Ανοικτή επιστολή προς τους νέους, Γ. Βλάχος


ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΝΕΟΥΣ
Δευτερα , 16 Δεκεμβριου 1940
Κύριοι νέοι του 1940, είσθε τυχεροί, είσθε προνομιούχοι. Κύριοι νέοι τοΰ 1940, καμμία γενεά, καμμία νεολαία, κανένα παιδι δέν είχε τήν τύχη ν’ αναπτυχθώ μέσα σ’ ενα τέτοιο θαυμάσιο θερμοκήπιον άρετής, πατριωτισμου καΐ ανδρείας, όπως είναι ή Ελλάς ή σημερινή. Έμεγαλώσαμεν και ήμεϊς μέσα στα ώραϊα αθηναϊκά σπίτια τοΰ παλαιοΰ καιρου, μέ καλούν γονείς, καλά παραδείγματα, μέ εθνικές παραδώσεις. Τό Εικοσιένα ήταν σ’ έμας πιό κοντά. Τις ιστορίες του και τις δόξες του τις ακούσαμε στην κούνια μας, άπό τή γιαγιά μας, σαν παραμύθι. Κάποιος τελευταίος Αγωνιστής, πριν κλείση τα μάτια του καί φύγη μακρυά γιά τήν Ιστορία, έχάϊδεψε το παιδικό μας κεφάλι. Εζήσαμε καΐ ημείς εθνικές ήμερες καΐ ευτυχήματα. Έξεχυθήκαμε παιδιά μέ σημαίες και ζητωκραυγές εις τούς δρόμους όταν στα 1897 ο Πρϊγκιψ Γεώργιος κατέβηκε γιά νά πάρη τήν Κρήτη. Έγυρίσαμε μέ δάκρυα στο σπίτι μας το βράδυ εκεινονο της Μεγάλης Παρασκευής πού ο έχθρος είχε μπή στή Λάρισα. Επήραμε κι’ εμείς αργότερα, εις τα Δώδεκα, τους παλαιούς γκράδες καΐ τα νεα μάνλιχερ εϊς τα χέρια και εφτάσαμε ψηλά, ως τά Γιάννενα, ώς τή Ροδόπη. ‘Αρχίσαμεν επειτα, ήμεϊς οί ίδιοι, τους ελεεινότερους αγώνας, τον καυγά μεταξύ μας, τους ηρωισμούς εις τα πεζοδρομία.

Είχαμε κι εμείς ζωή… — Και εϊχε ή ζωή μας ωραίες ήμερες και μεγάλες στιγμές. Άλλ’ εμάς δέν μάς έξύπνησαν στή δική σας τήν ηλικία είς τάς εξ τό πρωί οί σειρήνες. Εμείς δέν έκοιμηθήκαμε παιδια γιά νά πεταχτούμε άπο το κρεβάτι μας αντρες. Δέν Έφτασε ποτέ ξημερώματα ή Ελλάς νά κτυπηση τήν πορτα τοϋ πατρικοϋ μας; σπιτιοϋ για νά μάς πή οπως; εϊπε σε σας: «Ξυπνήστε, παιδια, κινδυνεύω…». Δέν άντήχησεν εϊς τα παιδικά μας αυτιά έθνικόν έγερτήριον, συναγερμό; ψυχών, παιάν πανελλήνιος, τά θαυμάσιον, το χαλύβδινον, το πελώριον ΟΧΙ πού ειπεν ή Ελλάς είς τον Γκράτσι: Εχεις στρατούς, έχεις στόλους, εχεις τάνκς, εχεις λεπτά; Ε χ ε τ α. Έμεϊς, τεΐχος άπρόσβλητον είς όλα αυτά, σοϋ στήνομε ενα ό χ ι, τήν Ελλάδα δέν σοΰ τήν δίνομε. Ο χ ι, στα χώματα της δεν θά πατήσης ποτέ. Ο χ ι, πριν ελθης έσϋ τύραννος, βάρβαρος, δολοφόνος, θά πεθάνωμεν όλ ο ι. Αύτο τό θα πεθανωμεν ό λ ο ι, τήν άπόφασιν, πού ανετίναξε τοϋ Αρκαδίου τήν Μονήν, πού εστησε τον Χορόν τοϋ Ζαλόγγου, πού άναψε τον δαυλον τοϋ Κανάρη, έμεϊς τήν έμάθαμε, σεϊς τήν ένεπνεύσατε, τήν έζήσατε, έμπήκεν είς τάς φλέοας σας σάν ενεσις εθνική, Έγινε ενα μαζί σας.
Εμείς διαβάζουμε τώρα κοντά στο τζάκι τα ανακοινωθέντα τοϋ Στρατηγείου, κυττοϋμε σκυμμένοι το Χάρτη, ψάχνουμε μέ ανησυχία τά βουνά, τα υψώματα, τα στρατευματα τοΰ εχθρου Θά πάρωμε κι αυτό;., θά προχωρήσωμε; θά πεση τό Τεπελένι; θά νικήσωμε;.. Εσείς δέν εχετε ανάγκην. Είσθε προνομιουχοι, κύριοι τοΰ 1940. Εχετε άπό τις 28 Όκτωβρίου νικήσει. Εσείς έχετε το ο χ ι περιουσία σας, οδηγό σας, δικό σας. Έσεΐς έμάθατε στο μεγάλο Σχολειο της εποχής αυτής, οπου τά σχολεία είναι κλειστά, δτι, αληθινά, υπάρχει κάτι ανώτερο απο τά πρά-γματχ, άπό τήν αύτοσυντήρησιν, άπο τό συμφέρον, άπο τήν σάρκα: Ή ί δ έ α. Παιδιά πού θά τραβήξουν ατή ζωή μέ αύτο τό μάθημα, μέ αυτόν τον κανόνα, παιδιά πού θά ξέρουν ν’ άγωνισθοΰν γιά κάποιο Ιδανικό, παιδιά πού μεθαύριο θ’ αψηφήσουν τις απειλές, τον κίνδυνο, τις δοκιμασίες, πού σέ κάθε στιγμή, όταν θά παρουσιασθή ή ανάγκη, θα εχ-χουν ετοιμο ένα ο χ ι, είναι παιδιά πού έχουν άπό τώρα γιά όλη τή ζωή τους νικήσει, προνομιουχα παιδιά.
Ετσι, λοιπόν, νέοι τοΰ 1940, τραβήξτε εμπρός και αφο-βα τον ωραίο δρόμο πού σας ανοίγει ή Ελλάς ή σημερινή. Είναι μεγάλος, σάν τήν άπόφασι πού επήρε. Ισιος, σάν τή λόγχη τήν άκαμπτη. Λευκός, σάν τό χιόνι πού πέφτει τώρα επάνω στίς οροσειρές τοϋ Μετώπου. Τραβήξτε Αφοβα τον ωραιο δρομο και

Κρατάτε τό κεφάλι σας ψηλά,
Εξω το στήθος, ορθιο το Κορμί σας.
Κι ας φαίνεται, πώς σκύβουνε δειλα
και τα βουνα άκομη, στην όρμη σας

Σάν περπατάτε ας φαίνεται πώς τρεχετε
πως έπετάξατε μέ τά φτερά άπ’ την κουνια
πως τρέμει ό κόσμος τα μουϋστάκια που δέν εχετε
και των ποδιων σας τα ανύπαρκτα σπιρουνια

Σαν βγαίνετε πρωι απο το σπιτι σας
ας φαίνεται πώς βγαίνετε από Κάστρα.
«Ορθιο το κορμί! Ψηλά τη μύτη σας!
Πάτι να ξεκρεμάσετε τα άστρα!

Αστρα, σημαίες, όνειρα, φτερά,
ας είναι της ψυχής σας πρωτοβρόχι,
θΰελλα ναν τα Ζήτω, ή Χαρά,
και άδηγός το ΟΧΙ

Advertisements