Η μάχη της Πίνδου (28 Οκτ – 7 Νοε 1940)


Κι ενώ στην Ήπειρο τα πάντα κρεμόντουσαν από το Καλπάκι, χαώδης κατάσταση είχε δημιουργηθεί στην Πίνδο. Κι ο εφιάλτης για μια κάθοδο της μεραρχίας ΤΖΟΥΛΙΑ ως το Μέτσοβο κρατούσε άγρυπνους τους ελάχιστους ανθρώπους που γνώριζαν ή απλώς μάντευαν τι γινόταν στις χαράδρες του Γράμμου και του Σμόλικα. Η εποποιία της Πίνδου, όπως την έχουμε βαφτίσει, είχε αρχίσει λίγο μετά τις πέντε το πρωί στις 28 Οκτωβρίου. Στον Σταθμό Διοικήσεως του Δαβάκη, στο Επταχώρι, ο διοικητής του ΤΣΔΜ στρατηγός Πιτσίκας ειδοποιούσε από την Κοζάνη τον Δαβάκη ότι στις 6 το πρωί θ’ άρχιζε η ιταλική επίθεση! Εκεί που βρισκόταν ο Δαβάκης δεν ήταν σε θέση να ξέρει, ότι μερικά συνοριακά φυλάκια είχαν ήδη προσβληθεί από ανυπόμονους αλπινιστές στις 4 το πρωί… Λίγο μετά τις πέντε οι κορφές του Γράμμου και του Σμόλικα φωτίστηκαν σαν από αστραπές. Το βαρύ πυροβολικό που συνόδευε τη μεραρχία ΤΖΟΥΛΙΑ είχε αρχίσει το προπαρασκευαστικό «μπαράζ»… Αλλά εδώ οι μάχες  δεν  επρόκειτο  να  κριθούν  με  πυροβολικό  και  άρματα.  Εδώ  ο  αγώνας  θα γινόταν σώμα με σώμα. Και το «Απόσπασμα Πίνδου», που όλο-όλο διέθετε με βία τρία τάγματα, δεν είχε προκάλυψη επιβραδυντική άλλη παρά τις μικρές φρουρές των μεθοριακών φυλακίων!

Η ιταλική ορεινή μεραρχία εισέδυσε με πρωτοφανή τόλμη στον ορεινό όγκο της Πίνδου, χρησιμοποιώντας δύο κυρίως συντάγματα. Το 8ο και το 9ο. Το πρώτο από αυτά επετέθη στο βορειότερο άκρο του μετώπου με κατεύθυνση προς Αετομηλίτσα και Λυκορράχη αφ’ ενός και νοτιότερα προς τη Βούρμπιανη. Στην πρώτη κατεύθυνση

το ιταλικό σύνταγμα διέθεσε σχετικά περιορισμένες δυνάμεις, αλλά πάντως συντριπτικά υπέρτερες των δικών μας, που έχασαν κάθε επικοινωνία με τον Σταθμό Διοικήσεως στο Επταχώρι. Στην κατεύθυνση Βούρμπιανης και Πυρσόγιαννης προς την οποία στράφηκε ο όγκος του 8ου συντάγματος της ΤΖΟΥΛΙΑ, υπήρχαν μόνο δύο ελληνικοί λόχοι για να το αντιμετωπίσουν…

Κράτησαν  όσο  μπορούσαν  κι  έπειτα  συμπτύχθηκαν.  Από  τη  δύναμη  αυτή  μια διμοιρία γενναίων υπό τον ανθυπασπιστή Καφαντάρη και τον λοχία Σκυλογιάννη διολίσθησαν προς τα βόρεια και εγκαταστάθηκε στην Κιάφα σε ύψος 2.400 μέτρων υπό συνθήκες πολικού ψύχους…

Στο  νότιο  άκρο  του  ορεινού  μετώπου  προς  το  οποίο  μ’  αιχμή  την  Κόνιτσα ετοιμαζόταν  να  επιτεθεί  το  άλλο  σύνταγμα,  το  9ο,  ολόκληρη  τη  μέρα  της  28 Οκτωβρίου βασίλευε μια ανησυχαστική ηρεμία… Και ξαφνικά στις 5 το απόγευμα μπροστά σε δύο λόχους του Αποσπάσματος Πίνδου, στην περιοχή Μόλιστας και Καστάνιανης, στα βόρεια της Κόνιτσας, ξεφυτρώνει ολόκληρο το 9ο σύνταγμα της ΤΖΟΥΛΙΑ! Οι δύο λόχοι ανατρέπονται κι αυτοί…

Απεγνωσμένα ο Δαβάκης ζητάει ενισχύσεις από το τάγμα Προκαλύψεως της Κόνιτσας, που υπάγεται στην 8η Μεραρχία. Δεν υπάρχει τηλεφωνική επικοινωνία και ο Δαβάκης ζητάει να φύγουν σύνδεσμοι με «κτήνη ιδιωτικά και οδηγούς…» για να ειδοποιήσουν το τάγμα Κονίτσης. Αλλά δεν το βρίσκουν… Ο συνδετικός κρίκος μεταξύ Αποσπάσματος Δαβάκη και 8η Μεραρχίας έχει σπάσει… Η νύχτα της 28ης Οκτωβρίου βρίσκει το Απόσπασμα (σε πλήρη σύμπτυξη, αλλού με τ’ όπλο στο χέρι, αλλού μ’ εκδηλώσεις μεγάλης αταξίας. Για τον Δαβάκη αρχίζει τώρα ο εφιάλτης. Για το Γενικό Στρατηγείο θ’ αρχίσει τις επόμενες τρεις μέρες. Φυγάδες φτάνουν στο Επταχώρι κι ένας διμοιρίτης ανθυπολοχαγός φυλακίζεται με βαριά κατηγορία δειλία ενώπιον του εχθρού. Τον περιμένει το Στρατοδικείο. Τι να κάνουν οι άνδρες της ισχνής αυτής προκαλύψεως; Με την εξαίρεση του Δαβάκη, των ανώτερων επιτελών του και τριών λοχαγών, όλοι οι άλλοι αξιωματικοί και άνδρες βλέπουν για πρώτη φορά πόλεμο. Θα πάρουν το βάπτισμα του πυρός στην Πίνδο… Τις τρεις επόμενες μέρες 29, 30 ακόμα και στις 31 Οκτωβρίου, η ιταλική απειλή στην Πίνδο παίρνει διαστάσεις δραματικές…

Λόχοι  και  διμοιρίες  αποκόπτονται,  ένα  όργιο  φημών  απλώνεται  που  φέρνει αλπινιστές παντού, ακόμα και κει που δεν έχουν εμφανιστεί. Αλλά το πιο επικίνδυνο από στρατιωτική άποψη είναι, ότι οι διεισδύσεις της ΤΖΟΥΛΙΑ, το επιτελείο της οποίας μοιάζει να έχει  μελετήσει όλες τις διαβάσεις, δείχνουν πλέον καθαρά τις απώτερες προθέσεις της μεραρχίας. Στο βόρειο άκρο του μετώπου η επιθετική αιχμή δείχνει προς το Νομό Καστοριάς, προς τον σπουδαίο οδικό κόμβο του Νεστορίου. Στο κέντρο, ο κύριος όγκος του 8ου συντάγματος διεισδύει ανάμεσα στον Γράμμο και τον Σμόλικα με κατεύθυνση το Κεράσοβο και από κει τη Σαμαρίνα! Στο νότιο άκρο  το  9ο  σύνταγμα  επιχειρεί  έναν  ιδιοφυή  ελιγμό.  Αναστρέφεται  προς  τα ανατολικά και ακολουθώντας τη βόρεια όχθη του Αώου προωθείται ραγδαία προς το Δίστρατο. Αν φτάσει εκεί δεν χρειάζεται παρά να αναστραφεί άλλη μια φορά προς τα νότια. Να πάρει τη Βωβούσα και μ’ ένα ακόμα άλμα το Μέτσοβο!

Μέσα σ’ αυτόν τον κατακλυσμό των τραγικών ειδήσεων ο συνταγματάρχης Δαβάκης διατηρεί την ψυχραιμία του. Παρόλο ότι βλέπει το Απόσπασμά του σχεδόν να διαλύεται,  μπαλώνει,  και  αυτός  εκ  των  ενόντων  τα  επικίνδυνα  σημεία…  Στις  29 Οκτωβρίου το πρωί ρίχνει το 3ο τάγμα του, που μόλις την προηγούμενη νύχτα είχε φτάσει  στο  Επταχώρι,  σε  αντεπίθεση  στο  ύψωμα  Μούκα,  από  όπου  οι  Ιταλοί απειλούν ακόμα και τον Σταθμό Διοικήσεώς του… Προς την κατεύθυνση των αλπινιστών που προωθούνται για τη Σαμαρίνα, ρίχνει και τις τελευταίες από τις σχεδόν ανύπαρκτες.εφεδρείες του.

Αλλά ο Δαβάκης ξέρει πια, ότι μόνο η έγκαιρη άφιξη ενισχύσεων θ’ αποσοβήσει την κατάρρευση του μετώπου. Κάνει τα πάντα για να εμψυχώσει τους άνδρες του, μεταχειριζόμενος ακόμα και ψέματα. Τους λέει, ότι από στιγμή σε στιγμή φτάνουν 4 τάγματα με πυροβολικό… Τη νύχτα της 29 προς 30 Οκτωβρίου και το μεσημέρι της 30ης,  συγκλονιστικές  στιγμές  διαδραματίζονται  στην  περιοχή  του  Επταχωρίου. Φορεία  με  πληγωμένους  ή  αναίσθητους  από  το  ψύχος  ήρωες  ροβολούν  προς  το χωριό. Αλλά απ’ έξω από το Επταχώρι μαζεύονται και άνδρες, που έχουν συρρεύσει από όλα τα σημεία του μετώπου σαστισμένοι και φοβισμένοι. Οι περισσότεροι κρατούν ακόμα τα όπλα τους σαν να θέλουν να δείξουν ότι δεν είναι δειλοί. Καβάλα σ’ ένα μαύρο κέλητα ο Δαβάκης σπεύδει προς το σημείο που συγκεντρώνονται οι «φυγάδες». Τους μιλάει και τους τονώνει το ηθικό όσο μπορεί. Μη φοβάστε… θα φτάσουν ενισχύσεις. Τούτη τη φορά δεν τους έχει πει ψέματα.

Το απομεσήμερο της 30-10-1940 φτάνει στο Επταχώρι η πρώτη μικρή ενίσχυση. Ένα τάγμα πεζικού υπό τον ταγματάρχη Γ. Ποτιστή και, πράγμα πολύ σημαντικό, ένας αξιωματικός σύνδεσμος από το ΤΣΔΜ. Ο ταγματάρχης Ιωάννης Καραβίας, που πολύ αργότερα θα συνδέσει το όνομά του με λαμπρή πολεμική δράση στη Μ. Ανατολή και στην Ιταλία. Ο Δαβάκης καταλαμβάνεται από μια απερίγραπτη ευφορία. Οι ενισχύσεις έφτασαν… Λέει στον Καραβία ότι ήρθε η στιγμή να αντεπιτεθεί! Μέσα στις τραγικές στιγμές των τριών πρώτων ημερών, ο χαλκέντερος Δαβάκης οραματιζόταν μια μεγάλη αντεπίθεση…

Ο συλλογισμός του ήταν απλός. Οι δύο μεγάλες σφήνες της ΤΖΟΥΛΙΑ προωθούντο προς τη Σαμαρίνα και Δίστρατο, «αυτοκαλυπτόμενες» κατά το αριστερό τους ιδίως πλευρό,  όπως  λέγεται  στη  στρατιωτική  ορολογία.  Εφ’  όσον  στο  αριστερό  τους υπήρχαν ακόμα σαν πυρήνας δυνάμεις του Αποσπάσματος και κατέφθαναν εγκαίρως σημαντικές ενισχύσεις, υπήρχε η δυνατότητα να πλευροκοπηθούν και ενδεχομένως να αποκοπούν τελείως οι φάλαγγες των αλπινιστών. Στις 5 το απόγευμα της 30-10-1940 στη μικρή πλατεία του Επταχωρίου έλαμψαν οι χρυσές επωμίδες… Είχε καταφθάσει ο ίδιος  ο  στρατηγός  Βασίλειος  Βραχνός,  διοικητής  της  Ι  Μεραρχίας  μαζί  με  το επιτελείο του. Η παρουσία του συμβόλιζε τη μεγάλη κινητοποίηση που είχε διατάξει το Γενικό Στρατηγείο για να φράξει την εισβολή στην Πίνδο. Αλλά ο συμβολισμός ήταν ακόμα συμβολισμός… Η 1η Μεραρχία βρισκόταν ακόμα «εν κινήσει» και ο εφιάλτης της Πίνδου θα κρατούσε ακόμα τέσσερις ολόκληρες μέρες. Μέχρι και τις 3 Νοεμβρίου…

Για την ακρίβεια, την τρίτη μέρα τον πολέμου οι ενισχύσεις που έφτασαν κοντά στον Δαβάκη εκτός από το τάγμα Ποτιστή, ήταν ένα απόσπασμα ιππικού υπό τον ίλαρχο Δ. Γεωργιάδη και μια διλοχία πεζικού υπό τον Βασιλόπουλο, που ακολουθούσε τους ιππείς. Η μικρή αυτή δύναμη είχε ξεκινήσει από τα Γρεβενά και υπό καταρρακτώδη βροχή και με συνεχείς πορείες έφτασε πρώτη στο Επταχώρι. Όταν μετά μερικές μέρες ανακοινώθηκε στην Αθήνα η αντεπίθεση των μεγάλων μονάδων στην Πίνδο, κυκλοφόρησε από μη γνωρίζοντες η φήμη ότι η Πίνδος σώθηκε από τη «Μεραρχία Ιππικού του Βραχνού» που κατάφερε τρόπον τινά… καλπάζοντας να φτάσει πρώτη στα βουνά. Μεραρχία ιππικού υπήρχε όχι υπό τον Βραχνό αλλά υπό τον υποστράτηγο Γ. Στανωτά και πράγματι διατέθηκε στην αντεπίθεση, αλλά λίγο αργότερα.

Όπως και να έχει το πράγμα στο τέλος της τρίτης μέρας (30-10-40), από το Απόσπασμα Πίνδου, μισό τάγμα κρατούσε ακόμα στο βόρειο άκρο το ύψωμα Σούφλικα του Γράμμου προς την κατεύθυνση του Νομού Καστοριάς. Το άλλο μισό είχε συμπτυχθεί «εν διαλύσει» προς το Επταχώρι. Το άλλο τάγμα είχε συμπτυχθεί προς το Βούζιον όρος και την περιοχή Σαμαρίνας. Το τρίτο τάγμα, όπως είδαμε, είχε εισέλθει καθυστερημένα στον αγώνα. Όσον αφορά το τάγμα Κονίτσης. που υπήγετο στην 8η  Μεραρχία  και  έπρεπε  να  χρησιμεύσει  σαν  κρίκος  με  το  Απόσπασμα Πίνδου, έχοντας χάσει επαφή με τον Δαβάκη, αλλά αντιλαμβανόμενο, ότι στο δεξιό του το Απόσπασμα υποχώρησε, κινήθηκε προς τα πίσω και εγκαταστάθηκε στη νότια όχθη του Αώου. Συνεπώς δεν επρόκειτο για ολοσχερή διάλυση του Αποσπάσματος Πίνδου. Όπως και στο μέτωπο της Ηπείρου, οι άνδρες του Δαβάκη στη μεγάλη πλειοψηφία τους πολέμησαν υπό εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες και κάτω από τη συντριπτική  υπεροχή  μιας  ειδικευμένης  στον  ορεινό  πόλεμο  εχθρικής μονάδας.

Η αντεπίθεση στην Πίνδο

Τις τρεις πρώτες μέρες του Νοεμβρίου, καθώς η μάχη στο Καλπάκι έβαινε προς την κορύφωση της, το Γενικό Στρατηγείο έριξε όλο το βάρος του προς την Πίνδο. Οι ελληνικές δυνάμεις που είχαν μπει σε συναγερμό για τη σωτηρία του μετώπου της Πίνδου περιλάμβαναν την 1η Μεραρχία Πεζικού, της οποίας το επιτελείο είχε ήδη φτάσει  στο  Επταχώρι,  την  5η  Ταξιαρχία  Πεζικού  που  κατευθυνόταν  προς  τις διαβάσεις  του  Γράμμου  και  δύο  μονάδες  ιππικού.  Την  Ταξιαρχία  Ιππικού  που εκινείτο από το Δούτσικο προς τη Σαμαρίνα και ολόκληρη τη Μεραρχία Ιππικού, η οποία με επίκεντρο την περιοχή Μετσόβου θα αντιμετώπιζε τον από βορρά κίνδυνο, δηλαδή το ενδεχόμενο να προωθηθούν οι Ιταλοί από τη Βωβούσα προς το ίδιο το Μέτσοβο. Κι ενώ οι δυνάμεις αυτές μετακινούνταν προς την Πίνδο, τμήματα της ΤΖΟΥΛΙΑ συνέχιζαν τη διείσδυση τους, φτάνοντας στο βαθύτερο και πιο επικίνδυνο σημείο. Στις 2 Νοεμβρίου κατέλαβαν το γραφικό «βλαχοχώρι», τη Σαμαρίνα, ανεστράφησαν προς νότο, πήραν το Δίστρατο και στις 3 Νοεμβρίου προχωρημένες μονάδες έκαναν την εμφάνιση τους στη Βωβούσα. Σε απόσταση 6 ωρών με τα πόδια ή με ζώα από το Μέτσοβο !

Η διοίκηση της μεραρχίας ΤΖΟΥΛΙΑ τελούσε σε ευφορία. Βρισκόντουσαν σε απόσταση αναπνοής από το Μέτσοβο. Λίγη προσπάθεια ακόμα και θα κόβαν τον κορμό  της  Ελλάδας  στη  μέση…  Αλλά  είχαν  κάνει  ένα  σφάλμα  τακτικής.  Η «αυτοκάλυψη»   του   αριστερού   της   βαθύτατης   σφήνας   προς   Σαμαρίνα  ήταν επισφαλής. Προς το Επταχώρι οι ελληνικές ενισχύσεις από μικρές, συμβολικές στην αρχή, έφταναν τώρα «εν δυνάμει». Μια ολόκληρη μεραρχία, η 1η του Βραχνού. Οι πρώτες  κρούσεις  στο  πλευρό  τους  άρχισαν  με  πυρήνα  όσες  ακόμα  αξιόμαχες δυνάμεις είχε το ηρωικό «Απόσπασμα Πίνδου».

Ο Δαβάκης ήθελε να προλάβει να νιώσει τη χαρά της αντεπιθέσεως πριν επέμβουν οι μεγάλες μονάδες. Συγκλονιστικές μάχες εκ του συστάδην άρχισαν σε υψώματα που σε λίγο θα έμπαιναν στην ιστορία… Ταμπούρι, Τσούκα-Ζούζουλης, Προφήτης Ηλίας, Φούρκας. Εκεί πάνω στον Προφήτη Ηλία, στις 2 Νοεμβρίου ο Δαβάκης τραυματίστηκε βαριά από σφαίρα που διέτρησε τον δεξιό του πνεύμονα… Όταν ξύπνησε από τον λήθαργο την Κυριακή πρωί 3 Νοεμβρίου, θα μάθει με αγαλλίαση τα σπουδαία νέα. Η μεγάλη ελληνική επίθεση είχε πάρει διαστάσεις.

Το πώς έφτασαν οι λίγες στην αρχή και ισχυρές κατόπιν ενισχύσεις στην Πίνδο είναι μια απ’ αυτές τις εποποιίες που μόνο ο Έλληνας φαντάρος μπορεί να γράψει… Η επίσημη αφήγηση σημειώνει: «…Αι μετακινήσεις αύται εγένοντο ως επί το πλείστον δια  πορειών  πεζή,  ελάχιστοι  δε  τούτων  δι’  αυτοκινήτων  μέχρι  Δούτσικον,  ένθα έφθανε καρροποίητος οδός…!» Αλλά η ανεπίσημη αφήγηση μιλάει στην καρδιά. Το τάγμα είχε φτάσει στο Δούτσικο μ’ ένα σαραβαλιασμένο, επίτακτο λεωφορείο… Και από κει άρχισε η «ναπολεόντειος πορεία» για το Κεράσοβο. Δεκατέσσερις ώρες πορεία την πρώτη μέρα μέσα στη βροχή, χωρίς ούτε την καθιερωμένη δεκάλεπτη στάση για ανάπαυση. Τα λουριά του όπλου, του γυλιού βάραιναν τους ώμους… Πιο πολύ όμως τ’ άρβυλα, που ήταν στενά για τον ένα, φαρδιά για τον άλλο… «…Είχαν αρχίσει την πορεία με τραγούδια, μα γρήγορα τα σταμάτησαν… Τη δεύτερη μέρα της πορείας όλη η προσοχή των φαντάρων συγκεντρώθηκε στις πληγές των ποδιών. Κάθε βήμα κι ένας πόνος… Ωστόσο έσφιγγαν τα δόντια… Γρήγορα πήγαιναν, αφού ήξεραν πως η σωτηρία της Ελλάδας ήταν ζήτημα λίγων ωρών …»

Από το πρωί της 3ης Νοεμβρίου, οι αλπινιστές κατάλαβαν, ότι η ευφορία που είχανε νιώσει ήταν πρόσκαιρη. Απ’ όλα τα σημεία του ορίζοντα έβρεχε φωτιά και σίδερο. Οι «ναπολεόντειες» πορείες είχαν τελειώσει… Κι αυτοί οι ατσαλένιοι φαντάροι με τα πληγωμένα πόδια συναγωνίζονταν τώρα ποιος να χτυπήσει πρώτος την παγιδευμένη ΤΖΟΥΛΙΑ.  Τα  τμήματά  της  που  είχαν  προωθηθεί  από  το  Κεράσοβο  προς  τη Σαμαρίνα αποκόπηκαν. Σαν αγρίμια προσπάθησαν πρώτα ν’ ανοίξουν δίοδο προς τ’ ανατολικά μήπως μπορέσουν να ξεχυθούν προς την κατεύθυνση των Γρεβενών… Δεν τα κατάφεραν. Κι όμως οι Ιταλοί πολέμησαν σαν θηρία. Όταν κατάλαβαν ότι η δίοδος αυτή είχε αποφραχτεί από την Ταξιαρχία Ιππικού, εξαπέλυσαν ένα τάγμα εναντίον της στο ύψωμα Σκούρτιζα. και παραλίγο να το κατελάμβαναν αλλά επενέβη η μικρή ελληνική αεροπορία και βομβάρδισε τους Ιταλούς από χαμηλό ύψος βοηθώντας τους ιππείς! Την ίδια μέρα, στις 3 Νοεμβρίου, η Ταξιαρχία μας Ιππικού μπήκε στη Σαμαρίνα.

Ο σιδερένιος κλοιός είχε αρχίσει να κλείνει… Η 1η Μεραρχία Πεζικού, η Ταξιαρχία Ιππικού και η Μεραρχία Ιππικού είχαν αποκαταστήσει επαφή. Ο θύλακας της ΤΖΟΥΛΙΑ είχε περισφιχθεί από βόρεια, ανατολικά και νότια. Του απέμενε μόνο μια οδός διαφυγής. Προς τα δυτικά. Στις 4 Νοεμβρίου τα ελληνικά τμήματα κατέλαβαν και τη Βωβούσα. Βρήκαν εκεί ένα μοναδικό ελληνικό λόχο που προσπαθούσε επί μέρες να κρατήσει τους Ιταλούς στα γύρω υψώματα. Η κύρια δύναμη των αλπινιστών αναστράφηκε τώρα προς το Δίστρατο. Οι περήφανοι αυτοί άνδρες που μια βδομάδα πριν είχαν εισβάλει με τον αέρα μιας από τις πιο επίλεκτες μονάδες του ιταλικού στρατού, μάχονταν τώρα για τη ζωή τους. Η φάκα είχε κλείσει για καλά κι άφηνε μόνο μια στενή διέξοδο. Την τελευταία. Προς τα δυτικά, προς τον δρόμο της άδοξης επιστροφής.

Επί τρεις μέρες, οι αλπινιστές μάχονταν στο Δίστρατο για να οργανώσουν την υποχώρηση. Έπρεπε, ξεκινώντας από κει, να διασχίσουν «την στενήν και άξενον κοιλάδα του Αώου ποταμού», ανάμεσα στον φοβερό ορεινό όγκο του Σμόλικα και το φουσκωμένο ποτάμι. Η μοναδική αυτή διάβαση περνούσε από τα χωριά Άρματα και Ελεύθερο προς Κόνιτσα. Ρακένδυτοι, ταπεινωμένοι, πεινασμένοι οι αλπινιστές πήραν τον δρόμο της επιστροφής. Αυτή τη φορά τα στοιχεία της φύσεως τους σώσανε και ας καταριόταν η ηγεσία τους από την πρώτη μέρα της εισβολής τις κακές καιρικές συνθήκες…

Ανάμεσα στα Άρματα και Ελεύθερο στην περιοχή Βρυσοχωρίου τους περίμενε ένα καινούριο Απόσπασμα. Το «Απόσπασμα Αώου». Ένα συγκρότημα που είχε στηθεί εκ των ενόντων από το συμπτυγμένο Τάγμα Προκαλύψεως Κονίτσης και μια από τις ελάχιστες, τότε, «γενικές εφεδρείες» του Στρατηγείου. Το λεγόμενο  «απόσπασμα Μετσόβου» (τάγμα συν πυροβολαρχία ορειβατικού πυροβολικού) σταλμένο και αυτό εσπευσμένα στη νότια όχθη του Αώου. Αλλά το ποτάμι είχε πλημμυρίσει από τις συνεχείς βροχές. Το «Απόσπασμα Αώου» δεν μπόρεσε να το διαβεί. Και οι αλπινιστές πέρασαν. Ο πλημμυρισμένος Αώος εξουδετέρωσε την τελευταία ελληνική ενέδρα…

Φτάνοντας στην Κόνιτσα οι συντετριμμένοι αλπινιστές βρήκαν μια αναπάντεχη βοήθεια. Μια ολόκληρη μεραρχία, την ΜΠΑΡΙ, η οποία αρχικά προοριζόταν για απόβαση στην Κέρκυρα! Όταν η ιταλική ηγεσία συνειδητοποίησε το φιάσκο στην Πίνδο, έστειλε εσπευσμένα τη μεραρχία αυτή, για την ακρίβεια 47η Πεζικού, στην Κόνιτσα για να συγκρατήσει την κατάσταση.

Ο πόλεμος θα συνεχίστηκε αλλά οι Ιταλοί εισβολείς είχαν πλέον ανατραπεί.

Advertisements