωάν. έμπιστος των Βουλγαρικών Τοπικών Αρχών, εξάδελφος του διορισθέντος υπό των Βουλγάρων pροέδρου Κοινότητος Μεγαλοκάμπου Δράμας.
γ)     Ο Βούλγαρος Βασίλειος Μιχαήλ εκ Παλαιάς Βουλγαρίας ιδιοκτήτης του Βουλγαρικού Καζίνου Πυρσοπόλεως, όστις μετά την αναχώρησιν των στασιαστών συνετάχθη με τον Βουλγαρικόν στρατόν.
δ)     Άγνωστοι πολίται και Στρατιώται Βούλγαροι, ξένοι προς το χωρίον, οίτινες εξηφανίσθησαν μετά την έκρηξιν του κινήματος.

Οι ανωτέρω εκτός του ότι πρώτοι εξήλθον ένοπλοι και προέτρεπον και τους λοιπούς χωρικούς να σπεύσουν να ταχθούν με τους εξεγερθέντας, διέδιδον συγχρόνως ότι εις την Βουλγαρίαν αι εκλογαί απέβησαν υπέρ των Κομμουνιστών, εκλεγέντων 180 Κομμουνιστών Βουλευτών και μόνον 40 Κυβερνητικών τοιούτων, και ότι εις ολόκληρον την Βουλγαρίαν εξερράγη κομμουνιστική επανάστασις και επεκράτησεν καθ’ όλην την χώραν.

Την πρωϊαν της 29ης Σ/βρίου διεδόθη ότι αι ΣΕΡΡΑΙ – ΔΡΑΜΑ και ΚΑΒΑΛΛΑ κ.λ.π. προσεχώρησαν εις την επανάστασιν τη βοηθεία Βουλγάρων Κομμουνιστών και τακτικών Βουλγαρικών στρατευμάτων προσχωρησάντων εις αυτήν. Περί την 10.30’ της ιδίας ημέρας Βουλγαρικόν αεροπλάνον έκαμεν αναγνωριστικάς πτήσεις εις χαμηλόν ύψος μεθ’ ο κατηυθύνθη προς ΦΩΤΟΛΕΙΒΟΣ – ΑΛΙΣΤΡΑΤΗ και εξηφανίσθη. Το απόγευμα της ιδίας ημέρας ενεφανίσθησαν δύο Βουλγαρικά αεροπλάνα εξ ων το εν εβομβάρδισεν την ΠΡΟΣΩΤΣΑΝΗΝ διά εννέα βομβών με αποτέλεσμα την καταστροφήν οικιών τον φόνον πολλών ατόμων και την έκκρηξιν πολλών πυρκαϊών εις διάφορα σημεία της Κωμοπόλεως. Εν συνεχεία κατήλθον εις μικρόν ύψος και ήρχισαν να πολυβολούν τους κατοίκους οίτινες αλλόφρονες πλέον έτρεχον προς τας εξόδους της πόλεως. Εκείθεν παρηκολούθησαν τον βομβαρδισμόν των Κωμοπόλεων ΦΩΤΟΛΕΙΒΟΥΣ και ΑΛΙΣΤΡΑΤΗ υφ’ ετέρου αεροπλάνου το οποίον αφού ενήργησε τον βομβαρδισμόν των ως άνω Κωμοπόλεων, επέστρεψεν εις ΠΡΟΣΩΤΣΑΝΗΝ και την επολυβόλησε προξενήσαν αρκετά θύματα.

Η Κωμόπολις υπέστη ενωρίς το πρωϊ της 30ης Σ/βρίου σφοδρόν βομβαρδισμόν, ενεργηθέντα υπό τριών Βουλγαρικών πυρ/χιών πεδινού πυροβολικού, τοποθετημένων εκατέρωθεν της Ν. εξόδου της στενωπού Γιούρετζικ. Οι κάτοικοι ηνηγκάσθησαν να εξέλθουν της Κωμοπόλεως και να τραπούν κατά μάζας προς διαφόρους κατευθύνσεις, βαλλόμενοι συνεχώς υπό του πυροβολικού κατευθύνοντος εναντίον των βολάς συγκεντρώσεως και φραγμού. Αι συνεπεία τούτου μεταξύ αυτών απώλειαι υπήρξαν σοβαραί. Κατά την φυγήν των εδέχθησαν ούτοι και την δολοφονικήν εκ των πλευρών επίθεσιν των Βουλγάρων κατοίκων του χωρίου Καλλιθέας οίτινες διαβάντες τον ποταμόν Αγγίτην προσέβαλον τούτους εκ του πλευρού. Μεγάλη ομάς εκ των φυγόντων κατοίκων, επιτυχούσα να συνεχίση την προς ότον (Φωτολείβος) πορείαν της, αντελήφθη εις το ύψος της αμαξίτης οδού Αλιστράτης – Δράμας αυτοκίνητα ερχόμενα εκ Δράμας. Προς τα οποία και εστράφη, ελπίζουσα να εύρη σωτηρίαν. Αντί ταύτης όμως εδέχθη σφοδρά πυρά πολυβόλων και εν συνεχεία κατεδιώχθη υπό Βουλγάρων στρατιωτών κατελθόντων εκ των αυτοκινήτων .

Εξ άλλου την 14ην ώραν της αυτής ημέρας (30 Σ/βρίου) Βουλγαρικά τμήματα τακτικού στρατού μετά ενόπλων Βουλγάρων ατάκτων εισήλθον εις την Πρωσοτσάνην και ειδοποίησαν όσοι εκ των κατοίκων ήσαν διασκορπισμένοι ανά τους αγρούς να επιστρέψουν εις τας οικίας των, διαβεβαιούντες αυτούς ότι ουδέν έχουν να πάθουν.

Παρά ταύτα ομάδες στρατιωτών εισήρχοντο βραδύτερον μετά ατάκτων (Κομιτατζήδων εις τας οικίας, εφόνευον τους τυχόν εις αυτάς ευρισκομένους άνδρας και εκακοποίουν τα γυναικόπαιδα. Εν συνεχεία έρριπτον χειροβομβίδας εις τα υπόγεια των οικιών και τους σταύλους διά να επιτύχον εφ’ ενός τον φόνον των τυχόν εκεί κρυπτομένων ανδρών και αφ’ ετέρου την καταστροφήν των οικιών, αι περισσότεραι των οποίων κατέρρευσαν, ολοκληρωθείσης ούτω της καταστροφής της Προσωτσάνης.

Τα θύματα εκ Πρωσοτσάνης υπερβαίνουν τα 1.000.

ΠΕΡΙΟΧΗ ΔΥΤΙΚΗΣ ΘΡΑΚΗΣ

Α.’- ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΑΙΡΕΣΙΣ

Η Δυτ. Θράκη περιελάμβανε προ της καταλύψεώς της τους κάτωθι Νομούς:

1ον. Νομός ΡΟΔΟΠΗΣ (Πρωτ. η ΚΟΜΟΤΙΝΗ) Περιαλαμβάνων τας κάτωθι επαρχίας:
α)     Επαρχία ΞΑΝΘΗΣ           : Πρωτεύουσα η ΞΑΝΘΗ
β)     Επαρχία ΚΟΜΟΤΙΝΗΣ    : Πρωτεύουσα η ΚΟΜΟΤΙΝΗ
γ)     Επαρχία ΣΑΠΩΝ              : Πρωτεύουσα αι ΣΑΠΑΙ

2ον. Νομός ΕΒΡΟΥ (Πρωτεύουσα η ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΙΣ) περιλαμβάνων τας κάτωθι επαρχίας:
α)     Επαρχία ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΕΩΣ: Πρωτεύουσα η ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΙΣ
β)     Επαρχία ΔΥΔΥΜΟΤΕΙΧΟΥ: Πρωτεύουσα το ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟΝ
γ)     Επαρχία ΟΡΕΣΤΙΑΔΟΣ: Πρωτεύουσα η Νέα ΟΡΕΣΤΙΑΣ
δ)     Επαρχία ΣΟΥΦΛΙΟΥ: Πρωτεύουσα το ΣΟΥΦΛΙΟΝ.

ΞΑΝΘΗ

Α΄. Περίοδος

Ο εφημέριος των Ηνωμένων εκκλησιών Ξάνθης Αγίου Γεωργίου και Αγίου Βλασίου Οικονόμος Ιωάννης Θεοχαρίδης – και στρατιωτικός εφημέριος της Φρουράς Ξάνθης, ετέθη υπό περιορισμόν, διότι εφοβούντο αι Βούλγαρικαί Αρχαί την δράσιν τούτου – μετά την αναχώρησιν του Μητροπολίτου. Ανώτερος Βούλγαρος Αξιωματικός εξηνάγκασεν τούτον διά μυρίων απειλών να αναχωρήση.

Οι Δημήτριος Βαρζόπουλος, ζαχαροπλάστης, θεόδωρος Κουγιουμτζόγλου, ποτοπώλης και Γεώργιος Δ. Τζιανόγλου, υφασματέμπορος, υπέστησαν επίθεσιν εκ μέρους της Βουλγαρικής Αστυνομίας εντός των ιδίων καταστημάτων των και κατά την αυτήν ημέραν, 29 Ιουλίου 1941. Οι Βούλγαροι Αστυνομικοί, αφού ελαφυραγώγησαν τα καταστήματα τούτων, συνέλαβον και τους ιδίους, τους οποίους εξυλοκόπησαν αγρίως, τους υπέβαλον εις εξευτελισμούς, τους απεγύμνωσαν από χρήματα και τιμαλφή, τέλος δε τους εφυλάκισαν, καθώς και τα μέλη των οικογενειών των. Κατά την διάρκειαν της φυλακίσεως των υπέστησαν τα πάνδεινα, υποβληθέντες εις πραγματικά μαρτύρια και στερηθέντες του άρτου και αυτού του ύδατος. Εν τέλει απηλάθησαν μεθ’ όλων των μελών των οικογενειών των, δημευθείσης της περιουσία των, ανερχομένης εις πολλά εκατομμύρια.

Κατά την μεταφοράν των εις τας φυλακάς αντελήφθησαν ούτοι ότι εκρατούντο εκεί και άλλοι επίσης κάτοικοι Ξάνθης π.χ. οι ιερείς Παπαχαρίας Παπαδόπουλος και Δημήτριος Παπαθαλέλαος, ο δημοτικός υπάλληλος Δαμιανός Συμεωνίδης, ο ιατρός Ευθύμιος Γιαννακόπουλος και πολλοί άλλοι υφιστάμενοι τους αυτούς εξευτελισμούς και τα αυτά με τους πρώτους μαρτύρια, με τους οποίους είχον τελικώς την αυτήν τύχην δηλ. του εκπατρισμού και της δημεύσεως των περιουσιών.

Β΄   Περίοδος

Αι πόλεις της Δ. Θράκης Κομοτινή και Ξάνθη παρουσιάζουν (τέλος Οκτωβρίου 1941) κατά τας μαρτυρίας αυτοπτών μαρτύρων, εικόνα πλήρους ερημώσεως. Οι κάτοικοι αποφεύγουν να κυκλοφορούν εις τας οδούς, όσοι δε τολμούν να εμφανισθούν εις την θύραν των οικιών των φαίνονται τρομοκρατημένοι. Επιθυμία όλων είναι να δυνηθούν να φύγουν εκείθεν με τας οικογενείας των και είναι έτοιμοι να εγκαταλείψουν τα πάντα. Ενδιαφέρονται μόνον να δυνηθούν να σώσουν την ζωήν των.

Έχουν και εκεί ενεργηθή πολλαί συλλήψεις και υπάρχουν πολλά θύματα. Η Ξάνθη, επί πλέον, είχε μέχρι της 7 Οκ/βρίου τελείως απομονωθή των περιχώρων διακοπείσης πάσης μετ’ αυτών επικοινωνίας, είναι δε άγνωστον αν η κατάστασις αύτη εξακολουθεί ακόμη και σήμερον.

ΕΠΑΡΧΙΑ ΚΟΜΟΤΙΝΗΣ

Α΄   Περίοδος

Την κατάληψιν του Ι. Ναού Αγίου Γεωργίου της Κομοτινής (23-4-41) επηκολούθησαν και άλλαι Ι. Ναών κοινοτήτων. Ούτως εκλείσθησαν οι Ι. Ναοί των ενοριών: 1) Γρατηνής, 2) Ασωμάτων, 3) Πρωτάτου, 4)Διώνης, 5) Αράτου, 6) Αγίων Θεοδώρων, 7) Καουδιάς, 8) Πανδρόσου, 9) Στρύης, 10) Κροβίλης, 11) Σχοινιών 12) Ιάσμου, 13) Προκτίου, 14) Σάλπης, 15) Μεγάλου Κρανοβουνίου, 16) Λεφαρίου, αι κλείδες των οποίων παρελήφθησαν υπό των Βουλγάρων, απαγορευθείσης της τελέσεως θείας λειτουργίας ή οιασδήποτε ιεροτελεστίας εντός αυτών, εκτός αν η λειτουργία τελεσθή εις την Βουλγαρικήν γλώσσαν. Ο Εφημέριος Κροβίλης εξεβλήθη του Ι. Ναού υπό Βουλγάρων στρατιωτών ψαλλομένου του χερουβικού Ύμνου. Με την κατάληψιν των Ι. Ναών κατελήφθησαν και τα ταμεία αυτών καθώς και τα Ι. Σκεύη και τα κτήματα των Ι. Ναών.

Ο Αρχιερατικός Επίτροπος Ν. Βεζυρόπουλος εξεδιώχθη μετά του Μητροπολίτου.
Οι εφημέριοι Λωφαρίου και Αγ. Θεοδώρων εδάρησαν ανηλεώς, διότι δήθεν ήσαν………….     Αγγλόφιλοι.
Ο ιερεύς Κομοτινής Δημ. Παπανικολάου απηλάθη μετά του Μητροπολίτου.

Εις τα χωρία της υπαίθρου της Κομοτινής εγένοντο συστηματικαί διαρπαγαί. Μεγάλαι διαρπαγαί έλαβον χώραν εν αυτή τη πόλει της Κομοτινής, (ιδία την νύκτα της 25/4/1941 10 μ.μ. – 4 Π.Μ.), προηγήθησαν πυροβολισμοί και κατόπιν ήρχισεν η βία είσοδος εις τας οικίας – προπαντός των Μουσουλμανικών συνοικιών – και η διαρπαγή και η λεηλασία.

ΚΟΜΟΤIΝΗ

Α΄   Περίοδος

Εν Κομοτινή οι Βούλγαροι απηγόρευσαν την τέλεσιν της θείας λειτουργίας και εν γένει των Ι. Ακολουθειών εν τοις Ι. Ναοίς και, καίτοι ουδείς Βούλγαρος υπάρχει εν Κομοτινή. Την 23 Απριλίου 4 στρατ. Ιερείς, βοηθεία Βουλγάρων στρατιωτών κατέλαβον τον έτερον των ενοριακών Ναών της πόλεως, τον τιμώμενον επ’ ονόματι του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου, μεθ’ όλων των Ιερών σκευών και αμφίων ως και το ταμείον του Ναού, το οποίον κατά την ομολογίαν των επιτρόπων ανήρχετο εις δραχ. 30.000.

Την 10 π.μ. της 5 Ιουνίου 1941 προσήλθεν εις το γραφείον του Μητροπολίτου Κομοτινής Νομαρχιακός υπάλληλος της Βουλγαρικής Κυβερνήσεως, συνοδευόμενος υπό χωροφυλάκων, όστις ανέγνωσεν Ελληνιστί την κάτωθι απόφασιν του Βουλγάρου Νομάρχου Κομοτινής: «Επεφορτίσθην υπό του κ. Νομάρχου να σας ανακοινώσω την απόφασίν του ήτις έχει ως εξής: Ο κ. Νομάρχης έχει την γνώμην ότι η περαιτέρω παραμονή σας εν Κομοτινή είναι τελείως άσκοπος και σας παρακαλώ να εγκαταλείψητε το ταχύτερον το έδαφος ταύτης. Ο κ. Νομάρχης θα λυπηθή πολύ εάν αρνηθήτε την σύστασίν του ταύτην, διότι θα έλθη εις την σκληράν ανάγκην να μεταχειρισθή βίαια μέσα διά την εντεύθεν απομάκρυσίν σας». Ο Μητροπολίτης ηνηγκάσθη να συμμορφωθή και εγκατέλειψεν την έδραν του υπό συνοδείαν Βουλγάρων χωροφυλάκων και αξιωματικών της Ασφαλείας οίτινες καθ’ οδόν του αφήρεσαν βιαίως όσα χρήματα είχε, υπέρ τας 65.000 δραχ. καθώς και άλλα αντικείμενα.

Την 24 Ιουλίου 1941 ηναγκάσθη να εγκαταλείψη την Κομοτινήν ο Χρίστος Ν. Σιανίδης, δικηγόρος και κάτοικος Κομοτινής, κατόπιν διαταγής των Βουλγαρικών στρατιωτικών αρχών, με το αιτιολογικόν ότι άπαντες οι δικηγόροι, ιατροί φαρμακοποιοί, έμποροι και βιομήχανοι πρέπει, συμφώνως προς ανωτέραν Κυβερνητικήν διαταγήν, να εγκαταλείψουν την Κομοτινήν.

Ούτω οι Αθανάσιος Παϊκόγλου, ζαχαροπλάστης, Δημήτριος Κριστέλης, έμπορος οικοδομησίμων υλών, Παναγιώτης Ν. Έξαρχος, Δημοσθένης Παναράς, Κων/νος Τσαμπαγλής, Θωμάς Αντωνίου, βιομήχανος, ιδιοκτήτης μηχανοκινήτου εργοστασίου και εκατοντάδες άλλοι εκ των συμπολιτών, εληστεύθησαν, υπεβλήθησαν εις μαρτύρια και εξευτελισμούς και τέλος απηλάθησαν δημευθεισών των περιουσιών των.

Β΄   Περίοδος

Αι πόλεις της Δ. Θράκης Κομοτινή και Ξάνθη παρουσιάζουν (τέλος Οκτωβρίου 1941) κατά τας μαρτυρίας αυτοπτών μαρτύρων, εικόνα πλήρους ερημώσεως. Οι κάτοικοι αποφεύγουν να κυκλοφορούν εις τας οδούς, όσοι δε τολμούν να εμφανισθούν εις την θύραν των οικιών των φαίνονται τρομοκρατημένοι. Επιθυμία όλων είναι να δυνηθούν να φύγουν εκείθεν με τας οικογενείας των και είναι έτοιμοι να εγκαταλείψουν τα πάντα. Ενδιαφέρονται μόνον να δυνηθούν να σώσουν την ζωήν των.

Έχουν και εκεί ενεργηθή πολλαί συλλήψεις και υπάρχουν πολλά θύματα. Η Ξάνθη, επί πλέον, είχε μέχρι της 7 Οκτωβρίου τελείως απομονωθή των περιχώρων, διακοπείσης πάσης μετ’ αυτών επικοινωνίας, είναι δε άγνωστον αν η κατάστασις αύτη εξακολουθεί ακόμη και σήμερον.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΙΣ

Α΄   Περίοδος

Την 30/5/1941 εξεδιώχθη ο αναπληρωτής του Μητροπολίτου, Επίσκοπος Παττάρων Μελέτιος, μετά του Αρχιμανδρίτου Σπυρίδωνος Σγουροπούλου. Την ημέραν καθ’ ην επρόκειτο να απελαθώσιν ούτοι εκυκλώθη η Ιερά Μητρόπολις από αστυνομικά και άλλα όργανα της Βουλγαρικής κατοχής και απηγορεύθη αυστηρώς η εκ των οικιών έξοδος όλων υπό το πρόσχημα ότι υπήρχε φόβος διασαλεύσεως της τάξεως. Η πραγματική αιτία: να μη αποχαιρετήσωσιν οι Έλληνες Χριστιανοί τον προϊστάμενον της εκκλησίας των.

Τοτε απέμεινεν ως προσωρινός αναπληρωτής ο ιεροκήρυξ Φώτιος Σταματόπουλος Αρχιμανδρίτης. Την 2/6/1941 κατελήφθη η ιερά Μητρόπολις και ο ιερός ναός του Αγίου Νικολάου παρά του αντιπροσώπου του Βουλγάρου Μητροπολίτου Φιλιππουπόλεως, του Αρχιδιακόνου του αυτού Μητροπολίτου και του Επάρχου. Την 5/6/ 1941 ήλθε εις Αλεξανδρούπολιν ο Μητροπολίτης Φιλιππουπόλεως Κύριλλος ο οποίος και καλέσας τους ιερείς εδήλωσεν εις αυτούς απεριφράστως ότι εν Αλεξανδρουπόλει και εν τη περιφερεία ταύτης θα παραμείνωσιν μόνον οι ιερείς οι οποίοι θα αναγνωρίζωσιν την Εξαρχίαν, οι δε άλλοι θα εκδιωχθώσιν. Κατόπιν τούτου ηνηγκάσθη ο άνω ρηθείς ιεροκήρυξ να απέλθη εξ Αλεξανδρουπόλεως την 10/6/1941.

Advertisements